Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Γράμμα στην Έλεν...

Μία μικρή ιστορία για ένα γράμμα ξεχασμένο σε κάποιο παλιό συρτάρι. Ενθύμιο μιας εποχής όπου η θέση της γυναίκας στην ανώτατη εκπαίδευση δεν ήταν δεδομένη κι αυτονόητη...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το σπίτι ήταν παλιό, όμως διατηρούσε κάτι από την περασμένη του αρχοντιά. Το τρίξιμο της σιδερένιας αυλόπορτας έκανε την Έλεν ν’ ανατριχιάσει κάπως (η γιαγιά είχε πάψει προ πολλού να ασχολείται με τέτοια μικρο-ζητήματα). Ανέβηκε με κάποιο δισταγμό τα πέντε-έξι σκαλιά της εισόδου και έβαλε, τελικά, το κλειδί στην πόρτα...

Ο χώρος έμοιαζε από καιρό αφρόντιστος κι η μυρωδιά της κλεισούρας δέσποζε παντού. Είχε καιρό, είναι αλήθεια, να επισκεφθεί τη γιαγιά και σκόπευε να το κάνει κάποια στιγμή το καλοκαίρι. Δικαιολογούσε τον εαυτό της λέγοντας μέσα της πως οι δυο τους ζούσαν τώρα σε διαφορετικές πολιτείες που βρίσκονταν σε απόσταση η μία από την άλλη. Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχε να βλέπει τη διαπρεπή νομικό και άλλοτε «σιδηρά κυρία» του Κοινοβουλίου, που κατατρόπωνε με τους πύρινους λόγους της κάθε πολιτικό αντίπαλο, να παρακμάζει ολοένα και πιο πολύ από μια αρρώστια που, εκτός των άλλων, ρουφούσε άπληστα ό,τι είχε απομείνει από τη δύναμη του μυαλού της.

Και να που, μετά από χρόνια, βρισκόταν πάλι στο σπίτι της γιαγιάς. Αυτό που της άφησε κληρονομιά φεύγοντας για άλλες, συμπαντικές πολιτείες...

Σκέφτηκε με απόγνωση το χρόνο που θα της έπαιρνε να ξεδιαλέξει τα πράγματα που θα ‘πρεπε να πεταχτούν πριν αρχίσει η ανακαίνιση του παλιού αρχοντικού. Καθώς ψαχούλευε μηχανικά διάφορα μικροαντικείμενα, το μάτι της έπεσε σε ένα παλιό συρτάρι. Έκανε να το ανοίξει μα αυτό είχε σχεδόν κολλήσει από τη σκόνη και την πολυκαιρία. Στο τέλος τα κατάφερε. Ήταν το μέρος που η γιαγιά φύλαγε παλιές επιστολές. Οι περισσότερες ήταν γράμματα από φίλους και ευχετήριες κάρτες, μία όμως της τράβηξε την προσοχή.

Στο πάνω μέρος του κιτρινισμένου χαρτιού υπήρχε ευδιάκριτος ο λογότυπος του Τμήματος Νομικής ενός μεγάλου πανεπιστημίου που βρισκόταν σε κάποια πολιτεία στα βορειοανατολικά. Κάτω από την ιδιόχειρη υπογραφή, στο τέλος της επιστολής, ήταν τυπωμένο το όνομα ενός γνωστού καθηγητή της γιαγιάς από την εποχή που εκείνη σπούδαζε ακόμα νομικά στο πανεπιστήμιο.

Η περιέργεια νίκησε το άγχος για τον λιγοστό διαθέσιμο χρόνο, και η Έλεν ξεκίνησε να διαβάζει τα λόγια που απευθύνονταν κάποτε σε κάποια άλλη Έλεν, πάνω-κάτω στη δική της νεαρή ηλικία...

----------------------------------------

Αγαπημένη μου Έλεν,

Θα αφήσω αυτή την επιστολή στη γραμματεία του πανεπιστημίου, αφού δεν γνωρίζω πού αλλού να τη στείλω ώστε να σε βρει. Ελπίζω τούτη τη στιγμή να τη διαβάζεις ήδη.

Μη φανταστείς πως σου γράφω για να σε νουθετήσω ή να σε μαλώσω. Όχι, δεν έχω τέτοιες προθέσεις. Άλλωστε, σ’ εσάς τους μαθητές μου λέω πάντα πως πριν από κάθε άλλον οφείλει κανείς να κρίνει τον εαυτό του τον ίδιο!

Θέλω λοιπόν απλά να σου ζητήσω συγνώμη. Γιατί, φάνηκα λίγος για το καθήκον που μου ανατέθηκε όταν πήρα στα χέρια μου μια νεαρή, φιλόδοξη και άκρως ευφυή πρωτοετή φοιτήτρια με αποστολή να την καθοδηγήσω ως δάσκαλος μέχρι το τέλος της διαδρομής. Κι αυτό που αποδίδω πίσω στην κοινωνία είναι όχι μία νέα επιστήμων αλλά ένα άτομο απογοητευμένο, διαψευσμένο, παραιτημένο...

Αποδείχθηκα ανάξιος να σε πείσω για την ίδια σου την αξία, να σε θωρακίσω απέναντι σε κάθε κακόβουλη και άδικη κριτική, να σε δυναμώσω όσο χρειαζόταν για να αγνοήσεις τους μικρούς και τους δόλιους και να προχωρήσεις δίχως φόβο κι αμφιβολία στο σκοπό σου.

Φάνηκα μικρός, ελάχιστος, μπροστά στην πρόκληση που μου παρουσιάστηκε, που ήταν τύχη μαζί και ευλογία: Λίγο πριν το ξημέρωμα του εικοστού αιώνα, να είναι μια δική μου μαθήτρια η πρώτη γυναίκα που θα αποφοιτούσε ως νομικός από τούτο εδώ το παραδοσιακά ανδροκρατούμενο πανεπιστήμιο. Και – ποιος ξέρει; – ίσως κάποια μέρα ακόμα και η πρώτη γυναίκα πολιτικός σ’ αυτή την πολιτεία!

Πρέπει, εν τούτοις, να παραδεχθώ ότι πρόσφερες ανείπωτη χαρά στους συμφοιτητές σου. Έβλεπα χθες πόσο έλαμπαν τα πρόσωπά τους μόλις μαθεύτηκε η πρόθεσή σου να παραιτηθείς από τις σπουδές σου και να φύγεις από το πανεπιστήμιο. Τελικά, οφείλω να υποκλιθώ στη μεθοδικότητα και την αποτελεσματικότητά τους! Πέτυχαν να απαλλαγούν από μια ενοχλητική παρουσία και, ταυτόχρονα, να δικαιώσουν τη διάχυτη αμφισβήτηση που υπάρχει για την ικανότητα της γυναίκας να στέκει ορθή μπρος στις προκλήσεις και να φτάνει στην εκπλήρωση των στόχων της.

Ένα είναι βέβαιο: Θα σε καταγράψει η ιστορία σαν τη μοναδική περίπτωση γυναίκας που τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα αυτού του πανεπιστημίου. Γιατί, σίγουρα δεν θα υπάρξει άλλη μετά τη φυγή σου. Και δεν λέω «μετά την αποτυχία σου», αφού ο αληθινά αποτυχημένος θα είμαι εγώ, ο δάσκαλός σου!

Να είσαι πάντα ευτυχισμένη όπου κι αν βρεθείς. Αν και στο βάθος ελπίζω ακόμα πως αύριο, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, θα σε βρω στη γνώριμη θέση σου, έτοιμη να μου δυσκολέψεις όπως πάντα τη ζωή με τις διαπεραστικές απορίες κι ερωτήσεις σου...

Ο δάσκαλός σου,

Καθηγητής C.J.P.

--------------------------------

Η Έλεν θυμήθηκε τότε τα αινιγματικά λόγια που της είχε πει κάποτε η γιαγιά της δίχως να δώσει άλλη εξήγηση:

«Αν ποτέ νιώσεις την ανάγκη να το βάλεις κάτω, θυμήσου τούτο: Όση αλήθεια κι αν βρίσκεται στο φως των αστεριών, υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη Αλήθεια που κρύβεται μέσα σου. Κι αν δεν μπορείς να τη δεις, αφέσου στα χέρια εκείνων που θα σου φωτίσουν το δρόμο!»

Δίπλωσε προσεχτικά το γράμμα και το έβαλε με μια αργή, σχεδόν τελετουργική κίνηση στην τσάντα της...

    (Σε όλους τους Δασκάλους, ακόμα κι αν διαψεύστηκαν...)

KLIK

Τρίτη 20 Ιουνίου 2023

Η αθέατη όψη της βουκαμβίλιας | Το πιο αληθινό βιβλίο που γράφτηκε ποτέ

 Η ιστορία ενός βιβλίου που δεν περιείχε το παραμικρό ψέμα. Ίσως το μόνο τέτοιο βιβλίο που γράφτηκε ποτέ...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Στην αίθουσα εκδηλώσεων του κεντρικού βιβλιοπωλείου είχε μαζευτεί κόσμος από νωρίς. Κάθε νέο βιβλίο του διάσημου συγγραφέα αποτελούσε φιλολογικό γεγονός, όμως τούτο το τελευταίο το τύλιγε ένα πέπλο μυστηρίου. Κανείς δεν γνώριζε τον τίτλο ή το θέμα, μα θα τα μάθαιναν όλα στην παρουσίαση που θα έκανε σε λίγο ο ίδιος ο συγγραφέας. Μάλιστα, οι προσκεκλημένοι θα λάβαιναν κι από μια κόπια του βιβλίου δωρεάν!

Η ξαφνική έξαψη στην αίθουσα φανέρωσε την άφιξη του συγγραφέα. Χωρίς τα συνηθισμένα χαμόγελα και τις γνώριμες χαιρετούρες, κινήθηκε μονομιάς προς το βήμα ενώ ταυτόχρονα μοιράζονταν οι κόπιες στο κοινό. Κίνησε να μιλήσει, μα κάποιος από κάτω τον διέκοψε με φωνή που πρόδιδε ευγένεια μαζί με δισταγμό: «Πριν ξεκινήσουμε, μήπως θα μπορούσα να έχω μια άλλη κόπια; Η δική μου είναι κακέκτυπη. Στο εξώφυλλο λείπει ο τίτλος, και όλες οι εσωτερικές σελίδες είναι λευκές!»

Τότε ένας άλλος απ’ το κοινό ακούστηκε να λέει: «Θέλω κι εγώ μια άλλη κόπια. Έχω το ίδιο πρόβλημα!» Σε λίγο το ίδιο είπε κι ένας τρίτος, κι ένας τέταρτος, ώσπου τελικά βρέθηκε πως όλοι στην αίθουσα είχαν πάρει ένα κακέκτυπο με κατάλευκες σελίδες!

Η απορία κι η αναστάτωση έφτασαν στο αποκορύφωμα σαν έγινε γνωστό πως οι κόπιες ήταν εξαρχής μετρημένες για το κοινό που είχε προσκληθεί, και άλλες δεν υπήρχαν. Ο συγγραφέας πήρε τότε το λόγο, ενώ στην αίθουσα είχε απλωθεί μια παγερή κι αμήχανη σιωπή...

«Αγαπητοί φίλοι, σας ευχαριστώ που με τιμήσατε με την παρουσία σας κι ελπίζω στο τέλος να μη σας απογοητεύσω.

Καθώς ερχόμουν εδώ, έκοψα δρόμο μέσα απ’ το πάρκο του Δημαρχείου. Έπεσε τότε το μάτι μου στις ολάνθιστες βουκαμβίλιες μ’ εκείνους τους υπέροχους φούξια χρωματισμούς τους που αιχμαλωτίζουν πάντα το βλέμμα του περαστικού. Σκέφτηκα τότε να σας μιλήσω σήμερα γι’ αυτή τη μοναδική ομορφιά της Φύσης που πριν λίγο είχα σταθεί τυχερός να αντικρίσω.

