Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Η σονάτα του Κρόιτσερ

 Όταν ο έρωτας είναι η άλλη όψη του θανάτου (μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή)...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ο ιδιοκτήτης της βάρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Τόσα λεφτά για ένα σχεδόν σάπιο σκαρί που καιρό τώρα έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί! Ο αγοραστής δεν ήταν από εκείνους που λένε πολλές κουβέντες. Πλήρωσε χωρίς παζάρια και διαμαρτυρίες το ποσό που του είχε ζητηθεί, χαιρέτησε βιαστικά και μπήκε αμέσως στη βάρκα.

Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...

Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.

Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.

Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.

Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...

Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...

Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.

Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...

Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...

Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!

Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...

Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:

«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!

Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...

Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...

Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»

Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...

Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...

Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...

KLIK

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

Το χρονικό μιας μοναχικής μέρας...


 Στιγμιότυπα από ένα 24-ωρο ζωής σε μία υποβαθμισμένη γειτονιά της Αθήνας...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Την ξύπνησε η μουσική από την τηλεόραση που έπαιζε ακόμα. Αποκοιμήθηκε και την ξέχασε ανοιχτή όλη νύχτα. Ποια νύχτα, δηλαδή, καλό ξημέρωμα ήταν όταν την πήρε ο ύπνος. Δύσκολη υπόθεση έχει γίνει αυτός ο ύπνος, μαρτύριο σωστό μέχρι να έρθει! Και το παντζούρι της μπαλκονόπορτας που τρίζει δεν βοηθά καθόλου να κλείσεις μάτι. Δεν ξέρεις αν είναι ο αέρας ή ο ληστής – και υπάρχουν πολλοί από δαύτους τα τελευταία χρόνια στη γειτονιά. Και θα ‘σαι και τυχερός αν δε σε βρουν μέσα στο σπίτι...

Νύσταζε ακόμα, αλλά έπρεπε να σηκωθεί να πάρει τα φάρμακά της. Ο γιατρός είπε να τα παίρνει ανελλιπώς κάθε πρωί, πριν ακόμα φάει. Μα εκείνη είναι φορές που τα ξεχνάει – η μνήμη, βλέπεις, έχει πια αδυνατίσει. Στην καρτέλα υπήρχε μόνο ένα χάπι. «Πότε τέλειωσε κιόλας μια ολόκληρη καρτέλα με 30 χάπια;» αναρωτήθηκε. Πόσο γρήγορα περνάνε τώρα οι μήνες, ούτε που προλαβαίνεις να τους μετρήσεις!

Πήρε από το ντουλάπι το ποτήρι και άνοιξε τη βρύση. Αυτή στην κουζίνα ήταν εντάξει, μα η βρύση του μπάνιου έσταζε εδώ και καιρό. Εκείνος ήξερε πάντα να διορθώνει τέτοια πράματα, αλλά... ας όψεται η αρρώστια που τον πήρε πριν τρία χρόνια. Κι ο Γιώργης ο υδραυλικός είναι κι αυτός ακριβοθώρητος. Μεγαλοπιάστηκε τώρα, βλέπεις, και καταπιάνεται με μεγάλες δουλειές, για μια βρύση δεν θα κάνει εύκολα τον κόπο...

Στην τηλεόραση, που έπαιζε ακόμα, η ξανθιά παρουσιάστρια έλεγε «σας αγαπώ όλους» κοιτάζοντας με προσποιητή συγκίνηση το φακό. «Εμένα ποιος με αγαπάει;» ρωτήθηκε εκείνη με ένα παράπονο σχεδόν παιδιάστικο. Είναι αλήθεια πως η ζωή τα έφερε να είναι μόνη. Δε φτάνει που έχασε τον άντρα της, τα παιδιά αναγκάστηκαν κι εκείνα να ξενιτευτούν για να βρουν μια δουλειά της προκοπής. Μα και οι κοντινότεροι συγγενείς, όσοι ζουν ακόμα, βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά στην επαρχία.

Από λεφτά δεν έχει παράπονο, υπάρχει η σύνταξη από τον μακαρίτη. Άλλωστε, τι έξοδα έχει; Το φαγητό της λιτό, και για καινούργια ρούχα δε νοιάζεται πια και τόσο. Πού θα πάει για να τα βάλει; Όσο για τα φάρμακα, τα γράφει ο γιατρός στο βιβλιάριο. Τι ευγενικό παιδί αυτός ο γιατρός! Της θυμίζει το γιο της που είναι στην Αμερική. Προχθές το βράδυ την είχε πάρει τηλέφωνο. Εκεί, λέει, είχαν ακόμα μεσημέρι...

Με τις μέρες έχει χάσει πια το λογαριασμό. Κατάντησαν να μη διαφέρουν και πολύ η μία από την άλλη. Ευτυχώς υπάρχει πάντα το ημερολόγιο στον τοίχο της κουζίνας. Κάθε πρωί σκίζει το χαρτάκι της προηγούμενης ημερομηνίας, χωρίς να παραλείπει να διαβάσει το ποιηματάκι που είναι τυπωμένο στην πίσω μεριά. Αλλά, καλά που το πρόσεξε: ήταν η μέρα να πάει στην τράπεζα για τη σύνταξη. (Από κομπιούτερ κι όλα αυτά τα μοντέρνα συστήματα δεν έχει ιδέα, ποιος ήξερε τέτοια περίπλοκα πράγματα στην εποχή της;) Κι εκείνος ο ευλογημένος, τράπεζα που είχε διαλέξει να μπαίνουν τα λεφτά! Χάθηκε η άλλη, λίγα στενά από το σπίτι; Έδινε καλύτερο τόκο, της είχε πει. Ήταν προϊστάμενος εκεί κι ένας μακρινός ανιψιός του...

Δοκιμασία μεγάλη κάθε μήνα αυτό το ταξίδι στην τράπεζα. Όχι μόνο εξαιτίας της απόστασης αλλά και για το φόβο των απρόοπτων. Η Αθήνα δεν είναι πια μέρος να ζεις! Πριν μερικά χρόνια έμενε ένας γεράκος στη διπλανή μονοκατοικία. Ήταν κι αυτός μόνος, είχε χάσει τη γυναίκα του από κάποια αρρώστια. Ο γιος του, που δούλευε στη Θεσσαλονίκη, κάθε μήνα του ‘στελνε λίγα χρήματα, ίσα να συμπληρώνει τη σύνταξη που έφτανε – δεν έφτανε για να ζήσει. Κάποια μέρα τον ακολούθησαν δύο καθώς γύριζε από την τράπεζα. Έξω από την πόρτα του σπιτιού του τον χτύπησαν και του τα πήραν. Ώσπου μια άλλη μέρα, που τον πήραν πάλι ξοπίσω, μπήκαν στο σπίτι του πριν τους πάρει είδηση και προλάβει να κλείσει την πόρτα. Για να μην ακούγονται οι φωνές του, του έκλεισαν το στόμα με μισό ρολό χαρτί από το μπάνιο. Πήραν τα λεφτά που είχε πάνω του μαζί με ό,τι άλλο βρήκαν εκεί, και έφυγαν σαν κύριοι. Ο γιος του, που δεν τον εύρισκε στο τηλέφωνο και ανησύχησε, ζήτησε από έναν ξάδερφο να πάει να ρίξει μια ματιά στο σπίτι του γέρου. Τον βρήκε πεθαμένο, με το χαρτί στο στόμα. Είχε πάθει ασφυξία, είπε ο ιατροδικαστής...

Εκείνους τους δύο ξένους τους είχαν δει, έμεναν στη γειτονιά. Όμως, μετά το φονικό εξαφανίστηκαν. Μα οι κλοπές και οι ληστείες δε σταμάτησαν. Και κάθε έξοδος από το σπίτι έμοιαζε πάντα με ρώσικη ρουλέτα για τους αδύναμους...

«Σε ποιον να πεις καλημέρα;» αναρωτήθηκε εκείνη καθώς έβγαινε στο δρόμο. Οι γνώριμοι γείτονες είναι πια λιγοστοί, οι περισσότεροι απ’ αυτούς μεγάλοι κι ανήμποροι, κλεισμένοι τις πιο πολλές ώρες στο σπίτι. Οι παλιότεροι έχουν πεθάνει, ενώ οι πιο νέοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους αφού πούλησαν όσο – όσο τα σπίτια τους κι έφυγαν για πάντα από τη γειτονιά. Τώρα εκεί βασιλεύει η ανασφάλεια και ο τρόμος. Τα βράδια γίνονται ως και μαχαιρώματα, κάνα δυο φορές μάλιστα ακούστηκαν και πυροβολισμοί. Τι να σου κάνει κι η αστυνομία; Εδώ κυριαρχούν άλλοι νόμοι, σκληροί κι απάνθρωποι, φερμένοι από άλλα μέρη, μακρινά. Μα ίσως τελικά έτσι να πρέπει. Δε μπορεί, κάτι παραπάνω θα ξέρει ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης που είπαν τις προάλλες στη Βουλή ότι «στόχος μας είναι η Ελλάδα να γίνει χώρα πολυπολιτισμική»!

Όμως, δεν είναι όλοι οι ξένοι ίδιοι. Δυο στενά πιο κάτω μένει μια οικογένεια. Ο πατέρας δουλεύει σε ένα ψητοπωλείο, η μητέρα καθαρίζει σπίτια. Τα παιδιά πάνε σχολείο και έχουν μάθει τα ελληνικά πιο καλά κι απ’ τα δικά μας. Ο πατέρας λέει πως, αν είναι να ζήσουν και να προκόψουν σ’ αυτή τη χώρα θα πρέπει να μάθουν καλά τη γλώσσα της και να αφομοιώσουν τον πολιτισμό της. Και, τι καλά παιδιά! Κάθε φορά που τη συναντούν στο δρόμο να γυρνά φορτωμένη με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ ή τη λαϊκή, προθυμοποιούνται να της κουβαλήσουν τις σακούλες ως το σπίτι. Και ποτέ δε δέχθηκαν να πάρουν μια δραχμή για τον κόπο τους.

