Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

Ο «δικηγόρος του διαβόλου» για τους δημόσιους λειτουργούς

Στις 20 Ιανουαρίου του 1942, στο Wannsee, κοντά στο Βερολίνο, πραγματοποιήθηκε ένα συνέδριο υπό την προεδρία του Ράινχαρντ Χάιντριχ, τότε επικεφαλής της Υπηρεσίας Ασφαλείας των S.S. Αντικείμενο: ο σχεδιασμός της «τελικής λύσης» στο «εβραϊκό πρόβλημα». Το ποια ήταν η προκριθείσα «λύση», το γνωρίζουμε ήδη καλά…

Οι Ναζί ήταν μετρ στην προπαγάνδα μίσους. Στο διαβόητο ντοκιμαντέρ “Der Ewige Jude” παρουσιάζουν τους Εβραίους σαν «παράσιτα» που ζουν εις βάρος των πολιτών της χώρας, χωρίς να εργάζονται και να παράγουν προς όφελος της κοινωνίας. Τους εμφανίζουν ανήθικους και αδίστακτους, και τους παρομοιάζουν με κοινωνική πανώλη. Το τελικό ερώτημα που προκύπτει, «οφείλουμε να εξολοθρεύουμε τέτοια παράσιτα;», έχει μάλλον ρητορικό χαρακτήρα. Η απάντησή του στην πράξη, όμως, οδήγησε σε μια μαζική δολοφονία έξι εκατομμυρίων…

Κάνουμε ένα άλμα στο χρόνο, ουδόλως ισχυριζόμενοι, ασφαλώς, ότι τα μεγέθη είναι συγκρίσιμα… Στις 7-9-2011, μια αμετροεπής και αψυχολόγητη δήλωση του τότε υπουργού Υγείας Ανδρέα Λοβέρδου στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, σηματοδότησε μια ολομέτωπη επίθεση κατά του συνόλου των δημοσίων λειτουργών της χώρας:

«Το 1 εκατομμύριο υπάλληλοι που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια με τη βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο.»

Το οξύμωρο της υπόθεσης είναι ότι τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν κορυφαίο εκπρόσωπο ενός κομματικού συστήματος που φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη δημιουργία του κράτους-τέρατος που γνωρίζουμε. Και, όσο κι αν θα ήθελα να αποφύγω τη δίκη προθέσεων, δεν μπορώ να μη διακρίνω πολιτικό δόλο στη δήλωση του πρώην υπουργού. Ήταν η εποχή που η τότε κυβέρνηση θα έπρεπε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για επερχόμενες δραματικές αλλαγές σε έναν δημόσιο τομέα που αποτελούσε κομματικό δημιούργημα και σταθερή εκλογική «πελατεία» της. Και, ο αποτελεσματικότερος τρόπος να θίξεις ή ακόμα και να θυσιάσεις κάποιους χωρίς να συναντήσεις αντιδράσεις, είναι να φροντίσεις πρώτα με κάποιον τρόπο να τους δαιμονοποιήσεις. Η μέθοδος είναι παλιά και αποτελεσματική: την είχαν ήδη δοκιμάσει οι Ναζί πριν ξεκινήσουν το Ολοκαύτωμα!

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε, στο σημείο αυτό, τον ολιστικά ισοπεδωτικό χαρακτήρα της δήλωσης ενός επαγγελματία της ακριβολογίας: Ουδεμία διάκριση γίνεται ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς» δημόσιους λειτουργούς, υπονοώντας, εμφανώς, ότι η πρώτη κατηγορία είναι κατ’ ουσίαν ανύπαρκτη!

Η περιβόητη πολιτική δήλωση ήρθε να ενισχύσει έναν εκκολαπτόμενο κοινωνικό κανιβαλισμό εις βάρος όλων, ανεξαιρέτως, των εργαζομένων στο Δημόσιο. Οχετοί ύβρεων εναντίον τους κατακλύζουν έκτοτε ασταμάτητα το Διαδίκτυο, ενώ ένα ρεύμα χαιρεκακίας άρχισε να απλώνεται μόλις έγινε γνωστή η επικείμενη κατάργηση κρατικών θέσεων εργασίας και η διαφαινόμενη (ίσως και με οριζόντιο τρόπο) εξώθηση χιλιάδων ανθρώπων στην ανεργία.

Το κόλπο γκρόσο της εξουσίας πέτυχε απόλυτα: Κατάφερε να στρέψει την οργή και το ανάθεμα της κοινωνίας στην κατεύθυνση μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, στην οποία αποδόθηκε η αποκλειστική ευθύνη για την οικονομική (αν όχι και την εν γένει αξιακή) κατάρρευση της χώρας!

Εξηγούμαστε για να μην παρεξηγούμαστε: Ο δημόσιος τομέας, πράγματι, βρίθει παθογενειών. Φαινόμενα διαφθοράς όντως αφθονούν, και εκφράσεις όπως «τεμπέληδες», «άχρηστοι», «κηφήνες», κλπ., που αδίκως ακούγονται για το σύνολο των εργαζομένων, ισχύουν, εν τούτοις, για μια ουχί ευκαταφρόνητη μειοψηφία τους. Επιπλέον, το δημόσιο είναι ο χώρος όπου εκκολάφθηκε το νοσηρό φαινόμενο του κομματικού συνδικαλισμού και εκτράφηκαν οι συντεχνίες των εκβιαστών δικτατόρων που τυράννησαν επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία – ιδιαίτερα, μάλιστα, τα πλέον αδύναμα και μη-προνομιούχα στρώματά της.

Όμως, όπως μερικοί αδίστακτοι Εβραίοι τοκογλύφοι δεν μπορούν να νομιμοποιήσουν το καθολικό αντισημιτικό ρατσιστικό μένος των Ναζί που οδήγησε στο φρικτότερο μαζικό έγκλημα της Ιστορίας, έτσι και οι όποιες (αναντίρρητα υπαρκτές) παθογένειες του δημόσιου τομέα δεν δικαιολογούν την απαξίωση, τον χλευασμό και την καθύβριση του συνόλου των δημοσίων λειτουργών από μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Συγγενείς μου, απόφοιτοι Πολυτεχνείου και έμπειροι μηχανικοί με πολυετή προϋπηρεσία, εργάζονται συχνά ως τη νύχτα, παίρνοντας δουλειά ακόμα και στο σπίτι, χωρίς ένα ευρώ υπερωρία, χωρίς πρόσθετες αμοιβές για ταξίδια που συχνά-πυκνά κάνουν για τις ανάγκες της υπηρεσίας. Και, όλοι μας βρεθήκαμε κάποτε σε δημόσιες υπηρεσίες και αντικρίσαμε με δέος τις ατέλειωτες ουρές, ακούσαμε τα οργισμένα αναθέματα των πολιτών κατά πάντων, και θαυμάσαμε την υπομονή και την αντοχή των εργαζομένων – συχνά, μάλιστα, και την ανθρωπιά τους!

Και, επειδή διαβάζω συχνά (ακόμα και σε κείμενα αξιόλογων αρθρογράφων εδώ στο Aixmi.gr) το ηθικολογικό ρητορικό ερώτημα: «γιατί να λυπηθούμε τους δημόσιους λειτουργούς που θα χάσουν τη δουλειά τους, ενώ υπάρχει τόση ανεργία στον ιδιωτικό τομέα;», θα απαντήσω κι εγώ με όρους ηθικής και όχι οικονομικού πραγματισμού: Αναλογίζεται κανείς, π.χ., πόσοι άνεργοι νέοι συντηρούνται από τον μισθό ενός γονιού που εργάζεται στο δημόσιο; Πόσοι/πόσες σύζυγοι χωρίς δουλειά, από τον μισθό του/της συντρόφου;

Ο δημόσιος τομέας, λοιπόν, πράγματι χρειάζεται νοικοκύρεμα, εξορθολογισμό και εκσυγχρονισμό. Τόσο για λόγους οικονομίας, όσο και λειτουργικότητας, όπως επιβάλλουν οι πραγματικότητες των καιρών. Και, στη δύσκολη και οδυνηρή πορεία προς την εξυγίανση, είναι βέβαιο ότι, ανάμεσα στις αναγκαίες ανθρωποθυσίες, κάποιοι θα θυσιαστούν άδικα. Ας τους αφήσουμε, τουλάχιστον, να φύγουν με το κεφάλι ψηλά και με ένα αίσθημα αξιοπρέπειας. Κάτι που δικαιούνται ακόμα και οι χειρότεροι εγκληματίες πριν από την εκτέλεση…