Μα γρήγορα άρχισε να με βασανίζει μια δεύτερη σκέψη. Ή μάλλον, ένα αίσθημα ενοχής για μια σχεδιαζόμενη εξαπάτηση του κοινού που θα μαζευόταν εδώ για να με ακούσει! Γιατί, η ομορφιά για την οποία θα μιλούσα είναι πρόσκαιρη, ζει και πεθαίνει μαζί με τα άνθη στο φράχτη του πάρκου. Τι νόημα έχει να μιλά κανείς για το ωραίο που είναι προορισμένο να αφανιστεί;

Όμως, το πιο σπουδαίο είναι αλλού: Ενώ θα εξήπτα τη φαντασία σας με εικόνες απόλυτου φυσικού κάλλους, θα απόφευγα παράλληλα, με κάθε προσοχή, να αναφερθώ στην άλλη, την κρυμμένη όψη της ομορφιάς. Και δεν θα έλεγα κουβέντα για την οδυνηρή εμπειρία μου σαν άγγιξα το φυτό χωρίς να προσέξω εκείνα τα φοβερά αγκάθια που κρύβονταν από κάτω!

Τελικά, αποφάσισα να σας μιλήσω γι’ αυτό που μου συνέβη, εκθέτοντας τόσο τις φωτεινές όσο και τις σκοτεινές πλευρές του. Κι ας διαλέξει ο καθένας από εσάς τι είναι γι’ αυτόν πιο σημαντικό. Εγώ πάντως νιώθω για πρώτη φορά τόσο ανάλαφρος μπροστά σας. Γιατί, είναι η πρώτη φορά που δεν σας εξαπάτησα. Κι όχι μόνο σε ό,τι έχει να κάνει με τις βουκαμβίλιες μα, ακόμα περισσότερο, σε σχέση με το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, φίλοι μου, το βιβλίο αυτό δεν είναι κακέκτυπο, είναι απλά αληθινό. Θα έλεγα, είναι το μόνο αληθινό βιβλίο που έγραψα ποτέ! Γιατί, με κάθε προηγούμενο σας κορόιδεψα, σας ξεγέλασα, σας εξαπάτησα – κι εδώ τελειώνουν τα συνώνυμα που μου ‘ρχονται τούτη τη στιγμή στο μυαλό.

Όμως, ούτε κι ο ίδιος το είχα καλά-καλά συνειδητοποιήσει. Όλα ξεκίνησαν πριν λίγο καιρό, όταν έλαβα μια ανώνυμη επιστολή από κάποια αναγνώστρια που δεν άφηνε να φανεί το παραμικρό γύρω από την ταυτότητά της. Υπόγραφε μόνο στο τέλος με το όνομα ‘Ερινύα’. Το μόνο σίγουρο είναι πως με κάποιον τρόπο με γνώριζε προσωπικά, αφού αναφερόταν σε πράγματα απ’ τη ζωή μου που δεν θα μπορούσε αλλιώς να ξέρει.

Με σαρκασμό που τσάκιζε κόκαλα, ξήλωσε μεθοδικά και βασανιστικά ολόκληρο το πουλόβερ της δήθεν βαθιά ενσυνείδητης ιδεολογίας που σας πουλούσα επί τόσα χρόνια, κι αποδόμησε καρέ-καρέ την ψεύτικη εικόνα μου που σας έχτισα. Με έκανε έτσι να συνειδητοποιήσω ξαφνικά πως – για να το θέσω μεταφορικά – έγραφα πάντα για την ομορφιά της βουκαμβίλιας χωρίς να πω λέξη για τα αγκάθια που κρύβονταν πίσω της!

Και τι δεν μου θύμισε η άγνωστη αυτή Ερινύα...

Τις φορές που, νικημένος από την προκατάληψη, ή ακόμα και την ιδιοτέλεια, υπήρξα άδικος. Εγώ, που σε κάθε μου βιβλίο μιλούσα για την αδιαπραγμάτευτη αξία της δικαιοσύνης...

Τις φορές που, ωθούμενος από υπερτροφικό αίσθημα προσωπικής αξιοπρέπειας, έχασα την αυτοκυριαρχία και τον αυτοέλεγχό μου και συμπεριφέρθηκα με θυμό, ακόμα και με βία! Εγώ, που πρόβαλλα πάντα την αρετή της νηφαλιότητας κι έγραφα πως ο θυμός είναι η πιο αυτοκαταστροφική αρρώστια της ψυχής...

Τις στιγμές που, μεθυσμένος από το κρασί εφήμερων θριάμβων, νικήθηκα από τον πειρασμό της αλαζονείας και αφέθηκα στην ψεύτικη γοητεία του μεγαλείου. Εγώ που έγραφα πως, μετά την αχαριστία, η ματαιοδοξία είναι το πιο σιχαμερό από τα ανθρώπινα ελαττώματα...

Τις φορές που ο φόβος της μοιρασιάς ενός μέρους των κεκτημένων μου με οδήγησε να διεκδικήσω περισσότερα προνόμια και πιο πολλά δικαιώματα, σε σχέση με ανθρώπους του καθημερινού μόχθου που δεν ευτύχησαν να αποκτήσουν τα δικά μου διαπιστευτήρια μιας αμφίβολης, τελικά, μόρφωσης. Εγώ, που κήρυσσα σε κάθε μου έργο την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και δεν έκρυβα την απέχθειά μου για το φρικτό τέρας του κοινωνικού ρατσισμού, σε όλες τις εκφάνσεις του...

Τις φορές, τέλος, που η φωνή μου σκέπασε τη φωνή του διπλανού μου επειδή θεωρούσα πως οι απόψεις μου ήταν πιο σωστές και πιο σημαντικές από τις δικές του. Εγώ, που υμνούσα τον Βολταίρο μιλώντας για την ελευθερία του λόγου και για το αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου στην έκφραση γνώμης...

Η επιστολή της αναγνώστριας με έκανε ακόμα να συναισθανθώ πόσο ψεύτικο κι επιτηδευμένο ήταν το συναίσθημα που ανάδιναν τα συγγράμματά μου που αναφέρονταν στην ανθρώπινη ψυχή. Και πόσο υποκριτής υπήρξε ένας δήθεν ιδεολόγος που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν κυνικό, χυδαίο κι ιδιοτελή έμπορο συγκινήσεων!

Ο επίλογος της επιστολής μού έδειξε τελικά το δρόμο για την κάθαρση της λαβωμένης μου συνείδησης. Με προέτρεπε να υπάρξω για μία έστω φορά έντιμος κι αληθινός απέναντι στους αναγνώστες μου, δίνοντάς τους επιτέλους ένα έργο που δεν θα περιείχε το παραμικρό ψέμα. Σκέφτηκα τότε πως ένας μόνο τρόπος υπήρχε να πετύχω κάτι τέτοιο: να φτιάξω ένα βιβλίο δίχως λέξεις! Κι είναι αυτό που κρατάτε τώρα στα χέρια σας. Τα έξοδα της βιβλιοδεσίας τα κάλυψα μόνος μου και, όπως είναι φυσικό, οι κόπιες είναι μετρημένες.

Όμως, μην αφήσετε το δώρο που σας έκανα να πάει εντελώς χαμένο. Μπορείτε στις λευκές σελίδες του να καταγράφετε τις φορές που κάποτε προδώσατε, ή θα προδώσετε μελλοντικά, τις διακηρυγμένες αρχές σας. Γιατί, στο βάθος του ο καθένας κρύβει ένα μικρό, έστω, κομμάτι από το υποκριτικό τέρας που σας απευθύνθηκε σήμερα από τούτο εδώ το βήμα!»

Ο συγγραφέας μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του και βγήκε αμέσως από την αίθουσα εκδηλώσεων, χωρίς να δώσει στο εμβρόντητο κοινό την ευκαιρία για ερωτήσεις. Απομακρύνθηκε από το βιβλιοπωλείο με βήμα γοργό, ώσπου χάθηκε μέσα στο πλήθος στο πεζοδρόμιο της κεντρικής λεωφόρου. Κανείς δεν ξανάκουσε ύστερα γι’ αυτόν. Κάποιοι μάλιστα αμφισβητούν κι ότι ποτέ υπήρξε...

* Σ’ εκείνους που βρήκαν το θάρρος να αγγίξουν το κλωνάρι μιας βουκαμβίλιας...

KLIK

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Η σονάτα του Κρόιτσερ

 Όταν ο έρωτας είναι η άλλη όψη του θανάτου (μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή)...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ο ιδιοκτήτης της βάρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Τόσα λεφτά για ένα σχεδόν σάπιο σκαρί που καιρό τώρα έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί! Ο αγοραστής δεν ήταν από εκείνους που λένε πολλές κουβέντες. Πλήρωσε χωρίς παζάρια και διαμαρτυρίες το ποσό που του είχε ζητηθεί, χαιρέτησε βιαστικά και μπήκε αμέσως στη βάρκα.

Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...

Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.

Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.

Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.

Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...

Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...

Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.

Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...

Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...

Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!

Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...

Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:

«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!

Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...

Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...

Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»

Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...

Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...

Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...

KLIK

Τρίτη 28 Μαρτίου 2023

Το χρονικό μιας μοναχικής μέρας...


 Στιγμιότυπα από ένα 24-ωρο ζωής σε μία υποβαθμισμένη γειτονιά της Αθήνας...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Την ξύπνησε η μουσική από την τηλεόραση που έπαιζε ακόμα. Αποκοιμήθηκε και την ξέχασε ανοιχτή όλη νύχτα. Ποια νύχτα, δηλαδή, καλό ξημέρωμα ήταν όταν την πήρε ο ύπνος. Δύσκολη υπόθεση έχει γίνει αυτός ο ύπνος, μαρτύριο σωστό μέχρι να έρθει! Και το παντζούρι της μπαλκονόπορτας που τρίζει δεν βοηθά καθόλου να κλείσεις μάτι. Δεν ξέρεις αν είναι ο αέρας ή ο ληστής – και υπάρχουν πολλοί από δαύτους τα τελευταία χρόνια στη γειτονιά. Και θα ‘σαι και τυχερός αν δε σε βρουν μέσα στο σπίτι...

Νύσταζε ακόμα, αλλά έπρεπε να σηκωθεί να πάρει τα φάρμακά της. Ο γιατρός είπε να τα παίρνει ανελλιπώς κάθε πρωί, πριν ακόμα φάει. Μα εκείνη είναι φορές που τα ξεχνάει – η μνήμη, βλέπεις, έχει πια αδυνατίσει. Στην καρτέλα υπήρχε μόνο ένα χάπι. «Πότε τέλειωσε κιόλας μια ολόκληρη καρτέλα με 30 χάπια;» αναρωτήθηκε. Πόσο γρήγορα περνάνε τώρα οι μήνες, ούτε που προλαβαίνεις να τους μετρήσεις!

Πήρε από το ντουλάπι το ποτήρι και άνοιξε τη βρύση. Αυτή στην κουζίνα ήταν εντάξει, μα η βρύση του μπάνιου έσταζε εδώ και καιρό. Εκείνος ήξερε πάντα να διορθώνει τέτοια πράματα, αλλά... ας όψεται η αρρώστια που τον πήρε πριν τρία χρόνια. Κι ο Γιώργης ο υδραυλικός είναι κι αυτός ακριβοθώρητος. Μεγαλοπιάστηκε τώρα, βλέπεις, και καταπιάνεται με μεγάλες δουλειές, για μια βρύση δεν θα κάνει εύκολα τον κόπο...

Στην τηλεόραση, που έπαιζε ακόμα, η ξανθιά παρουσιάστρια έλεγε «σας αγαπώ όλους» κοιτάζοντας με προσποιητή συγκίνηση το φακό. «Εμένα ποιος με αγαπάει;» ρωτήθηκε εκείνη με ένα παράπονο σχεδόν παιδιάστικο. Είναι αλήθεια πως η ζωή τα έφερε να είναι μόνη. Δε φτάνει που έχασε τον άντρα της, τα παιδιά αναγκάστηκαν κι εκείνα να ξενιτευτούν για να βρουν μια δουλειά της προκοπής. Μα και οι κοντινότεροι συγγενείς, όσοι ζουν ακόμα, βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά στην επαρχία.

Από λεφτά δεν έχει παράπονο, υπάρχει η σύνταξη από τον μακαρίτη. Άλλωστε, τι έξοδα έχει; Το φαγητό της λιτό, και για καινούργια ρούχα δε νοιάζεται πια και τόσο. Πού θα πάει για να τα βάλει; Όσο για τα φάρμακα, τα γράφει ο γιατρός στο βιβλιάριο. Τι ευγενικό παιδί αυτός ο γιατρός! Της θυμίζει το γιο της που είναι στην Αμερική. Προχθές το βράδυ την είχε πάρει τηλέφωνο. Εκεί, λέει, είχαν ακόμα μεσημέρι...