Είναι ώρα τώρα που έχει βραδιάσει. Στην τηλεόραση παίζει μια ελληνική ταινία, ασπρόμαυρη. Την είχε πρωτοδεί στο σινεμά με τα παιδιά, όταν ήταν μικρά. Χρόνια είχε να τη δει... Μετά το σινεμά τα πήγαινε πάντα για σουβλάκια σε μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι. Τι ωραία και νόστιμα που τα έφτιαχναν τότε! Και άσε τους ειδικούς να λένε σήμερα πως ο γύρος ήταν ανθυγιεινός, αφού έβαζαν, λέει, μέσα στον κιμά ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου!

Την πήρε ο ύπνος κι αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Όταν ξύπνησε, η τηλεόραση έπαιζε ειδήσεις. Τα ίδια και τα ίδια... Κρίμα, έχασε τη μισή ταινία, και δε θυμόταν και πώς τελειώνει. Άντε να κοιμηθεί ξανά τώρα! Είναι κι αυτό το παντζούρι που τρίζει πάλι απόψε... Θαρρείς και ο αέρας το απολαμβάνει σαδιστικά να την τρομάζει! Κι άμα δεν είναι ο αέρας; Μα, ας μην κάνει τέτοιες σκέψεις νυχτιάτικα...

Αυτά τα χάπια που της έχουν συστήσει για τον ύπνο δεν θέλει να τα παίρνει, το πρωί νιώθει λες και είναι κομμένα τα πόδια της. Ίσως διαβάσει κάτι μέχρι να αρχίσει να νυστάζει. Όλα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη τα ‘χει διαβασμένα, μερικά όμως έχει καιρό να τα ανοίξει. Θα αρπάξει ένα, έτσι στην τύχη. Σίγουρα θα παίξει και κάτι καλό αργότερα η τηλεόραση. Βάζουν κάθε μέρα παλιές αμερικάνικες ταινίες.

Θα καθίσει έτσι ως αργά. Όμως, τούτη τη φορά το πήρε απόφαση. Το πρωί θα πάρει τηλέφωνο την ξαδέρφη στην Πάτρα, να τη ρωτήσει πώς στα κομμάτια το έμαθε εκείνο το κομπιούτερ και συνομιλεί με τις ώρες με ένα σωρό κόσμο, ακόμα κι ολόκληρη τη νύχτα. Μετά, ποιος νοιάζεται για αϋπνίες!

Σαν ξημέρωσε, σηκώθηκε να ετοιμάσει το πρωινό της και να πάρει τα χάπια της. Έβγαλε απ’ το κουτί μία καινούργια καρτέλα... Λίγο πριν βγει απ’ την κουζίνα, είδε στον τοίχο το ημερολόγιο. Έκανε να σκίσει το χαρτάκι αλλά σαν να το μετάνιωσε. Σε τι θα διέφερε, άλλωστε, αυτή η μέρα από την προηγούμενη, έξω από μια άλλη ημερομηνία; Κινήθηκε προς το σαλόνι, μα ξάφνου κοντοστάθηκε: «Τι να λέει άραγε σήμερα το ποιηματάκι στην πίσω μεριά;»

Ναι, αυτό ίσως έκανε μια κάποια διαφορά από το χθες! Και, σαν τον άσωτο που ξαναγυρνά στο πατρικό ζητώντας συγχώρεση, κινήθηκε πάλι προς την κουζίνα...

(Στην Ιφιγένεια Χ., όπου κι αν βρίσκεται...)

KLIK

Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

Η εθνική τραγωδία του πολιτικού μας συστήματος

 Το πολιτικό σύστημα πρέπει, επιτέλους, να αναλάβει συνολικά τις ευθύνες του!

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Πλάι στους τάφους με τα διαμελισμένα πτώματα των επιβατών του μοιραίου τραίνου, θα πρέπει να τοποθετηθεί ένας ακόμα. Για να θάψουμε οριστικά τα τελευταία ίχνη πίστης που επιμέναμε (όσοι επιμέναμε) να διατηρούμε στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Ένα σύστημα που, πέρα από την διαχρονική διαχειριστική του ανεπάρκεια, ανέδειξε για μία ακόμα φορά τον αμοραλιστικό κυνισμό που το διαπερνά από το ένα άκρο του ως το άλλο.

Πριν καλά - καλά συνειδητοποιήσουν οι τραγικοί γονείς ότι, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η μοίρα είχε αποφασίσει πως δεν θα ξανάβλεπαν ζωντανά τα παιδιά τους, οι κομματικές αποφύσεις του συστήματος έσπευσαν να αποποιηθούν την ευθύνη για την εθνική τραγωδία, ρίχνοντάς την βολικά στους άλλους:

- Είστε κυβέρνηση δολοφόνων!

- Δεν κοιτάτε καλύτερα τι κάνατε εσείς όταν κυβερνήσατε;

- Όταν είχαμε εμείς κάποτε την εξουσία, όλα λειτουργούσαν στην εντέλεια!

Κανείς τους δεν βρήκε το θάρρος να υπερβεί την κομματική του μυωπία ώστε να αντικρίσει κατάματα το αυταπόδεικτο: ότι, χρόνια τώρα το ελληνικό κράτος είναι σοβαρά άρρωστο (είναι μάλλον περιττό να το αναλύσω αυτό) και λειτουργεί περίπου στον "αυτόματο". Δηλαδή, χάρις και μόνο στο αίσθημα καθήκοντος και πατριωτισμού μερικών φιλότιμων ανθρώπων που τιμούν το λειτούργημα που τους ανατέθηκε.

Από την άλλη, νόμοι και κανονισμοί υπάρχουν στα χαρτιά αλλά εφαρμόζονται στην πράξη κατά το δοκούν (αφού ο κρατικός έλεγχος συχνά απουσιάζει), ενώ η αυθαιρεσία τείνει να γίνει συνώνυμη της "κανονικότητας" στη χώρα. Από απλά καθημερινά φαινόμενα όπως η "υποχρέωση" χρήσης μάσκας στα δημόσια μέσα μεταφοράς, που ουδείς ελέγχει αν τηρείται, ως πιο σοβαρά ζητήματα, όπως η απρόσκοπτη παραβίαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας στους δρόμους (τι απέγινε, άραγε, η Τροχαία; μας έχει λείψει τόσο!) και η ανομία στα πανεπιστήμια που, σε πείσμα των ψηφισμένων νόμων του κράτους, καλά κρατεί (αφού το "πανεπιστημιακό άσυλο" ουδέποτε καταργήθηκε στην πράξη).

Για να φτάσουμε, τελικά, στις εγκληματικές "αμέλειες" που οδήγησαν στο πρόσφατο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Ένα τρομακτικό γεγονός που ταρακούνησε τις συνειδήσεις όλων, πλην των κομμάτων εξουσίας (πρώην και νυν). Τα οποία, με πολιτικό κυνισμό και κομματική φιλαυτία, μετρούν πιθανά πολιτικά κόστη και οφέλη...

Αυτό που απαιτείται τώρα είναι να καθίσουν κάτω όλες οι πολιτικές δυνάμεις που φέρουν, αντικειμενικά, την ευθύνη της διακυβέρνησης του τόπου, να εξετάσουν τις χρόνιες δομικές παθογένειες του κράτους ως τις ρίζες τους, και να πάρουν δύσκολες αποφάσεις σε πνεύμα συνεργασίας κι αφήνοντας πίσω τις ανούσιες κομματικές αντιπαραθέσεις. Αν δεν το πράξουν, το αποτέλεσμα θα είναι να απαξιωθεί το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, από τον ίδιο τον λαό που το ανέδειξε. Προς όφελος "αντισυστημικών" κύκλων της ανωμαλίας, που πάντα καραδοκούν...

KLIK

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

Τα όρια της βίας στα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα

 Με αφορμή (αλλά μόνο αφορμή) ένα περιστατικό ακραίας βίας σε στρατιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα...

Έφτασαν στα αυτιά μου πληροφορίες για πράξεις ακραίας βίας από σπουδαστές στρατιωτικού εκπαιδευτικού ιδρύματος (το οποίο δεν θεωρώ σκόπιμο ή αναγκαίο να κατονομάσω). Επειδή τα όσα άκουσα μου φάνηκαν απίστευτα, θέλησα να διερευνήσω το ζήτημα ως το σημείο που μου επέτρεπε η δυνατότητα πρόσβασης στα ενδότερα του ιδρύματος. Και, όσα μπόρεσα να πληροφορηθώ, αληθινά με σόκαραν!

Ένα πρόσφατο περιστατικό αποκαλύπτει τον βαθμό αυθαιρεσίας στη συμπεριφορά σπουδαστών ανώτερων τάξεων, υπό την ανοχή, δυστυχώς, των διοικούντων το ίδρυμα. Περιγράφω πιο κάτω, όσο πιστότερα μπορώ, αυτά που συνέβησαν, με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξα από αξιόπιστες πηγές.

Μία ομάδα από «λεβέντες» και «λεβέντισσες» τριτοετείς σπουδαστές, αποφάσισαν – όχι επειδή διατάχθηκαν αλλά επειδή αυτό τους υπαγόρευσε το επικυριαρχικό τους ένστικτο – να προβούν σε πράξη μεταμεσονύκτιου «εκφοβισμού» προς τους πρωτοετείς. Ακόμα και αν δεχθεί κάποιος (όχι πάντως ο γράφων) ότι ο «εκφοβισμός» εντάσσεται στην πρακτική της στρατιωτικής εκπαίδευσης, απαγορεύεται αυστηρά να εμπεριέχει πράξεις σωματικής βίας που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα (ή ακόμα και την ίδια τη ζωή) των σπουδαστών.

Οι «παλικαράδες» τριτοετείς, εν τούτοις, μάλλον θεώρησαν ότι οι πρωτοετείς αποτελούν προσωπική τους περιουσία, την οποία επιτρέπεται να διαχειριστούν κατά βούληση και για το ίδιο τους το κέφι. Έτσι, υπέβαλαν τους νεότερους σε δοκιμασίες που υπερβαίνουν κατά πολύ τις ανθρώπινες αντοχές. Για δύο πρωτοετείς σπουδαστές, λίγο έλειψε αυτό να έχει τραγικές συνέπειες...