Aixmi.gr

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

ΤΟ ΒΗΜΑ - A conceptual approach to racism

There is a lot of discussion in Greece these days concerning the necessity for a new anti-racist law. It should be stated from the start that such a law is required both for moral reasons and for reasons of compliance with European law. However, to approach the subject of racism objectively one must first seek a precise definition of the concept itself. In other words, a conceptual clarification of racism is necessary before the judicial system may issue undisputed verdicts concerning allegedly racist behavior.
This article attempts a conceptual approach to racism. It is based on ideas published previously by this author in Greek newspapers and electronic journals (see, e.g., [1, 2]).
As a matter of fact, no precise and generally accepted definition of the concept of racism seems to exist. The concept is usually defined in reference to certain discriminatory behaviors on the basis of, e.g., racial, national, religious, cultural, etc., characteristics. This conceptual fragmentation, although useful for the study of particular aspects of the problem, leaves a feeling of incompleteness to those seeking a more general definition, one which would encompass the diversity of behaviors characterized as “racist”. As a first step towards such a definition, we propose the following:
Racism is any ideology or practice that aims at a selective discrimination against a group of people, members of a society, on the basis of a set of common characteristics that each member of the group carries involuntarily, which characteristics, objectively, do not affect the participation of the group members in the fundamental functions of the society. (By “fundamental functions” we mean the totality of actions necessary for the self-preservation and the progress of the society according to commonly accepted standards and goals.)
We note three fundamental conditions assumed in this definition:
1. Racism singles out certain people for negative treatment; thus, it places these people at an inferior status relative to the rest of the society.
2. The common characteristics due to which the group members suffer discriminationare not a result of the members’ own choice.
3. These characteristics do not constitute inhibiting factors for participation in the society.
Let us illustrate this definition by means of some examples:
1. The Nazi persecutions against the Jews were racist since they were based on an involuntary property – race – which, objectively, could not affect the participation of Jews to the economic, cultural, political, etc., life of Germany.
2. The exclusion of a player 1.50 m. tall from a basketball team (the “society” in this example) is not racist. Although height is not a chosen property, it may nevertheless affect the capability of the player to positively contribute to the function of the team. Similarly, the exclusion of a white actor from a play portraying the life of an all-black community is not racist. Although color is not a property of the actor’s own choice, it is a preventing factor for her participation in this play. On the other hand, the exclusion of a person from public office in this person’s country (a different “society”, with different needs and goals) because of height or color is racist since these properties are irrelevant to one’s tasks in that position.
3. Similarly, the exclusion of a person from an academic position or from promotion in a company because of this person’s sex is racist. In general, any racist discrimination on the basis of sex is referred to by the term “sexism”.
4. Heavy smokers sometimes claim that the prohibition of their habit in public places is “racist”. On the basis of our definition, this is untrue, for two reasons: First, smoking is adeliberate act (something one chooses to do). Second, this act is potentially harmful even for “passive smokers”, i.e., non-smoking people in the vicinity of an “active” smoker. Thus, exercising the habit of smoking in public places makes the smoker “anti-social” and justifies the necessity for anti-smoking laws.
An issue of increasing interest is racism on the basis of culture (as opposed to race): Should we regard as racist the unwillingness of a society to accept immigrants from countries with different cultural characteristics?
Naturally, every immigrant carries the distinctive elements of the culture within which his (or her) personality was built from the beginning of his life. Thus, such characteristics may not be regarded as voluntarily chosen. On the other hand, integration into a new society requires a degree of adaptation to a set of institutions, some of which may not be compatible with the immigrant’s cultural origins. As an example, the trend to take the law into one’s hand for reasons of honor may be tolerated in certain societies while it is unacceptable in any civilized society. The question is, therefore, whether the immigrant is willing to give up a part of what he considers as “lawful” in order to conform to the rules of his new homeland. This adaptation is, of course, a matter of choice!
So, whether the reluctance of a society to accept certain immigrants constitutes or not racist behavior depends on the degree of adaptation of these immigrants to the standards of the society, as well as on the sense of justice of this society in recognizing this adaptation when it happens. The absence of such a sense of justice as a result of deeply rooted prejudice may indeed be regarded as racist.
I leave it to the reader to judge whether or not the following cases constitute manifestations of racism – at least, according to our more general definition of this concept – thus whether or not the author of an anti-racist law should anticipate them:
1. The scornful attitude toward those who are not endowed by Nature with a “beautiful” appearance according to a society’s aesthetic criteria.
2. A similar behavior toward handicapped people.
3. The almost caricature-like representation of a woman who dares to claim a position in a traditional men’s job.
4. The snobbish attitude of “intellectuals” toward those that haven’t had the privilege of a proper education.
5. The “condemnation” to death of a helpless elderly person by a powerful burglar who considers that his body strength gives him the right to decide on life or death of the weak. (We note, in this connection, the dramatic increase of crime rate in this country due to illegal immigration, which explains the alleged “racism” exhibited by a part of the Greek population.)
6. The crime of rape (again, an exercise of an assumed “right” of the strong to force themselves on the weak), one of the most appalling of “human” perversions.
I close this article with a remark on the penalization of the denial (I do not refer to thepraise!) of crimes of genocide. This almost hypochondriac idea mainly represents a German patent of atonement and redemption from guilt for the horrible Holocaust of more than six million. I can hardly comprehend its rationale, however, with regard to the Greek society, a society that experienced the horrors of nazi atrocities including those in concentration camps! (The fact that this society developed xenophobic sentiment in recent years – and let me note here that one should not confuse xenophobia with racism [2] – is mainly due to the behavior of those who didn’t respect the hospitality this country offered them.)
So, praising mass murder is certainly an unlawful act since it encourages a recurrence of the crime. Simply denying the historically proven fact of this crime, however, should not be a matter of concern to the law in a democratic society with guaranteed freedom of speech. Rather, it should be regarded as a clinical case for the psychiatrist!
[1] C. J. Papachristou, Racism: A conceptual approach to a tag (in Greek)(http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=499930).
[2] C. J. Papachristou, Some thoughts on the anti-racist law (in Greek)(http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=514397).

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Η τραγική ειρωνεία της αλαζονείας…

Ως παιδαγωγός, συχνά αντικρίζω το λειτούργημά μου με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μία, η σχετική αθωότητα της εύπλαστης, ακόμα, συνειδητότητας των μαθητών μου. Από την άλλη, η υπερφίαλη συμπεριφορά κάποιων «δασκάλων», χάρις στην οποία κέρδισαν επάξια τα εισαγωγικά στο όνομα του λειτουργήματός τους στο δρόμο για την κατάκτηση ακαδημαϊκών αξιωμάτων. Και να θέλεις, δεν μπορείς να τους αποφύγεις: τους συναντάς παντού. Ακόμα και μέσα στο ίδιο μου το γραφείο – αφού, δικαίως ή αδίκως, δεν προτίθεμαι να εξαιρέσω τον εαυτό μου από την κριτική! Αλλά, για εμάς τους «δασκάλους» θα τα πούμε αργότερα…

Κάποτε πίστευα ότι η αλαζονεία και η αχαριστία – με αυτή τη σειρά φθίνουσας σπουδαιότητας – είναι τα μεγαλύτερα ανθρώπινα αμαρτήματα. Σήμερα έχω δεύτερες σκέψεις γι’ αυτή τη σειρά αξιολογικής κατάταξης. Ο λόγος είναι πως, με την πείρα που αποκτώ από τη ζωή, αρχίζω να διακρίνω ένα κάποιο ελαφρυντικό στην αλαζονεία: Εξ ορισμού ανώριμη συμπεριφορά, αγνοεί την ίδια της την εγγενή τραγικότητα που παραμονεύει χαμογελώντας ειρωνικά. Ναι, τον αλαζονικό άνθρωπο πρέπει, τελικά, να τον λυπάται κανείς περισσότερο απ’ ό,τι τον μισεί! Θα κάνω μια προσπάθεια να εξηγήσω γιατί…

Από την άποψη της αισθητικής της συμπεριφοράς, η αλαζονεία ανήκει στα απεχθέστερα των ανθρωπίνων ελαττωμάτων. Από καθαρά φιλοσοφική άποψη, όμως, θα την κατέτασσα στα τραγικότερα. Η τραγικότητά της οφείλεται στην άγνοια του ανθρώπου για το πεπερασμένο της ύπαρξής του. Και η (συχνά αιφνίδια) συνειδητοποίηση αυτού του πεπερασμένου είναι μία από τις ειρωνικότερες εκφάνσεις της ζωής. Μια μακάβρια φάρσα της που καταργεί τις αφελείς βεβαιότητές μας…

Μια πρόσφατη εμπειρία εξάλειψε και τα τελευταία ίχνη από τις δικές μου (ούτως ή άλλως ελάχιστες) βεβαιότητες. Όλα ξεκίνησαν με την αρρώστια ενός γνωστού. Εξαιρετικός δάσκαλος και άνθρωπος, μα δεινός καπνιστής, δυστυχώς… Στο πλευρό του προσέτρεξε πρόθυμα και με μεγάλη ανθρωπιά η πρώην σύζυγός του, η οποία επί ένα χρόνο, περίπου, μου μετέφερε τις εμπειρίες της από μονάδες ημερήσιας θεραπείας νοσοκομείων. Σταχυολογώ κάποιες από τις εικόνες που μου περιέγραψε, προειδοποιώντας τον αναγνώστη ότι η ανάγνωση από το σημείο αυτό δεν θα είναι ούτε εύκολη, ούτε ευχάριστη:

* Ένα μικρό παιδί (είναι–δεν είναι τριών) σταμάτησε να κλαίει και τώρα χαμογελά με όλη τη δύναμη της παιδικής του αθωότητας! Πριν λίγο βγήκε απ’ το χεράκι του η βελόνα με το σκιαγραφικό, και τώρα περιμένει τις καραμέλες που του υποσχέθηκαν. Για να υπομείνει τις ακτινοβολίες, του είπαν πως θα το βγάλουν φωτογραφία, να τη στείλουν στη γιαγιά και τον παππού…

* Συμφοιτητής της κόρης της πρώην συζύγου (παιδί στα είκοσι-τόσα του) περιμένει στην ουρά, να πάρει το φάρμακο για τη θεραπεία του. Παίρνοντας το μπουκάλι στα χέρια του, βρίσκει το κουράγιο να κάνει χιούμορ απευθυνόμενος σ’ αυτό: «Θεραπειούλα μου!» Έφυγε λίγους μήνες μετά…

* Σ’ ένα κρεβάτι της μονάδας, ένας νεαρός γύρω στα 25 δέχεται τη φροντίδα μιας νοσοκόμας. Βρίσκεται εκεί για την προγραμματισμένη θεραπεία του. Πριν έξι μήνες έχασε τη μητέρα του από την ίδια αρρώστια. Το ίδιο και τον πατέρα του, πριν δύο χρόνια. Βρίσκει τη δύναμη και χαμογελάει, εκπέμποντας μια υποψία αισιοδοξίας. Στο πρόσωπό του διαγράφεται το αίσθημα ευγνωμοσύνης για τη ζωή που του χαρίζει ακόμα την ελπίδα να παλεύει. Δεν γνωρίζω τη συνέχεια…

* Σε ένα άλλο κρεβάτι βρίσκεται μια νέα κοπέλα. Καθισμένη πλάι της, τη φροντίζει η μητέρα της. Είχε κι εκείνη αρρωστήσει παλιότερα. Και πριν ένα χρόνο έχασε την άλλη κόρη της. Τώρα φοβάται γι’ αυτήν που της απόμεινε. Επίσης αγνοώ τη συνέχεια…

