Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Ώρα για κυβέρνηση εθνικής ευθύνης

Η πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών δεν επιφύλασσε εκπλήξεις. Και σίγουρα δεν μας έκανε σοφότερους ως προς την επόμενη μέρα αυτής της χώρας. Ήταν, όμως, μια αναγκαία άσκηση ψυχοθεραπείας, όχι τόσο για εμάς όσο, κυρίως, για τους ίδιους τους ομιλητές των δύο «μεγάλων» του Κοινοβουλίου, που κλήθηκαν να δώσουν αληθινό αγώνα πολιτικής επιβίωσης απέναντι σε ιδιαίτερα σκληρά εσωκομματικά ακροατήρια…

Προσπερνώντας τα αναμενόμενα «εμείς το παλέψαμε καλύτερα από εσάς» και «παραπλανήσατε το λαό με ανεδαφικές υποσχέσεις» (και τα δύο αληθή, πάντως), και παραβλέποντας κάποιους σχετικά υψηλούς τόνους που εκφράστηκαν μάλλον απρόθυμα (ίσως κι από απλή κοινοβουλευτική συνήθεια), θα σταθώ σε κάτι που με θορύβησε περισσότερο: την εμφανή κόπωση των δύο βασικών πρωταγωνιστών. Σαν να μην πίστευαν πια ότι αυτή η από κεκτημένη ταχύτητα συνεχιζόμενη αντιπαράθεση θα οδηγήσει, τελικά, σε κάποια λύση. Για τους ίδιους και για τη χώρα…

Βγάζοντας τα χρωματιστά πολιτικά γυαλιά από τα μάτια μας, ας κοιτάξουμε την πραγματικότητα κατάματα: Εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα – και παρά την περί του αντιθέτου, μάλλον άστοχη πρόσφατη τοποθέτηση του αρχηγού της μείζονος αντιπολίτευσης – είναι αδύνατο να επωμιστεί την ευθύνη της τελικής, κρίσιμης διαπραγμάτευσης για την εθνική οικονομία από μόνη της η κυβέρνηση. Όχι ειδικά η συγκεκριμένη, αλλά η όποια κυβέρνηση θα είχε την ατυχία να βρεθεί (εκούσα ή άκουσα, δεν έχει τώρα σημασία) στη δίνη μιας τέτοιας ιστορικής συγκυρίας!

Ήρθε, πλέον, η ώρα ανάληψης κοινής εθνικής ευθύνης. Διαγράφοντας κομματικές γραμμές και παραμερίζοντας πολιτικούς εγωκεντρισμούς – περιττές (αν όχι κι αντεθνικές) πολυτέλειες τούτες τις στιγμές – ας συγκροτηθεί άμεσα μία κυβέρνηση εθνικής ευθύνης (ή όπως αλλιώς θελήσουν να την ονομάσουν) με μοναδικό αντικείμενο τη δρομολόγηση της εξόδου της χώρας από την κρίση που απειλεί την ίδια της την ύπαρξη.

Για τη στελέχωση αυτής της κυβέρνησης έκτακτης ανάγκης, και με δεδομένη και αυταπόδεικτη τη θέληση της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων (δεν υπάρχει χρόνος για δημοψηφίσματα!) για τη συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, ας αναζητηθούν άνθρωποι που, χωρίς να διατίθενται να εκχωρήσουν πολλοστημόριο από την εθνική τους συνείδηση, θα μπορέσουν να συνεννοηθούν αποτελεσματικά με τους ευρωπαίους εταίρους μας και να προβάλουν σε εκείνους ως αξιόπιστοι – και επιτέλους ισότιμοι – συνομιλητές.

Για λόγους τόσο συμβολικούς όσο και πολιτικά πραγματιστικούς, το πρόσωπο που θα επιλεγεί να ηγηθεί μιας τέτοιας πανεθνικής προσπάθειας θα πρέπει να απολαμβάνει τη μέγιστη δυνατή αποδοχή, τόσο ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις του τόπου όσο κι απ’ τον ίδιο το λαό (Θανάση Γκότοβε, δεν είναι ώρα να διαφωνήσουμε για το αν ο όρος «λαός» είναι ή όχι εννοιολογικά δόκιμος!).

Και, με δεδομένο ότι η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση ανέδειξε μια κυβέρνηση της Αριστεράς, είναι θαρρώ αυτονόητο ότι το ηγετικό πρόσωπο θα πρέπει να προέρχεται από το χώρο αυτό.

Χωρίς να ισχυρίζομαι ότι η γνώμη του γράφοντος έχει το παραμικρό πολιτικό ειδικό βάρος, ξεκινώ τη συζήτηση ρίχνοντας «στο τραπέζι» ένα όνομα που πιστεύω πως συγκεντρώνει τις παραπάνω προϋποθέσεις. Αναφέρομαι στον Νίκο Κωνσταντόπουλο που, πέρα από τις αδιαμφισβήτητες ικανότητες και τη σημαντική προσωπικότητά του, έχει στο βιογραφικό του την εμπειρία συμμετοχής σε κυβέρνηση εθνικής συνευθύνης ως επικεφαλής σημαντικού υπουργείου, στο πλαίσιο μιας επιχείρησης εσωτερικής κάθαρσης της δημόσιας ζωής του τόπου.

Θα μπορούσε άραγε, υπό τις παρούσες δραματικές περιστάσεις, να ηγηθεί μιας πανεθνικής προσπάθειας σωτηρίας της χώρας; Οι προϋποθέσεις υφίστανται. Μένει να διερευνηθούν οι διαθέσεις…

Υ.Γ: Τούτων λεχθέντων, και προς αποφυγή άσκοπων συνειρμών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παρερμηνεία των προθέσεών μου, σπεύδω να σημειώσω ότι η παροιμία σύμφωνα με την οποία «το μήλο θα πέσει κάτω απ’ τη μηλιά» κάθε άλλο παρά τυγχάνει γενικής ισχύος! Για να μην πω ότι συχνά στην πράξη διαψεύδεται…

Aixmi.gr

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Δολοφονίες χαρακτήρων και νέο πολιτικό ήθος

Δεν γνωρίζω αν η νέα διακυβέρνηση σώσει, τελικά, ή όχι τον τόπο από την καταστροφή. Όμως, πώς ακριβώς πρέπει να αντιλαμβάνεται κανείς τη λέξη «σωτηρία»; Λόγω της κρίσης, καταντήσαμε να της αποδίδουμε αποκλειστικά βιολογική σημασία («δεν θα πεινάσουμε», «δεν θα κρυώσουμε», κλπ.). Αν αποδεχθούμε αυτή την εννοιολογική μονοσημαντότητα, τότε η νέα πολιτική θα έχει πράγματι φέρει εις πέρας την αποστολή της αν κατορθώσει να αναστηλώσει την εθνική οικονομία και να την οδηγήσει στην ανάπτυξη, τηρώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις της κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπου η κοινωνική δικαιοσύνη θα αποτιμηθεί, εν προκειμένω, με βάση και μόνο τον τρόπο μοιράσματος του χρήματος.

Είναι αρκετό, όμως, το χρήμα για να εξαγοράσει τη σωτηρία ηθικών αρχών και τον εξαγνισμό ανθρώπινων χαρακτήρων; Πού πωλείται, άραγε, το χαμένο δημοκρατικό ήθος για να το ξαναγοράσουμε; Πόσο κοστίζει η νεκρανάσταση της δολοφονημένης ελευθερίας του λόγου μας; Αν από κάποιους περιμένουμε απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα, είναι από εκείνους που διατρανώνουν την προσήλωσή τους σε υψηλές ανθρώπινες αξίες, θεωρώντας μάλιστα ότι τις μονοπωλούν…

Πέρα από την οικονομική μιζέρια που μοιραία επέφερε, η κρίση δίχασε την ελληνική κοινωνία και ανέδειξε έναν ιδιότυπο ιδεολογικό φασισμό. Εκφραστές του ήταν, κι εξακολουθούν να είναι, κατά κύριο λόγο εκείνοι που είδαν την κρίση, όχι τόσο ως εθνική καταστροφή, όσο ως ευκαιρία. Για κάποιους καιροσκοπούντες – είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για πολιτικούς σχηματισμούς – η κρίση ήταν, αναλόγως, μια ευκαιρία ανάδειξης ή πολιτικής επικυριαρχίας. Για άλλους, με «αγνότερες» (δηλαδή ιδεολογικές) αφετηρίες προθέσεων, ήταν μια ευκαιρία ρεβανσισμού απέναντι σε παραδοσιακούς ταξικούς εχθρούς (με την ευρύτερη δυνατή σημασία του όρου «τάξη»).

Το κλειδί που άνοιξε την κερκόπορτα της λαϊκής συνείδησης και οδήγησε στη χειραγώγηση της τελευταίας ήταν η επιδέξια αξιοποίηση του – αναμενόμενου λόγω των συνεπειών της κρίσης – μαζικού θυμού, τον οποίο η εύπεπτη δημαγωγική ρητορεία πέτυχε να εκτοξεύσει στα ακρότατα της οργής. Ανάμεσα στα άλλα, πείστηκαν εύκολα οι οργιζόμενοι πως όποιος διαφωνεί με την κυρίαρχη άποψη, ιδιαίτερα μάλιστα αν τολμά να εκφράζει τη διαφωνία του δημόσια, είναι εχθρός της κοινωνίας και πρέπει με κάθε μέσο να εξοντωθεί!

Και επειδή η φυσική του εξόντωση θα τον καθιστούσε μάρτυρα και θα τον εξάγνιζε στην κοινωνική συνείδηση, επιλέχθηκε κάτι απείρως δολιότερο μα και πιο αποτελεσματικό: η ηθική του εξόντωση, ο διασυρμός και η κατασυκοφάντηση της προσωπικότητάς του, η δολοφονία του χαρακτήρα του (“character assassination”). Αποτελεί ιστορική ειρωνεία, μα φαίνεται πως ο Γκαίμπελς δίδαξε, τελικά, τις μεθόδους του ακόμα και σ’ εκείνους που τον μίσησαν περισσότερο!

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο ένα τεκμηριωμένο αλλά μη αρεστό άρθρο γνώμης να γίνεται δεκτό με οργισμένες κραυγές και μια κενή περιεχομένου συνθηματολογία, ελλείψει σοβαρών θέσεων και πειστικών αντεπιχειρημάτων. Η δολιότερη αντιμετώπισή του, όμως, είναι ο δημόσιος διασυρμός του ίδιου του αρθρογράφου και η αυθαίρετη δαιμονοποίηση των προθέσεών του. Έτσι, όποιος τολμά να διατυπώσει απόψεις που δεν συμφωνούν με τις εγκεκριμένες από το ιερατείο των «ορθώς σκεπτομένων», αναγορεύεται εξ ορισμού σε εθνικό μειοδότη, δωσίλογο των «κατακτητών» και ενδεχομένως μίσθαρνο όργανο («παπαγαλάκι») των «εχθρών» της χώρας!

Μεγαλύτερη ευθύνη από αυτή των σχολιαστών, όμως, φέρουν οι αρθρογράφοι εμπρηστικών κειμένων που συμβάλλουν στο να γίνεται ακόμα πιο αγεφύρωτο το χάσμα του εθνικού διχασμού. Υποκαθιστώντας με κραυγές και αναθέματα τον ψύχραιμο και τεκμηριωμένο λόγο (ενίοτε με χρήση άκομψων έως απρεπών εκφραστικών μέσων) δίνουν το σύνθημα της διολίσθησης σε μια γενικευμένη αγριότητα, τις συνέπειες της οποίας δείχνουν να (δεν θα ‘θελα να πω «προσποιούνται ότι») υποτιμούν…

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να μοιραστώ μια προσωπική εμπειρία. Όχι τόσο για χάρη των αναγνωστών όσο γιατί κυρίως το οφείλω υπό μορφή δημόσιας απολογίας προς τους μαθητές μου, των οποίων τις συνειδήσεις δηλητηρίασε επικίνδυνα μια πρόσφατη, εξόχως χυδαία επίθεση εναντίον μου.

Είναι δεδομένο ότι έχω ασκήσει κριτική σε πολλά ζητήματα αρχών που αφορούν την παρούσα διακυβέρνηση της χώρας. Και είναι, επίσης, δεδομένο ότι τούτη μου η κριτική έχει καθαρά ιδεολογικές αφετηρίες που ουδόλως αφορούν κομματικές συμπάθειες ή αντιπάθειες (όπως έχω πλειστάκις δηλώσει, οπαδός είμαι μόνο στα ποδοσφαιρικά φρονήματα και η ομάδα είναι γνωστή!). Αυτή μου η πολιτική ουδετερότητα έχει ένα καλό και ένα κακό: Για τους καλοπροαίρετα διακείμενους, κάνει τον κριτικό λόγο μου να φαίνεται περισσότερο αξιόπιστος και, σε κάθε περίπτωση, μη υποβολιμαίος. Για τους κακόβουλους, τούτη η πολιτική αχρωματοψία με καθιστά εύκολο στόχο, αφού γνωρίζουν καλά πως σε περίπτωση άδικης (έως ελεεινής) επίθεσης δεν θα επιστρατευθούν προς υπεράσπισή μου αγέλες κομματικών τετραπόδων!