Με τις μέρες έχει χάσει πια το λογαριασμό. Κατάντησαν να μη διαφέρουν και πολύ η μία από την άλλη. Ευτυχώς υπάρχει πάντα το ημερολόγιο στον τοίχο της κουζίνας. Κάθε πρωί σκίζει το χαρτάκι της προηγούμενης ημερομηνίας, χωρίς να παραλείπει να διαβάσει το ποιηματάκι που είναι τυπωμένο στην πίσω μεριά. Αλλά, καλά που το πρόσεξε: ήταν η μέρα να πάει στην τράπεζα για τη σύνταξη. (Από κομπιούτερ κι όλα αυτά τα μοντέρνα συστήματα δεν έχει ιδέα, ποιος ήξερε τέτοια περίπλοκα πράγματα στην εποχή της;) Κι εκείνος ο ευλογημένος, τράπεζα που είχε διαλέξει να μπαίνουν τα λεφτά! Χάθηκε η άλλη, λίγα στενά από το σπίτι; Έδινε καλύτερο τόκο, της είχε πει. Ήταν προϊστάμενος εκεί κι ένας μακρινός ανιψιός του...

Δοκιμασία μεγάλη κάθε μήνα αυτό το ταξίδι στην τράπεζα. Όχι μόνο εξαιτίας της απόστασης αλλά και για το φόβο των απρόοπτων. Η Αθήνα δεν είναι πια μέρος να ζεις! Πριν μερικά χρόνια έμενε ένας γεράκος στη διπλανή μονοκατοικία. Ήταν κι αυτός μόνος, είχε χάσει τη γυναίκα του από κάποια αρρώστια. Ο γιος του, που δούλευε στη Θεσσαλονίκη, κάθε μήνα του ‘στελνε λίγα χρήματα, ίσα να συμπληρώνει τη σύνταξη που έφτανε – δεν έφτανε για να ζήσει. Κάποια μέρα τον ακολούθησαν δύο καθώς γύριζε από την τράπεζα. Έξω από την πόρτα του σπιτιού του τον χτύπησαν και του τα πήραν. Ώσπου μια άλλη μέρα, που τον πήραν πάλι ξοπίσω, μπήκαν στο σπίτι του πριν τους πάρει είδηση και προλάβει να κλείσει την πόρτα. Για να μην ακούγονται οι φωνές του, του έκλεισαν το στόμα με μισό ρολό χαρτί από το μπάνιο. Πήραν τα λεφτά που είχε πάνω του μαζί με ό,τι άλλο βρήκαν εκεί, και έφυγαν σαν κύριοι. Ο γιος του, που δεν τον εύρισκε στο τηλέφωνο και ανησύχησε, ζήτησε από έναν ξάδερφο να πάει να ρίξει μια ματιά στο σπίτι του γέρου. Τον βρήκε πεθαμένο, με το χαρτί στο στόμα. Είχε πάθει ασφυξία, είπε ο ιατροδικαστής...

Εκείνους τους δύο ξένους τους είχαν δει, έμεναν στη γειτονιά. Όμως, μετά το φονικό εξαφανίστηκαν. Μα οι κλοπές και οι ληστείες δε σταμάτησαν. Και κάθε έξοδος από το σπίτι έμοιαζε πάντα με ρώσικη ρουλέτα για τους αδύναμους...

«Σε ποιον να πεις καλημέρα;» αναρωτήθηκε εκείνη καθώς έβγαινε στο δρόμο. Οι γνώριμοι γείτονες είναι πια λιγοστοί, οι περισσότεροι απ’ αυτούς μεγάλοι κι ανήμποροι, κλεισμένοι τις πιο πολλές ώρες στο σπίτι. Οι παλιότεροι έχουν πεθάνει, ενώ οι πιο νέοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους αφού πούλησαν όσο – όσο τα σπίτια τους κι έφυγαν για πάντα από τη γειτονιά. Τώρα εκεί βασιλεύει η ανασφάλεια και ο τρόμος. Τα βράδια γίνονται ως και μαχαιρώματα, κάνα δυο φορές μάλιστα ακούστηκαν και πυροβολισμοί. Τι να σου κάνει κι η αστυνομία; Εδώ κυριαρχούν άλλοι νόμοι, σκληροί κι απάνθρωποι, φερμένοι από άλλα μέρη, μακρινά. Μα ίσως τελικά έτσι να πρέπει. Δε μπορεί, κάτι παραπάνω θα ξέρει ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης που είπαν τις προάλλες στη Βουλή ότι «στόχος μας είναι η Ελλάδα να γίνει χώρα πολυπολιτισμική»!

Όμως, δεν είναι όλοι οι ξένοι ίδιοι. Δυο στενά πιο κάτω μένει μια οικογένεια. Ο πατέρας δουλεύει σε ένα ψητοπωλείο, η μητέρα καθαρίζει σπίτια. Τα παιδιά πάνε σχολείο και έχουν μάθει τα ελληνικά πιο καλά κι απ’ τα δικά μας. Ο πατέρας λέει πως, αν είναι να ζήσουν και να προκόψουν σ’ αυτή τη χώρα θα πρέπει να μάθουν καλά τη γλώσσα της και να αφομοιώσουν τον πολιτισμό της. Και, τι καλά παιδιά! Κάθε φορά που τη συναντούν στο δρόμο να γυρνά φορτωμένη με τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ ή τη λαϊκή, προθυμοποιούνται να της κουβαλήσουν τις σακούλες ως το σπίτι. Και ποτέ δε δέχθηκαν να πάρουν μια δραχμή για τον κόπο τους.

Είναι ώρα τώρα που έχει βραδιάσει. Στην τηλεόραση παίζει μια ελληνική ταινία, ασπρόμαυρη. Την είχε πρωτοδεί στο σινεμά με τα παιδιά, όταν ήταν μικρά. Χρόνια είχε να τη δει... Μετά το σινεμά τα πήγαινε πάντα για σουβλάκια σε μια ταβέρνα κοντά στο σπίτι. Τι ωραία και νόστιμα που τα έφτιαχναν τότε! Και άσε τους ειδικούς να λένε σήμερα πως ο γύρος ήταν ανθυγιεινός, αφού έβαζαν, λέει, μέσα στον κιμά ό,τι μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου!

Την πήρε ο ύπνος κι αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Όταν ξύπνησε, η τηλεόραση έπαιζε ειδήσεις. Τα ίδια και τα ίδια... Κρίμα, έχασε τη μισή ταινία, και δε θυμόταν και πώς τελειώνει. Άντε να κοιμηθεί ξανά τώρα! Είναι κι αυτό το παντζούρι που τρίζει πάλι απόψε... Θαρρείς και ο αέρας το απολαμβάνει σαδιστικά να την τρομάζει! Κι άμα δεν είναι ο αέρας; Μα, ας μην κάνει τέτοιες σκέψεις νυχτιάτικα...

Αυτά τα χάπια που της έχουν συστήσει για τον ύπνο δεν θέλει να τα παίρνει, το πρωί νιώθει λες και είναι κομμένα τα πόδια της. Ίσως διαβάσει κάτι μέχρι να αρχίσει να νυστάζει. Όλα τα βιβλία στη βιβλιοθήκη τα ‘χει διαβασμένα, μερικά όμως έχει καιρό να τα ανοίξει. Θα αρπάξει ένα, έτσι στην τύχη. Σίγουρα θα παίξει και κάτι καλό αργότερα η τηλεόραση. Βάζουν κάθε μέρα παλιές αμερικάνικες ταινίες.

Θα καθίσει έτσι ως αργά. Όμως, τούτη τη φορά το πήρε απόφαση. Το πρωί θα πάρει τηλέφωνο την ξαδέρφη στην Πάτρα, να τη ρωτήσει πώς στα κομμάτια το έμαθε εκείνο το κομπιούτερ και συνομιλεί με τις ώρες με ένα σωρό κόσμο, ακόμα κι ολόκληρη τη νύχτα. Μετά, ποιος νοιάζεται για αϋπνίες!

Σαν ξημέρωσε, σηκώθηκε να ετοιμάσει το πρωινό της και να πάρει τα χάπια της. Έβγαλε απ’ το κουτί μία καινούργια καρτέλα... Λίγο πριν βγει απ’ την κουζίνα, είδε στον τοίχο το ημερολόγιο. Έκανε να σκίσει το χαρτάκι αλλά σαν να το μετάνιωσε. Σε τι θα διέφερε, άλλωστε, αυτή η μέρα από την προηγούμενη, έξω από μια άλλη ημερομηνία; Κινήθηκε προς το σαλόνι, μα ξάφνου κοντοστάθηκε: «Τι να λέει άραγε σήμερα το ποιηματάκι στην πίσω μεριά;»

Ναι, αυτό ίσως έκανε μια κάποια διαφορά από το χθες! Και, σαν τον άσωτο που ξαναγυρνά στο πατρικό ζητώντας συγχώρεση, κινήθηκε πάλι προς την κουζίνα...

(Στην Ιφιγένεια Χ., όπου κι αν βρίσκεται...)

KLIK

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2018

Τέσσερις ιστορίες και ένα παραμύθι


Έχουμε καιρό να τα πούμε και, καθώς δεν βρήκα ένα θέμα της προκοπής να αναπτύξω, σκέφτηκα να αφηγηθώ μερικές σύντομες και εντελώς φανταστικές ιστορίες. Έτσι, στην τύχη... Και μάλιστα, λόγω πνευματικής οκνηρίας του γράφοντος, κάποιες από αυτές είναι απλές παραλλαγές προγενέστερων. Ως ελάχιστη αποζημίωση στον αναγνώστη, προσφέρεται ως bonus και ένα παραμύθι...

Ιστορία πρώτη: Ας φανταστούμε ένα ιατρικό συμβούλιο σε κάποιο μεγάλο νοσοκομείο. Αντικείμενο: η απόφαση για την ενδεδειγμένη θεραπεία ενός βαρέως πάσχοντος, με την ελπίδα να σωθεί η ζωή του. Επικρατούν δύο αντίθετες απόψεις που εκφράζονται, αντίστοιχα, από δύο κορυφαίους γιατρούς. Στήνεται έτσι ένα άτυπο ντιμπέιτ μεταξύ των δύο επιστημόνων, στο οποίο ο καθένας τους αιτιολογεί την προσέγγισή του και αναλύει τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, η δική του μέθοδος θεραπείας θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Στο τέλος, το συμβούλιο καλείται να ψηφίσει επί των προτάσεων που ακούστηκαν ώστε να ληφθεί τελική απόφαση για τη θεραπεία του ασθενούς.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γίνεται σεβαστό απ’ όλους, και ιδιαίτερα από τον επιστήμονα του οποίου η άποψη μειοψήφησε. Οι δύο γιατροί φεύγουν μαζί από το νοσοκομείο σαν φίλοι, όχι σαν εχθροί. Στο κάτω-κάτω, είχαν έναν κοινό στόχο: να σώσουν μια ανθρώπινη ζωή. Και η όποια επιστημονική διχογνωμία δεν ήταν ζήτημα προσωπικής αντιπαράθεσης αλλά προσπάθεια αναζήτησης της βέλτιστης λύσης σε ένα πραγματικό πρόβλημα. Οι γιατροί καταλήγουν σε ένα ταβερνάκι κοντά στο νοσοκομείο, για μία μπύρα. Δεν έχει σημασία ποιος πλήρωσε τον λογαριασμό...

Ιστορία δεύτερη: Ας φανταστούμε τώρα ότι ο «ασθενής» είναι μία χρεοκοπημένη και σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένη χώρα, ενώ οι δύο κορυφαίοι «γιατροί» είναι τα δύο μεγάλα κόμματα που διεκδικούν την εξουσία. Τα κόμματα αυτά είναι πατριωτικά και δεν βάζουν τίποτα πάνω από τη σωτηρία της χώρας. Έτσι, αντιπαραθέτουν τις ιδέες τους προσέχοντας, όμως, να μη διχάσουν τον λαό με εμπρηστικές ρητορείες, αφού γνωρίζουν καλά ότι ένας εθνικός διχασμός θα ήταν καταστροφικός για τη χώρα. Στη συνείδηση της κοινωνίας, τα δύο κόμματα είναι απλά φορείς διαφορετικών ιδεών, δεν είναι αλληλομισούμενοι εχθροί. Εξ άλλου, ο σκοπός τους είναι κοινός: η υπέρβαση της κρίσης και η ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο» στον τόπο...