Περίπτωση πρώτη: Ένας πρωτοετής μεταφέρθηκε σε στρατιωτικό νοσοκομείο με σοβαρότατο πρόβλημα στη σπονδυλική στήλη. Οι πρώτες εκτιμήσεις άφηναν ανοιχτό ακόμα και το ενδεχόμενο να μείνει παράλυτος. Ευτυχώς, το χειρότερο τελικά αποφεύχθηκε. Δεν είναι όμως ακόμα γνωστό αν ο σπουδαστής θα μπορέσει να ξεπεράσει απόλυτα τον σοβαρό τραυματισμό που υπέστη.

Λεπτομέρεια: Το μεθοδικά σχεδιασμένο πρόσχημα που οδήγησε στην «τιμωρία» του πρωτοετή από την ομάδα των νταήδων, προκαλεί ανατριχίλα ανάμικτη με οργή. Ο άτυχος σπουδαστής έκανε το μοιραίο «σφάλμα» να πέσει στην παγίδα που του έστησαν και να αναφερθεί στον αρχηγό της τρίτης τάξης ονομαστικά (π.χ., «ο κύριος Παπαδόπουλος»), αντί να χρησιμοποιήσει το προσηκόντως μεγαλοπρεπέστερο «ο κύριος αρχηγός της τρίτης τάξης». Και, ως γνωστόν, μόνο ο Θεός επιτρέπει να αναφερόμαστε σε Αυτόν με το όνομά Του. Ένας «αρχηγός» τρίτης τάξης, ποτέ! (Σημείωση: Ο εν λόγω αρχηγός των τριτοετών είχε άμεση συμμετοχή στην εγκληματική ενέργεια κατά του πρωτοετούς.)

Περίπτωση δεύτερη: Μία πρωτοετής σπουδάστρια μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο με ακατάσχετη αιμορραγία. Ήταν πρόσφατα χειρουργημένη για κάποιο πρόβλημα υγείας και έπρεπε να προσέχει ακόμα και τις παραμικρότερες κινήσεις της. Αυτό το γνώριζε καλά η σκληρή τριτοετής που την υπέβαλε σε σωματικά μαρτύρια. Ευτυχώς οι γιατροί πρόλαβαν μία εσωτερική αιμορραγία που θα μπορούσε να έχει μοιραίο αποτέλεσμα για την πρωτοετή...

Αυτό που προκαλεί αποτροπιασμό είναι η κυνική αντιμετώπιση του συμβάντος την επόμενη μέρα, τόσο από τους ίδιους τους τριτοετείς, όσο και από κάποιους άλλους παράγοντες του εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ξεκινώ με τους πρώτους. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσαν σε καθηγήτριά τους όταν τους ρώτησε γιατί συμπεριφέρθηκαν έτσι:

«Εντάξει, δεν έγινε και τίποτα!»

Και, όταν η καθηγήτρια επισήμανε το αυτονόητο – ότι, δηλαδή, το «τίποτα» δεν εξηγεί δύο σοβαρούς τραυματισμούς που οδήγησαν στο νοσοκομείο, ο αντίλογος ήταν:

«Ε, καλά, κι εμείς έχουμε πάει νοσοκομείο!»

Το ερώτημα που προκύπτει αβίαστα, είναι: Από πού πήραν το δικαίωμα κάποιοι σπουδαστές ενός στρατιωτικού εκπαιδευτικού ιδρύματος να στέλνουν νεότερους σπουδαστές στο νοσοκομείο (αντί να τους καθοδηγούν και να τους προστατεύουν, όπως επιβάλλει ο ρόλος τους) επειδή «έτσι γουστάρουν»; Τα θύματα δεν αποτελούν αναλώσιμο είδος, είναι αυριανοί υπερασπιστές της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας. Και, κάθε ενέργεια που θέτει σε κίνδυνο την υγεία τους, υπονομεύει ταυτόχρονα την ικανότητά τους να ανταποκριθούν αργότερα επαρκώς στο καθήκον τους, και συνιστά πράξη εθνικής δολιοφθοράς! Αυτό δεν το σκέφτηκε κανείς;

Φυσικά, ακόμα μεγαλύτερη σημασία έχει η θέση που πήραν οι διοικούντες μετά το συμβάν. Δεν διαθέτω αξιόπιστη πληροφόρηση, φοβάμαι όμως ότι ακούστηκε για μία ακόμα φορά η γνωστή κατευναστική φράση: «Παιδιά είναι και ξεπέρασαν λίγο τα όρια. Όλα καλά τώρα, ας μην δώσουμε μεγαλύτερες διαστάσεις!»

Σοκάρει, εν τούτοις, η τοποθέτηση καθηγητή της σχολής (πολίτη, όχι στρατιωτικού), έτσι όπως την πληροφορήθηκα:

«Καλά τους έκαναν. Στρατιωτική σχολή είναι, όχι το Λύκειο Ελληνίδων. Όσοι δεν αντέχουν ας πάνε σπίτι τους!»

Κλείνοντας το σημείωμα, θα ήθελα να καταστήσω σαφές ότι τα στοιχεία που παρέθεσα δεν ζητούν να στοχοποιήσουν ένα συγκεκριμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα (άλλωστε, απέφυγα να το κατονομάσω) αλλά να εκθέσουν, γενικότερα, μία – κατά τη γνώμη μου – παιδαγωγική παθογένεια της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Δηλαδή, στους σπουδαστές των στρατιωτικών σχολών αφήνεται να καλλιεργηθεί η λανθασμένη εντύπωση ότι ηγεσία σημαίνει δικαίωμα στην αυθαιρεσία, αντί για συναίσθηση – και ανάληψη – ευθύνης (τι όμορφα το έχει πει ο Καζαντζάκης στην «Ασκητική» του!).

Αυτό που θα πρέπει να τονίζεται ασταμάτητα στους σπουδαστές από την πρώτη ως την τελευταία μέρα της φοίτησής τους, είναι η περίφημη φράση του Βίαντα του Πριηνέα (την αναφέρει και ο Αριστοτέλης στα «Ηθικά Νικομάχεια», καθώς και ο Σοφοκλής στην «Αντιγόνη»):

«Αρχή άνδρα δείκνυσι»1

Και γυναίκα επίσης, προσθέτω (για να είμαι σύγχρονος και πολιτικά ορθός)!

Η άσκηση εξουσίας αποκαλύπτει τον πραγματικό χαρακτήρα του ανθρώπου. Το ήθος ενός ανθρώπου κρίνεται όταν αναλάβει αξιώματα, όταν είναι σε θέση να διοικεί κάποιους άλλους.

(Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό KLIK)

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

Οδηγός για αναποφάσιστους ψηφοφόρους!


 Με ποια κριτήρια θα επιλέξουμε αυτούς που θα ψηφίσουμε;

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Καθώς διανύουμε προεκλογική περίοδο, νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ κάποιες σκέψεις. Απευθύνομαι κυρίως στους λεγόμενους "αναποφάσιστους". Εκείνους, δηλαδή, των οποίων οι επιλογές δεν υπαγορεύονται από κομματικές συμπάθειες αλλά από αγωνία για το μέλλον του τόπου. Όχι για να επηρεάσω την απόφασή τους μπροστά στην κάλπη (μακριά από εμένα τέτοιες προθέσεις!) αλλά για να καταθέσω, εν είδει εξομολόγησης, μερικούς προσωπικούς προβληματισμούς σε ό,τι αφορά αυτά καθαυτά τα κριτήρια της επιλογής.

Συνέταξα, έτσι, έναν δεκάλογο ελάχιστων χαρακτηριστικών που πρέπει να διαθέτει - και προϋποθέσεων που οφείλει να πληροί - ένας πολιτικός φορέας, προκειμένου να τον τιμήσω με την ψήφο μου. Φυσικά, ο δεκάλογος αυτός αντανακλά απόλυτα προσωπικές προτεραιότητες και δεν αναμένω να γίνει καθολικά αποδεκτός από το αναγνωστικό κοινό. Τον παραθέτω χωρίς φόβο και πάθος...

Ένας πολιτικός φορέας προς ψήφιση από τον γράφοντα, λοιπόν, θα πρέπει να ανταποκρίνεται το λιγότερο στις παρακάτω απαιτήσεις:

1. Να εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις με τεκμηριωμένο λόγο και πραγματικά επιχειρήματα, όχι με συνθηματολογικές κοινοτοπίες και ευτελείς ρητορείες. Να προτείνει καινοτόμες και δημιουργικές ιδέες, αντί να ετεροκαθορίζεται ως παράγων αποδόμησης των ιδεών των πολιτικών αντιπάλων του.

2. Να μην καλλιεργεί τον μαζικό θυμό και να μην σπέρνει τον διχασμό στην κοινωνία, προάγοντας τη μανιχαϊκή λογική των "καλών δικών μας παιδιών" και των "κακών παιδιών του αντίπαλου κόμματος". Να σέβεται, δηλαδή, και να αποδέχεται την ύπαρξη διαφορετικότητας στην πολιτική σκέψη, και να μην αντιμετωπίζει (λόγω ή/και έργω) τον πολιτικό αντίπαλο σαν "εχθρό". Να συμβάλλει, έτσι, στην επίτευξη της μέγιστης δυνατής ενότητας στην κοινωνία και, όταν απαιτείται, να αγωνίζεται για την πολιτική συμφιλίωση και την εθνική συνεννόηση.

3. Να θεωρεί τον νόμο και την τάξη ως αυτονόητες και εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για την λειτουργία ενός υγιούς δημοκρατικού συστήματος, όχι ως απεχθείς εκφράσεις υποτιθέμενου συντηρητισμού, ή ακόμα και "φασισμού". Να αναγνωρίζει το δικαίωμα του πολίτη στο αίσθημα ασφάλειας ως υπέρτερο των "δικαιωμάτων" όσων στην πράξη απειλούν το αίσθημα αυτό.