Για λόγους που μου είναι άγνωστοι όσο κι ακατανόητοι (αφού το θέμα ξεπερνά τα όρια της πιο τυφλής πολιτικής εμπάθειας) έγινα στόχος επίθεσης (με σαφέστατα «φωτογραφική» αναφορά στο άτομό μου) σε κορυφαίο ειδησεογραφικό ιστότοπο, από άτομο φέρον τη δημοσιογραφική ιδιότητα και φανατικά προσκείμενο στην παρούσα πολιτική εξουσία. Δεν θα σταθώ στη γλώσσα επιπέδου χαμαιτυπείου, στην οποία ήταν διατυπωμένο το επώνυμο σχόλιο. Εξ άλλου, τα εκφραστικά μέσα αφορούν και χαρακτηρίζουν εκείνον που τα επιλέγει. Ούτε θα προβάλω ενστάσεις για τον καθολικό χαρακτηρισμό των κειμένων μου ως «περισπούδαστες μ@λ@κίες» (sic) και περίπου ως προϊόντα ακαδημαϊκού τσαρλατανισμού (όπως μαρτυρά η τοποθέτηση εισαγωγικών στη λέξη «επιστημονικές» ως επιθετικού προσδιορισμού στον όρο «αναλύσεις»). Ούτως ή άλλως, ήταν σαφές ότι η πηγή του σχολίου δεν είχε καν αναγνώσει το κείμενό μου το οποίο έδωσε αφορμή για τον εν λόγω σχολιασμό…

Αυτό που κατά κύριο λόγο αναδεικνύει τη δολιότητα της επίθεσης και της προσδίδει χαρακτηριστικά «δολοφονίας χαρακτήρα» μέσω δημόσιου διασυρμού, είναι ένας χυδαίος υπαινιγμός που παραλίγο να έχει προσωπικό κόστος στο λειτούργημα του εκπαιδευτικού που ασκώ. Διαστρέφοντας και εν τέλει καταργώντας την ίδια τη λογική της αιτιότητας, το σχόλιο απέδιδε το αρθρογραφικό μου έργο σε υποτιθέμενη ανάγκη εκτόνωσης… υποκρυπτόμενου ακαδημαϊκού συμπλέγματος(!) για το χώρο στον οποίο ασκώ το εκπαιδευτικό λειτούργημά μου, τον οποίο χώρο η πηγή του σχολίου αντιμετώπιζε έτσι – εμμέσως πλην σαφώς – με αίσθημα απαξίωσης!

Για κακή μου τύχη, το σχόλιο αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο από κάποιους μαθητές μου που, και με δική μου προτροπή, επισκέπτονται τακτικά τον συγκεκριμένο αξιόλογο ιστότοπο. Και βρέθηκα στην ανάγκη να απολογούμαι γιατί έδωσα σε κάποιους κακόβουλους το δικαίωμα να υποβαθμίσουν τις σπουδές τους και, κατ’ επέκταση, να μειώσουν την ίδια τους την προσωπικότητα. Αλλά το χειρότερο για μένα ήταν πως ενσταλάχθηκε στις συνειδήσεις τους το δηλητήριο της αμφιβολίας για το κατά πόσον, τελικά, ο δάσκαλός τους εκτιμά το έργο που έχει αναλάβει, ή αντίθετα το υποτιμά θεωρώντας το αναντίστοιχο προς τις ακαδημαϊκές φιλοδοξίες του!

Κάποιοι φίλοι που έλαβαν γνώση του περιστατικού έριξαν την ευθύνη σ’ εμένα: «Αφού πας κι ανακατώνεσαι με τα (***), επόμενο είναι να λερωθείς κι εσύ!» Πράγμα που μεταφραζόμενο σημαίνει πως θα πρέπει να πάψω να εκθέτω δημόσια τις απόψεις μου στο Διαδίκτυο. Υπήρξε όμως και ο αντίλογος: «Ο στόχος τέτοιων χυδαίων επιθέσεων είναι να κάνουν τους μη αρεστούς να τρομάξουν ή να σιχαθούν και τελικά να σιγήσουν. Μην τους κάνεις τη χάρη!»

Το έχουμε ξαναπεί: Η κρίση δεν μας έκανε κακούς, απλά ανέδειξε την κακότητα που υπολάνθανε μέσα μας. Έβγαλε έξω τα αγριότερα των ενστίκτων μας, έφερε στο φως τις σκοτεινότερες πλευρές της προσωπικότητάς μας, αποκάλυψε ηχηρά τις μέχρι πρότινος καλά κρυμμένες ευτέλειες του χαρακτήρα μας!

Και, δυστυχώς, είναι πια φανερό πως καμία πολιτική δύναμη δεν θα μπορέσει να μας σώσει. Γιατί, η σωτηρία της τσέπης δεν αρκεί. Τούτη η χώρα δεν έμεινε στην ιστορία για τον πλούτο της μα για κάποια άλλα ιδανικά που γέννησε και διέδωσε στον κόσμο. Στην κορυφή στέκει η Δημοκρατία. Που δεν μπορεί να λέγεται έτσι αν καταργείται – de jure ή de facto – η ελευθερία του λόγου και αν εκλείπει ο σεβασμός στο δικαίωμα στην αντίθετη άποψη. Ακόμα περισσότερο, αν η υγιής και δημοκρατική αντιπαράθεση ιδεών υποκαθίσταται από δολοφονίες χαρακτήρων κι από δόλιο διασυρμό και κατασυκοφάντηση ιδεολογικών αντιπάλων, με χρήση μάλιστα χυδαίας ρητορείας επιπέδου πεζοδρομίου!

Είπα «αντιπάλων»; Λάθος: Σε καιρούς και τόπους όπου το δημοκρατικό ήθος αντιμετωπίζεται ως περιττή πολυτέλεια, δεν υπάρχουν ιδεολογικοί αντίπαλοι. Υπάρχουν μόνο εξ ορισμού εχθροί!

Aixmi.gr

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Χίτλερ-Στάλιν: Δύο τέρατα στο ζυγό της Ιστορίας

1. Εισαγωγή: Αναζητώντας τον «πιο κακό»…

Ο φίλος μου ο Αριστείδης έχει πάντα έτοιμο ένα αντεπιχείρημα. Ακόμα κι αν του πεις πράγματα αρεστά σ’ αυτόν, π.χ., πόσο καλή ομάδα είναι ο Παναθηναϊκός, ή πόσο υπέροχη είναι η δέκατη συμφωνία του Σοστακόβιτς!

Τις προάλλες, πάνω σε μια συζήτηση ιστορικού περιεχομένου, έκανα ένα σχόλιο για τα εγκλήματα του Χίτλερ, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά το Ολοκαύτωμα. «Σωστά», λέει ο Αριστείδης, «αλλά μην ξεχνάς ότι ο Στάλιν σκότωσε πολύ περισσότερους!»

Δεν ξέρω αν έχει ιδιαίτερη σημασία για την ηθική αξιολόγηση των δύο μεγαλύτερων εγκληματιών του εικοστού αιώνα, το ποιος από τους δύο κατέχει τα πρωτεία σε αριθμό δολοφονιών. Και δεν αναφέρομαι εδώ στους νεκρούς στα πεδία των μαχών, αλλά σε άμαχο πληθυσμό, ιδίως σε θύματα ρατσιστικών, εθνικών ή εθνοτικών εκκαθαρίσεων. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, πάντως, η κρατούσα αντίληψη ήταν σύμφωνη με αυτή του Αριστείδη, ήτοι, «ο Στάλιν σκότωσε πιο πολλούς». Ένας διαπρεπής Αμερικανός ιστορικός, όμως, έρχεται να ανατρέψει αυτή την εικόνα…

Ο Timothy D. Snyder (γεν. 1969) είναι Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Yale, ειδικός στην ιστορία της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και σε θέματα που αφορούν το Ολοκαύτωμα. Η καλή γνώση έντεκα(!) ευρωπαϊκών γλωσσών τού επέτρεψε να μελετήσει πρωτότυπες αρχειακές πηγές που βρίσκονταν σε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, οι οποίες (πηγές) άρχισαν να διατίθενται ανοιχτά τη δεκαετία του 1990, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Στις πληροφορίες που συνέλεξε βασίστηκε το πιο φημισμένο σύγγραμμά του, “Bloodlands” [1].

Μια σύνοψη της έρευνάς του βρήκαμε στο ενδιαφέρον άρθρο του: “Hitler vs. Stalin: Who was worse?” [2]. Βλέπουμε εκεί την ανατροπή δύο ευρύτατα διαδεδομένων μύθων:

1. Ο μύθος του «λιγότερο κακού» Στάλιν, σε σύγκριση με τον Χίτλερ που ευθύνεται για το ρατσιστικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Ο Snyder επισημαίνει ότι τα ανάλογα εγκλήματα του Στάλιν δεν διαφέρουν πολύ ως προς την ηθική αξιολόγηση των προθέσεων, αφού στόχευαν σε εκκαθαρίσεις άμαχου πληθυσμού στη βάση εθνικών ή εθνοτικών κριτηρίων, και θύματά τους ήταν ακόμα και μικρά παιδιά!

2. Ο μύθος του «λιγότερο φονικού» Χίτλερ, αφού ο Στάλιν (υποτίθεται πως) δολοφόνησε «πάνω από είκοσι εκατομμύρια». Με την απόκτηση πρόσβασης σε πρώην σοβιετικά αρχεία, κατέστη δυνατό να καταμετρηθούν με σχετική ακρίβεια τα θύματα της εθνικής/εθνοτικής πολιτικής του Στάλιν. Η έρευνα του Snyder έδειξε ξεκάθαρα ότι ο αριθμός τους είναι σαφώς μικρότερος από αυτόν των ανάλογων εγκλημάτων του Χίτλερ!

Ας δούμε αναλυτικά κάποια επί μέρους στοιχεία.

2. Πείνα και τρόμος στα χρόνια του Στάλιν: Πριν τον πόλεμο

Πολλοί συγκρίνουν τα σταλινικά Gulag [3] με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι, όπως αναφέρει ο Snyder, η πλειονότητα όσων εισήλθαν στα Gulag έφυγαν ζωντανοί. Ο συνολικός αριθμός ανθρώπων που πέθαναν στα Gulag υπολογίζεται σε 2 με 3 εκατομμύρια (αριθμός, ασφαλώς, κατ’ απόλυτη τιμή συγκρίσιμος με τα στρατόπεδα των Ναζί!). Από την άλλη, τα θύματα της πολιτικής του «Μεγάλου Τρόμου» (βλ. παρακάτω) δεν υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο, ίσως μάλιστα ο αριθμός είναι ακόμα μικρότερος.

Η μεγαλύτερη καταστροφή που επέφερε ο σταλινισμός σε ανθρώπινες ζωές ήταν ο λιμός της περιόδου 1930-33, όπου περισσότεροι από 5 εκατομμύρια άνθρωποι πέθαναν από την πείνα. Από αυτούς, τα 3.3 εκατομμύρια των κατοίκων της Σοβιετικής Ουκρανίας που πέθαναν το 1932 και το 1933, υπήρξαν θύματα μιας προμελετημένης σταλινικής πολιτικής με καθαρά εθνοτικά κριτήρια. Ο Στάλιν επίταξε τα σιτηρά της Ουκρανίας αν και γνώριζε ότι κάτι τέτοιο θα σκότωνε εκατομμύρια. Κατόπιν, κατηγορώντας τους Ουκρανούς για την αποτυχία της δικής του πολιτικής, διέταξε μια σειρά μέτρων – όπως το σφράγισμα των ουκρανικών συνόρων – που ήταν βέβαιο ότι θα προκαλούσαν ακόμα περισσότερους μαζικούς θανάτους.

Το 1937, ο Στάλιν ξεκίνησε την πολιτική του «Μεγάλου Τρόμου» που στόχευε, κατά κύριο λόγο, τους πολίτες Πολωνικής και Ουκρανικής καταγωγής. Στην Επιχείρηση του 1937-38 κατά των Kulak [4], κάπου 387,000 άνθρωποι εκτελέστηκαν. Οι υπόλοιποι «εχθροί» που εξοντώθηκαν (γύρω στις 247,000) ανήκαν σε μειονότητες που σχετίζονταν με χώρες που συνόρευαν με τη Σοβιετική Ένωση. Ειδικά, στην «Πολωνική Επιχείρηση» που άρχισε το 1937, περίπου 111,000 άνθρωποι κατηγορήθηκαν για «κατασκοπεία» υπέρ της Πολωνίας και εκτελέστηκαν. Συνολικά, τα θύματα του Μεγάλου Τρόμου προσεγγίζουν (αλλά δεν φτάνουν) το 1 εκατομμύριο.

3. Άοπλα θύματα πολέμου

Μέχρι την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το σταλινικό καθεστώς είχε την απόλυτη υπεροχή σε δολοφονίες αμάχων, σε σύγκριση με το ναζιστικό. Η Ναζιστική Γερμανία άρχισε να δολοφονεί σε παρόμοια κλίμακα μόνο μετά τη Συνθήκη Molotov-Ribbentrop (θέρος του 1939) και την κοινή γερμανο-σοβιετική εισβολή στην Πολωνία, το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου. Από το 1939 ως το 1941, κάπου 200,000 Πολωνοί άμαχοι έχασαν τη ζωή τους, με την ευθύνη των φόνων περίπου μοιρασμένη εξίσου μεταξύ των δύο εισβολέων. Ανάμεσα στα θύματα ήταν οι διανοούμενοι, πολιτικοί κρατούμενοι και αιχμάλωτοι πολέμου που σκοτώθηκαν από τους σοβιετικούς στη Σφαγή του Katyn.

Η πολιτική λιμού των Γερμανών προκάλεσε 4.2 εκατομμύρια θανάτους στη Σοβιετική Ένωση. Τα θύματα περιλάμβαναν 3.1 εκατομμύρια σοβιετικούς αιχμαλώτους πολέμου, καθώς και 1 εκατομμύριο άμαχο πληθυσμό κατά την πολιορκία του Leningrad. (Ο Snyder δεν εξετάζει τα θύματα λιμού σε περιοχές εκτός Σοβιετικής Ένωσης.)