Ιστορία τρίτη: Επιστρέφουμε στο ιατρικό συμβούλιο της πρώτης μας ιστορίας. Τούτη τη φορά συντίθεται από δύο μεγαλο-καθηγητές Ιατρικής και τις κουστωδίες των βοηθών τους. Και πάλι ο κάθε καθηγητής προτείνει μία δική του μέθοδο θεραπείας για τον ασθενή. Μα τα κίνητρά τους τώρα δεν είναι απόλυτα ανιδιοτελή. Η κάθε θεραπεία απαιτεί αγωγή με πανάκριβα φάρμακα που διατίθενται, αντίστοιχα, από δύο αντίπαλες φαρμακοβιομηχανίες. Κάθε μία εκ των οποίων συνεργάζεται αφανώς με έναν από τους μεγαλογιατρούς, δίνοντάς του μεγάλες προμήθειες όταν καταφέρνει να επιβάλλει τα δικά της προϊόντα...

Όπως είναι αντιληπτό, αυτή η αμφίπλευρη διαπλοκή έχει δημιουργήσει μεγάλη εχθρότητα ανάμεσα στους δύο επιστήμονες. Έτσι, το ιατρικό συμβούλιο είναι μάλλον ένα πεδίο σύγκρουσης συμφερόντων παρά ένα μέσον αναζήτησης σωτηρίας για έναν άνθρωπο. Ο οποίος σίγουρα θα είχε ωφεληθεί περισσότερο από μία καλοπροαίρετη και ανιδιοτελή συνεργασία μεταξύ των δύο κορυφαίων γιατρών!

Οι γιατροί φεύγουν χωριστά από το νοσοκομείο. Ο επικρατήσας στο ντιμπέιτ κερνά μια μπύρα τους βοηθούς του στο κοντινό ταβερνάκι. Ο ηττημένος προειδοποιεί τους δικούς του ότι πλησιάζει ο χρόνος για ανανέωση συμβάσεων...

Ιστορία τέταρτη: Πίσω στη χρεοκοπημένη χώρα της δεύτερης ιστορίας μας, υποθέτουμε τώρα ότι τα δύο κόμματα εξουσίας μόνο ως πατριωτικά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν! Συμπεριφέρονται σαν μικρομάγαζα στην ίδια φτωχογειτονιά, που το καθένα προσπαθεί με κάθε τρόπο να κλέψει πελάτες από το άλλο. Έτσι, η «πολιτική» τους δράση επικεντρώνεται στην αποδόμηση του αντιπάλου κόμματος, αντί στην αναδόμηση της χώρας. Για να πετύχουν τους στόχους τους, δεν διστάζουν να διχάσουν την κοινωνία οδηγώντας την ακόμα και στα πρόθυρα εμφύλιας διαμάχης. Φυσικά, για τα κόμματα αυτά η κατάκτηση ή η διατήρηση της εξουσίας δεν συνιστούν ιδεολογικά οράματα αλλά ιδιοτελείς βλέψεις προς όφελος «ημετέρων». Και σίγουρα όλα αυτά δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τη σωτηρία της πατρίδας, αφού μια τέτοια ανάγκη επιβάλλει συσπειρώσεις και κοινές δράσεις αντί ακραίας πολιτικής πόλωσης που οδηγεί σε εθνικό διχασμό...

Τα παραμύθια γράφονται κυρίως για παιδιά. Αυτό που ακολουθεί απευθύνεται σε «παιδιά» που επιμένουν να αναζητούν αλήθειες καθ’ υπέρβαση των επιφαινομένων. Που αναρωτιούνται, λ.χ., πώς είναι δυνατό δύο φαινομενικά αλληλομισούμενοι πολιτικοί αντίπαλοι, που ανταλλάσσουν ακόμα και ύβρεις εντός Κοινοβουλίου, να εμφανίζονται αίφνης τόσο χαλαροί κι ευχάριστοι μεταξύ τους σε κοινωνικές συναθροίσεις, επιδιδόμενοι σε αμοιβαίους αστεϊσμούς με ένα ποτήρι ουίσκι ανά χείρας...

Ήταν κάποτε, λοιπόν, ένας βασιλιάς σε μια μικρή κι ασήμαντη χώρα που δεν θυμάμαι καν τ’ όνομά της. Ήταν σκληρός με τους υπηκόους του, με εξαίρεση τα μέλη μιας μικρής ομάδας προνομιούχων που τον στήριζαν δίνοντάς του τα μέσα για να ασκεί ανενόχλητα την εξουσία του. Όμως, η δυσαρέσκεια του λαού όλο και γιγαντωνόταν, και μια εξέγερση σιγόβραζε ανάμεσα στους απλούς ανθρώπους που υπέφεραν από την πείνα και εξοργίζονταν με την ανισότητα και την αδικία…

Ο βασιλιάς τότε συγκάλεσε συμβούλιο με τους σοφούς της αυλής, να πάρει τη γνώμη τους γι’ αυτή την επικίνδυνη κατάσταση που διαμορφωνόταν στη χώρα. Κάποια στιγμή, ο αρχαιότερος των σοφών πήρε τον λόγο:

«Άκουσε τι θα κάνεις, Βασιλιά, για να αποτρέψεις την εξέγερση: Είσαι τυχερός που έχεις δύο γιους. Θα αφήσεις, λοιπόν, να διαδοθεί σ’ όλη τη χώρα πως άλλαξαν στάση απέναντί σου και θέλουν τώρα να σε ανατρέψουν και να καταργήσουν τη βασιλεία σου. Πράγμα που, τελικά, θα επιτρέψεις να γίνει – εικονικά, βέβαια, και κάτω από τον απόλυτο έλεγχό σου. Μετά από λίγο, οι δύο γιοι σου θα διαφωνήσουν, δήθεν, μεταξύ τους για το είδος της διακυβέρνησης. Ο ένας θα κάνει πως είναι συντηρητικός και σταθερά προσηλωμένος στις παραδοσιακές αξίες του τόπου, ενώ ο άλλος θα φαίνεται προοδευτικός και ανατρεπτικός, με νέες ιδέες που θα στοχεύουν στο καλό του λαού. Ε, από εκεί και πέρα ας αποφασίζει κάθε τόσο ο ίδιος ο λαός για το ποιος από τους δύο θα τον κυβερνά. Ούτως ή άλλως το πρόσταγμα θα το έχεις πάντα εσύ και οι προνομιούχοι σου!»

Με τον τρόπο αυτό, γεννήθηκε στη χώρα εκείνη η Δημοκρατία. Ή, τουλάχιστον, αυτό που φάνταζε στις συνειδήσεις των αφελών πολιτών ως «Δημοκρατία»! Γιατί ο λαός – διχασμένος τώρα σε δύο αλληλομισούμενα στρατόπεδα, κι έτσι ακόμα περισσότερο αποδυναμωμένος – συνέχισε να πεινά, οι προνομιούχοι εξακολούθησαν να πλουτίζουν, ενώ ο βασιλιάς δεν έπαψε ποτέ στ’ αλήθεια να κυβερνά...

Αφηγήσεων τέλος!

Aixmi.gr

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018

Η σονάτα του Κρόιτσερ


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ο ιδιοκτήτης της βάρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Τόσα λεφτά για ένα σχεδόν σάπιο σκαρί που καιρό τώρα έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί! Ο αγοραστής δεν ήταν από εκείνους που λένε πολλές κουβέντες. Πλήρωσε χωρίς παζάρια και διαμαρτυρίες το ποσό που του είχε ζητηθεί, χαιρέτησε βιαστικά και μπήκε αμέσως στη βάρκα.

Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...

Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.

Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.

Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.

Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...

Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...

Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.

Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...

Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...

Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!

Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...

Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:

«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!

Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...

Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...

Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»

Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...

Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...

Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...



Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Η αθέατη όψη της βουκαμβίλιας


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Στην αίθουσα εκδηλώσεων του κεντρικού βιβλιοπωλείου είχε μαζευτεί κόσμος από νωρίς. Κάθε νέο βιβλίο του διάσημου συγγραφέα αποτελούσε φιλολογικό γεγονός, όμως τούτο το τελευταίο το τύλιγε ένα πέπλο μυστηρίου. Κανείς δεν γνώριζε τον τίτλο ή το θέμα, μα θα τα μάθαιναν όλα στην παρουσίαση που θα έκανε σε λίγο ο ίδιος ο συγγραφέας. Μάλιστα, οι προσκεκλημένοι θα λάβαιναν κι από μια κόπια του βιβλίου δωρεάν!

Η ξαφνική έξαψη στην αίθουσα φανέρωσε την άφιξη του συγγραφέα. Χωρίς τα συνηθισμένα χαμόγελα και τις γνώριμες χαιρετούρες, κινήθηκε μονομιάς προς το βήμα ενώ ταυτόχρονα μοιράζονταν οι κόπιες στο κοινό. Κίνησε να μιλήσει, μα κάποιος από κάτω τον διέκοψε με φωνή που πρόδιδε ευγένεια μαζί με δισταγμό: «Πριν ξεκινήσουμε, μήπως θα μπορούσα να έχω μια άλλη κόπια; Η δική μου είναι κακέκτυπη. Στο εξώφυλλο λείπει ο τίτλος, και όλες οι εσωτερικές σελίδες είναι λευκές!»

Τότε ένας άλλος απ’ το κοινό ακούστηκε να λέει: «Θέλω κι εγώ μια άλλη κόπια. Έχω το ίδιο πρόβλημα!» Σε λίγο το ίδιο είπε κι ένας τρίτος, κι ένας τέταρτος, ώσπου τελικά βρέθηκε πως όλοι στην αίθουσα είχαν πάρει ένα κακέκτυπο με κατάλευκες σελίδες!

Η απορία κι η αναστάτωση έφτασαν στο αποκορύφωμα σαν έγινε γνωστό πως οι κόπιες ήταν εξαρχής μετρημένες για το κοινό που είχε προσκληθεί, και άλλες δεν υπήρχαν. Ο συγγραφέας πήρε τότε το λόγο, ενώ στην αίθουσα είχε απλωθεί μια παγερή κι αμήχανη σιωπή...

«Αγαπητοί φίλοι, σας ευχαριστώ που με τιμήσατε με την παρουσία σας κι ελπίζω στο τέλος να μη σας απογοητεύσω.

Καθώς ερχόμουν εδώ, έκοψα δρόμο μέσα απ’ το πάρκο του Δημαρχείου. Έπεσε τότε το μάτι μου στις ολάνθιστες βουκαμβίλιες μ’ εκείνους τους υπέροχους φούξια χρωματισμούς τους που αιχμαλωτίζουν πάντα το βλέμμα του περαστικού. Σκέφτηκα τότε να σας μιλήσω σήμερα γι’ αυτή τη μοναδική ομορφιά της Φύσης που πριν λίγο είχα σταθεί τυχερός να αντικρίσω.

Μα γρήγορα άρχισε να με βασανίζει μια δεύτερη σκέψη. Ή μάλλον, ένα αίσθημα ενοχής για μια σχεδιαζόμενη εξαπάτηση του κοινού που θα μαζευόταν εδώ για να με ακούσει! Γιατί, η ομορφιά για την οποία θα μιλούσα είναι πρόσκαιρη, ζει και πεθαίνει μαζί με τα άνθη στο φράχτη του πάρκου. Τι νόημα έχει να μιλά κανείς για το ωραίο που είναι προορισμένο να αφανιστεί;

Όμως, το πιο σπουδαίο είναι αλλού: Ενώ θα εξήπτα τη φαντασία σας με εικόνες απόλυτου φυσικού κάλλους, θα απόφευγα παράλληλα, με κάθε προσοχή, να αναφερθώ στην άλλη, την κρυμμένη όψη της ομορφιάς. Και δεν θα έλεγα κουβέντα για την οδυνηρή εμπειρία μου σαν άγγιξα το φυτό χωρίς να προσέξω εκείνα τα φοβερά αγκάθια που κρύβονταν από κάτω!