4. Ειδικότερα, να μην αποδέχεται την ανομία - κι ακόμα περισσότερο, το έγκλημα - σαν μέσο έκφρασης "ιδεολογίας". Να μην επιδεικνύει ανοχή (πόσο μάλλον συμπάθεια) σε άτομα ή οργανωμένες μειοψηφίες που επιχειρούν να επιβάλουν την "πολιτική" τους άποψη καταστρέφοντας, λεηλατώντας και πυρπολώντας, ή ακόμα και δολοφονώντας. Και, να αντιμετωπίζει τον τρομοκράτη σαν κοινό εγκληματία, όχι σαν (ακραίο, έστω) "ιδεολόγο"!

5. Να μην θεωρεί ότι η χώρα οφείλει να είναι "ξέφραγο αμπέλι" για κάθε τυχοδιώκτη που περνά τα σύνορα με μοναδικό κίνητρο να αρπάξει ό,τι μπορεί, ακόμα κι αν χρειαστεί να καταφύγει στην παρανομία ή το έγκλημα. Και να μην αποκαλεί, ελαφρά τη καρδία, "ρατσιστές" όσους δεν αποδέχονται την ιδέα των ανοιχτών συνόρων.

6. Να αποδίδει την πρέπουσα σημασία στην εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες του λειτουργήματος. Να αναγνωρίζει ότι δάσκαλοι και μαθητές δικαιούνται να αισθάνονται ασφαλείς στον χώρο του σχολείου ή του πανεπιστημίου. Ειδικά σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, να θεωρεί το (θεσμικά - αλλά όχι στην πράξη - καταργημένο) "πανεπιστημιακό άσυλο" σαν πηγή δεινών για τα πανεπιστήμια, όχι σαν αδιαπραγμάτευτη "δημοκρατική κατάκτηση" γι' αυτά.

7. Να μην αποδέχεται (ακόμα περισσότερο, να μην υποδαυλίζει) την αντικοινωνική συμπεριφορά οργανωμένων επαγγελματικών μειοψηφιών - ταγμένων, υποτίθεται, να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον - οι οποίες χρησιμοποιούν το κοινωνικό τους λειτούργημα ως μέσο εκβιασμού προς ικανοποίηση συντεχνιακών αιτημάτων. Ειδικά, όταν τα θύματα του εκβιασμού είναι οι ίδιοι οι πολίτες που υφίστανται ταλαιπωρίες χωρίς να ευθύνονται.

8. Να αξιώνει από τα μέσα ενημέρωσης να τιμούν στο ακέραιο το λειτούργημα που επιτελούν, προσφέροντας υπεύθυνη πληροφόρηση στον πολίτη και όχι κάνοντας ιδιοτελείς πολιτικές "αβάντες" στα κόμματα. Και, να υποστηρίζει έμπρακτα την πλήρη ανεξαρτησία των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων από το εκάστοτε σύστημα εξουσίας.

9. Να μην αισθάνεται απέχθεια για την ιδέα του κοινωνικού κράτους, και να μην έχει σαν στόχο την κατεδάφισή του. Να θέτει πάντοτε τον Άνθρωπο υπεράνω των αριθμών! (Εντάξει, γνωρίζω την ένσταση: τι γίνεται όταν οι αριθμοί "δεν βγαίνουν"; Αυτό το ζήτημα θα το αφήσω ανοιχτό...)

10. Να αναγνωρίζει το ηθικό πλεονέκτημα της ΑΕΚ έναντι των αντιπάλων της, και να υποστηρίζει σθεναρά το δικαίωμά της για ευνοϊκή μεταχείριση από την διαιτησία και, γενικά, τους αθλητικούς φορείς!

Υ.Γ. Για να μην θεωρηθώ απόλυτα ανελαστικός, θα μπορούσα να συμβιβαστώ και με εννέα μόνο από τις δέκα προϋποθέσεις που παρέθεσα.

KLIK

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Φιλελευθερισμός αλά καρτ: Από τον Φρίντμαν ως τον Covid

 Πολλοί δηλώνουν (και πιστεύουν στ' αλήθεια πως είναι) «φιλελεύθεροι». Η ίδια η ιδέα της ελευθερίας, όμως, έχει πολλές εκφάνσεις. Όχι πάντα συμβατές μεταξύ τους...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Στη θεωρία, ο φιλελευθερισμός έχει στον πυρήνα του ένα εξαιρετικά απλό δόγμα: η ελευθερία του ατόμου – στον βαθμό που αυτή δεν γίνεται αιτία σωματικής ή ηθικής βλάβης στον συνάνθρωπο – είναι υπέρτατο αγαθό, στο οποίο δεν θα πρέπει να παρεμβαίνει περιοριστικά το σύστημα εξουσίας.

Με βάση μία θεμελιώδη αρχή που διατύπωσε ο εκ των πατέρων του φιλελευθερισμού, John Stuart Mill, ο μόνος λόγος για τον οποίο το κράτος μπορεί να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου είναι για να αποτρέψει πιθανή βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν μπορεί όμως (το κράτος) να εμποδίσει το άτομο να προκαλέσει βλάβη στον εαυτό του. Το άτομο διατηρεί πλήρη κυριαρχία πάνω στην υλική και την πνευματική του υπόσταση.

Ας δούμε ένα επίκαιρο παράδειγμα: Στις αρχικές φάσεις της πανδημίας τού Covid, η πολιτεία επέβαλε περιοριστικά μέτρα στις μετακινήσεις των πολιτών για να ανακόψει, κατά το δυνατόν, την εξάπλωση της πανδημίας. Τούτο δεν αντίκειται προς τις φιλελεύθερες αρχές, αφού η μετακίνηση ενός ατόμου δεν ενέχει κίνδυνο μόνο για το ίδιο το άτομο αλλά και για κάθε άτομο που θα έρθει σε επαφή με αυτό.

Σαν ένα άλλο παράδειγμα, η πολιτεία δικαιούται να απαγορεύει το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους αλλά όχι σε ιδιωτικούς, όπου το άτομο βλάπτει μόνο τον εαυτό του (αλλά, δυστυχώς, και τα πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος).

Η απόλυτη εφαρμογή του φιλελεύθερου δόγματος, εν τούτοις, συναντά δυσκολίες στην πράξη λόγω της πολυσχιδούς φύσης του. Έτσι, σχολές σκέψης και συστήματα εξουσίας τείνουν συχνά να υιοθετούν επιλεκτικά μία μερική άποψη του δόγματος, αγνοώντας ή ακόμα και αποκρούοντας δυναμικά κάποια άλλη.

Για να εξειδικεύσουμε, θα εστιάσουμε σε δύο μορφές φιλελευθερισμού: τον κοινωνικό και τον οικονομικόΑς ξεκινήσουμε από τον δεύτερο.

Ο Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman, 1912–2006) θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους «γκουρού» του σύγχρονου οικονομικού φιλελευθερισμού, του αναφερόμενου με τον (απόλυτα δόκιμο) όρο «νεοφιλελευθερισμός»Το σύστημα αυτό υποστηρίζει την μέγιστη δυνατή οικονομική ελευθερία, ενώ αντιπαθεί το κοινωνικό κράτος και δεν δέχεται την κοινωνική αλληλεγγύη ως θεσμό της πολιτείας, παρά μόνο ως πράξη αυτόβουλης φιλανθρωπίας. Θεωρεί επίσης ότι ο ανταγωνισμός είναι το μόνο υγιές μέσο για την πρόοδο μιας κοινωνίας.

Το 1976 απονεμήθηκε στον Φρίντμαν το Νόμπελ Οικονομίας, το οποίο παρέλαβε εν μέσω έντονων διαμαρτυριών από μεγάλο μέρος του κοινού. Ο λόγος: Αυτός ο «ιεροκήρυκας» του φιλελευθερισμού δεν είχε κανένα πρόβλημα να προσφέρει τις συμβουλευτικές υπηρεσίες του στον Αουγκούστο Πινοσέτ, επικεφαλής ενός αιμοσταγούς, αυταρχικού, αλλά σε κάθε περίπτωση νεοφιλελεύθερου καθεστώτος στη Χιλή. Δεν αποτελεί έκπληξη το ότι ο Φρίντμαν είχε φιλική σχέση και με την συντηρητική κυβέρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν, η οποία έδωσε μάχη για να καταργηθούν κεκτημένες κοινωνικές ελευθερίες στις ΗΠΑ. Πράγμα που πέτυχε, τελικά, αρκετά χρόνια αργότερα ο Ντόναλντ Τραμπ...

Αλά καρτ, όμως, είναι και ο «φιλελευθερισμός» που πρεσβεύουν οι κοινωνικοί φιλελεύθεροι (Liberals) της αμερικανικής Αριστεράς. Σε κοινωνικό επίπεδο, μάχονται υπέρ της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ταυτόχρονα, εν τούτοις, θέτουν αυστηρούς περιορισμούς στην ελευθερία του λόγου, επιχειρώντας να επιβάλουν το αμφιλεγόμενο δόγμα της πολιτικής ορθότητας. Η αντίδραση μεγάλου μέρους της αμερικανικής κοινωνίας σε αυτό το ανελεύθερο δόγμα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους βρέθηκε στον Λευκό Οίκο ο Ντόναλντ Τραμπ [1].

Ένα μέρος των αμφισημιών της αμερικανικής Αριστεράς σε ό,τι αφορά τον φιλελευθερισμό, έχει διαχυθεί στον υπόλοιπο κόσμο και, ειδικά, στην Ελλάδα. Αιχμή του δόρατος είναι το επιδημικό φαινόμενο της πολιτικής ορθότητας, η οποία έφτασε να αποκτήσει ως και θεσμική ισχύ μέσω του αντιρατσιστικού νόμου. Έτσι, π.χ., είναι δυνατό να υποστεί κάποιος μηνύσεις από «ευαίσθητους» παρατηρητές αν τολμήσει να σχολιάσει δυσμενώς πολιτισμικά φαινόμενα που σχετίζονται με την μετανάστευση. Από την άλλη, οι ίδιοι οι κατήγοροι μάχονται για το «δικαίωμα» των μεταναστών να εισέρχονται ανεξέλεγκτα στη χώρα, ενώ αντιμετωπίζουν με «κατανόηση» τις όποιες παραβατικές συμπεριφορές τους.