Ως αντίποινα ανταρτικής δράσης, οι Γερμανοί σκότωσαν περίπου 700,000 αμάχους (κυρίως Πολωνούς και Λευκορώσους) σε μαζικές εκτελέσεις. (Και πάλι, ο Snyder περιορίζει τη μελέτη του στις περιοχές της Πολωνίας και της Σοβιετικής Ένωσης.)

Βεβαίως, το μεγαλύτερο γερμανικό μαζικό έγκλημα παραμένει το Ολοκαύτωμα, με θύματα 5.7 έως 6 εκατομμύρια Εβραίους. Στα θύματα της ρατσιστικής αυτής θηριωδίας θα πρέπει να προσθέσουμε και περισσότερους από 100,000 Ρομά.

Συνολικά, οι Γερμανοί δολοφόνησαν περίπου 11 εκατομμύρια αμάχους. Ο αριθμός ξεπερνά τα 12 εκατομμύρια αν συνυπολογίσουμε τους προβλέψιμους θανάτους από τις εκτοπίσεις, την πείνα και τις αρρώστιες στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, τα καταναγκαστικά έργα, κλπ. Τα αντίστοιχα νούμερα για τους Σοβιετικούς της σταλινικής περιόδου (πριν και μετά τον πόλεμο) είναι 6 ως 9 εκατομμύρια. Είναι φανερό ότι τα θύματα της δολοφονικής μανίας του Στάλιν δεν προσεγγίζουν καν τον υποτιθέμενο αριθμό των 20 εκατομμυρίων!

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι ο Snyder δεν προσμετρά στη μελέτη του τους στρατιώτες που έπεσαν στα πεδία των μαχών, καθώς και τους αμάχους που έχασαν τη ζωή τους σε βομβαρδισμούς ή άλλες πράξεις πολέμου. Περιορίζεται στα θύματα μαζικής εξόντωσης μέσω εκτελέσεων, μεθοδευμένου λιμού, ή φυλάκισης σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

4. Κάνοντας δίκη προθέσεων…

Πέρα από τον αριθμό των φονευθέντων, υπάρχει και το ζήτημα των προθέσεων. Σε ό,τι αφορά τους Γερμανούς, τα πράγματα είναι μάλλον ξεκάθαρα: Η Γερμανία φέρει την κύρια ευθύνη για τον πόλεμο, και οι φόνοι αμάχων που διέπραξε αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά σε ιμπεριαλιστικό μεγαλοϊδεατισμό με ρατσιστικές αφετηρίες.

Από την πλευρά των Σοβιετικών, οι περισσότεροι φόνοι άμαχου πληθυσμού έλαβαν χώρα σε καιρό ειρήνης και σχετίζονταν, κατά το μάλλον ή ήττον, με ένα ιδιότυπο όραμα «μοντερνισμού», έτσι όπως τον εννοούσε ο Στάλιν. Σε ό,τι αφορά τον λιμό της περιόδου 1930-33 (του οποίου τα θύματα ήταν, κυρίως, Ουκρανοί και – σε μικρότερο βαθμό – Πολωνοί), ο Στάλιν επιχείρησε να εξολοθρεύσει μέσω της πείνας όσους αντιστέκονταν στη διαδικασία του κολεκτιβισμού στη Σοβιετική Ένωση. Στην Ουκρανία, ειδικά, ήθελε να αφανίσει την τάξη των εύπορων γαιοκτημόνων (Kulak), έτσι ώστε το κράτος να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της γεωργίας και να αρπάξει ανενόχλητα τον πλούτο της υπαίθρου, επενδύοντάς τον στην ανάπτυξη της βιομηχανίας.

Στον Μεγάλο Τρόμο του 1937-38, που επίσης στόχευσε, κατά κύριο λόγο, Πολωνούς και Ουκρανούς, η επιλογή των θυμάτων έγινε και πάλι με εθνοτικά κριτήρια. Ο Στάλιν θεωρούσε τους πολωνικής καταγωγής σοβιετικούς πολίτες που διέμεναν στα δυτικά της χώρας, ως εν δυνάμει πράκτορες της Δεύτερης Πολωνικής Δημοκρατίας. Από την άλλη μεριά, όσοι Ουκρανοί Kulak επέζησαν από τον λιμό του 1932-33, επίσης θεωρήθηκαν ως πιθανή απειλή για το σοβιετικό καθεστώς στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης μελλοντικής σύγκρουσης.

Τέλος, μετά την εισβολή τους στην Πολωνία (1939), τόσο οι Γερμανοί, όσο και οι Ρώσοι, προσπάθησαν συνειδητά να εξολοθρεύσουν την πολιτική και πνευματική ελίτ της χώρας αυτής. Ήταν ακόμα η εποχή του «κακού Στάλιν». Ο «καλός Στάλιν» θα γεννιόταν δύο χρόνια αργότερα, με την εισβολή των (πρώην φίλων) Γερμανών στη Σοβιετική Ένωση…

5. Επίλογος: Ποιος παραπληροφόρησε τον Αριστείδη;

Πέρα από τη μη διαθεσιμότητα αρχειακών πηγών κατά τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ποιος είναι ο λόγος που πέσαμε τόσο έξω στις εκτιμήσεις μας για την αριθμητική διάσταση των δολοφονικών επιδόσεων του Στάλιν; (Η ηθική διάσταση παραμένει, ασφαλώς, τεράστια!) Πώς τα 6 με 9 εκατομμύρια έγιναν «περισσότερα από 20 εκατομμύρια» στη συνείδηση του καλοπροαίρετου Αριστείδη; Εκτός των άλλων, για πολλά χρόνια τούτη η ιστορική παραποίηση πρόσφερε ένα πλαστό «ηθικό» πλεονέκτημα στο άλλο φρικτό τέρας της παγκόσμιας ιστορίας, τον Άντολφ Χίτλερ!

Ο Snyder απαντά πειστικά (αν και μάλλον «αμερικανοκεντρικά») και σε αυτό το ερώτημα. Θα επιχειρήσω να απλουστεύσω κάπως την ερμηνεία του, η οποία είναι διατυπωμένη με κάποιο βαθμό συνθετότητας:

Η παραπληροφόρηση θα μπορούσε να αποδοθεί στις σκοπιμότητες του Ψυχρού Πολέμου. Σύντομα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι νικήτριες δυνάμεις, με εξαίρεση τη Σοβιετική Ένωση, συμμάχησαν στο πλαίσιο του NATO με τον πρώην εχθρό τους, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Ο καινούργιος εχθρός ήταν τώρα ένας πρώην σύμμαχος: η Σοβιετική Ένωση! Μια τέτοια εναλλαγή ρόλων στο δίπολο «εχθρός-φίλος» απαιτούσε ένα βαθμό ηθικής και ιστορικής «ευκαμψίας», η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει κάποιες (ούτως ή άλλως αυθαίρετες, ελλείψει αδιαμφισβήτητων στοιχείων) αριθμητικές υπερβολές που άμβλυναν τις ενοχές των φίλων και μεγέθυναν αυτές των εχθρών…

Έχουν, άραγε, απόλυτη σημασία οι αριθμοί; Ας το αφήσουμε αυτό στην κρίση του αναγνώστη. Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Snyder, όταν μιλούμε για νεκρούς, η διαφορά ανάμεσα στο μηδέν και το ένα είναι άπειρη! Πόσο μάλλον, προσθέτω εγώ, αν πρόκειται για εκατόμβες αθώων θυμάτων του πιο απάνθρωπου πολέμου της Ιστορίας και δύο τυραννικών καθεστώτων μοναδικής δολοφονικής αγριότητας. Καθεστώτα που ακόμα και σήμερα, δυστυχώς, μετρούν θαυμαστές, εδώ και αλλού…

Σημειώσεις:

[1] Timothy Snyder, Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, Hitler vs. Stalin: Who was worse? (The New York Review of Books, http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/).

[3] Gulag: Κρατική υπηρεσία που επόπτευε τα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στη Σοβιετική Ένωση της σταλινικής περιόδου. Με τα χρόνια, ο όρος ταυτίστηκε με τα ίδια τα στρατόπεδα.

[4] Kulak: Κατηγορία σχετικά εύπορων γαιοκτημόνων στην Τσαρική Ρωσία και, αργότερα, στη Σοβιετική Ένωση. Κατ’ επέκταση, κατά τη σταλινική περίοδο, όσοι αντιστάθηκαν στις πιέσεις της Μόσχας να παραδώσουν τα σιτηρά τους στην κεντρική διοίκηση, στο πλαίσιο του «κολεκτιβισμού» (1928-1940).

Aixmi.gr

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Το φάρμακο του σκύλου

Το τέχνασμα είναι γνωστό και το εφαρμόζουν συχνά όσοι έχουν σκύλο και βρίσκονται στην ανάγκη να του δώσουν ένα φάρμακο: απλά τοποθετούν το χάπι μέσα σε ένα μπιφτέκι (ή ό,τι άλλο μπορεί να αρέσει στον τετράποδο φίλο). Έτσι, μαζί με το εύγευστο μπιφτέκι, ο σκύλος καταπίνει εν αγνοία του και το απαραίτητο φάρμακο! Βέβαια, υπάρχει και μια πιο σατανική μέθοδος: το ίδιο το μπιφτέκι να είναι ψεύτικο, κάτι σαν άχυρο με οσμή κρέατος που ξεγελά τον πεινασμένο σκύλο…

Όσο κι αν, σε ατομικό επίπεδο, ο άνθρωπος είναι ευφυέστερος του σκύλου, σε επίπεδο μάζας η ανωτερότητά του αυτή καθίσταται αμφισβητήσιμη. Τρανότερη απόδειξη δεν υπάρχει από τη χειραγώγηση των μαζών από επιδέξιους δημαγωγούς, πόσο μάλλον όταν οι λαοί πέφτουν στην ίδια παγίδα επαναληπτικά, χωρίς η ιστορία να τους διδάσκει. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στις εθνικές καταστροφές της νεότερης ιστορίας μας. Καταστροφές ενός λαού μονίμως γελασμένου κι ανεπίδεκτου μαθήσεως!

Η φοβερή οικονομική κρίση που περνά η χώρα ευλόγως επέφερε πολιτικές ανατροπές. Σημαντικότερη, η ενθρόνιση στην εξουσία των πλέον ακραίων εκ των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων. Στη συμβολική γλώσσα της εναρκτήριας αλληγορίας του κειμένου, το ψεύτικο «μπιφτέκι» που προσφέρθηκε στον αφελή «σκύλο» ήταν η υπόσχεση που αφειδώς δόθηκε στον εύπιστο λαό για σύντομη υπέρβαση της κρίσης, πράγμα που θα συνέβαινε με έναν τρόπο μαγικό, σχεδόν μεταφυσικό, για τον οποίο μικρό μόνο τμήμα του εκλογικού σώματος προβληματίστηκε. Και η καθημαγμένη από την κρίση κοινωνία κατάπιε πρόθυμα το «μπιφτέκι» αγνοώντας (ή κι αδιαφορώντας για) το υποκρυπτόμενο «φάρμακο», που εν προκειμένω αντιπροσωπεύει συμβολικά ένα σύνολο πολιτικών μεταρρυθμίσεων για τις οποίες αμφίβολο είναι ότι η κοινωνία αυτή ήταν επαρκώς προϊδεασμένη…

Η τελευταία εκλογική αναμέτρηση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος που τοποθετεί την ιδεολογία υπεράνω της πατρίδας (έννοια που ούτως ή άλλως απεχθάνεται). Επικυρίαρχο ρόλο στο καθεστώς διαδραματίζει μια σφριγηλά δομημένη ομάδα ουτοπιστών που πιστεύουν ότι μπορούν από μόνοι τους να ξεκινήσουν μια παγκόσμια επανάσταση που θα αλλάξει τον ρου της ιστορίας! Σε ό,τι αφορά την ίδια την ιδεολογία, θα λέγαμε ότι δομείται πάνω σε έναν πολύ συγκεκριμένο άξονα: το όραμα μιας αταξικής κοινωνίας.

Η λέξη «τάξη» δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί εδώ με στενά οικονομικούς όρους. Σημαίνει, γενικά, το αποτέλεσμα κάθε διαδικασίας η οποία επιφέρει διαχωρισμούς που οδηγούν σε κάποιας μορφής κοινωνική διαστρωμάτωση. Μέσα σε αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, η ισότητα των ανθρώπων θεωρείται ότι επιτυγχάνεται όχι με τη θέσπιση κανόνων που διασφαλίζουν ίσες ευκαιρίες σε όλους και δίνουν τη δυνατότητα στους αρίστους να διακριθούν, αλλά μέσω μιας αναγκαστικής ισοπέδωσης που οδηγεί στην απόλυτη ομοιομορφία υπό το πρόσχημα της «δικαιοσύνης»!

Οι πρώτες κινήσεις της νέας εξουσίας μαρτυρούν την κυρίαρχη φιλοσοφία της. Ας δούμε, ενδεικτικά και επιγραμματικά, κάποια από τα διαφαινόμενα χαρακτηριστικά της:

1. Ο εξοβελισμός της αριστείας από το εκπαιδευτικό σύστημα, αφού «η αριστεία είναι ρετσινιά… είναι μια στρεβλή φιλοδοξία»(!). Κατά τη νέα αντίληψη εξουσίας, η ιδέα της αριστείας οδηγεί στο διαχωρισμό των μαθητών σε «αρίστους» και «μη αρίστους», πράγμα που αντίκειται στο αταξικό (με τη γενική έννοια του όρου) δόγμα.