Τελικά, αποφάσισα να σας μιλήσω γι’ αυτό που μου συνέβη, εκθέτοντας τόσο τις φωτεινές όσο και τις σκοτεινές πλευρές του. Κι ας διαλέξει ο καθένας από εσάς τι είναι γι’ αυτόν πιο σημαντικό. Εγώ πάντως νιώθω για πρώτη φορά τόσο ανάλαφρος μπροστά σας. Γιατί, είναι η πρώτη φορά που δεν σας εξαπάτησα. Κι όχι μόνο σε ό,τι έχει να κάνει με τις βουκαμβίλιες μα, ακόμα περισσότερο, σε σχέση με το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, φίλοι μου, το βιβλίο αυτό δεν είναι κακέκτυπο, είναι απλά αληθινό. Θα έλεγα, είναι το μόνο αληθινό βιβλίο που έγραψα ποτέ! Γιατί, με κάθε προηγούμενο σας κορόιδεψα, σας ξεγέλασα, σας εξαπάτησα – κι εδώ τελειώνουν τα συνώνυμα που μου ‘ρχονται τούτη τη στιγμή στο μυαλό.

Όμως, ούτε κι ο ίδιος το είχα καλά-καλά συνειδητοποιήσει. Όλα ξεκίνησαν πριν λίγο καιρό, όταν έλαβα μια ανώνυμη επιστολή από κάποια αναγνώστρια που δεν άφηνε να φανεί το παραμικρό γύρω από την ταυτότητά της. Υπόγραφε μόνο στο τέλος με το όνομα ‘Ερινύα’. Το μόνο σίγουρο είναι πως με κάποιον τρόπο με γνώριζε προσωπικά, αφού αναφερόταν σε πράγματα απ’ τη ζωή μου που δεν θα μπορούσε αλλιώς να ξέρει.

Με σαρκασμό που τσάκιζε κόκαλα, ξήλωσε μεθοδικά και βασανιστικά ολόκληρο το πουλόβερ της δήθεν βαθιά ενσυνείδητης ιδεολογίας που σας πουλούσα επί τόσα χρόνια, κι αποδόμησε καρέ-καρέ την ψεύτικη εικόνα μου που σας έχτισα. Με έκανε έτσι να συνειδητοποιήσω ξαφνικά πως – για να το θέσω μεταφορικά – έγραφα πάντα για την ομορφιά της βουκαμβίλιας χωρίς να πω λέξη για τα αγκάθια που κρύβονταν πίσω της!

Και τι δεν μου θύμισε η άγνωστη αυτή Ερινύα...

Τις φορές που, νικημένος από την προκατάληψη, ή ακόμα και την ιδιοτέλεια, υπήρξα άδικος. Εγώ, που σε κάθε μου βιβλίο μιλούσα για την αδιαπραγμάτευτη αξία της δικαιοσύνης...

Τις φορές που, ωθούμενος από υπερτροφικό αίσθημα προσωπικής αξιοπρέπειας, έχασα την αυτοκυριαρχία και τον αυτοέλεγχό μου και συμπεριφέρθηκα με θυμό, ακόμα και με βία! Εγώ, που πρόβαλλα πάντα την αρετή της νηφαλιότητας κι έγραφα πως ο θυμός είναι η πιο αυτοκαταστροφική αρρώστια της ψυχής...

Τις στιγμές που, μεθυσμένος από το κρασί εφήμερων θριάμβων, νικήθηκα από τον πειρασμό της αλαζονείας και αφέθηκα στην ψεύτικη γοητεία του μεγαλείου. Εγώ που έγραφα πως, μετά την αχαριστία, η ματαιοδοξία είναι το πιο σιχαμερό από τα ανθρώπινα ελαττώματα...

Τις φορές που ο φόβος της μοιρασιάς ενός μέρους των κεκτημένων μου με οδήγησε να διεκδικήσω περισσότερα προνόμια και πιο πολλά δικαιώματα, σε σχέση με ανθρώπους του καθημερινού μόχθου που δεν ευτύχησαν να αποκτήσουν τα δικά μου διαπιστευτήρια μιας αμφίβολης, τελικά, μόρφωσης. Εγώ, που κήρυσσα σε κάθε μου έργο την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους και δεν έκρυβα την απέχθειά μου για το φρικτό τέρας του κοινωνικού ρατσισμού, σε όλες τις εκφάνσεις του...

Τις φορές, τέλος, που η φωνή μου σκέπασε τη φωνή του διπλανού μου επειδή θεωρούσα πως οι απόψεις μου ήταν πιο σωστές και πιο σημαντικές από τις δικές του. Εγώ, που υμνούσα τον Βολταίρο μιλώντας για την ελευθερία του λόγου και για το αναφαίρετο δικαίωμα του ανθρώπου στην έκφραση γνώμης...

Η επιστολή της αναγνώστριας με έκανε ακόμα να συναισθανθώ πόσο ψεύτικο κι επιτηδευμένο ήταν το συναίσθημα που ανάδιναν τα συγγράμματά μου που αναφέρονταν στην ανθρώπινη ψυχή. Και πόσο υποκριτής υπήρξε ένας δήθεν ιδεολόγος που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν κυνικό, χυδαίο κι ιδιοτελή έμπορο συγκινήσεων!

Ο επίλογος της επιστολής μού έδειξε τελικά το δρόμο για την κάθαρση της λαβωμένης μου συνείδησης. Με προέτρεπε να υπάρξω για μία έστω φορά έντιμος κι αληθινός απέναντι στους αναγνώστες μου, δίνοντάς τους επιτέλους ένα έργο που δεν θα περιείχε το παραμικρό ψέμα. Σκέφτηκα τότε πως ένας μόνο τρόπος υπήρχε να πετύχω κάτι τέτοιο: να φτιάξω ένα βιβλίο δίχως λέξεις! Κι είναι αυτό που κρατάτε τώρα στα χέρια σας. Τα έξοδα της βιβλιοδεσίας τα κάλυψα μόνος μου και, όπως είναι φυσικό, οι κόπιες είναι μετρημένες.

Όμως, μην αφήσετε το δώρο που σας έκανα να πάει εντελώς χαμένο. Μπορείτε στις λευκές σελίδες του να καταγράφετε τις φορές που κάποτε προδώσατε, ή θα προδώσετε μελλοντικά, τις διακηρυγμένες αρχές σας. Γιατί, στο βάθος του ο καθένας κρύβει ένα μικρό, έστω, κομμάτι από το υποκριτικό τέρας που σας απευθύνθηκε σήμερα από τούτο εδώ το βήμα!»

Ο συγγραφέας μάζεψε βιαστικά τα χαρτιά του και βγήκε αμέσως από την αίθουσα εκδηλώσεων, χωρίς να δώσει στο εμβρόντητο κοινό την ευκαιρία για ερωτήσεις. Απομακρύνθηκε από το βιβλιοπωλείο με βήμα γοργό, ώσπου χάθηκε μέσα στο πλήθος στο πεζοδρόμιο της κεντρικής λεωφόρου. Κανείς δεν ξανάκουσε ύστερα γι’ αυτόν. Κάποιοι μάλιστα αμφισβητούν κι ότι ποτέ υπήρξε...

* Σ’ εκείνους που βρήκαν το θάρρος να αγγίξουν το κλωνάρι μιας βουκαμβίλιας...

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Γράμμα στην Έλεν...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Το σπίτι ήταν παλιό, όμως διατηρούσε κάτι από την περασμένη του αρχοντιά. Το τρίξιμο της σιδερένιας αυλόπορτας έκανε την Έλεν ν’ ανατριχιάσει κάπως (η γιαγιά είχε πάψει προ πολλού να ασχολείται με τέτοια μικρο-ζητήματα). Ανέβηκε με κάποιο δισταγμό τα πέντε-έξι σκαλιά της εισόδου και έβαλε, τελικά, το κλειδί στην πόρτα... 

Ο χώρος έμοιαζε από καιρό αφρόντιστος κι η μυρωδιά της κλεισούρας δέσποζε παντού. Είχε καιρό, είναι αλήθεια, να επισκεφθεί τη γιαγιά και σκόπευε να το κάνει κάποια στιγμή το καλοκαίρι. Δικαιολογούσε τον εαυτό της λέγοντας μέσα της πως οι δυο τους ζούσαν τώρα σε διαφορετικές πολιτείες που βρίσκονταν σε απόσταση η μία από την άλλη. Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχε να βλέπει τη διαπρεπή νομικό και άλλοτε «σιδηρά κυρία» του Κοινοβουλίου, που κατατρόπωνε με τους πύρινους λόγους της κάθε πολιτικό αντίπαλο, να παρακμάζει ολοένα και πιο πολύ από μια αρρώστια που, εκτός των άλλων, ρουφούσε άπληστα ό,τι είχε απομείνει από τη δύναμη του μυαλού της.

Και να που, μετά από χρόνια, βρισκόταν πάλι στο σπίτι της γιαγιάς. Αυτό που της άφησε κληρονομιά φεύγοντας για άλλες, συμπαντικές πολιτείες...

Σκέφτηκε με απόγνωση το χρόνο που θα της έπαιρνε να ξεδιαλέξει τα πράγματα που θα ‘πρεπε να πεταχτούν πριν αρχίσει η ανακαίνιση του παλιού αρχοντικού. Καθώς ψαχούλευε μηχανικά διάφορα μικροαντικείμενα, το μάτι της έπεσε σε ένα παλιό συρτάρι. Έκανε να το ανοίξει μα αυτό είχε σχεδόν κολλήσει από τη σκόνη και την πολυκαιρία. Στο τέλος τα κατάφερε. Ήταν το μέρος που η γιαγιά φύλαγε παλιές επιστολές. Οι περισσότερες ήταν γράμματα από φίλους και ευχετήριες κάρτες, μία όμως της τράβηξε την προσοχή.

Στο πάνω μέρος του κιτρινισμένου χαρτιού υπήρχε ευδιάκριτος ο λογότυπος του Τμήματος Νομικής ενός μεγάλου πανεπιστημίου που βρισκόταν σε κάποια πολιτεία στα βορειοανατολικά. Κάτω από την ιδιόχειρη υπογραφή, στο τέλος της επιστολής, ήταν τυπωμένο το όνομα ενός γνωστού καθηγητή της γιαγιάς από την εποχή που εκείνη σπούδαζε ακόμα νομικά στο πανεπιστήμιο.

Η περιέργεια νίκησε το άγχος για τον λιγοστό διαθέσιμο χρόνο, και η Έλεν ξεκίνησε να διαβάζει τα λόγια που απευθύνονταν κάποτε σε κάποια άλλη Έλεν, πάνω-κάτω στη δική της νεαρή ηλικία...

----------------------------------------

Αγαπημένη μου Έλεν,

Θα αφήσω αυτή την επιστολή στη γραμματεία του πανεπιστημίου, αφού δεν γνωρίζω πού αλλού να τη στείλω ώστε να σε βρει. Ελπίζω τούτη τη στιγμή να τη διαβάζεις ήδη.

Μη φανταστείς πως σου γράφω για να σε νουθετήσω ή να σε μαλώσω. Όχι, δεν έχω τέτοιες προθέσεις. Άλλωστε, σ’ εσάς τους μαθητές μου λέω πάντα πως πριν από κάθε άλλον οφείλει κανείς να κρίνει τον εαυτό του τον ίδιο!

Θέλω λοιπόν απλά να σου ζητήσω συγνώμη. Γιατί, φάνηκα λίγος για το καθήκον που μου ανατέθηκε όταν πήρα στα χέρια μου μια νεαρή, φιλόδοξη και άκρως ευφυή πρωτοετή φοιτήτρια με αποστολή να την καθοδηγήσω ως δάσκαλος μέχρι το τέλος της διαδρομής. Κι αυτό που αποδίδω πίσω στην κοινωνία είναι όχι μία νέα επιστήμων αλλά ένα άτομο απογοητευμένο, διαψευσμένο, παραιτημένο...