* Μια εικόνα που προκαλεί μελαγχολία: Ένας νέος άντρας, κάτι παραπάνω από 30. Μόνος, δεν τον συνοδεύει κανείς. Με το ελεύθερο χέρι (στο άλλο είναι η βελόνα) κρατάει ένα κινητό τηλέφωνο και, με φανερό άγχος, δίνει οδηγίες σε κάποιον από τη δουλειά. Ξέρει πως είναι αναλώσιμος, πως η απουσία του – έστω και για λόγους υγείας – δεν θα πρέπει να γίνει αισθητή στην εταιρεία όπου εργάζεται. Λίγα λεπτά αργότερα, χτυπάει το κινητό. Είναι η μητέρα του, που έχει αναλάβει τώρα τη φροντίδα των παιδιών. Προσπαθεί να την καθησυχάσει. Είναι φανερό πως η εν διαστάσει σύζυγος βρήκε την ώρα να δημιουργήσει προβλήματα! Η ζωή κάποιες φορές δεν έχει μέτρο, δεν έχει έλεος…

Ως κάτοχος μερικών μάλλον ανούσιων διαπιστευτηρίων γνώσης, ομολογώ ότι ποτέ δεν έμαθα τίποτα πιο αληθινό και πιο χρήσιμο απ’ όσα μου δίδαξαν αυτές οι απλές, ανθρώπινες, καθημερινές σκηνές από μονάδες ημερήσιας θεραπείας. Από την άλλη, τίποτα δεν πρόβαλε στη συνείδησή μου πιο απωθητικό από τις αλαζονικές κι εγωπαθείς συμπεριφορές ανθρώπων που πιστεύουν πως ανήκουν στους εκλεκτούς που αυτοδίκαια απολαμβάνουν το προνόμιο της αθανασίας. Παντοδύναμοι μέσα στην αδιαπέραστη πανοπλία τους, ανοίγουν δρόμους για να περάσει το ατσάλινο «εγώ» τους τσαλαπατώντας τους ταπεινούς και τους αδύναμους που θ’ ατυχήσουν να βρεθούν στο διάβα τους!

Ανάμεσα σ’ αυτούς τους κενόδοξους συναντά κανείς, δυστυχώς, και παιδαγωγούς, ιδιαίτερα μάλιστα στην ανώτατη βαθμίδα της Εκπαίδευσης. Περιφέρουν αυτάρεσκα τον βαρύγδουπο τίτλο τους (με τις όποιες διαβαθμίσεις του) αδιαφορώντας, παράλληλα, για τις ηθικές προϋποθέσεις που υπαγορεύει το λειτούργημα του δασκάλου. Αν τους ακούσεις να μιλούν, έχεις την εντύπωση ότι αυτοπροσδιορίζονται ως θεοί. Κι αν τύχει και πάρουν στα χέρια τους διοικητικά αξιώματα, συμπεριφέρονται σαν αληθινοί δικτάτορες! Πιστεύουν αυτάρεσκα ότι η ίδια η εκπαίδευση υπάρχει για να υπάρχουν αυτοί. Και θεωρούν πως οι εκπαιδευτικές πολιτικές μιας Σχολής δεν θα πρέπει να χαράσσονται με γνώμονα την ποιότητα της μόρφωσης που προσφέρει, αλλά με βάση τις πλέον σύμφορες, γι’ αυτούς, μικροπολιτικές σκοπιμότητες στον μικρόκοσμο του ακαδημαϊκού τους χώρου…

Όμως, καλό θα ήταν να σκεφτούμε εδώ ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος της Εκπαίδευσης. Αν ο δάσκαλος είναι απλά έμπορος γνώσης, τότε το λειτούργημά του είναι απλό: Παραδίδει την προκαθορισμένη ύλη του μαθήματος και, στο τέλος, αξιολογεί και βαθμολογεί την ικανότητα του μαθητή να αναπαραγάγει ένα τυχαίο τμήμα αυτής της ύλης σε μια ολιγόωρη γραπτή εξέταση.

Αν, πάλι, στόχος της εκπαίδευσης είναι να προετοιμάσει τον νέο άνθρωπο για επιβίωση στη «ζούγκλα» μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας, τότε ο δάσκαλος (με τη βαθύτερη σημασία ενός ιερού λειτουργήματος) είναι μάλλον περιττός: Στη θέση του σχολείου ή του πανεπιστημίου θα μπορούσαν να θεσπιστούν σεμινάρια υπό την καθοδήγηση ειδικευμένων τεχνοκρατών. Ακόμα και αντικατάσταση της ίδιας της ζωντανής διδασκαλίας από κατάλληλα επιλεγμένα videos στο YouTube!

Υπάρχουν, όμως, ακόμα κάποιοι ηλίθιοι ρομαντικοί που πιστεύουν ότι, πάνω απ’ όλα, σκοπός της Εκπαίδευσης είναι η διάπλαση χαρακτήρων! Και πως, στην κορύφωση αυτής της πορείας βρίσκεται η ίδια η αυτογνωσία, όπως μας δίδαξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος που ανέδειξε αυτός ο τόπος. Ο δάσκαλος δεν «δίνει» γνώση: Βοηθά τον μαθητή να την ανακαλύψει, και μέσα από αυτή να μάθει τον εαυτό του. Κι αν είν’ αλήθεια ότι ο δάσκαλος εκπέμπει φως, δεν στρέφει ποτέ τον προβολέα κατά πάνω του: Φωτίζει απλά στον μαθητή του το δρόμο προς την αυτοεκπλήρωση!

Ο δάσκαλος ποτέ δεν «τα ξέρει όλα». Διδάσκει ταπεινοφροσύνη δείχνοντας πρόθυμος να εξελίξει κι ο ίδιος τον εαυτό του παράλληλα με τον μαθητή του. «Ένα μόνο γνωρίζω: πως δεν γνωρίζω τίποτα!», είπε με νόημα ο κορυφαίος των δασκάλων, θέλοντας να δείξει ότι οφείλουμε κάθε στιγμή να επανεξετάζουμε τις βεβαιότητές μας και, αν χρειάζεται, να χτίζουμε την αυτοσυνειδησία μας απ’ την αρχή.

Ταπεινοφροσύνη… Πόσο άγνωστη λέξη για μερικούς «δασκάλους» που συναντά κανείς στους διαδρόμους, στα αμφιθέατρα, στις επιτροπές, στα συμβούλια, στις ακαδημαϊκές συνελεύσεις… Θεοί αληθινοί, στητοί και περήφανοι στον προσωπικό τους Όλυμπο, που έχτισε ο καθένας με υλικά που εξόρυξε από το πολύτιμο «εγώ» του! Κι αυτή η αλαζονεία μεταλαμπαδεύεται, φυσικά, από τον δάσκαλο στον μαθητή, που κάποια στιγμή θα βρεθεί ανυποψίαστος, απροετοίμαστος και ανοχύρωτος μπροστά στη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης. Και, κάτω απ’ τα συντρίμμια τού «εγώ», θα δει να θάβονται όλες του οι βεβαιότητες…

Η τραγική ειρωνεία που αναδεικνύεται από την αναίρεση της ψευδαίσθησης της παντοδυναμίας, είναι, θα έλεγα, η αθέατη όψη της αλαζονείας. Από αυτή την άποψη, θεωρώ μεγάλο σχολείο τη μονάδα ημερήσιας θεραπείας ενός νοσοκομείου. Πιο σπουδαίο και πιο χρήσιμο ακόμα κι από ένα Πανεπιστήμιο που χορηγεί διδακτορικά!

* Αφιερώνεται στη μνήμη του δασκάλου Ν.Τ., που έφυγε πριν ένα χρόνο μη προφταίνοντας ν’ αποσώσει το τελευταίο του τσιγάρο…

Aixmi.gr

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Το τραγούδι που σκοτώνει (μια οιονεί συνέντευξη)

Η προαστιακή καφετέρια ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Καθώς απολάμβανα καφέ και χαλαρή συζήτηση με μια φίλη, χτύπησε το κινητό στο διπλανό τραπέζι. Ο ήχος του ήταν από κάποιο λαϊκό άσμα:

«Στο κάτω-κάτω της γραφής
αξίζει να καταστραφείς
και ως το θάνατο να πας
για μια γυναίκα που αγαπάς»

Διέκρινα αμέσως εκείνη την έκφραση πικρής ειρωνείας στο πρόσωπο της φίλης. Μου εξήγησε χωρίς καν να τη ρωτήσω:

– Σε κανέναν δεν αξίζει μια γυναίκα που θα τον άφηνε να καταστραφεί και να πεθάνει για χάρη της!

Δεν πρόλαβα να πω ότι συμφωνώ, καθώς συνέχισε:

– Τι ωραία τραγουδάκια θανάτου και καταστροφής γράφουν, τραγουδούν και εμπορεύονται οι βολεμένοι! Για να μπορούν, υπό τους ήχους τους, κάποιοι άλλοι βολεμένοι να ξεδίνουν κάνοντας τρελό κέφι με ποτά, με άνθη κι αμέτρητα «ώπα»!