2. Η de jure εξίσωση του φοιτητή με τον ακαδημαϊκό δάσκαλο, επιτρέποντας στον πρώτο να συναποφασίζει με τον δεύτερο για ζητήματα που αφορούν τη διοίκηση του πανεπιστημίου. Προφανώς, η «ξενόφερτη» ιδέα του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων μαθητή και δασκάλου αντιβαίνει στις αρχές του ακαδημαϊκού ισοπεδωτισμού!

3. Η προκλητική ανεκτικότητα και σκανδαλώδης παραχωρητικότητα σε περιθωριακές ομάδες που προσπαθούν να επιβάλουν δια της βίας τον «αναρχικό» μετασχηματισμό της κοινωνίας. Θα λέγαμε ότι η εξουσία δίνει την εντύπωση πως βλέπει στα (νομίμως, πλέον, επικαλυπτόμενα!) πρόσωπά τους έναν άτυπο στρατό στην υπηρεσία του καθεστώτος.

4. Η εξίσου σκανδαλώδης επιείκεια – έως και κατανόηση – προς τους ενεχόμενους σε πράξεις δολοφονικής τρομοκρατίας. Μάλιστα, η ίδια η χρήση του όρου «τρομοκρατία» δεν είναι αποδεκτή από μια σημαντική μειοψηφία του κυβερνώντος χώρου, η οποία αντιμετωπίζει τους τρομοκράτες-δολοφόνους ως περίπου μαχητές της κοινωνικής ισότητας και δικαιοσύνης!

5. Η εθνικά επικίνδυνη πολιτική στο ζήτημα των παράτυπων «μεταναστών», με βάση μια ουτοπική ιδεολογία ανοικτών συνόρων για όλους (αφού, στη λογική των κυβερνώντων, ο διαχωρισμός ανάμεσα σε «Έλληνες» και «μη Έλληνες» είναι τεχνητός και ασύμβατος με το ιδεώδες του «προοδευτικού ανθρωπισμού»).

6. Η αυτο-υπονομευτική, για την ίδια την εξουσία, χαλαρότητα απέναντι στην άρνηση υπακοής στους νόμους. Εξ άλλου, οι όροι «νόμος» και «τάξη» ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλείς στον πολιτικό χώρο των νυν κυβερνώντων, αφού ενεργοποιούν βαθιά ριζωμένα μετεμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Ο νόμος υπάρχει για να διατηρεί ή να επιβάλλει την τάξη, και η τάξη είναι ό,τι ακριβώς αντιμάχεται η πολιτική φιλοσοφία του χώρου!

Το «φάρμακο του σκύλου», λοιπόν, που το κατάπιε αμάσητο ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος τη στιγμή που μασούσε με βουλιμία τις αμέτρητες σαγηνευτικές – πλην ανεδαφικές – προεκλογικές υποσχέσεις, δεν είναι άλλο από τη βαθύτερη και λιγότερο ευδιάκριτη πολιτική ατζέντα αυτής της κυβέρνησης. Μια ατζέντα που προσβλέπει στον ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας με τρόπους και σε κατευθύνσεις που η τελευταία είναι αμφίβολο ότι είναι πρόθυμη, τελικά, να αποδεχθεί.

Οι Έλληνες, αν και στη μεγάλη πλειοψηφία τους απεχθάνονται τον κυνικό δαρβινισμό του νεοφιλελευθερισμού, εξακολουθούν να πιστεύουν στον υγιή ανταγωνισμό και στο δικαίωμα στη διάκριση ως αποτέλεσμα ικανοτήτων και μόχθου. Ειδικά, οι μαθητές που αντιμετωπίζουν με μέγιστη σοβαρότητα τις σπουδές τους δικαιούνται να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους, φέροντας τον τιμητικό τίτλο του αρίστου και απολαμβάνοντας τα ανάλογα προνόμια.

Αν και ουδέποτε υπήρξαν ρατσιστές, οι Έλληνες απαιτούν να μη μετατραπούν de facto σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας μέσα στην ίδια τους τη χώρα, σε τρομαγμένα ανθρωπάκια που αποφεύγουν να κυκλοφορούν στους δρόμους μόλις κρυφτεί ο ήλιος, σε εύκολα κι απροστάτευτα θύματα εγκληματιών που εισέρχονται στη χώρα όχι ως κυνηγημένοι από αυταρχικά καθεστώτα (αυτούς τους τιμούμε απόλυτα!) αλλά ως τυχοδιώκτες. Κι αυτοί που έχασαν το προνόμιο μιας στέγης, με αποτέλεσμα να κοιμούνται στους δρόμους, αξιώνουν να τύχουν ανάλογης κρατικής μέριμνας κι ευαισθησίας με τους μετανάστες.

Οι Έλληνες απαιτούν ισονομία χωρίς προνομιακές διακρίσεις. Το να φοράς κουκούλα δεν σε καθιστά «περισσότερο πολίτη» σε σχέση με αυτούς που δεν τη φορούν (το αντίθετο, θα έλεγα!), ούτε σου εξασφαλίζει κατ’ εξαίρεση το δικαίωμα στην ασυδοσία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας να κατακαίς ελεύθερα τις περιουσίες των συνανθρώπων σου και να καταστρέφεις τις ζωές τους. Επί πλέον, το να έχεις διαπράξει κακουργήματα δεν θα πρέπει να είναι ικανή (για να μην πω και αναγκαία) συνθήκη ώστε να απολαύσεις την κρατική στοργή και το δικαίωμα στη δεύτερη ευκαιρία!

Οι Έλληνες, τέλος, δεν επιθυμούν να γίνουν μια αταξική, αλλά μια (επιτέλους!) ευνομούμενη κοινωνία. Τον ρόλο της εξουσίας δεν τον βλέπουν ως μηχανισμό ισοπέδωσης που στοχεύει στην απόλυτη ομοιομορφία των ανθρώπων (λες και είναι ομοιώματα!) αλλά ως θεματοφύλακα των ίσων δικαιωμάτων και ίσων ευκαιριών. Διεκδικούν το δικαίωμα στη διάκριση των κατά τεκμήριο αρίστων, με βάση θεσπισμένους κανόνες και έντιμες διαδικασίες αξιολόγησης.

Όσο για το «μπιφτέκι του σκύλου», αυτό φοβάμαι θα αργήσει στ’ αλήθεια να ψηθεί, αφού μαγικές συνταγές, τελικά, δεν υπάρχουν! Απαιτείται απ’ όλους μας σκληρή δουλειά, υπομονή και, πάνω απ’ όλα, κοινωνική αλληλεγγύη. Κι αυτές τις αρετές κανένα πολιτικό σύστημα δεν είναι σε θέση να τις επιβάλει. Εμείς μόνο μπορούμε να τις ανακαλύψουμε μέσα μας. Όπως ο ευφυής σκύλος μου ανακάλυπτε πάντα το κρυμμένο χάπι στο μπιφτέκι!

Aixmi.gr

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Ας κάνουμε «Δραπετσώνα» τη Νέα Φιλαδέλφεια!

Τη δεκαετία του ’60, η τότε Πολιτεία επιχείρησε να «εκσυγχρονίσει» την προσφυγική παραγκούπολη της Δραπετσώνας γκρεμίζοντας τα εργατικά παραπήγματα και χτίζοντας στη θέση τους μοντέρνες εργατικές κατοικίες. Πολλοί κάτοικοι αντιστάθηκαν. Άλλοι μάζεψαν τα λιγοστά υπάρχοντά τους και τράβηξαν το δρόμο της μοίρας τους, σε μιαν άλλης μορφής προσφυγιά...

Τα γεγονότα της Δραπετσώνας ίσως θα είχαν περάσει απαρατήρητα από την «καθωσπρέπει» κοινωνία μας, αν δεν τα είχαν κάνει αθάνατα οι στίχοι ενός κορυφαίου ποιητή (Τάσος Λειβαδίτης) και οι νότες ενός κορυφαίου μουσικοσυνθέτη (Μίκης Θεοδωράκης).

Video

Σήμερα, η λέξη «παράγκα» προκαλεί εντελώς διαφορετικούς συνειρμούς σε συσχετισμό με την ευρύτερη περιοχή του Πειραιώς. Μια παράγκα που όχι μόνο δεν γκρεμίζεται με τίποτα, αλλά ολοένα δυναμώνει και θεριεύει, απλώνοντας τα κοκκινωπά πλοκάμια της ακόμα και σε περιοχές που κάποτε αποτελούσαν ιερά σύμβολα άλλων χρωμάτων – και άλλων ηθών...

Τα πλοκάμια αυτά τύλιξαν ασφυκτικά και την καρδιά μιας πόλης που ήταν ταυτισμένη (λανθασμένα, όπως τελικά αποδείχθηκε) με το αθλητικό μεγαλείο της προσφυγιάς. Πονάει κάποιους από εμάς η διαπίστωση, αλλά πρέπει επιτέλους να αντικρίσουμε την πραγματικότητα κατάματα: Τίποτα, πέρα από τις μνήμες, δεν έμεινε να συνδέει σήμερα τη Νέα Φιλαδέλφεια με την ΑΕΚ. Θαρρείς και το γκρέμισμα του ιστορικού γηπέδου, το Μάη του 2003, γκρέμισε και την αυταπάτη του άρρηκτου συσχετισμού μιας αθηναϊκής συνοικίας (που κανείς δεν θα την ξεχώριζε αν δεν υπήρχε εκεί το «σπίτι» της ΑΕΚ) με το όνομα και την ιστορία του μεγάλου αθλητικού συλλόγου.

Ενδεικτικό της αποδόμησης του ατυχούς αυτού συσχετισμού είναι, νομίζω, το γεγονός ότι οι κάτοικοι της σημερινής Νέας Φιλαδέλφειας έχουν εκλέξει μια δημοτική αρχή η οποία – εκτός του ότι ο ανώτατος θεσμικός εκπρόσωπός της είναι δεδηλωμένος οπαδός αντίπαλου, ιχθυώνυμου σωματείου – έκανε εξαρχής σημαία της πολιτικής της την αποτροπή της ανέγερσης ενός νέου γηπέδου της ΑΕΚ στην ιστορική του θέση. Και, αξιοποιώντας κάθε νομικό μέσο που τους παρέχεται, οι κάτοικοι αυτοί αποδύονται με ιερό φανατισμό, θα λέγαμε, σε έναν αγώνα οριστικής εκδίωξης της ΑΕΚ από την πόλη τους. Αδιαφορώντας ακόμα και για το γεγονός ότι το χτίσιμο του γηπέδου θα σήμαινε θέσεις εργασίας και σημαντική ανάπλαση για την περιοχή...

Είναι στιγμές που ζηλεύω στ’ αλήθεια τον Ολυμπιακό! Είναι το σύμβολο μιας πόλης που τον τοποθετεί πάνω από κάθε άλλη ιδέα, βάζοντας στην άκρη, για χάρη του, πολιτικές διαφορές και κομματικές συμπάθειες ή αντιπάθειες. Μιας πόλης που είναι περήφανη για την ομάδα της (όπως πιστοποιεί και το σχετικό τραγούδι) και δεν θα μπορούσε να διανοηθεί την ύπαρξή της δίχως αυτήν!

Στον αντίποδα της παραπάνω σχέσης βρίσκεται εκείνη ανάμεσα στην ΑΕΚ και τη Νέα Φιλαδέλφεια. Ο τόπος αυτός ποτέ δεν ταυτίστηκε στ’ αλήθεια με την ΑΕΚ. Ενδεικτική είναι η σιωπή των ποιητών, που σπάνια αισθάνθηκαν την ανάγκη να υμνήσουν το μέρος σε συσχετισμό με το προσφυγικό σωματείο που φιλοξενούσε. Η ΑΕΚ ήταν πάντα ομάδα της Πόλης, όχι της Φιλαδέλφειας! Και, με τα χρόνια, η φιλοξενία εκφυλίστηκε σε απλή ανοχή προς την ΑΕΚ. Ώσπου στο τέλος έγινε ανοιχτή έχθρα γι’ αυτήν...

Ίσως ήρθε, λοιπόν, η επώδυνη στιγμή για το σωματείο της προσφυγιάς να ακολουθήσει και πάλι τη μοίρα του. Αναζητώντας νέους τόπους να στεγαστεί, νέα χώματα να ριζώσει. Σαν τους απόκληρους της Δραπετσώνας:

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή.
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου,
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί!

Βέβαια, φτωχή δεν μπορείς να πεις τη σημερινή ΑΕΚ, κάθε άλλο! Φτωχή κι ασήμαντη ίσως ξαναγίνει η Φιλαδέλφεια σαν πάψει να ενσαρκώνει το όνειρο εκατοντάδων χιλιάδων προσκυνητών, που δεν θα ‘χουν πια λόγο να περνούν από έναν τόπο που τους πληγώνει. Κάτι σαν αυτό που ένιωσε ο παππούς μου όταν πήγε κάποτε ως απλός τουρίστας στο χωριό του στη Μικρασία...

Κι αν ποτέ ο δρόμος με φέρει να περάσω – χωρίς να σταματήσω – από εκείνα τα μέρη όπου έμαθα από παιδί τι σημαίνει ΑΕΚ, δύσκολα θα καταφέρω, φοβάμαι, να συγκρατήσω μια αυθόρμητη, παρατεταμένη, ελληνοπρεπέστατη χειρονομία! Όπως αυτή που, κατά παράβαση του κώδικα αθλητικού ήθους κι ευπρέπειας, απευθύνουμε κάποιες φορές σαν περνάμε έξω από γνωστό, κακόγουστο κτίσμα με ηρωική ονομασία, κάπου στο Νέο Φάληρο...