Η πρόσφατη πανδημική κρίση ανέδειξε μία ακόμα ασύμμετρη στάση της ελληνικής Αριστεράς απέναντι στις ιδέες του φιλελευθερισμού. Θέλοντας να ηχήσει ευχάριστα στα αυτιά των πολιτών που υπέφεραν από τα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας, και ειδικά των νέων που συναθροίζονταν ανέμελα εκτοξεύοντας «στο κόκκινο» τα επιδημιολογικά δεδομένα της χώρας, ταυτίστηκε άμεσα ή έμμεσα με την άποψη ότι τα προληπτικά αυτά μέτρα για τον περιορισμό της διάδοσης της επιδημίας ήταν «αντισυνταγματικά», αφού «παραβίαζαν τις ατομικές ελευθερίες». Ανάλογη πολιτική υποστήριξη (αν και σε χαμηλότερους τόνους) προσφέρθηκε στους αρνητές του εμβολιασμού, αλλά και σε όσους αντιδρούσαν στην υποχρεωτική χρήση της μάσκας σε δημόσιους χώρους.

Η πρόταση της Αριστεράς προς την Πολιτεία ήταν απλή: «Αφήστε μικρούς και μεγάλους να μετακινούνται, να συναθροίζονται και να αρρωσταίνουν ελεύθερα, αν το επιθυμούν – αφού, αν το απαγορεύσετε, παραβιάζετε τα ανθρώπινα δικαιώματα – και φτιάξτε περισσότερες νοσηλευτικές δομές (δαπάναις, ασφαλώς, της πλουτοκρατίας) ώστε να θεραπεύονται όσοι τυχόν νοσήσουν»!

Η δήθεν «φιλελεύθερη» αυτή πρόταση δεν λάμβανε, προφανώς, υπόψη το δικαίωμα ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας να παραμείνει υγιές, παραχωρώντας αυτόβουλα ένα μέρος της ελευθερίας του να μετακινείται, να συναθροίζεται και να αναπνέει ελεύθερα. Και, το δικαίωμα αυτό θα παραβιαζόταν όταν, μοιραία κάποια στιγμή, ο «ελεύθερος και ωραίος» θα ερχόταν σε επαφή με τον «φοβικό και συμβιβασμένο». Στο σούπερ-μάρκετ, στο φαρμακείο, ή στην είσοδο της πολυκατοικίας...

Αυτό που μένει, τελικά, ως ερώτημα από την πιο πάνω συζήτηση είναι αν ο ακραιφνής, ο απόλυτος φιλελευθερισμός είναι εφαρμόσιμος στην πράξη. Η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι αρνητική, ακόμα και στο πλαίσιο του πιο υγιούς δημοκρατικού συστήματος. Από τη στιγμή που υπάρχουν αντίπαλα πολιτικά κόμματα, τα οποία αντιπροσωπεύουν λαϊκές μάζες με αντίθετες απόψεις ή αντίθετα συμφέροντα, η άσκηση της εξουσίας από ένα κόμμα μοιραία θα εκχωρεί περισσότερα δικαιώματα – άρα περισσότερες ελευθερίες – σε ένα κομμάτι του λαού, σε σχέση με κάποιο άλλο.

Όμως, έστω κι αν είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρούμε απόλυτα φιλελεύθερα καθεστώτα, είναι πάντα δυνατό να συναντήσουμε αληθινά φιλελεύθερους ανθρώπους. Ο φιλελευθερισμός, δηλαδή, είναι κυρίως υπόθεση ατομικής συνείδησης, έτσι ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για μία κοινωνία φιλελεύθερων μονάδων, παρά για μια φιλελεύθερη κοινωνική συλλογικότητα.

Κάτω από αυτή την εξατομικευμένη σκοπιά, ο φιλελευθερισμός είναι κάτι περισσότερο από μία αξιοσέβαστη ακαδημαϊκή έννοια που συναντούμε σε βαρετά πανεπιστημιακά συγγράμματα. Είναι πραγματική στάση ζωής!

[1] https://www.klik.gr/gr/el/politiki/i-politiki-orthotita-kai-to-fantasma-tou-ntonalnt-tramp/

KLIK

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων: Αναζητώντας λίγη αξιοπρέπεια στην τελική ευθεία...

 Συχνά είναι η μόνη λύση που απομένει. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είναι επιχειρήσεις, όχι φιλανθρωπικά ιδρύματα...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η είδηση: Σε συνθήκες που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια βρέθηκαν να ζουν 41 ηλικιωμένοι, «φιλοξενούμενοι» σε ιδιωτικό γηροκομείο στον Κορυδαλλό [1]. Δεν είναι, δυστυχώς, ούτε η πρώτη ούτε – φοβάμαι – η τελευταία φορά που γινόμαστε μάρτυρες ενός τέτοιου θλιβερού περιστατικού στη χώρα μας.

Τον Οκτώβριο του 2019 περιέγραψα σε ένα άρθρο στο ΒΗΜΑ την εμπειρία ενός ανθρώπου που βρέθηκε στην ανάγκη να εμπιστευτεί ένα δικό του πρόσωπο σε μία μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων. Το θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω το κείμενο κι εδώ. Όχι σαν αφήγημα, αλλά σαν δίδαγμα. Για όλα εκείνα που θα πρέπει να έχουμε υπόψη αν ποτέ βρεθούμε στην ίδια θέση...

----------------------------------------

Στην υπέροχη ταινία τού Σοχέι Ιμαμούρα«Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983), οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ενός φτωχού ιαπωνικού χωριού τον προ-περασμένο αιώνα οδηγούνται κατά παράδοση σε ένα κοντινό βουνό (Ναραγιάμα) για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν, λόγω της ανημπόριας τους, τα παιδιά τους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Η ιδέα ακούγεται τρομαχτική στα αυτιά μίας σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας. Ακόμα και σε αυτή την «πολιτισμικά καθυστερημένη» Ελλάδα, τέτοιο βουνό σίγουρα δεν υπάρχει – και μακριά από εμάς τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις! Ή μήπως υπάρχει;

Το κείμενο που ακολουθεί μεταφέρει αυτούσια την εμπειρία αναγνώστη, της οποίας εμπειρίας υπήρξα και προσωπικός μάρτυς έτσι ώστε να ομιλώ «μετά λόγου γνώσεως». Δεν επιχειρεί (το κείμενο) ηθική αξιολόγηση της καταφυγής στον «Ναραγιάμα» – ιδιαίτερα αν αυτή είναι η μόνη, δυστυχώς, λύση που απομένει – αλλά ζητά να φέρει στο φως κάποιες όχι και τόσο φανερές πτυχές της λειτουργίας ενός συστήματος που διαφημιστικά προβάλλεται με συγκινητικές εικόνες αγάπης και φροντίδας, συνοδευόμενες από λόγια γεμάτα συμπόνια και ανθρωπιά...

Η μητέρα του αναγνώστη πλησίαζε τα ενενήντα. Ήταν σχετικά καλά στην υγεία της για την ηλικία της, και διατηρούσε απόλυτη πνευματική διαύγεια. Είχε όμως αρχίσει να εμφανίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα λόγω μυϊκής αδυναμίας στα κάτω άκρα, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να περπατά και, γενικά, να αυτο-εξυπηρετείται χωρίς υποβοήθηση.

Αρχικά, ο αναγνώστης κατέφυγε στη λύση αλλοδαπών οικιακών βοηθών. Και, επί τέσσερα χρόνια «παρέλασαν» από το σπίτι της μητέρας του άτομα κάθε είδους και κάθε ηθικού αναστήματος (μεταξύ αυτών, μία εκδιδόμενη που ασκούσε το «επάγγελμα» κατά τις πολύωρες απουσίες της «για τα ψώνια του σπιτιού», ενώ τις νύχτες έμπαζε στο σπίτι τον προαγωγό της!). Μία τελευταία περίπτωση φάνηκε «λαχείο», αφού επρόκειτο για κάποια γυναίκα που έδειχνε ζήλο για τη δουλειά της και φερόταν σχετικά ανθρώπινα στην ηλικιωμένη. Όταν, όμως, συγκέντρωσε το ποσό που της χρειαζόταν, δήλωσε ξαφνικά ότι θα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της «για οικογενειακούς λόγους» (η συνήθης δικαιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις).

Μη έχοντας πλέον άλλη λύση, και με βαριά καρδιά και αίσθημα υπέρμετρης ενοχής, ο αναγνώστης αποφάσισε να στραφεί στη λύση μίας κοντινής μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (ΜΦΗ, για συντομία). Είχε καλό όνομα στην περιοχή, και κάποιες προγενέστερες εμπειρίες του αναγνώστη συνηγορούσαν σε αυτό. Η μητέρα του – μία αξιοπρεπέστατη αρχοντογυναίκα – συνεργάστηκε απόλυτα καθώς δεν ήθελε να επιβαρύνει άλλο το παιδί της. Εξ άλλου, είχε και μία καλή σύνταξη που θα της επέτρεπε να πληρώνει στο ακέραιο το όχι ευκαταφρόνητο κόστος της διαμονής στη μονάδα.

Στην αρχή όλα φαίνονταν ιδανικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα: υψηλής αισθητικής χώρος υποδοχής και, γενικά, ευχάριστη διάθεση και φιλικό περιβάλλον στα μάτια του επισκέπτη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν παραπονιόταν παρά μόνο για την ποιότητα του φαγητού. Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, απαντούσε πως ήταν όλες «πολύ καλές κοπέλες».

Ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να ταράξει το αίσθημα σιγουριάς του αναγνώστη και να τον ωθήσει στο να παρακολουθεί στενότερα τα τεκταινόμενα στην ΜΦΗ. Ήταν ο αιφνίδιος θάνατος μίας άλλης ηλικιωμένης που νοσηλευόταν σε γειτονικό θάλαμο. Η γυναίκα αυτή ήταν πρώην γειτόνισσα του αναγνώστη και τον εμπιστευόταν αρκετά ώστε να του μιλά «εκ βαθέων». Του εκμυστηρεύτηκε, λοιπόν, ότι, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή με αξιοπρέπεια στο σπίτι της, είχε τώρα να αντιμετωπίσει την σκαιή συμπεριφορά κάποιων μελών του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έκανε την δυσοίωνη πρόβλεψη ότι δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει στο μέρος εκείνο. Πρόβλεψη που, δυστυχώς, σύντομα επαληθεύτηκε. Σημειώνω ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέφερε από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Έσβησε» απλά από ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης που της ήταν αδύνατο να αντέξει. Επισήμως, από ανακοπή...