Της είπα πως πρόκειται απλά για ένα τραγούδι, μα εκείνη φαινόταν να έχει άποψη:

– Δεν είναι μόνο ένα τραγούδι, είναι ολόκληρη φιλοσοφία διαστροφής της Τέχνης. Δώσε στον κόσμο καταστροφή, δώσ’ του θάνατο, μα προς Θεού όχι θετικά μηνύματα! Αυτά θα τον ξενερώσουν και η Τέχνη δεν θα πουλήσει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όλοι θα πουν: «Ένα τραγούδι είναι. Ποιος θα το πάρει στα σοβαρά;» Σκέφτηκε, όμως, κανείς εκείνον που είναι στ’ αλήθεια στο χείλος του γκρεμού και του αρκεί μια λέξη για να σαλτάρει; Η επαναλαμβανόμενη προτροπή «αφανίσου» στο ρεφρέν ενός τραγουδιού είναι γι’ αυτόν αληθινό πολυβόλο που σκοτώνει και τις τελευταίες του αντιστάσεις! Όπως υπονομεύει την αυτοπροστασία το μήνυμα ότι ο έρωτας «οφείλει» να σε βλάπτει για να είναι αληθινός:

«Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό»

Δεν θέλησα να διακόψω τον χειμαρρώδη λόγο της, που είχε αρχίσει να με απορροφά:

– Και, πέρα από τον έρωτα, για δες πώς κάποιοι «επαναστάτες» χωμένοι ως το λαιμό στο σύστημα και μόνιμα ευνοούμενοί του, προτρέπουν άδοντες τους ηλίθιους ιδεολόγους να συναντήσουν στο τέλος του ονείρου τους την καταστροφή και τον αφανισμό τους:

«Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο
κι ας είναι η φωτιά του να σε κάψει»

Πήρα ασυναίσθητα το χέρι μου από την κούπα του καφέ, που ήταν ακόμα ζεστός…

– Κι όταν αρχίσεις πια να καίγεσαι στη φωτιά, οι κήρυκες της ένδοξης αυτοπυρπόλησης φροντίζουν να σε θωρακίσουν κι από όποιον τυχόν επιχειρήσει να σε βοηθήσει να σωθείς:

«Άσε με να κάνω λάθος
Μη παριστάνεις το Θεό
Δε μ’ αρέσουν οι σωτήρες
Δε γουστάρω να σωθώ»

Της ομολόγησα πως κι εγώ, ως δάσκαλος, βρίσκω το μήνυμα σ’ αυτό το τραγούδι εφιαλτικό. Μα εκείνη δεν έδειχνε πια να με ακούει:

– Γιατί, άραγε, η Τέχνη πρέπει να μας περνάει μέσα από την Κόλαση του Δάντη; Μήπως, τελικά, απευθύνεται όχι στους ευαίσθητους μα στους δυνατούς, εκείνους που δεν κάνουν ποτέ την Τέχνη ζωή;

Κούνησα το κεφάλι καθώς εκείνη συνέχισε:

– Κοίτα τους δημιουργούς και τους ερμηνευτές των τραγουδιών που ηρωοποιούν την αυτοκαταστροφή χάριν, υποτίθεται, του έρωτα ή άλλων υψηλών ιδανικών: Πόσοι από αυτούς πήραν κι οι ίδιοι το μήνυμα που έστειλαν; Πόσοι κάηκαν μέσα στη φωτιά που άναψε η τέχνη τους; Και – τι ειρωνεία! – ο μόνος που στ’ αλήθεια οδήγησε τον εαυτό του στην απόλυτη καταστροφή, έχοντας ζήσει μια ζωή μέσα στη φτώχεια και την εξαθλίωση – αφού αρνήθηκε πεισματικά να εκπορνεύσει εμπορικά την τέχνη του – ήταν εκείνος ο «Μπαγάσας» που άφησε πίσω του τα υγιέστερα τραγούδια. Εκείνα που υμνούν τη ζωή και καταδικάζουν τις πρακτικές αυτοκαταστροφής, για τις οποίες κάποιος άλλος, κλείνοντας πονηρά το μάτι στην κοινωνία, λέει με προκλητικό κυνισμό: «Άσε με να κάνω λάθος!»

Κοίταξα αμήχανα το ρολόι μου, μα η φίλη είχε κάτι ακόμα να πει, ίσως το καλύτερο απ’ όσα άκουσα:

– Αυτοί οι… αυτοαναφλεγόμενοι δημιουργοί και εκφραστές τέχνης επιδρούν καταλυτικά στις ερωτικές σχέσεις. Προβάλλουν και, τελικά, εμβάλλουν την ιδέα πως, ό,τι δεν μας καίει και δεν μας καταστρέφει είναι άνευ σημασίας, είναι «σούπα ημίζεστη»! Έτσι, αν ο συναισθηματικός εταίρος δεν ασπάζεται και δεν υιοθετεί αυτή την ιδεολογία αλλά βιώνει τη σχέση ισορροπημένα και δημιουργικά, θεωρείται πλημμελώς συναισθανόμενος και μειοδοτών, και εν τέλει αντίπαλος! Η σχέση, έτσι, γίνεται πόλεμος και δύσκολα βιώνεται από εκείνον που βλέπει τον έρωτα ως κίνητρο ζωής και πηγή χαράς και ψυχικής αναδόμησης…

Καθώς βγαίναμε στο δρόμο, ρώτησα τη φίλη αν θα μπορούσα να δημοσιοποιήσω την κουβέντα μας στη μορφή μιας, ας πούμε, «απρογραμμάτιστης συνέντευξης». Μου απάντησε:

– Να την αφιερώσεις στους πολυτραυματίες της Τέχνης και του έρωτα. Στους αληθινούς, όμως!

* Στη σύνταξη του κειμένου συνεργάστηκε η Θάλεια Χρόνη. Την ευχαριστώ!

Aixmi.gr

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

Όταν η πεταλούδα τίναξε τα φτερά στο Σαράγεβο…

Είχα γράψει, πριν λίγους μήνες, σαν μοιραίο προανάκρουσμα στη «φυγή» – λίγες μέρες μετά – του Γιάννη Καλαμίτση:

«Σε πρωινή εκπομπή του στο ραδιόφωνο (πάνε πολλά χρόνια τώρα), ο αμίμητος Γιάννης Καλαμίτσης είχε θέσει στους ακροατές του ένα κουίζ Ιστορίας: Σε ποια μεγάλη μάχη οι φαντάροι πήγαν στο μέτωπο με… ταξί; Κάποιοι βρήκαν αμέσως την απάντηση, αναγνωρίζοντας τη Μάχη του Μάρνη (Σεπτέμβριος 1914) όπου τα Παρισινά ταξί επιστρατεύτηκαν για να μεταφέρουν ενισχύσεις στον Γαλλικό στρατό. Το Παρίσι έτσι σώθηκε, και η Γερμανία έχασε τη μοναδική ευκαιρία που είχε να κερδίσει τον πόλεμο, και μάλιστα στην πρώτη του σημαντική μάχη! Ύστερα ήρθαν τα φονικά χαρακώματα…»

Συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια από την έναρξη του «Μεγάλου Πολέμου», όπως αποκλήθηκε στην εποχή του (πριν τον φρικτότερο Δεύτερο) ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο πόλεμος αυτός ήταν γεμάτος κρίσιμα γεγονότα (το κουίζ του Γ. Καλαμίτση αναφέρεται σε ένα από αυτά) όπου η πλάστιγγα ισορροπούσε κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού. Αστάθμητοι παράγοντες έκριναν την έκβαση μιας μάχης που, αν το αποτέλεσμά της ήταν διαφορετικό, ο πόλεμος θα μπορούσε να είχε πάρει αντίθετη τροπή. Προσεκτικά εκπονημένα στρατιωτικά σχέδια (κυρίως των Γερμανών, όπως το σχέδιο Schlieffen) κατέρρεαν το ένα μετά το άλλο, και κάθε έννοια προβλεψιμότητας είχε χαθεί. Ο «γρήγορος» πόλεμος που θα διαρκούσε «μέχρι τα Χριστούγεννα» μετατράπηκε, έτσι, στο ανελέητο τετραετές σφαγείο των χαρακωμάτων…

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι τα χαρακτηριστικά αυτού του πολέμου παραπέμπουν στο «φαινόμενο της πεταλούδας», κεντρική έννοια στη μαθηματική θεωρία του χάους. Σύμφωνα με αυτό, σε κάποια ασταθή συστήματα μια ελάχιστη διαφοροποίηση στο αίτιο μπορεί να προκαλέσει τεράστια απόκλιση στο αιτιατό. Έτσι, για παράδειγμα, το τίναγμα των φτερών μιας πεταλούδας στο Πεκίνο θα μπορούσε, θεωρητικά, να προκαλέσει, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, έναν ανεμοστρόβιλο στο Τέξας! (Οι μαθηματικοί μιλούν για «ευαίσθητη εξάρτηση από τις αρχικές συνθήκες».) Η χαοτική αυτή συμπεριφορά είναι που κάνει τον καιρό τόσο απρόβλεπτο σε ορίζοντα χρόνου που ξεπερνά τις 6-10 μέρες. Γενικά, η απουσία προβλεψιμότητας σε (κατά τα άλλα) ντετερμινιστικά συστήματα συνιστά αυτό που στα μαθηματικά καλείται «χάος».

Στον Μεγάλο Πόλεμο, η μηχανή του χάους πήρε μπρος από την πρώτη κιόλας πιστολιά, όταν ο νεαρός Σέρβος εθνικιστής Gavrilo Princip δολοφόνησε τον Αρχιδούκα Franz Ferdinand και την σύζυγό του, Σοφία, στο Σαράγεβο στις 28 Ιουνίου 1914. Η «πεταλούδα» του πολέμου τίναξε τα φτερά της, ενεργοποιώντας ένα απίστευτο ντόμινο γεγονότων που παρόμοιο δεν έχει να επιδείξει η Ιστορία. Η μία μετά την άλλη, οι Μεγάλες Δυνάμεις σύρονταν στη δίνη του πολέμου με τη δύναμη μιας νομοτέλειας που είχε μεθοδικά προετοιμαστεί μέσα σε ατέλειωτες ώρες μυστικής διπλωματίας, ακολουθώντας στρατηγικά πλάνα που, όπως πρόβλεπαν, θα οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια την κάθε μια τους στη «σίγουρη» νίκη!