Aixmi.gr

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Ο σκοτεινός ρόλος των οργανωμένων «οπαδών» της ΑΕΚ

Στις 14 Απριλίου του 2013 έζησα μια από τις εφιαλτικότερες εμπειρίες που είχα ποτέ σε αγώνα ποδοσφαίρου. Ήταν η περίοδος που η ΑΕΚ ψυχορραγούσε ως σύλλογος Α΄ Εθνικής, αφού η παραμονή της στη μεγάλη κατηγορία κρεμόταν κυριολεκτικά από μία κλωστή…

Τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς στο ΟΑΚΑ τα εξιστόρησα άμεσα σε άρθρο μου στο «Βήμα». Ξαναδιαβάζοντάς το σήμερα, συνειδητοποιώ πόσο αφελής υπήρξε τότε η προσέγγισή μου υπό το κράτος ψυχικής φόρτισης! Γιατί, η εξέλιξη των πραγμάτων στην ΑΕΚ κάθε άλλο παρά επαλήθευσε, στη συνέχεια, τον συναισθηματικά φορτισμένο επίλογο του άρθρου…

Όσοι έζησαν τα γεγονότα αυτά, δεν μπορεί παρά να παρατήρησαν τις ομοιότητες με τον πρόσφατο αγώνα κυπέλλου ΑΕΚ-Ολυμπιακού, στο ίδιο γήπεδο: Η ΑΕΚ δίνει κρίσιμο παιχνίδι, παίζοντας ποδόσφαιρο κατώτερο των περιστάσεων… Το σκορ μένει στο 0-0 ως τα τελευταία λεπτά, όταν ο αντίπαλος πετυχαίνει τέρμα… Μερίδα «οργανωμένων οπαδών» εισβάλλουν στο γήπεδο (άγνωστο πώς τα κατάφεραν, ενώ υποτίθεται πως υπήρχε αυστηρή περιφρούρηση) κινούμενοι απειλητικά κατά πάντων… Ο διαιτητής διακόπτει το παιχνίδι εις βάρος της ΑΕΚ…

Το θεωρώ χρήσιμο (έστω κι αν αποκαλύπτει το μέγεθος της τότε αφέλειάς μου – ή, ίσως, ακριβώς γι’ αυτό!) να παραθέσω στο αναγνωστικό κοινό του Aixmi.gr το άρθρο μου στο «Βήμα» της 16-4-2013. Είναι ίσως η μόνη καταγεγραμμένη ζωντανή μαρτυρία τού τι συνέβη μετά τη λήξη του αγώνα, όταν ο κόσμος, σε κατάσταση πανικού, προσπαθούσε να απομακρυνθεί από το ΟΑΚΑ, το οποίο είχε μετατραπεί σε έναν τεράστιο θάλαμο αερίων! Και είναι επίσης η μαρτυρία τού πόσο κοντόφθαλμοι υπήρξαμε τότε προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουμε τα γεγονότα… Παραθέτω το κείμενο του άρθρου με μερικές πρόσθετες λεπτομέρειες και μικροδιορθώσεις.

————————————————-

Θα μιλήσω με γεγονότα και μόνο, έτσι όπως τα έζησα. Γιατί, αν αφήσω ελεύθερο να εκφραστεί το συναίσθημα, ίσως να πω και πράγματα που δεν πρέπει…

Ολυμπιακό Στάδιο, 14-4-2013. Απομένουν δύο λεπτά (θεωρητικά) για να τελειώσει το παιχνίδι ζωής και θανάτου, ΑΕΚ-Πανθρακικός. Στο σημείο εκείνο, η φιλοξενούμενη ομάδα πετυχαίνει τέρμα και οι πύλες της κολάσεως ανοίγουν διάπλατα!

Από μια κερκόπορτα της εξέδρας (αλήθεια, πώς έμεινε αφύλακτη;) ξεχύνονται στον αγωνιστικό χώρο μερικές εκατοντάδες αλητών, μέλη στη συντριπτική πλειοψηφία τους – αν όχι στο σύνολό τους – της μεγαλύτερης οργάνωσης νεκροθαφτών της ΑΕΚ. (Επισήμως αυτοαποκαλούνται «οπαδοί»…) Επιτίθενται στους παίκτες των δύο ομάδων, επαναλαμβάνοντας τις αθλιότητες που είχαν διαπράξει πριν δύο χρόνια, στο ίδιο γήπεδο, κατά τη διάρκεια του Τελικού του Κυπέλλου Ελλάδος.

Σε αντίθεση με τον τότε διαιτητή, ο οποίος κακώς δεν είχε διακόψει το παιχνίδι αφαιρώντας τη νίκη και το κύπελλο από την ΑΕΚ, ο τωρινός εφαρμόζει κατά γράμμα τους κανονισμούς κηρύσσοντας τον αγώνα διακοπέντα και στέλνοντας την ΑΕΚ οριστικά στον υποβιβασμό! Οι κάφροι εισβάλλουν στο χώρο των αποδυτηρίων αλλά απωθούνται από δυνάμεις των ΜΑΤ. Από παντού ακούγονται εκρήξεις…

Αποφασίζουμε με τη γυναίκα μου να βγούμε από το γήπεδο, φοβούμενοι τα χειρότερα. Κινούμαστε προς το σταθμό του ΗΣΑΠ. Την ώρα που ανεβαίνουμε στην αποβάθρα, ένα τραίνο ετοιμάζεται να ξεκινήσει για Αθήνα. Είναι υπερπλήρες, έτσι αποφασίζουμε (μοιραίο λάθος!) να περιμένουμε το επόμενο. Το οποίο καταφθάνει μετά από λίγο. Γεμίζει ασφυκτικά, αλλά τούτη τη φορά δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε: οι ήχοι απ’ τις εκρήξεις που δυναμώνουν δείχνουν πως κοντοζυγώνει η θύελλα στον ηλεκτρικό!

Βλέπουμε ξαφνικά να ξεπροβάλλουν απ’ τις ηλεκτρικές σκάλες, τρέχοντας, μερικοί από τους χούλιγκανς. Μπουκάρουν στο βαγόνι, φωνάζοντας με έκδηλη αγωνία: «Οδηγέ, κλείσε τις πόρτες και φύγε!» Οι πόρτες, όμως, δεν λεν να κλείσουν. Και τότε εμφανίζονται από τη σκάλα τα ΜΑΤ. Χωρίς να το πολυσκεφτούν, πετούν δακρυγόνα προς την ανοιχτή πόρτα του βαγονιού. Ακολουθεί πανικός, καθώς μέσα στο βαγόνι υπάρχουν κατά κύριο λόγο απλοί φίλαθλοι άσχετοι με τα επεισόδια, υπάρχουν γονείς με μικρά παιδιά. Δίπλα μου, η γυναίκα μου παθαίνει κρίση πανικού: «Πρέπει να βγω από ‘δώ μέσα… Αφήστε με να βγω!» Τρέμω για την αλλεργία της, ξέρω καλά τι θα συμβεί αν «ξυπνήσει»…

Κάποιος φωνάζει «κλείστε τα παράθυρα», άλλος «ανοίξτε τα»! Ένας τρίτος, «μη βγει κανείς έξω, μείνετε στο βαγόνι»! Αντιλαμβάνομαι πως αυτή είναι συνταγή αυτοκτονίας. Παραμερίζοντας ό,τι βρίσκεται μπροστά μας, βγαίνουμε απ’ το βαγόνι. Περνώντας μέσα από τα ΜΑΤ, φωνάζω: «Ντροπή σας, μέσα υπάρχουν παιδιά!» Με κοιτούν αδιάφορα, και κάποιος μόνο λέει: «Δεν ξέρω, κύριε, πείτε τα αλλού. Υπάρχουν εντολές!»

Λίγο έξω απ’ το σταθμό, η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Τα μάτια τσούζουν αφόρητα και ο λαιμός καίει! Αναζητούμε έξοδο απ’ το καταραμένο ΟΑΚΑ. Τη βρίσκουμε στην πλευρά προς Νέο Ηράκλειο. Βγαίνουμε ξέροντας πως είναι η τελευταία φορά… Από αύριο δεν θα υπάρχει ΑΕΚ. Πέθανε απόψε, δολοφονημένη από τους ίδιους τους «οπαδούς» της. Ή μάλλον, από μια οργάνωση σκουληκιών που τρύπωσαν στο σώμα της και της προκάλεσαν αργή σήψη, ως τον τελικό θάνατο…

Ο γενειοφόρος αρχηγός τους μπορεί τώρα να καβαλάει με αυτοπεποίθηση και ανανεωμένο αίσθημα φιλοδοξίας το παπί του! Στη νέα ερασιτεχνική ομάδα γειτονιάς που θα προκύψει από το λείψανο της κάποτε δοξασμένης Ένωσης, όλο και κάποιος θα χρειαστεί να κάνει τον πρόεδρο…

————————————————-

Η εκ των υστέρων αποκτηθείσα σοφία αποκαλύπτει το μέγεθος της τότε αφέλειάς μου! Η εισβολή των χούλιγκανς πράγματι διασφάλισε τον υποβιβασμό της ΑΕΚ. Όμως, σε πείσμα της μελαγχολικής βεβαιότητας που εκφράζει ο επίλογος του άρθρου, η ΑΕΚ κάθε άλλο παρά εκφυλίστηκε σε «ερασιτεχνική ομάδα γειτονιάς». Και το παιχνίδι εκείνης της βραδιάς δεν ήταν, τελικά, το τελευταίο της ομάδας στο «καταραμένο ΟΑΚΑ». Όσο για τον «γενειοφόρο αρχηγό» (και ιδρυτή) της γνωστής, ακραίας οργάνωσης οπαδών, απομακρύνθηκε και αντικαταστάθηκε με συνοπτικές διαδικασίες!

Το τι συνέβη το γνωρίζουμε όλοι: Τον χρεοκοπημένο σύλλογο (εξ ου και ο υποβιβασμός κατά δύο κατηγορίες, αντί μιας) ανέλαβε πάμπλουτος επιχειρηματίας, χωρίς πλέον να απαιτείται να επωμιστεί τα δυσβάσταχτα πρότερα χρέη του συλλόγου (για τα οποία, φυσικά, ουδόλως ήταν ο ίδιος υπεύθυνος). Έστω και με μπάτζετ λιτότητας, έστω κι αν ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα το όνειρο του γηπέδου στη Νέα Φιλαδέλφεια (ωραία η μακέτα, αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε…), ο σύλλογος κατάφερε, τελικά, να ορθοποδήσει, επιστρέφοντας σιγά-σιγά στη μεγάλη κατηγορία…

Αν το δει κανείς με ψυχρά (σχεδόν κυνικά) ρεαλιστική ματιά, η εισβολή των χούλιγκανς στο ΟΑΚΑ τον Απρίλιο του 2013, υπηρέτησε μια πολύ συγκεκριμένη αναγκαιότητα: Ήταν μια ακραία αντιαθλητική ενέργεια μιας ομάδας αλητών, που διευκόλυνε, εν τούτοις, μια ιδιοκτησιακή αλλαγή σωτηρίας για την ΑΕΚ! Μα δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβη κάτι τέτοιο…

Τον Μάιο του 2004, μέλη της ίδιας οργάνωσης φανατικών «οπαδών» της ΑΕΚ εισέβαλαν στο τότε προπονητικό κέντρο της ομάδας στους Θρακομακεδόνες, βιαιοπραγώντας ενάντια σε όποιον – και καταστρέφοντας ό,τι – εύρισκαν μπροστά τους. Σκοπός τους: να επιβάλουν δια της βίας και της τρομοκρατίας την ανάληψη της ΠΑΕ από τον τότε εκλεκτό τους – και μετέπειτα απόλυτα μισητό τους – Θεμιστοκλή Νικολαΐδη. Τα κίνητρά τους δεν ήταν εντελώς ιδεαλιστικά, αφού πίστευαν πως ο νέος πρόεδρος θα μοιραζόταν μαζί τους τη διοίκηση του συλλόγου (κατά τη γνωστή ρήση: «το τάδε κόμμα στην κυβέρνηση – ο λαός στην εξουσία»)!