Αποδείχθηκα ανάξιος να σε πείσω για την ίδια σου την αξία, να σε θωρακίσω απέναντι σε κάθε κακόβουλη και άδικη κριτική, να σε δυναμώσω όσο χρειαζόταν για να αγνοήσεις τους μικρούς και τους δόλιους και να προχωρήσεις δίχως φόβο κι αμφιβολία στο σκοπό σου.

Φάνηκα μικρός, ελάχιστος, μπροστά στην πρόκληση που μου παρουσιάστηκε, που ήταν τύχη μαζί και ευλογία: Λίγο πριν το ξημέρωμα του εικοστού αιώνα, να είναι μια δική μου μαθήτρια η πρώτη γυναίκα που θα αποφοιτούσε ως νομικός από τούτο εδώ το παραδοσιακά ανδροκρατούμενο πανεπιστήμιο. Και – ποιος ξέρει; – ίσως κάποια μέρα ακόμα και η πρώτη γυναίκα πολιτικός σ’ αυτή την πολιτεία!

Πρέπει, εν τούτοις, να παραδεχθώ ότι πρόσφερες ανείπωτη χαρά στους συμφοιτητές σου. Έβλεπα χθες πόσο έλαμπαν τα πρόσωπά τους μόλις μαθεύτηκε η πρόθεσή σου να παραιτηθείς από τις σπουδές σου και να φύγεις από το πανεπιστήμιο. Τελικά, οφείλω να υποκλιθώ στη μεθοδικότητα και την αποτελεσματικότητά τους! Πέτυχαν να απαλλαγούν από μια ενοχλητική παρουσία και, ταυτόχρονα, να δικαιώσουν τη διάχυτη αμφισβήτηση που υπάρχει για την ικανότητα της γυναίκας να στέκει ορθή μπρος στις προκλήσεις και να φτάνει στην εκπλήρωση των στόχων της.

Ένα είναι βέβαιο: Θα σε καταγράψει η ιστορία σαν τη μοναδική περίπτωση γυναίκας που τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα αυτού του πανεπιστημίου. Γιατί, σίγουρα δεν θα υπάρξει άλλη μετά τη φυγή σου. Και δεν λέω «μετά την αποτυχία σου», αφού ο αληθινά αποτυχημένος θα είμαι εγώ, ο δάσκαλός σου!

Να είσαι πάντα ευτυχισμένη όπου κι αν βρεθείς. Αν και στο βάθος ελπίζω ακόμα πως αύριο, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, θα σε βρω στη γνώριμη θέση σου, έτοιμη να μου δυσκολέψεις όπως πάντα τη ζωή με τις διαπεραστικές απορίες κι ερωτήσεις σου...

Ο δάσκαλός σου,
Καθηγητής C.J.P.

--------------------------------

Η Έλεν θυμήθηκε τότε τα αινιγματικά λόγια που της είχε πει κάποτε η γιαγιά της δίχως να δώσει άλλη εξήγηση:

«Αν ποτέ νιώσεις την ανάγκη να το βάλεις κάτω, θυμήσου τούτο: Όση αλήθεια κι αν βρίσκεται στο φως των αστεριών, υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη Αλήθεια που κρύβεται μέσα σου. Κι αν δεν μπορείς να τη δεις, αφέσου στα χέρια εκείνων που θα σου φωτίσουν το δρόμο!»

Δίπλωσε προσεχτικά το γράμμα και το έβαλε με μια αργή, σχεδόν τελετουργική κίνηση στην τσάντα της...

* Το κείμενο βασίζεται σε μια ιδέα του Αριστείδη Μαγουλά.

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2016

To γράμμα στην τσέπη του φύλακα


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ο ταχυδρόμος φαινόταν σαστισμένος. Το γράμμα δεν είχε όνομα αποστολέα, ενώ στη θέση του παραλήπτη έγραφε, απλά, «Σε προσοχή Λ.Χ.». Μα κι η ίδια η διεύθυνση δεν ξεκαθάριζε πολλά πράγματα. Στην πόρτα της παλιάς μονοκατοικίας υπήρχε πωλητήριο, ενώ η ηλικιωμένη κυρία στην οποία ανήκε το σπίτι είχε μόλις φύγει για την επαρχία. Έτσι ξαφνικά και για πάντα, όπως είπαν οι γείτονες.

«Τι να το κάνω το γράμμα;», με ρώτησε αμήχανα ο ταχυδρόμος. Ίσα για να τον βγάλω από την άβολη θέση, προσφέρθηκα να το κρατήσω εγώ, μήπως κι ερχόταν κάποιος να το ζητήσει.

Πέρασε καιρός, και ο φάκελος έμενε πάντα ακουμπισμένος αθόρυβα στο ίδιο ράφι της βιβλιοθήκης μου, σα λυπημένο αδέσποτο που μάταια περιμένει τον ιδιοκτήτη του να ‘ρθει να το μαζέψει. Σκέφτηκα να πετάξω το γράμμα, μα κάτι με σταμάτησε. Κάποια στιγμή, η περιέργεια με έκανε ν’ ανοίξω το φάκελο. Άλλωστε, αυτό δεν θα ‘ταν καν αδιακρισία, αφού καμία ταυτότητα δεν φανερωνόταν πουθενά. Ήταν σαν ένα γράμμα απ’ τον «κανένα» προς τον «κανένα»!

Ο γραφικός χαρακτήρας στην αρχή του κειμένου ανάδινε μια ήρεμη σοφία. Μα η γαλήνη αυτή σύντομα χανόταν, σαν μια ήσυχη πρωινή θάλασσα του καλοκαιριού που ξάφνου σήκωσε κύμα κι έγινε τρικυμία το μεσημέρι! Πάντως, φαινόταν από άνθρωπο με κάποιο επίπεδο. Άρχισα να διαβάζω, στην αρχή μάλλον με ουδέτερη διάθεση…

————————————————

Στέλνω το γράμμα στη διεύθυνση της θείας σου (στη δική σου, όπως καταλαβαίνεις, δεν θα τολμούσα). Ελπίζω να σου το δώσει. Άλλωστε, δεν προτίθεμαι να την ξαναενοχλήσω. Ούτε κι εσένα, φυσικά…

Νιώθω αμήχανος γιατί δεν ξέρω πώς να σε προσφωνήσω. Με τ’ όνομά σου; Δεν το έκανα ποτέ, ένα συνηθισμένο όνομα δεν μου έφτανε για να σε περιγράψω. Όσο για τις άλλες λέξεις που σου ‘λεγα, δεν έχω πια δικαίωμα να τις χρησιμοποιώ. Θα έμοιαζαν άδειες από περιεχόμενο, δίχως αντίκρισμα. Εξάλλου, τι νόημα έχουν οι λέξεις σαν χάνονται οι ιδιότητες; Γι’ αυτό, θα ξεκινήσω έτσι άκομψα, χωρίς προσφώνηση.

Αν τυχόν διέκρινες ένα αίσθημα απογοήτευσης ανάμεσα στις πρώτες αυτές γραμμές, σωστά το διέκρινες. Μα κι αν ακόμα δεν το ‘νιωσες, δεν θα σου είναι δύσκολο να το μαντέψεις. Σε προλαβαίνω: Μη νομίσεις ότι σε θεωρώ υπεύθυνη, πως για κάτι σε κατηγορώ. Κάθε άλλο: μάλλον ευγνωμοσύνη σου οφείλω! Γιατί, θα ήταν πολύ προβλέψιμη κι ανιαρή η ζωή αν τίποτα απ’ όσα πιστέψαμε δεν μας διέψευδε ποτέ…

Θυμάμαι κάποιες φορές να λες, με μια δόση φιλοσοφημένου κυνισμού, πως ίσως και να μην ταίριασαν οι χρόνοι μας. Ήθελες μάλλον να πεις πως δεν βρήκαμε την κατάλληλη εποχή να συναντηθούμε. Θα μπορούσα και να συμφωνήσω με τη φράση σου, μόνο που εγώ την εννοώ κάπως διαφορετικά: Για μένα, χρόνος δεν υπήρχε καν ως τη στιγμή που θα σε ξανάβλεπα. Για σένα, ήμουν ένα σχετικά ανεκτό συμπλήρωμα στον λιγοστό δικό σου άδειο χρόνο. Ρόλος, δηλαδή, όχι ατομικότητα…

Τι ειρωνεία… Ήταν ό,τι ακριβώς έλεγες πως μισούσες να βιώνεις απ’ τη μεριά σου, εσύ η γυναίκα η περήφανη, η ανεξάρτητη, η ανυπόταχτη. Που σιχαινόσουν τους ρόλους που καταπίνουν την προσωπικότητα (της γυναίκας, εννοείται), που έτρεμες μήπως ξεφύγει από καμιά χαραμάδα της ψυχής σου λίγο συναίσθημα, μη και φανείς αδύναμη, ευάλωτη, κατατεθειμένη, εξαρτημένη… Ναι, εσύ, η πιστή θαυμάστρια της Μελίνας. Ψέμα, δεν ήσουν καν θαυμάστρια: ήσουν η ίδια η Μελίνα!

Όμως, δεν σου ρίχνω ευθύνες, δεν θα φορτώσω πάνω σου το βάρος της δικής μου ελαφρότητας. Εισέπραξα, τελικά, απ’ τη ζωή αυτό που μου άξιζε. Εγώ που δίδασκα, με την αυτάρεσκη σιγουριά νικητή, την παντοδυναμία του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, βρέθηκα να τον επαληθεύω απ’ τη μεριά του ηττημένου στον έρωτα. Είχα πιστέψει πως ήμουν αναντικατάστατος. Ακόμα κι όταν, για λόγους ανεξάρτητους της θέλησής μου, ήρθα στην ανάγκη να μειοδοτήσω στην προσφορά. Οι προσωπικές δυσκολίες μου, που σχετίζονταν με υποχρεώσεις ανελαστικές, δεν θα μπορούσαν, σκέφτηκα, να με ακυρώσουν, να με αποδείξουν αναλώσιμο. Δεν είχα μετρήσει, όμως, σωστά το μέγεθος της σπουδαιότητάς μου. Ούτε τη σειρά των προτεραιοτήτων σου…

Παραδέχομαι πως άργησα να σου μιλήσω για όλα αυτά. Και, για να πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε τώρα και σου τα λέω! Πέρασε ήδη ένας χρόνος από εκείνη την τελευταία φορά. Μετά χάθηκες ξαφνικά, χωρίς μια εξήγηση. Μα τι να εξηγήσεις; Πως τα ανθρώπινα αισθήματα υπόκεινται κι αυτά στους αμείλικτους νόμους της αγοράς; Πως είχες το αυτονόητο δικαίωμα να αναζητήσεις αλλού αυτό που δεν μπορούσα τότε να σου προσφέρω εγώ; Πως δεν θα απαρνιόσουνα ποτέ τη «Στέλλα» που κουβαλούσες μέσα σου, πολύ περισσότερο για χάρη ενός ασήμαντου που δεν κρατούσε καν μαχαίρι;

Πάντως, ακόμα κι αν δεν σημαίνω (που σίγουρα δεν σημαίνω) τίποτα, εξακολουθώ να είμαι καλός συζητητής και το γούστο μου στον καφέ δεν έχει αλλάξει. Γι’ αυτό, σου γράφω παρακάτω το καινούργιο μου τηλέφωνο. Όπως θα καταλάβεις, έχω μετακομίσει σε άλλη περιοχή (ζω τώρα μόνος). Απ’ ό,τι είδα προχθές περνώντας τυχαία από κει, εκείνο το μικρό καφενεδάκι στην Πλάκα υπάρχει ακόμα…

Κλείνω ανάλογα όπως άρχισα, χωρίς τις γνώριμες εκφράσεις αποφώνησης. Άλλωστε, οι λέξεις δεν μου ανήκουν πια… Να ‘σαι καλά, λοιπόν!

————————————————

Στο κάτω μέρος του χαρτιού υπήρχε πράγματι ένας αριθμός τηλεφώνου. «Τι κρίμα που εκείνη δεν θα το διαβάσει ποτέ!», σκέφτηκα καθώς τοποθετούσα το φάκελο στη γνώριμη θέση του στο ράφι της βιβλιοθήκης…

Πέρασε καιρός, και το πωλητήριο στην πόρτα της γειτονικής παλιάς μονοκατοικίας έστεκε αγέρωχο στη θέση του. Κάποιο απόγευμα, καθώς γυρνούσα σπίτι, πρόσεξα μια γυναίκα να το περιεργάζεται με επιμονή και με μια ευδιάκριτη έκφραση απορίας στο πρόσωπό της. Λεπτή, απλά μα κομψά ντυμένη, αρκετά εντυπωσιακή… Τη ρώτησα, έτσι από αίσθημα καθήκοντος καλού γείτονα, αν ενδιαφερόταν για το σπίτι.