Δεν πήρε καιρό στον αναγνώστη να διαπιστώσει ότι αποδέκτης παρόμοιων συμπεριφορών ήταν και η ίδια η μητέρα του, από ορισμένες νοσηλεύτριες που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα ακόμα και υπό την παρουσία του. Αν ήθελα να δώσω μία μεταφορική περιγραφή του φαινομένου, θα έλεγα ότι φέρονταν στη γυναίκα σαν λοχίες απέναντι σε νεοσύλλεκτο φαντάρο!

Όσοι έχουν σκύλο γνωρίζουν ότι πρέπει να τον βγάζουν βόλτα κάποιες φορές την ημέρα για τις «ανάγκες» του. Και ο σκύλος μαθαίνει πρόθυμα να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα αυτό που του επιβάλλει το αφεντικό του. Με τον άνθρωπο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή έτσι, τουλάχιστον, πίστευε ο αναγνώστης ως τη στιγμή που κατάφερε να εκμαιεύσει από την τρομαγμένη μητέρα του την πληροφορία ότι μία νοσηλεύτρια, σε ρόλο αφεντικού ενός «σκύλου», της επέβαλλε πότε θα πήγαινε στο ειδικό μέρος και για πόσο διάστημα (κατά κανόνα ελάχιστο) θα παρέμενε σε αυτό. Σε κάποια περίπτωση, μάλιστα, στην ηλικιωμένη ασκήθηκε βία για να συντομεύσει...

Και, μια και βρίσκω το (αντι-)παράδειγμα του σκύλου εξόχως βολικό για τη συζήτηση, θα συμπληρώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω νοσηλεύτρια σέρβιρε τον δίσκο με το φαγητό στην ηλικιωμένη ήταν πολύ λιγότερο ανθρώπινος από εκείνον με τον οποίο σέρβιρα κάποτε εγώ το αντίστοιχο πιάτο στον σκύλο μου!

Σε αντιστάθμισμα, πάντως, όσων προανέφερα, οφείλω να σημειώσω ότι η πλειοψηφία του νοσηλευτικού προσωπικού στην ΜΦΗ κατέβαλλε προσπάθειες να επιδείξει ανθρώπινη συμπεριφορά και μια κάποια υποψία ζεστασιάς στους ηλικιωμένους. Άρκεσαν, όμως, ένα-δύο κακά πρόσωπα για να διαλύσουν την όποια καλή εικόνα. Πρόσωπα, εν τούτοις, στα οποία έμοιαζε να έχει εκχωρηθεί απεριόριστη εξουσία που έφτανε – θα μπορούσε κάποιος να πει με μια δόση υπερβολής – ως το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ηλικιωμένους! Κι αυτό επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην περίπτωση του αναγνώστη. Σεβόμενος, όμως, την επιθυμία του δεν θα περιγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της μητέρας του μέσα στην ΜΦΗ...

Έγραψα το σημείωμα όχι τόσο για να καταγγείλω κάποιες από τις συνθήκες λειτουργίας ενός καθαρά κερδοσκοπικού συστήματος που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές στον δύσκολο δρόμο προς τον τελικό τους σταθμό, όσο για να ενημερώσω και να αφυπνίσω τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν προβλήματα όμοια με αυτό του αναγνώστη. Αν κάποιος αναγκαστεί, ως τελική και αναπόφευκτη λύση, να απευθυνθεί σε κάποια ΜΦΗ, ας θυμηθεί ότι η μονάδα αυτή δεν είναι παρά μία επιχείρηση που προσφέρει έναν τύπο υπηρεσιών έναντι αδρής αμοιβής.

Το τραγικό της υπόθεσης έγκειται σε ένα ζήτημα ηθικής φύσης που αφορά την λειτουργική φιλοσοφία ορισμένων ΜΦΗ και, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την συμπεριφορά τους απέναντι στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται εκεί. Θα το διατυπώσω συνοπτικά και με ωμό ρεαλισμό: Κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές (ευτυχώς όχι οι περισσότερες) θεωρούν a priori ότι ο πελάτης εναποθέτει εκεί τον ηλικιωμένο άνθρωπό του για να απαλλαγεί από το βάρος του ώσπου να έρθει το αναμενόμενο τέλος. Ή, για να το κάνω να ακουστεί ακόμα πιο ανατριχιαστικό: Θεωρούν ως δεδομένο ότι κάποιος αφήνει εκεί τον ηλικιωμένο απλά «για να πεθάνει»!

Είναι στην ευθύνη, λοιπόν, των συγγενών να καταστήσουν εξαρχής απόλυτα σαφές στις επιχειρήσεις ότι τέτοιες λογικές πόρρω απέχουν από τις προθέσεις τους, και ότι αυτό που ζητούν είναι ακριβώς να προσφέρουν στους αγαπημένους τους την δυνατότητα να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους – πολύ ή λίγο – με ποιότητα και αξιοπρέπεια. Κυρίως, οι συγγενείς πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να «ακούν» ακόμα και αυτά που οι ηλικιωμένοι, είτε από φόβο είτε από αίσθημα συμβιβασμού, αποφεύγουν να εκφράσουν άμεσα. Και, όταν διαπιστώνουν παραλείψεις ή ανάρμοστες συμπεριφορές, να μη διστάζουν να υπερασπίζονται δυναμικά τους ανθρώπους τους!

Οι ΜΦΗ δεν θα έπρεπε να είναι το ελληνικό «Ναραγιάμα» αλλά η ελληνική απάντηση στο πνεύμα τού Ναραγιάμα! Αν, βέβαια, υπάρχουν ακόμα ελληνικές απαντήσεις σε έναν κόσμο όπου οι ιδιαίτερες πολιτισμικές αξίες ολοένα χάνονται μέσα στην παγκόσμια κρεατομηχανή της ομογενοποίησης. Και έναν κόσμο όπου όλα, πλέον, πουλιούνται κι αγοράζονται. Ακόμα και το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής...

* Στην Ι.Χ. που, όποτε κι αν έφευγε, πάλι νωρίς θα ήταν...

[1] https://www.ertnews.gr/eidiseis/ellada/se-athlia-katastasi-vrethikan-41-ilikiomenoi-se-idiotiko-girokomeio-ston-korydallo/

KLIK

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

Το «Μένουμε Ευρώπη» δεν παίρνει ερωτηματικό, κύριοι καθηγητές!





 Ένα ατυχές ερωτηματικό στον τίτλο μίας εκδήλωσης ξυπνά μνήμες από το καλοκαίρι του 2015, όταν η χώρα αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ευτυχώς ανεπιτυχώς...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Στο πλαίσιο δημόσιας εκδήλωσης με αντικείμενο τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου [1], μία ομάδα πολιτικά προσανατολισμένων ακαδημαϊκών, με την επίκληση του ζητήματος των παρακολουθήσεων, τοποθέτησε ένα (στην πιο αθώα εκδοχή) αμφίσημο ερωτηματικό στο ιστορικής σημασίας σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη».

Δεν προτίθεμαι να μπω στην ουσία του θέματος της εκδήλωσης – άλλωστε, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ακαδημαϊκά επαρκή για κάτι τέτοιο. Όμως, σαν ένας από εκείνους τους απλούς κι ανώνυμους που λοιδορήθηκαν συλλήβδην το καλοκαίρι του 2015, όταν, κόντρα στη μαζική παράνοια της εποχής, υποστηρίξαμε με κάθε δυνατό τρόπο την συνέχιση της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας, δικαιούμαι (νομίζω) να εκφράσω την έντονη ενόχλησή μου για εκείνο το ερωτηματικό στο «Μένουμε Ευρώπη;» του τίτλου της εκδήλωσης, το οποίο ειρωνικά υπεμφαίνει τάση – αν όχι προτροπή – αναθεωρητισμού.

Γυρίζω πίσω στον χρόνο... Θυμάμαι, με ένα ελαφρό αίσθημα μελαγχολίας, κάποιες αυθόρμητες και όχι κομματικά οργανωμένες (τονίζω με έμφαση τις λέξεις!) συναθροίσεις των «ευρωλιγούρηδων» – όπως χλευαστικά μας αποκαλούσαν με μία φωνή οι «αντιμνημονιακοί» των δύο άκρων – εκείνο το καλοκαίρι στο Σύνταγμα. Όχι για να στήσουμε φολκλόρ χορούς προσμένοντας ένα θριαμβευτικό δημοψηφισματικό αποτέλεσμα που «θα άλλαζε τη μοίρα της Ευρώπης», αλλά για να μοιραστούμε τις αγωνίες και τους φόβους μας για μία Ελλάδα που είχε πάρει πορεία προς την άβυσσο και, κυριολεκτικά, μέτραγε μέρες σαν χώρα. Μια χώρα που φαινόταν ανήμπορη να σταματήσει το βαγόνι που την οδηγούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα στη χωματερή της Ιστορίας, θαρρείς υπνωτισμένη και παραδομένη στα χέρια μιας άγριας συμμορίας φανατικών που την έσερναν χαρωποί κι ανέμελοι προς τον γκρεμό. Έτσι όπως οι τρομοκράτες σέρνουν μαζί τους στον θάνατο δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπων που τυχαίνει να βρεθούν στον δρόμο τους. Μόνο που εδώ το συναπάντημα δεν ήταν έργο της μοίρας αλλά της αφροσύνης...

Κάποιοι, εκπρόσωποι του τότε πλειοψηφικού ρεύματος, μας ειρωνεύτηκαν ή και μας χλεύασαν. Ο απαξιωτικός νεολογισμός «Μενουμευρώπη» δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του στα social media αλλά και σε σοβαρά ειδησεογραφικά sites, διατηρώντας την ισχύ του ως σήμερα και παίρνοντας σιγά-σιγά τον χαρακτήρα δόκιμου όρου στην πολιτική ορολογία.