Είναι αλήθεια ότι ο Θ. Νικολαΐδης, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση, προσπάθησε ειλικρινά – πλην μάταια – να αντιμετωπίσει το φαινόμενο του χουλιγκανισμού στην ΑΕΚ. Για να ηττηθεί και να εκδιωχθεί, τελικά, και ο ίδιος από εκείνους που πριν λίγα χρόνια τον είχαν επιβάλει δια της βίας στην προεδρία του συλλόγου…

Το έχω γράψει άπειρες φορές, και άλλες τόσες δοκίμασα να αλλάξω γνώμη μα τα γεγονότα προλάβαιναν πάντα και με επανέφεραν: Η συγκεκριμένη οργάνωση «οπαδών» αποτελεί τη μεγαλύτερη παθογένεια της ΑΕΚ. Είναι μηχανισμός εσωτερικής υπονόμευσης και σταθερός παράγοντας δυσφήμισης του ιστορικού συλλόγου. Ένα σωματείο που, από τη μέρα της ίδρυσής του, έκανε σημαία του το αθλητικό ήθος (άρρηκτα συνδεδεμένο με τις προσφυγικές του καταβολές) κατάντησε να «διακρίνεται» σήμερα για τις αντιαθλητικές ενέργειες μιας μερίδας κατ’ όνομα «φιλάθλων» του! Όμως, φταίνε μόνο αυτοί;

Αναζητώντας απάντηση, θα επιχειρήσω να βάλω το μαχαίρι λίγο πιο βαθιά, σε περιοχές ενδεχομένως επικίνδυνες… Σε συζήτηση που είχα, πριν χρόνια, με τον προαναφερθέντα ιστορικό αρχηγό της οργάνωσης οπαδών και τότε πρόεδρο της Ερασιτεχνικής ΑΕΚ (ο οποίος, εκτός του ότι είναι ιδιαιτέρως ευφυής, μου φάνηκε κι απόλυτα ειλικρινής, όσο κι αν διαφωνούσα με τις απόψεις και τις μεθόδους του) μου ομολόγησε ότι, στις τάξεις της οργάνωσης είχαν παρεισφρήσει και περιθωριακά στοιχεία τα οποία ήταν αδύνατο να ελεγχθούν. Αν και δεν του το είπα ανοιχτά, προς επιβεβαίωση της σκέψης μου, ήταν φανερό σ’ εμένα (και όχι μόνο) ότι είχε δημιουργηθεί ερήμην του ένας δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σε ένα τμήμα της οργάνωσής του και σε γνώριμους «πολιτικούς» χώρους με «αντιεξουσιαστική» δράση. Εξ άλλου, αν πάτε στα Εξάρχεια (πηγαίνω συχνά) θα δείτε σε πολλούς τοίχους το όνομα της ΑΕΚ με κυκλωμένο το «Α»…

Χρόνια, τώρα, αναρωτιόμαστε γιατί η Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά και οριστικά το πρόβλημα των «μπαχαλάκηδων» που κάθε λίγο σπέρνουν τον τρόμο στην πόλη, απειλώντας ζωές και καταστρέφοντας περιουσίες. Κι έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί ερωτήματα για το κατά πόσον, τελικά, η Πολιτεία θέλει στ’ αλήθεια να εξαλείψει το φαινόμενο. Κάποιοι σοβαροί αναλυτές, μάλιστα, έχουν κατά καιρούς υπαινιχθεί ότι η παρουσία και η δράση των εν λόγω περιθωριακών στοιχείων ίσως και να εξυπηρετούν την εκάστοτε εξουσία (για λόγους που δεν θα επιχειρήσουμε να αναλύσουμε εδώ), πράγμα που ενδεχομένως εξηγεί και την κατ’ ουσίαν υποτονική αντίδραση όλων, ανεξαιρέτως, των κυβερνήσεων απέναντι σ’ αυτό το κοινωνικό φαινόμενο.

Ανάλογες σκέψεις θα μπορούσε να κάνει κάποιος για την αδυναμία (ή μήπως απροθυμία;) όλων των διοικήσεων της ΑΕΚ να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο του χουλιγκανισμού που κατατρώει εδώ και χρόνια τις σάρκες του συλλόγου. Και το ερώτημα είναι ίδιο όπως πριν: Αν και σαφώς ανεπιθύμητοι, μήπως οι ταραξίες αυτοί εξυπηρετούν κάποιες σκοπιμότητες; Ή έστω, σε πιο αθώα εκδοχή, μήπως οι διοικήσεις απλά φοβούνται να τα βάλουν με έναν σκληρό και βίαιο πυρήνα «οπαδών» που ανεβοκατεβάζει διοικήσεις και ιδιοκτησιακές αρχές, εκδιώκει ανεπιθύμητους προπονητές με ιστορική προσφορά στο σύλλογο, και, γενικά, διεκδικεί ρόλο παράπλευρης συν-διοίκησης στην ΑΕΚ;

Ο Θ. Νικολαΐδης – ας μη μασάμε τα λόγια μας – τους χρησιμοποίησε το 2004 για να πάρει στα χέρια του την ΑΕΚ. Στη συνέχεια, εν τούτοις, εξιλεώθηκε στα μάτια των αληθινών φιλάθλων, καταβάλλοντας ειλικρινείς προσπάθειες να εξαλείψει τη βία από στον οπαδικό χώρο του συλλόγου. Μακάρι να το είχε πετύχει, μα έπεσε κι ο ίδιος θύμα του μηχανισμού που κάποτε τον είχε αναδείξει ως ηγέτη.

Η σημερινή διοίκηση της ΑΕΚ έχει μια ιστορική ευκαιρία – ίσως και μια ιστορική ευθύνη – να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε ο Νικολαΐδης. «Λησμονώντας», εν ανάγκη, ότι κι εκείνη ήρθε στα πράγματα υποβοηθούμενη άθελά της από μια στιγμιαία δράση κάποιων που καλείται τώρα να απομακρύνει οριστικά από τους κόλπους του συλλόγου. Αν το πράξει (ή, ως αρχή, αν ειλικρινά το προσπαθήσει), αυτονοήτως θα χειροκροτήσουμε. Αν όχι, ανοίγουν τότε οι κερκόπορτες του νου σε σκοτεινές σκέψεις. Τέτοιες που μόνο στα υπόγεια της πολιτικής έχουν θέση…

Γιατί, με την ιδέα πως γήπεδο της ΑΕΚ στην ιστορική του θέση δεν πρόκειται να δούμε, ίσως κατορθώσουμε, τελικά, να συμφιλιωθούμε. Με τις εικόνες ντροπής, όμως, που εκθέτουν το σύλλογο στα μάτια της φίλαθλης κοινής γνώμης και προσβάλλουν τις μνήμες εκείνων που με αίμα έγραψαν την ιστορία του, δεν θα συμφιλιωθούμε ποτέ! Γιατί η βία δεν υπήρξε στην ατζέντα των πρωτεργατών της ιδέας που λέγεται ΑΕΚ. Έστω κι αν βίαια είχαν εκείνοι εκδιωχθεί από τα χώματά τους…

Aixmi.gr

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Είναι ρατσιστική η «Ημέρα της Γυναίκας»;

Το κείμενο που ακολουθεί είναι αναθεωρημένη μορφή ενός άρθρου που δημοσιεύθηκε πριν τρία χρόνια στο «Βήμα». Θέτει το ερώτημα κατά πόσον η διατήρηση (όχι η καθιέρωση καθαυτή, με τις δεδομένες ιστορικές της αφετηρίες!) μιας πολύ συγκεκριμένης «παγκόσμιας ημέρας» αποτελεί, εν τέλει, πράξη τιμής, και δεν υποκρύπτει μηνύματα ενός είδους (ασυνείδητου, έστω) ρατσισμού…

Ξεκινώ με μια προσωπική δήλωση: Διαφωνώ απόλυτα με την επετειακή απόδοση τιμών σε ο,τιδήποτε είναι άξιο να τιμάται. Είναι σαν να λέμε: «μπορώ να σε αγνοώ 364 μέρες το χρόνο, αλλά για μία και μόνη μέρα θα θυμάμαι την ύπαρξή σου!» Δεν περιμένουμε την «Ημέρα της Μητέρας» για να δείξουμε σ” εκείνη την αγάπη μας… Δεν θυμόμαστε μόνο την «Ημέρα των Ζώων» πως κι αυτά έχουν δικαίωμα στην ανθρωπιά μας… Δεν περιμένουμε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου για να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας στο πιο κοντινό μας πρόσωπο…

Όπως κάθε χρόνο τέτοιον καιρό, γιορτάζουμε και φέτος την «Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας». Χωρίς την παραμικρή πρόθεση να υποτιμήσουμε τις ιστορικές αφετηρίες του θέματος, θα επικεντρωθούμε σε αυτή τούτη την ιδέα της επετείου, έξω από ιστορικές αναφορές. Αν, λοιπόν, οι ίδιες οι γυναίκες επέλεξαν να καθιερώσουν σε διαχρονική βάση μια τέτοια γιορτή, τότε μάλλον υποτιμούν τον εαυτό τους! Περνούν ένα πολύ επικίνδυνο γι” αυτές μήνυμα διαφορετικότητας που υπονομεύει το δικαίωμα στην ισότητα που χρόνια τώρα διεκδικούν. Αν, πάλι, η συντήρηση της επετείου είναι προϊόν ανδρικής έμπνευσης, τότε πρόκειται για έκφραση υποκρυπτόμενου φαλλοκρατισμού: «Σε τιμώ, κυρά μου, όπως τιμώ το σκύλο μου… Άντε, και τη φουκαριάρα τη μάνα μου!»

Θα μπορούσε ίσως κάποιος να διακρίνει στην περί ης ο λόγος επέτειο ένα σκοτεινότερο μήνυμα που συμπυκνώνεται στο ερώτημα: Είναι η «Ημέρα της Γυναίκας» μια ρατσιστική γιορτή; Φυσικά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, αφού εξαρτάται από την αντίληψη της έννοιας του «ρατσιστικού».

Σε προηγούμενο άρθρο μας είχαμε επιχειρήσει να θέσουμε τον ρατσισμό σε μία κατά το δυνατόν οικουμενική εννοιολογική βάση. Σύμφωνα με τον ορισμό που είχαμε δώσει, ρατσιστικός είναι κάθε διαχωρισμός σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν τη δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας.

Στο βαθμό που ο παραπάνω ορισμός μπορεί να γίνει δεκτός, τόσο ο άντρας όσο και η γυναίκα θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι η «Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας» υποκρύπτει ίχνη ρατσιστικής διάκρισης:

(α) Ο άνδρας θα ισχυριστεί, και δικαίως, ότι υφίσταται διάκριση λόγω μιας μη-επιλεγμένης ιδιότητάς του (φύλο). Πράγματι, ποιος γνωρίζει την ύπαρξη, και αναλόγως τιμά την επέτειο, της (ούτως ή άλλως αμφιλεγόμενης, αλλά και χλευαζόμενης από μερίδα των γυναικών) «Παγκόσμιας Ημέρας του Άνδρα» (19 Νοεμβρίου), η οποία ανακηρύχτηκε επίσημα το 1999 με τη στήριξη των Ηνωμένων Εθνών; (Ομολογώ πως ούτε ο γράφων το γνώριζε: το ανακάλυψα τυχαία στο Google!)

(β) Από την πλευρά της, η γυναίκα, αν και τιμώμενο φύλο, θα μπορούσε να αισθανθεί ότι η «Ημέρα της Γυναίκας» την αντιλαμβάνεται (λόγω μιας αντίστοιχης, μη-επιλεγμένης ιδιότητάς της) ως είδος του οποίου η σπουδαιότητα είναι διαπραγματεύσιμη (άρα εν δυνάμει αμφισβητήσιμη), αφού χρήζει ιδιαίτερης επετειακής μνείας και επιβεβαίωσης. Πρόκειται για μια οιονεί τιμητική διάκριση η οποία, στο βάθος της, ίσως παρεμφαίνει – τουλάχιστον απ’ την πλευρά των ανδρών – ενοχική προσπάθεια ηθικής ισοσκέλισης απέναντι σε κάτι που υφίσταται άδικη κι απαξιωτική μεταχείριση. Είναι μια περίπου de jure ανάδειξη της γυναίκας ως «ασθενούς φύλου»!

Αναζητώντας μια δημιουργική σύνθεση αξιών που θα έθετε την έννοια «άνθρωπος» υπεράνω βιολογικών διαχωρισμών, έβαλα στο ευρετήριο του Google τη φράση «παγκόσμια ημέρα ισότητας των φύλων». Παραιτήθηκα απ’ την προσπάθεια μετά τις πρώτες δέκα διαδικτυακές σελίδες! (Οι λίγες αναφορές του όρου που εντόπισα αφορούσαν, ουσιαστικά, την «ημέρα της γυναίκας».)

Ο επίμονος και με υπομονή προικισμένος διαδικτυακός ερευνητής ας συνεχίσει, αν θέλει, την αναζήτηση. Προσωπικά, πάντως, πιστεύω ότι, για κάθε πλευρά (ιδιαίτερα για τη γυναίκα) η ισότητα έχει αξία μόνο ως διεκδικούμενο αγαθό. Ως δεδομένη κι αυτονόητη συνθήκη, φοβάμαι πως λίγο θα ενδιέφερε κι ελάχιστα θα συγκινούσε οποιονδήποτε…

Aixmi.gr

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το Πείραμα του Stanford και οι δαίμονες του Goldhagen

Είναι εντυπωσιακή η ευκολία με την οποία συνηθίζουμε να ταυτίζουμε ακόμα και τους σύγχρονους Γερμανούς με τους Ναζί. Αν όχι όλους τους Γερμανούς, εκείνους, τουλάχιστον, που, για τους όποιους λόγους, μας είναι δυσάρεστοι. Και – τι ειρωνεία – στην ίδια μας τη χώρα, οι παρενέργειες της κρίσης ανέδειξαν τους εγχώριους ναζί σε επικίνδυνα ανερχόμενη πολιτική δύναμη. Όπως ακριβώς μια ανάλογη, φοβερή κρίση στη Γερμανία, που κάποτε είχε σκοτώσει την προοπτική δημοκρατικού μετασχηματισμού που έφερε το φιλόδοξο πείραμα της Βαϊμάρης...

Άραγε, είναι οι εγγενείς χαρακτήρες των λαών που καθορίζουν την ιστορική τους συμπεριφορά, ή μήπως, αντίθετα, είναι οι ιστορικές συνθήκες που διαμορφώνουν συγκυριακά τους εθνικούς χαρακτήρες; Η «δαιμονοποίηση» της γερμανικής φύσης δεν είναι δική μας εφεύρεση. Ακόμα και διδακτορικές διατριβές έχουν εκπονηθεί, που υποστηρίζουν αυτήν ακριβώς την ιδέα. Χαρακτηριστική περίπτωση, το σχετικά πρόσφατο (1996) βιβλίο του Αμερικανού ιστορικού Daniel Jonah Goldhagen, “Hitler’s Willing Executioners” (κυκλοφορεί και στα ελληνικά, με τον τίτλο: «Πρόθυμοι δήμιοι: Οι εκτελεστές του Χίτλερ»).