Με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων σοφίας, βέβαια, γνωρίζουμε τώρα τις ατέλειες όλων των στρατηγικών σχεδιασμών της εποχής, οι οποίοι δεν έλαβαν υπόψη μια σειρά παραμέτρων που, όσο κι αν τότε δεν φαίνονταν σημαντικές, αποδείχθηκαν εξόχως κρίσιμες στη συνέχεια. Η αλαζονεία των επιτελείων και η παθητικότητα των πολιτικών μπρος στη σχεδόν δικτατορική συμπεριφορά των στρατηγών, κόστισαν στην ανθρωπότητα την απώλεια μιας ολόκληρης γενιάς που χάθηκε άδοξα στο βωμό του πιο παράλογου πολέμου που γνώρισε η Ιστορία. Και τα χαρακώματα έγιναν έτσι το υπέρτατο σύμβολο της άσκοπης θυσίας…

Η αστάθεια και η μη-προβλεψιμότητα έχουν κάνει και πάλι την εμφάνισή τους στην Ευρώπη, έναν αιώνα μετά την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου. Και, για μία ακόμα φορά, η σκιά της ίδιας ευρωπαϊκής υπερδύναμης πέφτει βαριά πάνω στα έθνη της ηπείρου – ιδιαίτερα στα πιο αδύναμα. Μόνο που τα κανόνια και τα πολυβόλα των Krupp έχουν δώσει τώρα τη θέση τους στον κυνισμό των αγορών, ενώ η σκυτάλη της αλαζονείας πέρασε από τα χέρια ενός πολεμοχαρούς μονάρχη (με ενδιάμεση στάση σε αυτά ενός ημιπαράφρονα ρατσιστή δικτάτορα) στα χέρια κουστουμαρισμένων και γραβατοφορεμένων γραφειοκρατών. Όσο για τα διαμελισμένα πτώματα στα χαρακώματα και στη “no man’s land”, τα αντικατέστησαν οι στρατιές των ανέργων που όλο πληθαίνουν…

Μα, όσο κι αν είναι πολύ μικρές για να γίνουν ορατές, οι πεταλούδες του χάους είναι πάντα εκεί, έτοιμες να τιμωρήσουν την υπερφίαλη βεβαιότητα των ισχυρών. Και, μια σπίθα είναι αρκετή για να ανοίξει η κερκόπορτα της κόλασης, όπως με εφιαλτικό τρόπο διδαχθήκαμε εμείς τον Δεκέμβρη του ’08 και τον Μάη του ’10. Θυμάται, άραγε, η Ευρώπη το ειρωνικό μάθημα της Ιστορίας στο Σαράγεβο; Ή μήπως την ξεγελά η νέα, «ακίνδυνη» μορφή που πήραν οι σφαίρες καθώς μετεξελίχθηκαν σε επιμελώς φιλοτεχνημένα χαρτονομίσματα;

Aixmi.gr

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Ρένα Δούρου: Σεμνότητα και πολιτικό ήθος!

Την αντίθεσή μου με την πολιτική φιλοσοφία του ΣΥΡΙΖΑ δεν την έκρυψα ποτέ: Απεχθάνομαι κάθε έκφραση λαϊκισμού, ιδιαίτερα όταν αυτός επενδύει στον μαζικό θυμό και επιζητά πολιτική επικυριαρχία σπέρνοντας το δηλητήριο του φανατισμού. Το κείμενο που ακολουθεί, όμως, δεν αναφέρεται σε πολιτικά κόμματα αλλά σε πολιτικούς ανθρώπους. Άσχετα με τον χώρο που επέλεξαν για να στεγάσουν την πολιτική τους δράση, άσχετα ακόμα κι αν ο χώρος αυτός (όπως, φοβάμαι, κι οποιοσδήποτε άλλος χώρος της σημερινής πολιτικής σκηνής…) είναι πολύ μικρός για να χωρέσει το μέγεθος της προσωπικότητάς τους!

Διάβασα πρόσφατα το άρθρο της Στέλλας Παπαμιχαήλ: «Δούρου-Σακελλαρίδης θα είναι οι άσοι του Αλέξη;». Τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη δεν τον γνωρίζω. Μπορώ μόνο να σημειολογήσω με βάση την συμπαθή φυσιογνωμία του και ένα ευγενικό ύφος που ελάχιστα παραπέμπει στο αλαζονικό «υφάκι» του σημερινού αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ. Για τη Ρένα Δούρου, όμως, θα συμφωνήσω απόλυτα με τα γραφόμενα της αξιόλογης δημοσιογράφου! Παραθέτω ένα μέρος τους:

«…Πρόκειται για την απροθυμία των στελεχών και των δύο αυτών κομμάτων να δοκιμαστούν στον εκλογικό στίβο των αυτοδιοικητικών εκλογών, όταν κάποτε στο ΠΑΣΟΚ και τώρα στον ΣΥΡΙΖΑ τα ποσοστά τους “πιάνουν ταβάνι”, το κόμμα τους ενδεχομένως βρίσκεται μια ανάσα πριν από την εξουσία και εκείνοι προτιμούν να μείνουν “αλώβητοι”, προκειμένου να στελεχώσουν -όταν έρθει εκείνη η ώρα- την κρατική μηχανή, μέσω μιας θέσης στο μελλοντικό υπουργικό συμβούλιο…

Έτσι λέει το ρεπορτάζ ότι συνέβη με τις αρνήσεις πολλών εκ των κορυφαίων στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ να συμμετάσχουν ως υποψήφιοι στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Μαΐου (…) με το μόνο κορυφαίο ή έστω προβεβλημένο στέλεχος που δέχθηκε τη θέση που της προτάθηκε, τη Ρένα Δούρου.

Απόρροια αυτού, ο ΣΥΡΙΖΑ να κατεβάσει στην περιφέρεια Αττικής και στον Δήμο Αθηναίων δύο νέους ανθρώπους που πήραν προφανώς το ρίσκο να αναμετρηθούν σε δύσκολα εκλογικά πόστα και που, κατά πάσα πιθανότητα, αποδέχθηκαν την πρόκληση, ανεξαρτήτως των προσωπικών τους φιλοδοξιών, καθώς και η κυρία Δούρου (για παράδειγμα) θα μπορούσε να “στυλώσει τα πόδια”, περιμένοντας όταν γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ να πάρει μια θέση στο υπουργείο Εξωτερικών (σχετική φημολογία προεξοφλούσε κάτι τέτοιο)…»

Η Ρένα Δούρου δεν είναι ο συνήθης τύπος πολιτικού του ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα γενικότερα, δεν ταιριάζει καν στο στερεότυπο κομματικού στελέχους σ’ αυτή τη χώρα! Άτομο που συνδυάζει νηφάλια σκέψη με δυναμική προσωπικότητα, συχνά (αν και όχι πάντα…) μας εντυπωσιάζει με τον σχεδόν υπερκομματικό λόγο της και τη βαθιά γνώση της σε θέματα που ξεπερνούν τα ελληνικά σύνορα.

Ιδιαίτερα καλλιεργημένη και με γνώση της αισθητικής του λόγου, απεχθάνεται φανερά τις λαϊκιστικές προσεγγίσεις και αντ’ αυτών επιλέγει τη μεστή επιχειρηματολογία – χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι τα επιχειρήματά της μας βρίσκουν πάντα σύμφωνους…

Ιδιαίτερα συμπαθής ως φυσιογνωμία, εκπέμπει μια γλυκύτητα χαρακτήρα για την οποία ελάχιστα μας είχε προϊδεάσει κατά τα πρώτα της βήματα στην πολιτική! Και, το σημαντικότερο: Άτομο με ανοιχτό μυαλό και δεκτική στην κριτική, πράγμα που της επιτρέπει να εξελίσσεται και να ωριμάζει πολιτικά.

Όπως γράφει και η Στέλλα Παπαμιχαήλ, η Ρένα Δούρου παίρνει πολιτικό ρίσκο κατεβαίνοντας στις αυτοδιοικητικές εκλογές. Το ρίσκο – που για κάποιους ίσως και να ‘ναι κρυφή επιθυμία… – να καταστεί αναλώσιμη, να «καεί» πολιτικά. Προσωπικά, τη συγχαίρω για την απόφασή της που φανερώνει πως, κάποιες φορές, η προσφορά στα κοινά είναι δυνατό (αν όχι επιβεβλημένο) να μπαίνει πάνω από ταπεινές προσωπικές φιλοδοξίες. Θα διαφωνήσω μόνο με την τετριμμένη αντιμνημονιακή ρητορεία στην ανακοίνωση αυτής της απόφασης. Πιστεύω ότι εδώ η αξιόλογη πολιτικός αδίκησε τον εαυτό της!

Υ.Γ. Δεν θα πρέπει να κλείσω αυτό το σημείωμα χωρίς να αναφερθώ και σε μια «σκοτεινή» πλευρά της προσωπικότητας της Ρένας Δούρου: Είναι φανατική οπαδός του Ολυμπιακού! Αλλά, θα μου πείτε, ποιος είναι τέλειος;

Aixmi.gr

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ο ναζισμός και τα λάθη του πολιτικού συστήματος

Οι εθνικές κρίσεις οδηγούν νομοτελειακά σε πολιτικές ανατροπές και υπερβάσεις. Κάποιες από αυτές είναι σαν τον ήλιο που ανατέλλει δειλά στο τέλος του Götterdämmerung: γεννούν την ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο». Για παράδειγμα, η Κυπριακή τραγωδία του ’74 – μια από τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές της νεότερης ιστορίας μας – οδήγησε στην ανατροπή της δικτατορίας και στην απαρχή μιας ελπιδοφόρας μεταπολίτευσης για τη χώρα μας (το πώς διαχειριστήκαμε αυτή την ευκαιρία, βέβαια, είναι ένα άλλο ζήτημα...).

Κάποιες φορές, όμως, μια εθνική καταστροφή ανοίγει τα μπαούλα με τους δαίμονες! Φέτος συμπληρώνεται ένας αιώνας από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (ενός πολέμου όπου η απαξιωτική συμπεριφορά των στρατηγών απέναντι στην ανθρώπινη ζωή θα έπρεπε να παρομοιάζεται από τους ιστορικούς με την ανάλογη των Ναζί στο Άουσβιτς!). Η ήττα της Γερμανίας (που αρχικά οδήγησε στο δειλό ξεκίνημα ενός πρωτόγνωρου, για τη χώρα αυτή, δημοκρατικού πειράματος), σε συνδυασμό με την οικονομική καταστροφή (που επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο από την υπερατλαντική οικονομική κρίση), έφεραν στο προσκήνιο της πολιτικής και της παγκόσμιας Ιστορίας τον Χίτλερ και τις ναζιστικές θεωρίες που εκπροσωπούσε...