«Όχι, ήταν το σπίτι της θείας μου», απάντησε. Μου εξήγησε πως εδώ κι ένα χρόνο περίπου έλειπε στο εξωτερικό και, κάποια στιγμή, είχε χάσει επαφή με τη συγγενή της. Σίγουρα δεν περίμενε να τη βρει να έχει μετακομίσει οριστικά στο εξοχικό της στη Χαλκιδική!

Μου συστήθηκε: Λ.Χ. Βρήκα το θάρρος να της προτείνω έναν καφέ, κάπου εκεί κοντά. Παραδόξως δεν αρνήθηκε. Μάλλον της ενέπνευσα εμπιστοσύνη! Εκτός αυτού, έδειχνε καθαρά πως χρειαζόταν κάποιον για να μιλήσει. Μετά τις πρώτες γουλιές απ’ τον espresso της, άρχισε να ξεδιπλώνει τον εαυτό της…

Τρίτο παιδί μιας μεσοαστικής οικογένειας, με δύο μεγαλύτερα αδέλφια, αγόρια. Πατέρας υπερσυντηρητικός, κατά βάθος «φαλλοκράτης» (δική της έκφραση). Τα αγόρια θα μπορούσαν, αν ήθελαν, να σπουδάσουν, εκείνη όμως θα ‘πρεπε να μάθει καλά την τέχνη της καλής συζύγου! Έτσι, την πάντρεψαν από σχετικά μικρή ηλικία με ένα πιστό αντίγραφο του πατέρα της. Καλός οικογενειάρχης μα συντηρητικός κι εργασιομανής…

Κάποια στιγμή γνώρισε έναν διαφορετικό άνθρωπο. Ιδεαλιστής, φιλελεύθερος κι ευαίσθητος, είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που χλεύαζε η οικογένειά της σαν τα ‘βλεπε σε έναν εκπρόσωπο του «ισχυρού» φύλου. Με ένα μόνο αλλά καθοριστικό, για κείνη, μειονέκτημα: είχε κι αυτός τις δικές του ανελαστικές προσωπικές δεσμεύσεις.

Οι καλά ριζωμένοι φόβοι της δεν την άφησαν να του δείξει τι πραγματικά σήμαινε για εκείνη. Φοβήθηκε ν’ αφήσει τα συναισθήματά της να έρθουν στο φως, δείλιασε να κατατεθεί αληθινά, μήπως και φανεί ευάλωτη, ψυχικά εξαρτημένη και, εν τέλει, «εκμεταλλεύσιμη». Έτρεμε στην ιδέα πως θα μπορούσε να διαψευστεί και να πληγωθεί!

Έτσι, έβγαλε προς τα έξω έναν εαυτό που δεν ήταν δικός της. Πρόβαλλε μπροστά σ’ εκείνον σα μια γυναίκα αυτόνομη και συναισθηματικά ανεξάρτητη (κάποιες φορές, ακόμα και σκληρή) που δεν θα μπορούσε ποτέ να κατατεθεί απόλυτα σε έναν άντρα – είδος που, ούτως ή άλλως, ελάχιστα έδειχνε να υπολήπτεται!

Τον αληθινό εαυτό της δεν πρόλαβε, τελικά, να του τον δείξει. Μια ξαφνική αδιαθεσία του άντρα της τους ανάγκασε να φύγουν αμέσως για την Αμερική, όπου ζούσε μόνιμα ο αδελφός του που, κατά καλή σύμπτωση, ήταν διευθυντής μιας μεγάλης κλινικής. Εκεί υπήρχαν όλα τα κατάλληλα μέσα για μια αποτελεσματική θεραπεία.

Στάθηκε δίπλα στον άντρα της με μεγάλη αφοσίωση για έναν ολόκληρο χρόνο, μέχρι που εκείνος ξανάγινε απόλυτα υγιής. Της πρότεινε τότε να μείνουν για πάντα στην Αμερική, κοντά στον αδελφό του που θα του εξασφάλιζε μια καλή θέση σε μεγάλη εταιρεία. Αρνήθηκε. Κάτι παραπάνω: του ομολόγησε πως δεν τον αγαπούσε πια και πως θα προτιμούσε να τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να της δώσει το διαζύγιο. Άλλωστε, ήταν το λιγότερο που της χρωστούσε!

Πίσω πάλι στην Ελλάδα, προσπαθούσε τώρα να ξανακολλήσει τα κομμάτια της ζωής της που άφησε πίσω φεύγοντας. Πάνω απ’ όλα, να ξανασυναντήσει εκείνον και να του εξηγήσει. Μα στάθηκε αδύνατο να τον βρει. Θα είχε αλλάξει τηλέφωνο, ίσως ακόμα και διεύθυνση, σκέφτηκε. Κι αν κάτι της είχε δώσει κίνητρο για ν’ αλλάξει εκείνη ολόκληρη τη ζωή της, ήταν αυτός. Έστω και μέσα στις δεσμεύσεις του, τις οποίες ήταν πια πρόθυμη να αποδεχθεί! Μα, πού να βρισκόταν τώρα; Πώς θα τον εύρισκε;

Τη ρώτησα ξάφνου αν θυμόταν το τέλος στην ταινία του Τζαβέλλα, «Μια ζωή την έχουμε». «Ναι», μου απάντησε. «Λες για τη σκηνή στο λιμάνι, την ώρα που φεύγει το πλοίο παίρνοντας μακριά της τον μόνο άνθρωπο που είχε αγαπήσει. Δίπλα της στάθηκε τυχαία εκείνος ο φύλακας, που ήταν ο μόνος που γνώριζε τη διεύθυνση του ανθρώπου αυτού στη χώρα που πήγαινε. Την είχε γραμμένη πρόχειρα πάνω σε ένα φάκελο. Όταν την άκουσε να λέει κλαίγοντας το όνομα του αγαπημένου της και ν’ αναρωτιέται πώς θα τον ξαναβρεί, ο φύλακας χαμογέλασε με νόημα, κι εκεί τελειώνει η ταινία…»

Με κοιτούσε απορημένη καθώς έμενα (με μεγάλη δυσκολία, ομολογώ) σιωπηλός κι ανέκφραστος. «Μα, τι σχέση έχει αυτό με την κουβέντα μας;» είπε στο τέλος με κάποια ένταση στη φωνή της. «Μπορεί και να ‘χει!», αποκρίθηκα, σκάζοντας σχεδόν σαδιστικά ένα αινιγματικό χαμόγελο που φάνηκε τώρα να την εκνευρίζει στ’ αλήθεια!

Video:  http://dai.ly/xje7yp

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2014

Ραντεβού με ένα θλιμμένο χαμόγελο...


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Του φάνηκε σαν θείο δώρο όταν η Λίνα τού είπε πως θα έφευγε για λίγες μέρες, να επισκεφθεί τη μητέρα της στην επαρχία. Η αλήθεια ήταν πως κι εκείνος ήταν έτοιμος να της πει κάτι ανάλογο. Μόνο που, στη δική του περίπτωση, ο αληθινός λόγος του ταξιδιού δεν θα μπορούσε να ειπωθεί. Θα έμοιαζε σαν παραμύθι. Για εκείνη, όμως, θα ήταν ένα επικίνδυνο, απειλητικό παραμύθι, για το οποίο δεν της είχε μιλήσει ποτέ...

Το ταξίδι του θα ‘χε σα σκοπό την εκπλήρωση μιας υπόσχεσης που είχε δοθεί χρόνια πριν, όταν, παιδί ακόμα, έκανε τις καλοκαιρινές διακοπές του σε κάποιο παραθαλάσσιο χωριό. Εκεί, το πλαϊνό σπίτι νοίκιαζε μια άλλη οικογένεια από την πόλη. Και καθόλου δεν θα του ‘χαν φανεί σημαντικοί και αξιομνημόνευτοι, αν ανάμεσά τους δεν υπήρχε εκείνη η μικρούλα, πάνω-κάτω στη δική του ηλικία...

Την έβλεπε πρωί κι απόγευμα να μελετά και να γράφει πάνω σε ένα παλιό τραπέζι, κάτι σαν πρόχειρο γραφείο. Πολύ αυστηροί θα πρέπει να ‘ταν οι δικοί της, να τη βάζουν να κάνει επαναλήψεις στα μαθήματα καταμεσής του καλοκαιριού, τις ώρες που οι υπόλοιποι της ηλικίας της έπαιζαν στους δρόμους! Θυμάται που πέταγε, εκείνος, επίτηδες τη μπάλα μακριά, ίσαμε το σπίτι της, και προθυμοποιούταν πάντα να τρέξει να τη φέρει. Είχε έτσι την ευκαιρία να κοντοσταθεί έξω απ’ την αυλόπορτά της, να τη δει που διάβαζε σκυμμένη στα βιβλία. Και είχε πάντα στο πρόσωπο εκείνη τη θλιμμένη έκφραση που την έκανε να δείχνει τόσο όμορφα αινιγματική...

Για κάποιο μεταφυσικό λόγο, δεν έμαθε ποτέ το όνομά της. Έστεκε πάντα έξω απ’ την αυλόπορτα χωρίς να μιλά, κοιτώντας σαν υπνωτισμένος εκείνο το θλιμμένο βλέμμα. Ως τη μέρα που είδε τους γείτονες να κάνουν ετοιμασίες γι’ αναχώρηση. Άρπαξε τότε κάτι βιαστικά απ’ τον εκδρομικό σάκο του και έτρεξε στο διπλανό σπίτι. Την είδε στην είσοδο, λες και τον περίμενε, λες και το ‘ξερε πως θα πήγαινε να τη χαιρετήσει. Ήταν για πρώτη φορά που την έβλεπε να χαμογελά!

«Άκου», της είπε, «δεν ήρθα να παίξουμε τόσον καιρό γιατί σε έβλεπα που διάβαζες. Όμως... πάρε αυτό!» Και, με μια κίνηση αδέξια, έβγαλε από την τσέπη μια πρόσφατη φωτογραφία του. «Περίμενε», απάντησε εκείνη και έτρεξε βιαστικά στο σπίτι. Γύρισε κρατώντας μια δική της φωτογραφία, που την έβαλε κρυφά στο χέρι του.

Κοντοστάθηκαν για λίγο, κοιτάζοντας αμήχανα ο ένας τον άλλο. Και τότε, έτσι για να σπάσει τη σιωπή, του ‘ρθε να προτείνει μια ιδέα που, για χρόνια μετά, ντρεπόταν να τη θυμάται έτσι ανόητη που του φάνηκε: «Δεν ξέρω αν θα σε ξαναδώ. Όμως, σα μεγαλώσουμε... δηλαδή, ξέρω ‘γώ... σε 40 χρόνια, ας πούμε, τι θα ‘λεγες να ξαναβρεθούμε εδώ, στο ίδιο μέρος, την ίδια μέρα σαν σήμερα;»

«Σε 40 χρόνια; Μα, πώς θα γνωριστούμε τότε; Το σκέφτηκες;» Εκείνος βρήκε αμέσως τη λύση: «Άκου τι θα κάνουμε: Θα κρατάμε κι οι δυο τις φωτογραφίες. Έτσι, θα ξέρουμε!» Εκείνη συμφώνησε: «Εντάξει. Σε 40 χρόνια από σήμερα!»

Τα χρόνια που πέρασαν από τότε, έφερνε συχνά στο νου του εκείνη τη γελοία πρόταση που είχε κάνει, σίγουρος πως το κορίτσι του διπλανού εξοχικού σπιτιού θα τον είχε πάρει για τρελό! Δεν ξέχασε, όμως, ποτέ εκείνο το θλιμμένο χαμόγελό της τη μέρα του αποχαιρετισμού. Ακόμα και μετά που γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, με την οποία τώρα ζούσε ευτυχισμένος και ήταν πάντα αληθινά ερωτευμένος...