Σε αυτό, ο συγγραφέας, εκλαϊκεύοντας και επεκτείνοντας τη διδακτορική διατριβή του στο Harvard, αποδίδει τη φρίκη του Ολοκαυτώματος στην εγγενώς «δαιμονική», θα λέγαμε, φύση των Γερμανών, υποβαθμίζοντας – έως εξαφανίζοντας – την ιστορική ιδιαιτερότητα του ναζισμού, αλλά και την ευθύνη του ίδιου του Χίτλερ (κατά το «αν δεν υπήρχε ο Χίτλερ για να ξεκινήσει το Ολοκαύτωμα, οι Γερμανοί θα τον είχαν εφεύρει!»). Τα εγκλήματα του Ολοκαυτώματος, υποστηρίζει ο Goldhagen, τα διέπραξαν, αυτόβουλα, «συνηθισμένοι Γερμανοί», όχι απαραίτητα φανατικοί ναζί. Και, όχι γιατί τους το επέβαλε (ή, έστω, το υπέβαλε) η ηγεσία τους, αλλά απλά γιατί τους το επέτρεψε!

Το βιβλίο αυτό συνάντησε πολλές αντιδράσεις, ιδιαίτερα, μάλιστα, από σημαίνοντες Εβραίους μελετητές του Ολοκαυτώματος. Διαβάζοντάς το, όντως αποκόμισα την εικόνα μιας δύσκολα αποκρυπτόμενης εμπάθειας και μιας ιδεολογικής μονομέρειας που υπονομεύει, τελικά, την ίδια την επιστημονική αξιοπιστία του έργου. Η μορφή του Χίτλερ δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί σε οποιαδήποτε σοβαρή ιστορική ανάλυση, όπως επίσης δεν πρέπει να αγνοούνται και οι ιστορικές συγκυρίες της εποχής, μετά το τέλος ενός καταστροφικού, για τη Γερμανία, Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και μιας επακόλουθης ταπεινωτικής συνθήκης ειρήνης.

Μια κριτική αποδόμηση της ιστορικής ερμηνείας του Goldhagen προϋποθέτει απάντηση στο θεμελιώδες γενικό ερώτημα: Είναι δυνατόν, κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες, μια οποιαδήποτε κοινωνική ομάδα (π.χ., ένας λαός, ή κι ένα μικρό σύνολο ανθρώπων με αίσθηση κοινού προορισμού) να χειραγωγηθεί από ένα σύστημα εξουσίας έτσι ώστε να αναδείξει ακραίες συμπεριφορές, οι οποίες δεν θα υφίσταντο έξω από τις συνθήκες αυτές;

Αν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική, τότε το Ολοκαύτωμα δεν αποτελεί αυστηρά γερμανική «πατέντα». Θα μπορούσε, θεωρητικά, να είχε συμβεί οποτεδήποτε και οπουδήποτε, κάτω από ανάλογες ιστορικές και πολιτικές συγκυρίες! Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο (συχνά βίαιος) αντισημιτισμός είχε κάνει την εμφάνισή του τόσο στη Γαλλία, όσο και στη Ρωσία, προτού πάρει την ακραία, δολοφονική μορφή του στη ναζιστική Γερμανία.

Ένα πείραμα που θα μπορούσε να ρίξει κάποιο φως στο παραπάνω ερώτημα (αν και δεν γνωρίζω αν τα αποτελέσματά του χρησιμοποιήθηκαν ποτέ για την ερμηνεία του Ολοκαυτώματος) έλαβε χώρα στο Πανεπιστήμιο του Stanford των ΗΠΑ, στο διάστημα από 14 έως 20 Αυγούστου του 1971, κάτω από την κεντρική επίβλεψη του καθηγητή ψυχολογίας Philip Zimbardo. Εικοσιτέσσερις φοιτητές επιλέχθηκαν για να παίξουν τους ρόλους φυλακισμένων και δεσμοφυλάκων σε μια υποτιθέμενη φυλακή που είχε δημιουργηθεί για τους σκοπούς του πειράματος. Η κατανομή των ρόλων (12 φυλακισμένοι και ισάριθμοι φρουροί) έγινε με κλήρωση, και οι συνολικά 24 που επελέγησαν για το πείραμα ικανοποιούσαν, στο μέγιστο βαθμό, κριτήρια ψυχικής ισορροπίας και ομαλότητας χαρακτήρα. Ο Zimbardo πήρε το ρόλο του επιστάτη της φυλακής, φροντίζοντας με κάθε τρόπο να μεγιστοποιεί τα αισθήματα σύγχυσης και απώλειας προσωπικότητας των συμμετεχόντων.

Τα αποτελέσματα του πειράματος εξέπληξαν και τον ίδιο το Zimbardo! Τα μέλη και των δύο ομάδων (φυλακισμένοι και δεσμοφύλακες) πήραν τόσο σοβαρά τους ρόλους τους που κατέληξαν να ταυτιστούν με αυτούς. Οι φρουροί ανέπτυξαν αυταρχικές έως και σαδιστικές συμπεριφορές, και έφτασαν στο σημείο να υποβάλουν μερικούς από τους κρατούμενους σε ιδιαίτερα σκληρά ψυχολογικά βασανιστήρια. Πολλοί κρατούμενοι αποδέχθηκαν παθητικά την ψυχολογική βία και, κατ’ απαίτηση των φρουρών, συνεργάστηκαν πρόθυμα σε κακομεταχειρίσεις συγκρατουμένων τους (σας θυμίζουν κάτι, όλα αυτά, από τα γκέτο, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς μεταφοράς και τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, την περίοδο του ναζισμού;).

Το πείραμα δεν άφησε ανεπηρέαστο ούτε τον ίδιο το Zimbardo, που έδειξε μεγάλο ζήλο στο ρόλο του ως επιστάτη, επιτρέποντας και ενθαρρύνοντας τη συνέχιση της βίας. Δύο από τους «κρατούμενους» δεν άντεξαν και αποχώρησαν νωρίς από το πείραμα, το οποίο διακόπηκε, τελικά, μόλις έξι μέρες μετά την έναρξή του.

Το εντυπωσιακό είναι πως, σε κινηματογραφημένες συνεντεύξεις τους αρκετό καιρό μετά, οι «φρουροί» εξομολογήθηκαν ότι, κοιτάζοντας πίσω σ’ εκείνες τις μέρες, δύσκολα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους, να εξηγήσουν πώς μερικά «καλά παιδιά» είχαν μετατραπεί σε βάρβαρους δεσμοφύλακες! Ας δούμε μερικά αποσπάσματα από τις εξομολογήσεις δύο πρώην «φρουρών», καθώς και κάποια από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο Zimbardo:

Φρουρός 1: «Αληθινά, δεν πίστευα ποτέ ότι θα ήμουν ικανός να επιδείξω τέτοια συμπεριφορά! Εξεπλάγην κι εγώ ο ίδιος απ’ όσα έκανα. Και, ενώ τα έκανα, δεν ένιωθα καθόλου μετανιωμένος, δεν είχα ενοχές... Μόνο μετά άρχισα να συνειδητοποιώ τι είχε συμβεί.»

Φρουρός 2: «Άρχισα να νιώθω πως έχανα την ταυτότητά μου, να ξεχνώ πως συμμετείχα σε ένα πείραμα, σε μια απλή προσομοίωση της πραγματικότητας. Φοράς μια στολή, σου δίνουν ένα ρόλο και σου λένε: ‘Η δουλειά σου είναι να κρατάς αυτούς τους ανθρώπους σε τάξη.’ Κι εσύ μπαίνεις στ’ αλήθεια στο πετσί του ρόλου από τη στιγμή που φοράς τη στολή και τα μαύρα γυαλιά, που κρατάς το ραβδί... Αυτό είναι το κοστούμι σου. Και πρέπει να ενεργείς ανάλογα όταν το φοράς.»

Zimbardo: «Το περισσότερο κακό στον κόσμο δεν προέρχεται από ταπεινά ένστικτα, αλλά επειδή κάποιος σου υποβάλλει την ιδέα: ‘Ακολούθα το πρόγραμμα’, ‘γίνε ομαδικός’... Όταν κάποιος πει: ‘δεν είμαι υπεύθυνος’, ‘δεν είμαι υπόλογος’, ‘είναι ο ρόλος που μου ανέθεσαν’, κλπ, επιτρέπει στον εαυτό του να κάνει πράγματα που ποτέ δεν θα έπραττε υπό κανονικές συνθήκες. (...) Ένας τρόπος να ερμηνεύσουμε το πείραμα είναι ότι, βάλαμε καλούς ανθρώπους σε ένα κακό περιβάλλον και είδαμε ποιος κέρδισε. Το λυπηρό μήνυμα εδώ είναι ότι, το διαβολικό αυτό μέρος κυριάρχησε πάνω στους καλούς ανθρώπους!»

Είναι ικανό από μόνο του το «πείραμα του Stanford» να καταρρίψει τη θεωρία του Goldhagen για το Ολοκαύτωμα και την υποτιθέμενη μοναδικότητα της «δαιμονικής φύσης» των Γερμανών; Ασφαλώς όχι! Εν τούτοις, το πείραμα αποκαλύπτει πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς κάτω από (τεχνητές, εν προκειμένω) συνθήκες που θα μπορούσαν, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, να παραπέμπουν στα χρόνια της κυριαρχικής επίδρασης του ναζισμού πάνω στη γερμανική συλλογική συνείδηση. Ως εκ τούτου, τα συμπεράσματα του πειράματος δεν θα πρέπει να αγνοηθούν από τους αντικειμενικούς μελετητές εκείνης της πιο βάρβαρης περιόδου της παγκόσμιας Ιστορίας.

Βέβαια, το να δίνει κανείς ιστορικές ερμηνείες αναζητώντας πιθανές αιτιότητες πίσω από τα φρικτά εγκλήματα του ναζισμού, ουδόλως μετριάζει τις ενοχές των Γερμανών! Το πείραμα του Stanford, όπως και η ίδια η ναζιστική περίοδος στη Γερμανία, έδειξαν ότι το κακό που ενυπάρχει σε λανθάνουσα μορφή στον άνθρωπο, μπορεί να βγει στην επιφάνεια κάτω από κατάλληλες συνθήκες. Οι συνθήκες, όμως, απλά αναδεικνύουν το κακό. Δεν το δημιουργούν!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Το «Αποτύπωμα» των ηθικών διλημμάτων της Αριστεράς

Στην υπέροχη ποιητική συλλογή του «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ», ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος γράφει κάπου:

Όλες οι ιδέες μας συνθήματα σε τοίχους
χρόνισαν, βρώμισαν και κρύφτηκαν σε στίχους…

Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για εντυπωσιακό παράδειγμα αυτοκριτικής γενναιότητας, μια μορφή κυνικού, σχεδόν, αυτοσαρκασμού από έναν εκπρόσωπο του λεγόμενου «συστήματος» (για να χρησιμοποιήσω μια λέξη-κλισέ). Η δίχως ωραιοποιήσεις ομολογία της εγκατάλειψης ευγενών – κι ίσως αφελών – πολιτικών οραμάτων προς χάριν μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης, τελικά, προσαρμογής στο σκληρό κόσμο του πραγματικού...

Καμία ποιητική έκφραση δεν θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα τα ηθικά διλήμματα προ των οποίων τίθεται τη στιγμή αυτή η ελληνική Αριστερά. Η οποία, από τα ασφαλή στεγανά της ανέξοδης επαναστατικής ουτοπίας, βρέθηκε να διαχειρίζεται την εξουσία σε καιρούς εθνικής κρίσης. Μια Αριστερά που οι περιστάσεις την υποχρεώνουν τώρα να ενηλικιωθεί απότομα, περνώντας απευθείας από την ανέμελη ανευθυνότητα της πολιτικής εφηβείας στην υπεύθυνη σωφροσύνη της πολιτικής ωριμότητας. Και την καλούν να προκρίνει το ρεαλισμό που διασφαλίζει μια κάποια προοπτική εθνικής αυτοσυντήρησης και συνέχειας, αφήνοντας πίσω την άκαμπτη εμμονή σε ανεδαφικά επαναστατικά οράματα που υπόσχονται θριάμβους ενάντια σε ακατανίκητα διεθνή πολιτικά και οικονομικά συστήματα. Πόσο μάλλον όταν τα συστήματα αυτά εφαρμόζουν αμείλικτες τιμωρητικές πολιτικές για τους μη συμμορφούμενους...

Σε επίπεδο πολιτικής, η Αριστερά βρίσκεται εκ των πραγμάτων μπροστά στην αναγκαιότητα να θυσιάσει ένα μέρος, τουλάχιστον, από τις – ούτως ή άλλως ανέφικτες – προεκλογικές υποσχέσεις της που γοήτευσαν μια ικανή μερίδα ψηφοφόρων. Να «νερώσει» τις υπερβολικές φιλοδοξίες της, αποδεχόμενη – αν τούτο απαιτηθεί από τις περιστάσεις – συμβιβασμούς για τους οποίους θα χαρακτήριζε άλλοτε ως «εθνικούς μειοδότες» οποιουσδήποτε διαχειριστές της εξουσίας.

Να επανακαθορίσει ορθολογικά τις προτεραιότητές της κάτω από το βάρος της ευθύνης που ανέλαβε, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την απόλυτη ιδεολογική συνέπεια και, αντ’ αυτής, επιλέγοντας τον (κάθε άλλο παρά προσφιλή στην ίδια την Αριστερά) πολιτικό πραγματισμό. Με πιθανό τίμημα τη ρετσινιά των «κυβιστήσεων» (εκ μέρους μικρόψυχων πολιτικών αντιπάλων) και τη μομφή της απεμπόλησης θεμελιακών αρχών και ιδανικών (εκ μέρους παράλογα ασυμβίβαστων ιδεολογικών συνοδοιπόρων).