Η εφιαλτική κρίση που περνά τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έχει πολλά κοινά στοιχεία με την περίοδο της Βαϊμάρης στη Γερμανία, αν και οι ιστορικές διαφορές είναι τέτοιες που κάθε ευθεία σύγκριση είναι παρακινδυνευμένη. Υπάρχει, όμως, ένα αδιαμφισβήτητα κοινό στοιχείο: Σαν φίδι δηλητηριώδες ορθώνει και πάλι το ανάστημά του ο ναζισμός! Τον οποίο κάθε άλλο παρά πήρε μαζί του στον τάφο του ο ιδρυτής και κύριος εμπνευστής του... Όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το αρνηθούν για λόγους πολιτικής αυτοπροστασίας, ο ναζισμός τυγχάνει σήμερα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης στη χώρα μας. Συνδέεται άμεσα και μονοσήμαντα με έναν πολύ συγκεκριμένο «πολιτικό» φορέα.

Ο ναζισμός, βέβαια, δεν παρεισέφρησε απρόσκλητα και από την πίσω πόρτα στο πολιτικό σκηνικό: Τον «προσκάλεσαν» οι παθογένειες (με προεξάρχουσα τη διαφθορά) που αφέθηκαν να αναπτυχθούν μέσα στο ίδιο το δημοκρατικό σύστημα. Και του πρόσφεραν άπλετο πολιτικό άλλοθι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος δεν περιορίζονται, όμως, στη δημιουργία και την εν συνεχεία κακή διαχείριση της κρίσης. Οι δυνάμεις του ναζισμού αξιοποίησαν προς όφελός τους και την αγανάκτηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας για την υποβάθμιση της ζωής – στα αστικά, κυρίως, κέντρα – λόγω της ανεξέλεγκτης παράνομης μετανάστευσης. Κύριο σύμπτωμα αυτής της υποβάθμισης ήταν η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, και μάλιστα στην πιο σκληρή και, συχνά, κτηνώδη εκδοχή της.

Έτσι, ο φορέας του ναζιστικού ιδεώδους μεταμορφώθηκε στη συνείδηση του απροστάτευτου πολίτη σε «φύλακα-άγγελο της γειτονιάς»! Το πέτυχε καλύπτοντας άτυπα και εξωθεσμικά τα κενά και τις αδυναμίες μιας πολιτείας ανήμπορης να προστατέψει τους πολίτες από τις συνέπειες της δικής της αμέλειας που είχε σαν αποτέλεσμα να παραδοθεί η χώρα ανοχύρωτη στο εισαγόμενο έγκλημα. Στην ενδυνάμωση του εγχώριου ναζισμού συνέβαλε και η ηθική και πολιτική κάλυψη που παρείχαν τμήματα κοινοβουλευτικών δυνάμεων σε αντικοινωνικές (ενίοτε, ακόμα και εγκληματικές) συμπεριφορές, στο όνομα ενός αμφίβολου «επαναστατικού προοδευτισμού».

Λίγα ενδεικτικά παραδείγματα: Κάθε δημόσια έκφραση αγανάκτησης για το εισαγόμενο έγκλημα βαφτίστηκε ελαφρά τη καρδία «ρατσιστική συμπεριφορά»... Η καταστροφή και η λεηλασία μιας ολόκληρης πόλης που ακολούθησε τη φρικτή δολοφονία ενός μαθητή, χαιρετίστηκε ως πράξη «υγιούς αντίδρασης», ενώ η εξίσου φρικτή δολοφονία τριών εργαζομένων μέσα σε μια τράπεζα θεωρήθηκε απλά ως «παράπλευρες απώλειες» μιας λαϊκής εξέγερσης... Για να φτάσουμε στον σημερινό παραλογισμό, σύμφωνα με τον οποίο «δεν έγινε και τίποτα» αν κυκλοφορεί ελεύθερα στους δρόμους ένας τρομοκράτης-δολοφόνος, τη στιγμή που κυκλοφορούν ελεύθεροι οι «τρομοκράτες» εκπρόσωποι των δανειστών μας!

Όμως, καμία πολιτική αβάντα δεν μπορεί να συγκριθεί με την ηρωοποίηση μέσω της εικόνας του διωκόμενου. Ας γίνω σαφέστερος: Τον ναζισμό δεν τον εξαλείφει κανείς με νομικά τεχνάσματα. Ούτε με παρόμοια τεχνάσματα προσπαθεί να επιτύχει τον κοινοβουλευτικό του αποκλεισμό. Το μόνο αποτέλεσμα που θα φέρει μια τέτοια πρακτική είναι να τον κάνει να στραφεί απευθείας στην κοινωνία με καταγγελτική ορμή και ενισχυμένο ηθικό προφίλ. Προσφέροντάς του, μάλιστα, επιχειρήματα για να αμφισβητήσει δημόσια το κατά πόσον οι δημοκρατικές δυνάμεις σέβονται την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, αρχή που ο ίδιος ο ναζισμός παραβίασε βάναυσα όποτε και όπου επικράτησε ως πολιτική εξουσία!

Φρόνιμο, επίσης, από πολιτική άποψη, δεν είναι να καθυβρίζονται συλλήβδην οι ψηφοφόροι που έδωσαν στον ναζισμό κοινοβουλευτική δύναμη, χωρίς πρώτα να εξετάζονται προσεκτικά οι λόγοι που τους έσπρωξαν σε μια τέτοια ακραία επιλογή. Και δεν αναφέρομαι εδώ σε άτομα που από πεποίθηση ασπάζονται τις ιδέες του ναζισμού, μα σε καθημερινούς ανθρώπους που, κουρασμένοι, απογοητευμένοι και αγανακτισμένοι με το υπάρχον πολιτικό σύστημα, διάλεξαν αφελώς τον χειρότερο τρόπο για να το «τιμωρήσουν». Σε μια τέτοια περίπτωση, οι δημοκρατικοί κώδικες υποδεικνύουν την πολιτική καθοδήγηση των ψηφοφόρων, όχι τον εξευτελισμό τους. Ο οποίος, εκτός των άλλων, μόνο τα αντίθετα αποτελέσματα θα επιφέρει!

Αν πράγματι πιστεύουμε στη Δημοκρατία, μέσα από αυτή θα πρέπει να αναζητήσουμε τα μέσα και τα επιχειρήματα που χρειάζονται για να αποδομηθεί ηθικά και πολιτικά ο ναζισμός. Έχοντας, μάλιστα, το στρατηγικό πλεονέκτημα που μας δίνει ο «εντός έδρας» αγώνας στον ναό του πολιτεύματος, το Κοινοβούλιο, από το οποίο θα ήταν λάθος να επιχειρήσουμε να αποκλείσουμε ακόμα και εκείνους που, άμεσα ή έμμεσα, του αμφισβητούν τον λόγο ύπαρξης! Αυτονοήτως, βέβαια, αυτοί που καταλαμβάνουν τα δημοκρατικά έδρανα θα πρέπει να πληρούν και οι ίδιοι τις προϋποθέσεις που το δημοκρατικό ήθος επιβάλλει. Για να μπορούν να αντιμετωπίζουν εκείνους που δεν ισχυρίζονται καν ότι το διαθέτουν...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Συστημικά λάθη και πολιτικά ερείπια: Η εξομολόγηση ενός αντισυμβατικού ψηφοφόρου...

Συνέντευξη

Οι εθνικές κρίσεις οδηγούν νομοτελειακά σε πολιτικές ανατροπές και υπερβάσεις. Κάποιες από αυτές είναι σαν τον ήλιο που ανατέλλει δειλά στο τέλος του Götterdämmerung: γεννούν την ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο». Για παράδειγμα, η Κυπριακή τραγωδία του ’74 – μια από τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές της νεότερης ιστορίας μας – οδήγησε στην ανατροπή της δικτατορίας και στην απαρχή μιας ελπιδοφόρας μεταπολίτευσης για τη χώρα μας (το πώς διαχειριστήκαμε αυτή την ευκαιρία, βέβαια, είναι ένα άλλο ζήτημα...).

Κάποιες φορές, όμως, μια εθνική καταστροφή ανοίγει τα μπαούλα με τους δαίμονες! Φέτος συμπληρώνεται ένας αιώνας από την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (ενός πολέμου όπου η απαξιωτική συμπεριφορά των στρατηγών απέναντι στην ανθρώπινη ζωή θα έπρεπε να παρομοιάζεται από τους ιστορικούς με την ανάλογη των Ναζί στο Άουσβιτς!). Η ήττα της Γερμανίας (που αρχικά οδήγησε στο δειλό ξεκίνημα ενός πρωτόγνωρου, για τη χώρα αυτή, δημοκρατικού πειράματος), σε συνδυασμό με την οικονομική καταστροφή (που επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο από την υπερατλαντική οικονομική κρίση), έφεραν στο προσκήνιο της πολιτικής και της παγκόσμιας Ιστορίας τον Χίτλερ και τις ναζιστικές θεωρίες που εκπροσωπούσε...

Η εφιαλτική κρίση που περνά τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έχει πολλά κοινά στοιχεία με την περίοδο της Βαϊμάρης στη Γερμανία, αν και οι ιστορικές διαφορές είναι τέτοιες που κάθε ευθεία σύγκριση είναι παρακινδυνευμένη. Υπάρχει, όμως, ένα αδιαμφισβήτητα κοινό στοιχείο: Σαν φίδι δηλητηριώδες ορθώνει και πάλι το ανάστημά του ο ναζισμός! Τον οποίο κάθε άλλο παρά πήρε μαζί του στον τάφο του ο ιδρυτής και κύριος εμπνευστής του...

Όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το αρνηθούν για λόγους πολιτικής αυτοπροστασίας, ο ναζισμός τυγχάνει σήμερα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης στη χώρα μας. Συνδέεται άμεσα και μονοσήμαντα με έναν πολύ συγκεκριμένο «πολιτικό» φορέα. Ο ναζισμός, βέβαια, δεν παρεισέφρησε απρόσκλητα και από την πίσω πόρτα στο πολιτικό σκηνικό: Τον «προσκάλεσαν» οι παθογένειες (με προεξάρχουσα τη διαφθορά) που αφέθηκαν να αναπτυχθούν μέσα στο ίδιο το δημοκρατικό σύστημα. Και του πρόσφεραν άπλετο πολιτικό άλλοθι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης.

Οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος δεν περιορίζονται, όμως, στη δημιουργία και την εν συνεχεία κακή διαχείριση της κρίσης. Οι δυνάμεις του ναζισμού αξιοποίησαν προς όφελός τους (ενδεχομένως εδώ οι προθέσεις να ήταν, σε κάποιο βαθμό, ειλικρινείς) και την αγανάκτηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας για την υποβάθμιση της ζωής – στα αστικά, κυρίως, κέντρα – λόγω της ανεξέλεγκτης παράνομης μετανάστευσης. Κύριο σύμπτωμα αυτής της υποβάθμισης ήταν η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, και μάλιστα στην πιο σκληρή και, συχνά, κτηνώδη εκδοχή της. Έτσι, ο φορέας του ναζιστικού ιδεώδους μεταμορφώθηκε στη συνείδηση του απροστάτευτου πολίτη σε «φύλακα-άγγελο της γειτονιάς»! Το πέτυχε καλύπτοντας άτυπα και εξωθεσμικά τα κενά και τις αδυναμίες μιας πολιτείας ανήμπορης να προστατέψει τους πολίτες από τις συνέπειες της δικής της αμέλειας που είχε σαν αποτέλεσμα να παραδοθεί η χώρα ανοχύρωτη στο εισαγόμενο έγκλημα. 

Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω προσωπικά κανένα μέλος του νεόκοπου κοινοβουλευτικού χώρου που, κυρίως, εκφράζει τις ιδέες του ναζισμού. Ούτε και θα το ήθελα, άλλωστε! Νιώθω βαθιά απέχθεια γι’ αυτή την ιδεολογία και είναι πεποίθησή μου ότι ελάχιστα τιμωρήθηκαν εκείνοι που την υπηρέτησαν κατά τον τελευταίο μεγάλο πόλεμο του περασμένου αιώνα. Γνωρίζω, όμως, άτομα που στήριξαν τον χώρο αυτό με την ψήφο τους, δίνοντάς του κοινοβουλευτική δύναμη. Και βεβαιώνω τον αναγνώστη πως κάποιοι από αυτούς είναι πραγματικά υπέροχοι άνθρωποι! Σαν τον «Γρηγόρη» (ας τον ονομάσουμε έτσι, αφού τα ονόματα μικρή σημασία έχουν), τον οποίο παρακάλεσα – και δεν αρνήθηκε – να ανοίξει την καρδιά του μπροστά στο μικρόφωνο του τεχνικού συνεργάτη μου, Άρη Μαγουλά...

– Γρηγόρη, γνωρίζω καλά πως είσαι ένα ιδιαίτερα μορφωμένο άτομο. Θετικός επιστήμων με αξιόλογο ερευνητικό έργο και διεθνή αναγνώριση. Θα ήθελες να μας πεις κάποια πράγματα ακόμα για τον εαυτό σου;

Κώστα, ευχαριστώ για την πρόσκληση. Δεν θέλω να πω περισσότερα για τον εαυτό μου, αυτά που είπες είναι ήδη αρκετά... Εντάξει, θα σου πω κάτι πολύ προσωπικό: Όταν έχασα τον πατέρα μου σε τροχαίο, πριν πάρω το δίπλωμά μου, κρατώντας του το χέρι στο ασθενοφόρο υποσχέθηκα στο τελευταίο δάκρυ που έχυσε και στις τρεις αναπνοές που έβγαλε να φανώ αντάξιος του αγώνα του να δώσει έναν σωστό άνθρωπο στην κοινωνία. Έναν μαχητή. Ζώντας μέσα στις ανασφάλειες της εποχής, προσπαθώ να βρω τη λύτρωση μέσα από την τήρηση αυτής της υπόσχεσης, να πετύχω την ανύψωση μέσα από την κραυγή για την αδικία...

– Θα ήταν ενδιαφέρον να μας έδινες κάποια στοιχεία για το πολιτικό σου background. Ας πούμε, ήσουν πολιτικοποιημένος ως φοιτητής; Αν ναι, ήσουν ενταγμένος σε κάποιο χώρο, ή, έστω, υποστήριζες κάποια από τις φοιτητικές παρατάξεις;

Ως φοιτητής ήμουν πολιτικοποιημένος, με φίλους – που ακόμα υπάρχουν – απ’ όλες τις φοιτητικές παρατάξεις. Το τονίζω: απ’ όλες! Δεν ήμουν ενταγμένος σε κάποιο χώρο, αφού, μετά τις πέντε πρώτες παρουσίες σε συνελεύσεις στο αμφιθέατρο, μου καλλιεργήθηκε το αίσθημα της απογοήτευσης. Αντί να μου μιλήσουν για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ελληνικό πανεπιστήμιο, μου μιλούσαν τότε για το Σουδάν και τη Νικαράγουα. Κάτι που ήταν πολύ μακριά από μένα, γιατί έπλαθα τον εαυτό μου πρώτα και κύρια για να μπορέσω να σταθώ σε αυτή τη χώρα και την κοινωνία της.

– Αν έκανες μια αναδρομή, θα μπορούσες να μας περιγράψεις τα αισθήματά σου για το πολιτικό σύστημα της χώρας, από τη στιγμή που άρχισες να αντιλαμβάνεσαι αυτά που συνέβαιναν γύρω σου έως την ώρα που στράφηκες, ως ψηφοφόρος, σε μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική κατεύθυνση;

Η ερώτησή σου, Κώστα, με κάνει να πάω πολλά χρόνια πίσω... Τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας είχε χτιστεί σε σαθρά θεμέλια. Και τώρα, έχει στα μάτια μου γκρεμιστεί! Κι αν κάποτε υπήρχαν, τουλάχιστον, κάποιοι χαρισματικοί πολιτικοί, τώρα δεν υπάρχει ούτε μία χαρισματική πολιτική προσωπικότητα. Κάποιος που θα ασχοληθεί με τα προβλήματα της χώρας χωρίς περιττό θόρυβο και κραυγές (και το λέω αυτό με επίγνωση ότι, και ο χώρος στον οποίο έδωσα τη δυνατότητα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης έχει πολλές κραυγές, που χωρίς αυτές πιστεύω ότι ίσως θα είχε κερδίσει περισσότερα). Έχουμε, λοιπόν, ένα πολιτικό σύστημα που βαδίζει πάνω στα ερείπια που το ίδιο δημιούργησε. Κι εμείς οι απλοί άνθρωποι προσπαθούμε να επιβιώσουμε περπατώντας πάνω στις πέτρες αυτών των ερειπίων. Αυτή η αγωνία της επιβίωσης είναι, δυστυχώς, το κυρίαρχο αίσθημα της εποχής. Δεν ξέρω αν αυτό το πολιτικό σύστημα έχει μέλλον. Έτσι όπως βαδίζει, φοβάμαι πως δεν έχει! Κι αυτό που με θλίβει και με ανησυχεί περισσότερο είναι ότι, με αυτό το σύστημα, και το μέλλον της πατρίδας μου είναι αβέβαιο.

– Και, πιστεύεις ότι η απάντηση σε αυτό τον πολιτικό και εθνικό εκπεσμό είναι η πολιτική επιλογή που έχεις κάνει;

Κοίτα, ως ψηφοφόρος ήμουν πάντα αντισυστημικός. Γιατί, τα λάθη που γίνονται είναι συστημικά λάθη. Και κάποιοι που ξέρουν καλά το σύστημα είναι οι μόνοι που όχι μόνο επιβιώνουν, αλλά και βγαίνουν κερδισμένοι μέσα απ’ αυτό. Το ίδιο το σύστημα, λοιπόν, είναι που με ανάγκασε να αναζητώ λύσεις και να κάνω επιλογές που σε κάποιους φαντάζουν αντισυμβατικές. Εξάλλου, ζούμε σε μια δημοκρατική κοινωνία, και μια δημοκρατία δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από οποιαδήποτε πολιτική ιδεολογία!

– Πρόλαβες το επόμενο ερώτημά μου! Γνωρίζω πως είσαι άτομο με βαθιά δημοκρατικές πεποιθήσεις. Από την άλλη, ο χώρος τον οποίο στηρίζεις με την ψήφο σου δεν κρύβει την περιφρόνησή του για το δημοκρατικό πολίτευμα, του οποίου την κατάργηση κάθε άλλο παρά θεωρεί ταμπού. Σε ενοχλεί αυτό;

Έτσι όπως το διατυπώνεις, υπάρχει πράγματι ένα ζήτημα ιδεολογικής διάστασης. Σαν δημοκρατικό άτομο, όμως, πιστεύω πως η δημοκρατία δεν έχει εχθρούς. Τους εχθρούς τους «βλέπουν» αυτοί που καπηλεύονται τη δημοκρατία. Αν αφήσεις τον ψηφοφόρο να εκφραστεί ελεύθερα, χωρίς να του βάλεις την συστημική ψήφο στο χέρι με την υπόσχεση της προσωπικής επιβίωσης ή του βολέματος, και τον αφήσεις να σκεφτεί μόνο το καλό της πατρίδας του – μόνο το καλό της πατρίδας του! – νομίζω πως τότε η δημοκρατία δεν θα έχει τίποτα να φοβηθεί. Κακώς, κατά τη γνώμη μου, ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος στον οποίο αναφέρεσαι εκφράζεται αρνητικά για τη δημοκρατία. Πιστεύω πως εδώ κάνει λάθος. Μπροστά σ’ αυτό που ζω, όμως, δηλαδή, μπροστά στον τρόπο που κάποιοι διαχειρίζονται στην πράξη το πολίτευμα, αυτό είναι απλά πταίσμα! Για μένα, πιο επικίνδυνα είναι τα συστημικά κόμματα που χρόνια τώρα καπηλεύονται τη δημοκρατία, συχνά μάλιστα υιοθετώντας μη-δημοκρατικές τακτικές. Και, να σε ρωτήσω κάτι: Τι πρέπει να φοβάται περισσότερο η δημοκρατία, κάποιον που λέει ότι είναι εχθρός της, ή κάποιον που είναι εχθρός της και φοράει την κουκούλα του δημοκράτη;

– Μάλιστα... Θεωρείς, δηλαδή, ότι είναι καλύτερο να αρνείται κανείς τη δημοκρατία, παρά να την ευτελίζει εκ των έσω.