Μα, να που η ζωή παίζει τα παιχνίδια της, ίσως για να δοκιμάσει πόσο σταθερά είναι τα απαράβατα που έχουμε ορίσει στη ζωή μας! Δεν πάνε πολλές μέρες που άνοιξε εκείνο το κουτί, ψάχνοντας για ένα παλιό βιβλιάριο καταθέσεων. Κι εκεί, μέσα σε ένα μικρό φάκελο, είδε τη φωτογραφία. Θυμήθηκε πως από πίσω είχε γράψει μια ημερομηνία. Και – τι σύμπτωση! – ήταν ίδια με τη μεθαυριανή μέρα. Μα, το σπουδαιότερο αφορούσε τη χρονολογία: θα συμπληρώνονταν ακριβώς 40 χρόνια από τότε!

Λίγο για να εκπληρώσει συμβολικά μια ανενεργή, πλέον, υπόσχεση, λίγο για να ξορκίσει οριστικά ένα παιδικό απωθημένο, αποφάσισε να ταξιδέψει ως εκείνο το παραθαλάσσιο χωριό, στο οποίο ποτέ δεν είχε ξαναβρεθεί από τότε. Η βολική απουσία της γυναίκας του θαρρείς και ήταν σημάδι από τον ουρανό που δεν έπρεπε να αγνοηθεί! Ντύθηκε πρόχειρα (ποιον θα συναντούσε εκεί, άλλωστε;) και μπήκε στο αυτοκίνητο...

Έφτασε σε λίγες ώρες. Το χωριό είχε αλλάξει, ήταν σχεδόν αγνώριστο κάτω από τον αναγκαίο τουριστικό εκσυγχρονισμό. Βρήκε, όμως, εύκολα το σπίτι που κάποτε φιλοξένησε εκείνο το αινιγματικά θλιμμένο χαμόγελο της τελευταίας μέρας. Για την ακρίβεια, ήταν τώρα ένα σύγχρονο ξενοδοχείο. Και η αυλόπορτα είχε δώσει τη θέση της σε μια συρόμενη ηλεκτρική πόρτα που άνοιγε αυτόματα με τηλεκοντρόλ.

Έβγαλε μηχανικά τη φωτογραφία από την τσέπη. Του φάνηκε τόσο αστεία η κίνηση! Άφησε, όμως, το βλέμμα του να περιεργαστεί για λίγο ακόμα εκείνο το μελαγχολικό παιδικό πρόσωπο. Μετά, με μια κίνηση γεμάτη σιγουριά, έβαλε το χέρι στην τσέπη αναζητώντας τον αναπτήρα. Έπρεπε να βάλει τέλος σε κάθε νήμα που τον κρατούσε δεμένο με ό,τι απόμεινε να του θυμίζει το παιδί που υπήρξε κάποτε. Γιατί η ζωή είναι σκληρή, δε στο συγχωρεί αν καταλάβει πως ακόμα δε μεγάλωσες όσο θα ‘πρεπε...

Μα δεν πρόλαβε να κάψει τις μνήμες. Σηκώνοντας το βλέμμα, είδε άξαφνα μπροστά του τη Λίνα! Φαίνεται τον είχε παρακολουθήσει, ίσως και να ‘χε μυριστεί το ψέμα που με ολοφάνερη αδεξιότητα (άμαθος, βλέπεις, σε τέτοια) της είχε πει, για ένα συνέδριο που τάχα θα γινόταν σε κάποια μακρινή πόλη...

Όμως, έδειχνε το ίδιο σαστισμένη κι αμήχανη μ’ εκείνον. Τόσο που δε μπόρεσε ν’ αποσώσει μια αυθόρμητη κίνηση να κρύψει αυτό που κρατούσε στο χέρι της. Και ήταν κάτι γνώριμο σ’ αυτόν, κάτι που είχε χρόνια να δει: η μαθητική φωτογραφία του από τις γυμναστικές επιδείξεις του σχολείου. Ναι, εκείνη η ίδια φωτογραφία που, για λόγο που δε θυμάται πια, είχε μαζί του στις διακοπές το καλοκαίρι πριν 40 χρόνια!

Ξάφνου, λες για ν’ αποδιώξουν την κοινή αμηχανία τους, ξέσπασαν κι οι δυο σε δυνατά γέλια. Και γελούσαν κι αγκαλιάζονταν ώρα πολλή, δίχως να λένε άλλη λέξη. Ναι, η Λίνα δεν είχε πια εκείνο το γνώριμο μελαγχολικό χαμόγελο, αυτό που τόσο τον είχε γοητεύσει όταν την πρωτοείδε. Γελούσε, όμως, τώρα στ’ αλήθεια, ίσως για πρώτη φορά τόσο αυθόρμητα. Κι ήταν ακόμα πιο όμορφη...

(Αφιερωμένο σ’ εκείνους που ψάχνουν μέσα τους να βρουν αν το Σύμπαν εκτείνεται για πάντα, ή κάνει κύκλους και ξαναγυρνά...)

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Μάθημα ταπεινοφροσύνης…


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Το σωστό του όνομα κανείς δεν το γνώριζε, ή κι ίσως δεν το θυμόταν. Όλοι στο χωριό τον ήξεραν «Σκυφτο-Νικόλα». Έφταιγε η παράξενη περπατησιά του, πάντα με το κεφάλι κάτω, λες κι αναζητούσε κάτι που το ‘ψαχνε καιρό μα ποτέ δεν το ‘βρισκε!

Ο δάσκαλος, που κάτι παραπάνω ήξερε για τους ανθρώπους, έβγαλε μια μέρα το πόρισμα: «Το βάδισμα του Σκυφτο-Νικόλα προδίδει βαθύτατο αίσθημα ταπεινοφροσύνης. Ας γίνει ηθικό παράδειγμα προς μίμηση για όλους μας!»

Και, πράγματι, στο χωριό όλοι αγαπούσαν το Σκυφτο-Νικόλα. Μα πώς να μην τον αγαπούν; Ποιον δεν έτρεχε να βοηθήσει σαν είχε ανάγκη! Ποιον είδε πεινασμένο και δεν μοιράστηκε μ’ αυτόν το λιγοστό φαΐ του! Ποιον ένιωσε λυπημένο και δεν του ‘φτιαξε τη διάθεση με τον καλό το λόγο του!

Όμως, κανείς στο χωριό δεν πρόσεξε πως ο Σκυφτο-Νικόλας δεν ζητούσε τίποτα για τον εαυτό του. Όλοι το θεωρούσαν δεδομένο ότι ένας τόσο ταπεινόφρων άνθρωπος ήταν γεννημένος μόνο να δίνει, ποτέ να ζητά! Ο παπάς, μάλιστα, έλεγε πως αυτό το έκανε προσμένοντας ότι μια μέρα θα ανταμειβόταν γενναιόδωρα στους ουρανούς. Και όχι μόνο για τα λίγα χρόνια μιας γήινης ζωής, μα για μια ολόκληρη αιωνιότητα!

Τα χρόνια πέρασαν... Και, μια μέρα, ο Σκυφτο-Νικόλας κατάλαβε ότι είχε αρρωστήσει πολύ. Σε λίγο δεν θα μπορούσε πια να βγάζει τη μέρα χωρίς τη βοήθεια και τη φροντίδα των χωριανών του. Όμως, βάρος αυτός δεν ήθελε να γίνει σε κανέναν! Μια ζωή, είχε μάθει να δίνει μόνο... Εξάλλου, οι άνθρωποι είχαν τις δικές τους δουλειές, τις δικές τους έγνοιες. Ποιος θα έτρεχε να κοιτάξει, τώρα, έναν ανήμπορο που τίποτα πια δεν ήταν σε θέση να προσφέρει στην κοινωνία;

Μέρες πολλές το συλλογιζόταν... Κι ύστερα τ’ αποφάσισε! Με βήματα αργά, τυραννισμένα από τα χρόνια και την αρρώστια, ανέβηκε στο αντικρινό βουνό. Ακολουθώντας τα μονοπάτια μελλοντικών φιλοσόφων σε ένα δικό του, προσωπικό Ναραγιάμα, τρύπωσε στη σπηλιά που είχε εντοπίσει χρόνια πριν, σε κάποια μαθητική εκδρομή. Τότε που η ζωή έμοιαζε ακόμα τόσο αθώα πίσω από το πλανερό της χαμόγελο...

Σαν είχαν μέρες να τον δουν, στο χωριό άρχισαν να αναρωτιούνται... Ο δάσκαλος ήταν καθησυχαστικός: «Μην ανησυχείτε, καλά θα είναι! Οι ταπεινόφρονες άνθρωποι εμφανίζουν συχνά τάσεις εσωστρέφειας. Μένουν για λίγο μόνοι με τον εαυτό τους και αυτοκρίνονται, μελετώντας τα σφάλματά τους. Σε λίγο, με καθαρή πια τη συνείδηση, επιστρέφουν στην κοινωνία για να συνεχίσουν την προσφορά τους σε αυτήν!»

Το λόγο πήρε κι ο παπάς, που δεν διαφώνησε: «Καλά τα λέει ο δάσκαλος! Είμαι βέβαιος πως ο Σκυφτο-Νικόλας, έστω και αργά, ανακάλυψε τη δύναμη της προσευχής που εξαγνίζει την ψυχή του κάθε αμαρτωλού. Και, για να είμεθα ειλικρινείς, τώρα τελευταία έδειχνε σημάδια απόκλισης από το δρόμο της αρετής. Αποτραβηγμένος και μοναχικός, δεν έτρεχε πια με τον ίδιο ζήλο να προσφέρει τη βοήθειά του σ’ αυτούς που τη χρειάζονταν. Θα έλεγα, είχε αρχίσει να γίνεται κάπως εγωκεντρικός!»

Ο ενωμοτάρχης, όμως, της τοπικής χωροφυλακής δεν συμμεριζόταν τις αισιόδοξες σκέψεις του παπά και του δάσκαλου. Για εκείνον, ο Σκυφτο-Νικόλας ήταν εξαφανισμένος! Αποφάσισε, λοιπόν, να ανοίξει το σπίτι του, να δει μήπως κάτι του ‘χε συμβεί. Ξοπίσω του έτρεξε, με περιέργεια πολλή, όλο το χωριό...

Όπως ήταν φυσικό, βρήκαν το σπίτι άδειο. Μόνο πάνω στο γραφείο, ανάμεσα σε σκονισμένα βιβλία και αμέτρητα μισο-γραμμένα χαρτιά, ξεχώριζε ένα σημείωμα. Έγραφε κάτι που έμοιαζε με ποίημα:

Πάντα στο δρόμο με κοιτάς
που περπατώ σκυφτός.
Και εύκολη εξήγηση
σ’ αυτή μου τη συνήθεια δίνεις:
Πως είμαι το παράδειγμα
της ταπεινοφροσύνης!

Μα θέλω αλήθεια να σου πω
κι ας είναι την εικόνα μου
αυτό να αμαυρώσει:
Το δρόμο πρέπει να κοιτώ
γιατί σα στραβοπέσω
ξέρω κανείς δε θα βρεθεί
εκεί να με σηκώσει!

Ο δάσκαλος έμεινε εκστατικός: «Ώστε ήταν και ποιητής!» Το ίδιο κι ο παπάς: «Ευλογημένες λέξεις, με βαθιά ανθρώπινη σημασία! Περιγράφουν τη δυστυχία του σύγχρονου ανθρώπου που έχει απομακρυνθεί από την Εκκλησία!»

Ο καφετζής του χωριού, όμως, είχε τη δική του άποψη: «Αν ψάχνετε για τον τρελό, τον είδα που ανέβαινε κατά το βουνό. Κι ύστερα σου λένε, η τρέλα δεν πάει στα βουνά!»

Ο ενωμοτάρχης, μάλλον πιο ησυχασμένος τώρα, έκλεισε την πόρτα του σπιτιού και κίνησε για το σταθμό της χωροφυλακής, να συντάξει την έκθεση. Στην πλατεία του χωριού άρχιζαν οι ετοιμασίες για το τοπικό πανηγύρι...

(Αφιερωμένο σε όσους περπατούν σκυφτοί. Κοιτώντας μέσα τους, πριν σηκώσουν το κεφάλι να δούνε τ’ άστρα...)