Κάποιοι μεταχειρίστηκαν ακόμα και το όπλο της δυσφήμισης, αν όχι της απροκάλυπτης συκοφαντίας. Με αφορμή μία υπέρμετρα διακινηθείσα – και βάναυσα παρερμηνευμένη – φωτογραφία δημόσιας οινοποσίας στην πλατεία Συντάγματος [2], ακούστηκε πως οι αγωνιούντες για το αύριο της χώρας ήταν απλά οι «βολεμένοι» (κατά προτίμηση, του Κολωνακίου ή των βορείων προαστίων) που αρνούνταν να «ξεβολευτούν»! Ένας χαρισματικός μαρξιστής αρθρογράφος σε κορυφαίο, τότε, ειδησεογραφικό ιστότοπο το έθεσε ποιητικότερα, δίνοντας μία ηρωική διάσταση στον εθνικό διχασμό των ημερών εκείνων. Ήταν ένας πόλεμος, έγραψε, ανάμεσα σε εκείνους που είχαν κάτι να χάσουν και εκείνους που δεν είχαν να χάσουν τίποτα, αφού ούτως ή άλλως τίποτα δεν είχαν!

Θυμάμαι έντονα την πιο μεγάλη συνάθροιση των «Μενουμευρώπηδων» (το λέω αυτοσαρκαστικά!) στο Σύνταγμα, λίγες μέρες μετά την αναγγελία του δημοψηφίσματος. Ήταν Τρίτη, τελευταία μέρα του Ιούνη του 2015. Όλοι ξέραμε ότι θα βρέξει δυνατά το απόγευμα. Μα δεν ήταν ώρα για λιποψυχίες. Όχι μία βροχή, αλλά κι έναν κατακλυσμό ολόκληρο θα μπορούσε εκείνη τη μέρα να αψηφήσει κανείς!

Στον σταθμό του μετρό δημιουργήθηκε από νωρίς το αδιαχώρητο. Ήταν άνθρωποι από κάθε γωνιά της πόλης, που τους είχε σπρώξει εκεί η κοινή αγωνία για το αν θα υπήρχε επόμενη μέρα στη ζωή τους όπως την ήξεραν. Οι συζητήσεις στα «πηγαδάκια» στρέφονταν γύρω από τα βασανιστικά ερωτήματα των ημερών: Θα πετούσε ο Σόιμπλε θριαμβευτικά την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, επικαλούμενος (άκρως βολικά για εκείνον!) το επικείμενο ελληνικό δημοψήφισμα; Θα κατάσχονταν όλες οι ιδιωτικές καταθέσεις των αφελών που είχαν ακόμα χρήματα στις τράπεζες (αφού δεν θα υπήρχε «σάλιο» στον κρατικό κουμπαρά μετά την οριστική χρεοκοπία); Με τι είδους νόμισμα θα πληρώνονταν οι εργαζόμενοι, και με τι νόμισμα θα ψώνιζαν οι άνθρωποι στο σούπερ-μάρκετ; (Οι βαρουφάκειες ιδέες περί IOU μόνο ως ανέκδοτο ακούγονταν!) Θα έμπαιναν σε εφαρμογή τα δελτία τροφίμων και τα συσσίτια τύπου Κατοχής, όπως είχε προτείνει ο καθηγητής και κυβερνητικός βουλευτής Κώστας Λαπαβίτσας;

Το περίφημο δημοψήφισμα αποδείχθηκε, τελικά, παρωδία, και ο πολιτικός θρίαμβος της κυβέρνησης ήταν πύρρεια νίκη. Μέσα σε λίγες μόνο μέρες η ίδια αυτή κυβέρνηση, συνειδητοποιώντας το αδιέξοδο και το εν δυνάμει καταστροφικό της πολιτικής της, έκανε μία αναγκαστική – αλλά σε κάθε περίπτωση σωστική – στροφή προς τον ρεαλισμό, και η χώρα γλίτωσε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή από την οριστική χρεοκοπία και το σκοτεινό «αύριο» των συσσιτίων και των ντροπιαστικών αποστολών ανθρωπιστικής βοήθειας.

Για όσους είχαμε κατέβει υπό καταρρακτώδη βροχή στο Σύνταγμα εκείνη την Τρίτη, ήταν μια κάποια δικαίωση. Από τα ίδια τα πράγματα, βέβαια, όχι από την ρητορεία των φανατικών, που συνέχισαν να πιπιλίζουν με χλευαστική διάθεση την καραμέλα των «Μενουμευρωπαίων», λες και επρόκειτο για εχθρούς της κοινωνίας και της πατρίδας. Και συνεχίζω να αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατό να μην αντιλήφθηκαν οι χλευάζοντες την πολιτική κοροϊδία που είχε παιχτεί σε βάρος τους!

Μένω ως σήμερα, λοιπόν, με τις μελαγχολικές μνήμες ενός βροχερού απογεύματος στο τέλος του Ιούνη του 2015. Ξαναβλέπω τις λασπωμένες πατημασιές που ολοένα πυκνώνουν στα σκαλιά του μετρό στο Σύνταγμα... Ακούω και πάλι τις εναγώνιες πολιτικές συζητήσεις του απλού κόσμου, με τα σενάρια τρόμου να παίρνουν και να δίνουν κάτω από πρόχειρα υπόστεγα... Φωνάζω ξανά τον πλανόδιο ομπρελά για να προλάβω να αγοράσω εκείνη την τελευταία ροζ ομπρέλα, αφού η γυναίκα μου αμέλησε, ως συνήθως, να πάρει μαζί τη δική της...

Και διατηρώ το δικαίωμα να λέω, φωναχτά: «Ποτέ ξανά!» Είτε αρέσει αυτό, είτε όχι, σε πολιτικολογούντες κυρίους ακαδημαϊκούς που αδοκίμως τοποθετούν ερωτηματικά σε ιστορικά συνθήματα που (πια) δεν τους ανήκουν!

[1] https://www.tovima.gr/2023/01/23/politics/eyaggelos-venizelos-vazei-fotia-sto-politiko-skiniko-menoume-eyropi/

[2] https://www.aftodioikisi.gr/paraskinia/i-istoria-tou-astou-me-to-kolonato-potiri-pou-egine-viral-sto-diadiktio-foto/

KLIK

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

Αντιευρωπαϊσμός και πατριωτισμός

 Όταν το μίσος των φανατικών υποστηρικτών του Πούτιν για την Ευρώπη ξεπερνά την (όποια) αγάπη για τη χώρα τους...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ιδιαίτερα παρατηρητικός για να προσέξει ότι οι Έλληνες αντιευρωπαϊστές, που τώρα υποστηρίζουν φανατικά τον Πούτιν και τον πόλεμό του στην Ουκρανία, είναι στη συντριπτική πλειοψηφία τους (αν όχι στο σύνολό τους) οι ίδιοι που αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα του "αντι-μνημονιακού αγώνα" τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης (βλ., π.χ., [1]). Οι άνθρωποι εκείνοι, δηλαδή, που οραματίστηκαν μία περίκλειστη και απομονωμένη Ελλάδα, ακόμα και αν το τίμημα που θα έπρεπε να πληρώσει η χώρα ήταν η άτακτη χρεοκοπία και η μαζική φτωχοποίηση του λαού της. (Θυμάται κανείς τα "κατοχικά" συσσίτια που το 2015, εν μέσω capital controls, έριξε ως ιδέα στο τραπέζι ο τότε κυβερνητικός βουλευτής, καθηγητής Κώστας Λαπαβίτσας;)

Με την ναζιστικού τύπου εισβολή των Ρώσων στην Ουκρανία, οι δυσαρεστημένοι της μνημονιακής περιόδου είδαν μία μοναδική ευκαιρία να πάρουν τη ρεβάνς από την "κακή Ευρώπη". Και έσπευσαν να βγάλουν από τα μπαούλα τις παθιασμένα αντιευρωπαϊκές και, γενικότερα, αντι-δυτικές στολές τους. (Τα γενικότερα αντι-δυτικά αισθήματα περιλαμβάνουν μόνο τις σημερινές Δημοκρατικές ΗΠΑ, όχι τις Ρεπουμπλικανικές που προηγήθηκαν, αφού ο ημι-φασίστας τέως πλανητάρχης Ντόναλντ Τραμπ αποτέλεσε - και εξακολουθεί να είναι - ίνδαλμα των περισσότερων Ελλήνων αντιευρωπαϊστών.) Το ερώτημα, τώρα, είναι αν οι ρωσόφιλες αυτές "ελληνικές" στολές περιέχουν, έστω προσχηματικά, κάποια υποψία ελληνικών διακριτικών...