Η αγωνία, όμως, της Αριστεράς, κι αυτό που δρα κατασταλτικά στην όποια απόπειρα εξορθολογισμού της πολιτικής και των στόχων της, είναι μήπως καταγραφεί στην Ιστορία ως μία ακόμα χιμαιρική και, τελικά, αποτυχημένη προοπτική μιας καλύτερης μορφής εξουσίας. Σαν μια δύναμη που, υπό συνθήκες ασφαλούς κι ανεύθυνης ιδεολογικής ελευθεροστομίας, έγραφε κάποτε επαναστατικά «συνθήματα στους τοίχους» (για να θυμηθούμε τον ποιητή) που «χρόνισαν και βρώμισαν» εκεί, μένοντας απραγματοποίητα. Συνθήματα που θα καταλήξουν να «κρύβονται στους στίχους», όχι πια από το φόβο της καταδίωξης από συστημικούς αντιπάλους (άλλοι καιροί, αληθινά ηρωικοί, τότε!) αλλά από την αμηχανία της αποτυχίας, της διάψευσης, του μοιραίου μα αναγκαίου συμβιβασμού...

Προσωπικά (το έχουμε ξαναπεί) ανήκω σε εκείνους που θα χαιρετίσουν κάθε στροφή της παρούσας εξουσίας προς τη μετριοπάθεια και τον πολιτικό ορθολογισμό. Κάθε άλλη στάση θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε εθνική περιπέτεια με απρόβλεπτη κατάληξη! Και θα επισημάνουμε επίσης πως, αυτοί που ανέδειξαν την Αριστερά στην εξουσία είναι, στην πλειονότητά τους, άνθρωποι που πίστεψαν ότι μπορεί να έρθουν και καλύτερες μέρες. Άνθρωποι που σίγουρα θεωρούν ότι οι ιδεολογίες δικαιώνονται από τα αποτελέσματα και μόνο της πολιτικής, χωρίς τα οποία οι ιδεολογίες αυτές στερούνται νοήματος. Βέβαια, ο επιθετικός προσδιορισμός «καλύτερες» επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Αρκεί όλοι, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι (ιδίως οι ψηφοφόροι των πρώτων) να αντιλαμβάνονται τις έννοιες ομοίως...

Δεν είμαι βέβαιος για τη δυνατότητα μιας τέτοιας εννοιολογικής συναντίληψης. Εξ άλλου, αυτό που στην προεκλογική περίοδο γοήτευσε ήταν η ρητορική ωραιότητα των «συνθημάτων στους τοίχους», όχι τα απόλυτα νοήματά τους. Δίχως καν να προβληματιστεί η καθημαγμένη, από την κρίση, κοινωνία αν τα συνθήματα αυτά, αναμετρούμενα με τις σκληρές πραγματικότητες της εποχής, θα μπορούσαν ίσως κάποτε να διαψευστούν και να ξεφτίσουν. Και να αναζητήσουν, τελικά, καταφύγιο στους μελαγχολικά αυτοσαρκαστικούς στίχους των ποιητών:

Όλες οι ελπίδες μας πανό σε διαδηλώσεις
πέρασαν, γέρασαν, πληρώθηκαν με δόσεις...

(Χ. Παναγιωτόπουλος, «Γενιά μοιραία»)

Aixmi.gr

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

«Κυβιστήσεις» και μετεκλογικός πραγματισμός

Επιστρέφοντας από ένα επίσημο ταξίδι στο εξωτερικό, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής (ο αυθεντικός) είχε κάνει κάποτε μια ιστορική δήλωση: «Έξω πάμε καλά, αλλά μέσα…» Δηλαδή, οι εξωτερικές υποθέσεις (τα εθνικά ζητήματα) της χώρας βαίνουν καλώς, αλλά στο εσωτερικό υπάρχουν μεγάλα προβλήματα.

Βέβαια, άλλες εποχές τότε! Η χώρα απείχε πολύ απ’ το να είναι το «μαύρο πρόβατο» της Ευρώπης, ενώ πρόβαλλε και ως ανερχόμενη δύναμη του Νότου. Εν τούτοις, η Καραμανλική ρήση διατηρεί μια κάποια διαχρονικότητα. Όχι τόσο, δυστυχώς, ως προς το αισιόδοξο πρώτο σκέλος της, όσο ως προς την απαισιόδοξη κατάληξή της…

Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές υποθέσεις είναι σημαντικός, αφού διαφοροποιεί το είδος της ευθύνης και, συνακόλουθα, την πολιτική στάση των κομμάτων. Για να το κατανοήσουμε αυτό, είναι καταρχήν αναγκαίο να (επαν)εξετάσουμε το ρόλο και τη λειτουργία της αντιπολίτευσης σε ένα δημοκρατικό καθεστώς. Ξεκινώντας με τα πλέον στοιχειώδη, πέραν του ότι, αυτονοήτως, θα πρέπει να σέβεται το – δυσμενές γι’ αυτήν – εκλογικό αποτέλεσμα (το οποίο αντιπροσωπεύει τη λαϊκή βούληση), η αντιπολίτευση θα πρέπει καλοπροαίρετα, αντικειμενικά και δίκαια να ελέγχει και την άσκηση της εξουσίας από την κυβέρνηση, με μοναδικό γνώμονα το κοινωνικό και εθνικό συμφέρον. Κι εκεί που οι περιστάσεις το απαιτούν, να γίνεται ακόμα και αρωγός της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση κρίσιμων εθνικών θεμάτων!

Στην Ελλάδα, τόσο η άσκηση της εξουσίας, όσο και αυτή του ελέγχου της, απείχαν πάντοτε από το να θεωρούνται ιδανικές. Οι κυβερνήσεις αντιμετώπιζαν το κράτος σαν μετεκλογική λεία και το διοικούσαν σαν να ήταν προέκταση των κομματικών τσιφλικιών τους. Απ’ τη μεριά τους, οι αντιπολιτεύσεις (ιδιαίτερα οι πλησιέστερα ευρισκόμενες στην εξουσία, από απόψεως κοινοβουλευτικής δύναμης) επιδίδονταν σε συστηματικό πόλεμο φθοράς και υπονόμευσης του κυβερνητικού έργου, με στόχο την αποτυχία του και με θύμα, κυρίως, την εθνική οικονομία (δείτε και το άρθρο μας: «Τι (δεν) μας δίδαξε ο Μεγάλος Πόλεμος»).

Εν τούτοις, δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να προσάψει αντεθνική και υπονομευτική συμπεριφορά σε οποιαδήποτε αντιπολίτευση (της μεταπολιτευτικής περιόδου, τουλάχιστον) σε ό,τι αφορά τα εξωτερικά ζητήματα της χώρας. Τη σχέση της χώρας, δηλαδή (και ιδιαίτερα, τις διαφορές ή τις όποιου βαθμού συγκρούσεις της) με τον υπόλοιπο κόσμο. Μέχρι πριν την παρούσα οικονομική κρίση, τα προβλήματα στα ζητήματα αυτά εστιάζονταν κυρίως στην εθνική άμυνα. Μετά την κρίση, προστέθηκε μια εξίσου απειλητική συνιστώσα: αυτή της εθνικής οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά την άμυνα, είδαμε «φιλοπόλεμες» αντιπολιτεύσεις να λειτουργούν με πνεύμα πραγματισμού και να επιλέγουν τον έντιμο συμβιβασμό αντί της σύγκρουσης, ως μετέπειτα κυβερνήσεις. Στο πεδίο της οικονομίας, νωπό είναι το παράδειγμα φανατικά «αντι-μνημονιακής» αντιπολιτευτικής ρητορείας που μετατράπηκε σε απόλυτη «μνημονιακή» συμμόρφωση από θέσεως εξουσίας.

Η συνήθης κριτική σε τέτοιες περιπτώσεις περιλαμβάνει τον όρο «κωλοτούμπα». Αγνοεί, όμως, μια πολύ λεπτή παράμετρο του αντιπολιτευτικού ρόλου σε ό,τι αφορά τα θέματα εθνικής σημασίας: Η (εκάστοτε) αντιπολίτευση οφείλει να εμφανίζεται σκληρότερη και πιο αδιάλλακτη από την κυβέρνηση, γιατί αυτό αυξάνει σημαντικά τη διαπραγματευτική δύναμη της τελευταίας στη διαχείριση των (κάθε μορφής) εθνικών θεμάτων στα διεθνή πεδία. Δίνει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να πει προς τα έξω: «Θέλω να συμμορφωθώ προς τας υποδείξεις σας, αλλά έχω πίσω μου μια σκληρή αντιπολίτευση που με πιέζει και δεν μπορώ να την αγνοήσω!» Κι αυτή είναι διεθνής πρακτική, όχι ελληνικό εφεύρημα…

Ερχόμαστε στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα. Εκ πρώτης όψεως, το νέο κυβερνητικό σχήμα εμφανίζεται διπολικό. Κάποιοι, μάλιστα, διακρίνουν σ’ αυτό μια εγγενή εσωτερική αντίφαση που προεξοφλεί τη μεσοπρόθεσμη θνησιγένειά του. Εστιάζοντας την προσοχή μας σε δύο βασικούς τομείς, ο μείζων πόλος του κυβερνητικού σχήματος επιδεικνύει ιδιαίτερη ευαισθησία σε ζητήματα οικονομίας με γνώμονα την εξασφάλιση κοινωνικής δικαιοσύνης, ενώ για τον κυβερνητικό εταίρο του υπάρχει μία επί πλέον –κι εξ ίσου ισχυρή– ευαισθητοποίηση στα θέματα της εθνικής άμυνας. Συνολικά, οι δύο κομματικοί φορείς χρησιμοποίησαν στο παρελθόν ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα ενάντια στη διαλλακτικότητα, όπως θεώρησαν, των τότε κυβερνήσεων, τόσο απέναντι σε οικονομικές, όσο και σε αμυντικές έξωθεν πιέσεις.

Στο βαθμό που οι ένοπλες δυνάμεις κρατηθούν, ως οφείλουν, μακριά από ευρύτερες πολιτικές επιρροές και αναμείξεις, και περιοριστούν στον σημαντικότατο ρόλο τους ως εγγυήτριες της εθνικής ασφάλειας, η τοποθέτηση του επικεφαλής του συγκυβερνώντος κόμματος στη θέση του υπευθύνου για την εθνική άμυνα φαίνεται σαν μια απόλυτα λογική επιλογή. Γενικότερα, αν υπάρξει ένα modus vivendi ως προς τον διαχωρισμό των ρόλων των δύο εταίρων, δεν διαφαίνεται σοβαρός λόγος απαισιοδοξίας για τη βιωσιμότητα του κυβερνητικού σχήματος. Τουλάχιστον, σε μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα…

Φυσικά, είναι λογικά και πρακτικά αδύνατο, αν όχι και εθνικά επικίνδυνο, να ασκήσουν τα δύο κόμματα εξουσία με ατζέντα την κατά γράμμα εφαρμογή όσων – ορθώς, εκ του ρόλου τους ως αντιπολιτευόμενες δυνάμεις – φανατικά διακήρυσσαν, και απαιτούσαν να κάνει πράξη, η απελθούσα κυβέρνηση. Δεν υπάρχει περιθώριο ούτε για ηρωικούς αντι-μνημονιακούς παλικαρισμούς απέναντι στα «θηρία» της Ευρώπης, ούτε και για εθνικά νταηλίκια προς όμορες χώρες που, τη δύσκολη τούτη ώρα, χρειαζόμαστε να τις μετρήσουμε ανάμεσα στους φίλους, παρά στους εχθρούς!

Για τους οπαδούς, τουλάχιστον, του πολιτικού ρεαλισμού, θα ήταν αυτή τη στιγμή περιττή πολυτέλεια τα όποια ειρωνικά σχόλια περί «κυβιστήσεων», εν όψει μιας (ευκταίας, πιστεύουμε) επίδειξης μετριοπάθειας και πνεύματος συνεργασίας εκ μέρους της νέας κυβέρνησης, προς τον υπόλοιπο κόσμο. Είτε αυτός μας «αγαπά», είτε μας αντιμάχεται! Κι ελπίζω, ως προς τη θέση μου αυτή, να μη βρεθώ μόνος ανάμεσα σε όσους ΔΕΝ στήριξαν προεκλογικά τούτη την κυβέρνηση (όπως, εξ άλλου, από πεποίθηση και όχι για λόγους έξωθεν – καλής ή κακής – μαρτυρίας, απέφυγα να υποστηρίξω και οποιονδήποτε άλλο κομματικό σχηματισμό).

Και, για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε, ευχής έργο είναι να ακουστεί κάποια μέρα από τον τάφο η φωνή του Εθνάρχη να λέει, με τη χαρακτηριστική προφορά του: «Έξω πάμε καλά, αλλά τώρα τελευταία κάτι ελπιδοφόρο γίνεται και μέσα!» Για να επιτευχθεί αυτό, όμως, απαιτείται υπέρβαση κομματικών εγωισμών (ένθεν και ένθεν) και αληθινό πνεύμα συνεργασίας και εθνικής ομοψυχίας. Θα μπορούμε, τότε, στ’ αλήθεια να αισιοδοξούμε! Έστω και χωρίς να εφησυχάζουμε…

* Ο αρθρογράφος Κώστας Παπαχρήστου είναι διαπρεπής μετρ των «κυβιστήσεων», όπως, εξ άλλου, το παρόν κείμενο περίτρανα καταδεικνύει!

Aixmi.gr