Τον καιρό των μνημονίων, οι αντιευρωπαϊστές προέβαλλαν τους εαυτούς τους ως τους μόνους γνήσιους Έλληνες πατριώτες (οι άλλοι ήταν "ευρωλιγούρηδες", "γερμανοτσολιάδες", "Τσολάκογλου" και - σαρκαστικά - "μενουμευρώπη"). Την ίδια "ακραιφνή ελληνικότητα" συνεχίζουν να προβάλλουν με αφορμή την ουκρανική κρίση. Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που ως σήμερα δεν έχει τεθεί επαρκώς: Οι άνθρωποι αυτοί αγαπούν την Ελλάδα περισσότερο απ' όσο μισούν την Ευρώπη (και τη Δύση, γενικότερα), ή μήπως ισχύει ακριβώς το αντίστροφο;

Θέλοντας κάποιος να πάρει μία ιδέα για τις σκέψεις και τις προτεραιότητές τους, θα μπορούσε να απευθύνει μερικές ερωτήσεις προς όλους εκείνους που υποστηρίζουν τον Πούτιν και τον επιθετικό πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία. Για παράδειγμα:

1. Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το προσδοκώμενο όφελος για την Ελλάδα από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, την οποία εισβολή εξαρχής χειροκροτήσατε ενθουσιωδώς;

2. Σας έχει απασχολήσει το ότι το πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο στην Τουρκία αντλεί επιχειρήματα "νομιμοποίησης" μίας ενδεχόμενης εισβολής στα ελληνικά νησιά, επικαλούμενο τα ακριβώς(!) αντίστοιχα επιχειρήματα με τα οποία ο Πούτιν "δικαιολόγησε" την εισβολή του στην Ουκρανία; Έχετε ή όχι εντοπίσει τις (προφανείς) ομοιότητες ανάμεσα στις ρητορείες Πούτιν και Ερντογάν;

3. Θα θεωρούσατε "κακή" την Ευρώπη αν έσπευδε να συντρέξει (οικονομικά ή και στρατιωτικά) την Ελλάδα σε περίπτωση τουρκικής εισβολής, για τους ίδιους ακριβώς λόγους που τώρα η Ευρώπη βοηθά την Ουκρανία;

4. Ας κάνουμε την σεναριακή υπόθεση ότι ο Πούτιν εισβάλλει στα Βαλκάνια με στόχο να εντάξει όλες τις χώρες της περιοχής στη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας, εγκαθιστώντας κυβερνήσεις φιλικές προς τη Μόσχα. Ειδικά για την Ελλάδα, η υπόσχεση που δίνει στον λαό της είναι να απαλλάξει τη χώρα από την φιλο-δυτική κυβέρνηση που βρίσκεται στην εξουσία. Θα τον υποδεχθείτε ως εισβολέα (πράγμα που σημαίνει ότι θα τον πολεμήσετε), ή ως λυτρωτή (άρα θα συνεργαστείτε μαζί του);

Θυμάμαι, λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, μία ανάρτηση στο Facebook που, με εμφανές το αίσθημα άγριας χαράς, προειδοποιούσε ότι "ο Πούτιν θα κάνει σκόνη την Ευρώπη με τα πυρηνικά του". Χωρίς, μάλιστα, να εξαιρείται από τους λόγους της χαιρεκακίας ο σίγουρος αφανισμός της ίδιας της Ελλάδας, αφού κι αυτή "δικαίως" θα εισέπραττε το τίμημα του φιλοευρωπαϊκού προσανατολισμού της. Και θυμάμαι κάποιους που αναπαρήγαν σε καθημερινή βάση στα social media τα ανθελληνικά παραληρήματα της κυρίας... Φαρμάκοβα, εκπροσώπου Τύπου του Πούτιν (ας μου επιτραπεί το χιούμορ, αφού το "Ζαχάροβα" την αδικεί κατάφωρα), κουνώντας σε απόλυτη ταύτιση με εκείνην το δάχτυλο στην ελληνική κυβέρνηση για την (μάλλον συμβολική) αποστολή αμυντικού υλικού στην Ουκρανία. Για τόσο "Έλληνες" μιλάμε!

Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν μία έκφραση που δηλώνει ότι οι αδικίες που διαπράττουμε μπορεί να ξαναγυρίσουν σε εμάς: "What goes around comes around". Εκείνοι που μιλούσαν κάποτε για "μνημονιακούς προδότες" - λες και υπήρχε Έλληνας που, κυριολεκτικά, να αγαπά τα μνημόνια και όχι να τα βλέπει ως αναγκαίο κακό! - ας μετρήσουν τώρα τον δικό τους πατριωτισμό σε σχέση με το αντιευρωπαϊκό τους μένος και τις φιλορωσικές τους εμμονές. Κι ας έχουν στο νου τους ότι η λεπίδα "Τσολάκογλου", με την οποία κάποτε κατακρεούργησαν αμέτρητες υπολήψεις συνελλήνων, είναι δίκοπη. Μπορεί να κόβει εξίσου καλά και το ίδιο το χέρι που την κρατά!

[1] https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/apo-to-mnimonio-sto-embolio-kai-ton-poutin-ena-chroniko-ellinikou-paralogismou/

KLIK

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022

Έχουμε δικαίωμα να αναλύουμε τον Λιαντίνη;


 Σε πρόσφατο άρθρο επιχείρησα να αναδείξω την πολυσημία ενός φημισμένου ορισμού του έρωτα, έτσι όπως διατυπώθηκε από τον φιλόσοφο Δ. Λιαντίνη στο βιβλίο του "Γκέμμα". Με έκπληξη, ομολογώ, διάβασα μία ανάρτηση από αναγνώστρια και φίλη, η οποία (ανάρτηση), έτσι τουλάχιστον όπως εγώ την αντιλήφθηκα, είχε σαν στόχο να "προειδοποιήσει" το κοινό να μην λάβει σοβαρά υπόψη το κείμενό μου. Λες και το άρθρο συνιστά συκοφαντική δυσφήμιση του Λιαντίνη, έτσι ώστε να απαιτείται αποκατάσταση της υστεροφημίας του!

Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, η αναγνώστρια χαρακτηρίζει ως "εξωπραγματική" την ανάλυσή μου, αφού (το αποδίδω με δικά μου λόγια) η διατύπωση του Λιαντίνη δεν συνιστά γενική φιλοσοφική θέση αλλά βασίζεται σε προσωπικό βίωμα που δεν είναι κοινοποιήσιμο.
Αισθάνομαι υποχρεωμένος απέναντι στους αναγνώστες του περιοδικού που φιλοξένησε το άρθρο, να απαντήσω, έστω επιγραμματικά, στην (καθ' όλα σεβαστή) κριτική που μου άσκησε η φίλη αναγνώστρια:
1. Ο χαρακτηρισμός της ανάλυσής μου ως "εξωπραγματικής" (δηλαδή, άσχετης με την πραγματικότητα) λόγω του ότι ανάγω σε μείζον φιλοσοφικό ζήτημα μία έκφραση με καθαρά βιωματική (άρα αυστηρά προσωπική και όχι οικουμενική) σημασία, παραβιάζει ανοικτές θύρες! Ας δούμε τι γράφω στο άρθρο:
Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Ίσως να πρόκειται απλά για λογοτεχνικό ευφυολόγημα που δεν απαιτεί περαιτέρω ανάλυση (αυτή την άποψη έχω ακούσει από σοβαρούς μελετητές του Λιαντίνη). Ίσως όμως και να υποκρύπτει βαθύτερα νοήματα που προκαλούν τον αναγνώστη να τα αναδείξει μέσα από ένα έντονα κωδικοποιημένο λεκτικό σχήμα. Αυτή την εκδοχή θα εξετάσουμε στο παρόν κείμενο.
Και καταλήγω λέγοντας:
Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσον ο ίδιος ο Λιαντίνης θα ενέκρινε μια οποιαδήποτε απόπειρα αποκωδικοποίησης των συμβολισμών που περιέχονται στη «Γκέμμα», με δεδομένο ότι η (σκόπιμα;) αινιγματική γραφή δένει αρμονικά με το λογοτεχνικό – κατ’ ουσίαν ποιητικό – ύφος του κειμένου. Έτσι που μία καθαρά ορθολογική προσέγγιση των νοημάτων θα μπορούσε να απειλήσει την ωραιότητα του όλου οικοδομήματος.
Ποιος ξέρει, λοιπόν... Ίσως και να πρέπει, τελικά, να αφήσουμε αδιατάρακτες τις λέξεις στα ανεξερεύνητα σκοτάδια τους. Και ίσως οι ερμηνείες τους να πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στα λεξικά, όσο στο ατομικό ένστικτο του καθενός. Γιατί, η «Γκέμμα» δεν είναι μία, είναι πολλές. Τόσες όσες και οι συνειδητότητες που χρόνια τώρα αγωνίζονται να την εξερευνήσουν. Πολλές φορές, ακόμα και μάταια...
Με άλλα λόγια, έχω εξαρχής αποδεχθεί ο ίδιος την πιθανώς "εξωπραγματική" φύση της ανάλυσής μου, οπότε... αμαρτίαν ουκ έχω!
2. Την "Γκέμμα" την αξιολογώ (με τις όποιες επί μέρους διαφωνίες μου) ως φιλοσοφικό σύγγραμμα, όχι ως προσωπικό ημερολόγιο! Έτσι, είναι φυσικό να αποδίδω οικουμενική σημασία σε μία διατύπωση που περιέχεται εκεί, και να την αναλύω σε αυτή τη βάση. Τώρα, αν "η πρόταση αυτή του Λιαντίνη είναι καθαρά απόσταγμα άκρως προσωπικού βιώματος και μη ανακοινώσιμου" (όπως μου γράφει η αναγνώστρια) αυτό δεν όφειλα να το γνωρίζω, ούτε εξ άλλου το ανέμενα σε ένα ακαδημαϊκό πόνημα που δεν δηλώνει ως καταρχήν αυτοβιογραφικό.
Η "εξωπραγματική" ανάλυσή μου, λοιπόν, δεν αφορά, τελικά, την πρόθεση του ίδιου του Λιαντίνη (αυτήν ούτως ή άλλως δεν μπορώ να την γνωρίζω, αφού σχετίζεται με προσωπικό βίωμα) αλλά αντανακλά τις σκέψεις ενός αναγνώστη που εκτίθεται σε έναν φιλοσοφικό ορισμό, με τον τρόπο ακριβώς που αυτός είναι διατυπωμένος. Εξ άλλου, κάθε σκέψη είναι εξ ορισμού "εξωπραγματική", αφού δεν αφορά αυτή τούτη την πραγματικότητα αλλά τον στοχασμό μας πάνω στην εν δυνάμει πραγματικότητα (δηλαδή, πάνω στις εκδοχές της πραγματικότητας). Αλλιώς δεν θα μιλούσαμε για σκέψη αλλά για αποδείξιμη πρόταση, κάτι σαν τους νόμους της φυσικής ή τα θεωρήματα των μαθηματικών!
Τελειώνοντας, διαπιστώνω για μία ακόμα φορά το πόσο επικίνδυνο είναι να μιλά κανείς για τον Λιαντίνη, ακόμα και με πρόθεση όχι να τον αντικρούσει αλλά, αντίθετα, να αναδείξει την ικανότητά του να κινητοποιεί δημιουργικά τη σκέψη μας. Δυστυχώς, η φίλη αναγνώστρια με "βάζει στη θέση μου" επειδή ακριβώς τόλμησα να σκεφτώ. Ίσως, τελικά, η δημοσίευση αυτού του άρθρου να ήταν λάθος μου...