Βέβαια! Γιατί, αυτός που κάνει το δεύτερο είναι περισσότερο αντιδημοκράτης και χειρότερος φασίστας. Εξάλλου, τον φασισμό τον βιώνουμε σε πολλά πράγματα της καθημερινής ζωής. Φασισμός είναι και το να περνάς το φανάρι με κόκκινο, φασισμός είναι να μη σταματάς να περάσει ο πεζός τη διάβαση. Φασισμός είναι, γενικά, να καταπατάς τα δικαιώματα του άλλου ευρισκόμενος σε θέση ισχύος!

– Σε προβληματίζει η εμφανώς ρατσιστική ιδεολογία του χώρου αυτού; Ή μήπως δεν θεωρείς, απ’ τη μεριά σου, ότι υφίσταται θέμα ρατσισμού;

Έτσι όπως φαίνονται κι όπως προβάλλονται τα πράγματα, όντως θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για ρατσισμό. Από την άλλη, ο Έλληνας ποτέ δεν υπήρξε ρατσιστής. Το να θέλει κάποιος να εφαρμόζεται ο νόμος από όλους – είτε είναι ξένοι, είτε είναι Έλληνες – δεν τον κάνει ρατσιστή: είναι το ελάχιστο που μπορεί να απαιτεί στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας. Κοίταξε γύρω σου και πες μου αν ισχύει κάτι τέτοιο! Ρατσισμός είναι να σε κυνηγώ για το χρώμα σου και μόνο. Ρατσισμός είναι ακόμα και το να σε κυνηγώ για τις ιδέες σου. Αλλά ρατσισμός δεν είναι το να θέλω να εφαρμόζεται ο νόμος από όλους, ακόμα κι από αυτούς που το χρώμα τους διαφέρει απ’ το δικό μου!

– Καλώς... Πάμε τώρα σε ένα θέμα που μας αγγίζει ιδιαίτερα σαν Έλληνες, αφού ξυπνά εφιαλτικές μνήμες από το όχι πολύ μακρινό παρελθόν μας: Πώς αισθάνεσαι για τους φιλο-ναζιστικούς προσανατολισμούς της «Χρυσής Αυγής»; Και το λέω αυτό γιατί, ως άνθρωπος που αγαπάει την πατρίδα του και τιμά την ιστορία της, θα σου είναι δύσκολο, φαντάζομαι, να αποδεχθείς την ιδεολογία ενός ξένου κατακτητή που κάποτε προκάλεσε τόσα δεινά στη χώρα μας και το λαό της.

Σ’ ευχαριστώ για την ερώτηση! Η πατρίδα μου είναι πάνω από τέτοιες ιδεολογίες, και δεν με αγγίζουν αυτά τα πράγματα. Κακώς, κατά την άποψή μου, ο συγκεκριμένος πολιτικός χώρος έχει ενστερνιστεί αυτή την ιδεολογία, πράγμα που, εκτός των άλλων, μόνο ζημιά προκαλεί στο κοινωνικό του προφίλ. Έχει κάνει φοβερά κακά ο ναζισμός. Φοβερά κακά! Ιδιαίτερα στην πατρίδα μου. Όμως, τι να πούμε και για τον «ναζισμό» που ασκεί το – υποτιθέμενα δημοκρατικό – πολιτικό σύστημα που ασελγεί πάνω μας; Δες τις κομματικές συγκεντρώσεις διαχρονικά, όταν τα πλήθη γέμιζαν ολόκληρα στάδια και χειροκροτούσαν τη μία και μοναδική άποψη που σέρβιρε το κόμμα. Κι όσοι τόλμησαν να αρθρώσουν διαφορετική άποψη, εξαφανίστηκαν... Σου θυμίζουν όλα αυτά τίποτα από τις φιέστες των ναζί στη Νυρεμβέργη; Το πολιτικό σύστημα εφάρμοσε τις ίδιες πρακτικές ισοπέδωσης κάθε ελεύθερης έκφρασης που το απειλούσε! Ο ναζισμός έχει κάνει στη χώρα μου πολλά κακά, μα δεν ήταν μόνος. Και, ως Έλληνες, δεν έχουμε ανάγκη υιοθέτησης καμίας ξενόφερτης ιδεολογίας. Με το δικό μας μυαλό και τον δικό μας πολιτισμό έχουμε κατακτήσει πολύ περισσότερα! Μην ξεχνάς πως, κάποτε, κάποιος μέσα από ένα πιθάρι είπε στον μεγαλύτερο κατακτητή του τότε κόσμου: «Φύγε γιατί μου κρύβεις το φως!» ...Πηγαίνω συχνά στα μέρη που βγάζεις φωτογραφίες, Κώστα, για να εμπνέομαι και να παίρνω δύναμη από το φως που βγάζουν αυτά τα μάρμαρα κι αυτοί οι βράχοι.

– Φαντάζομαι ότι, αυτονόητα, διαφωνείς και με κάποιες πρακτικές που απορρέουν από τη ναζιστική ιδεολογία. Και αναφέρομαι κυρίως στις πράξεις βίας ενάντια στους μη-αρεστούς.

Η άσκηση βίας, απ’ όπου κι αν προέρχεται, είναι φασισμός. Αυτό ισχύει, φυσικά, και για τον ναζισμό. Και η δικτατορία του προλεταριάτου, όμως, είναι φασισμός, ως άσκηση πνευματικής βίας. Και η λεκτική, όπως και η ψυχολογική βία, επίσης είναι φασισμός. Θυμάμαι τη βία που ασκούσαν κάποτε κάποιοι συνδικαλιστές, οι οποίοι στη συνέχεια αθωώθηκαν με πολιτικές αποφάσεις του συστήματος...  Όλες αυτές οι πρακτικές είναι μακριά από το πνεύμα της δημοκρατίας, αφού παραβιάζουν βασικές της αρχές όπως η ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα στην ελεύθερη επιλογή. Πρέπει να σέβεσαι τη φυσική και την ηθική υπόσταση του άλλου!

– Γρηγόρη, ζούμε σήμερα έναν νέο εθνικό διχασμό. Η εγχώρια πολιτική κατάσταση δείχνει παγιδευμένη στο δίπολο «μνημόνιο-αντιμνημόνιο». Πιστεύεις ότι το δίλημμα είναι πραγματικό ή τεχνητό; Και, τι αισθήματα τρέφεις για τους δανειστές μας, την περίφημη Τρόικα, δηλαδή;

Κώστα, όταν ξέσπασε η κρίση, είχα την ελπίδα ότι θα έρθει η Τρόικα και θα μας αναγκάσει να εκσυγχρονίσουμε το κράτος μας, κάτι που από μόνοι μας δεν θα κάναμε ποτέ. Αυτό, δηλαδή, που ακούγαμε κατά καιρούς από τα πολιτικά κόμματα για «επανίδρυση» ή «ανασύσταση» του κράτους. Είμαι βαθιά απογοητευμένος, αφού στη συνέχεια φάνηκαν καθαρά οι προθέσεις της Τρόικας: το μόνο που τους ενδιέφερε και τους ενδιαφέρει είναι να πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Άσχετα με το πώς θα τα πάρουν, αρκεί να τα πάρουν. Τίποτ’ άλλο! Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και τα περίφημα «μέτρα», κάτι που ούτως ή άλλως θα μπορούσαμε κι από μόνοι μας να κάνουμε. Γιατί, όλοι ξέραμε ότι ανάπτυξη ενός κράτους μέσα από τον δημόσιο τομέα δεν γίνεται. Το κράτος οφείλει μόνο να εξασφαλίζει τα βασικά αγαθά: υγεία, παιδεία, ασφάλεια, προστασία της ελευθερίας των πολιτών... Δεν μπορεί το κράτος να γίνει επιχειρηματίας! Ούτε αντέχει τόσες εταιρείες αμφίβολης χρησιμότητας, στελεχωμένες από ανθρώπους του συστήματος που αμείβονται σκανδαλωδώς υψηλότερα από τους μη-προνομιούχους δημοσίους υπαλλήλους. Ούτε αντέχει την πριμοδότηση των δημοσίων υπαλλήλων, π.χ., με τα εκτός έδρας, και μάλιστα αφορολόγητα. Χρειαζόμασταν την Τρόικα να μας τα πει αυτά; Όμως, ποτέ δεν θελήσαμε να διορθώσουμε τα κακώς κείμενα, για να μη χάσει η εκάστοτε εξουσία τους ψηφοφόρους της. Και, έχω βαρεθεί να ακούω για το πολιτικό κόστος: η πολιτική υπάρχει για να προσφέρει στο λαό! Πάνω απ’ όλα, η πολιτική είναι όραμα. Ποιο είναι το όραμα σήμερα; Το κοντόφθαλμο δίλημμα «μνημόνιο-αντιμνημόνιο»; Ναι, το δίλημμα αυτό είναι τεχνητό! Το πραγματικό ζητούμενο είναι πρώτα απ’ όλα η κοινωνική γαλήνη και η ευημερία των πολιτών. Μετά θα έρθει και η ανάπτυξη, που από μόνη της δεν αρκεί για να φέρει ευημερία. Κι ας μην ξεχνάμε, τέλος, ότι αυτή τη χώρα τη δανειστήκαμε από τα παιδιά μας, κι εκεί θα πρέπει ξανά να την παραδώσουμε!

– Και, μια και μιλάμε για δίπολα, ασπάζεσαι τη «θεωρία των δύο άκρων»; Δέχεσαι, δηλαδή, την άποψη ότι το πολιτικό σύστημα οριοθετείται σήμερα από δύο ακραίες δυνάμεις;

Πιστεύω ότι όλα αυτά είναι τεχνητές ομαδοποιήσεις με σκοπό να χειραγωγήσουν τον ψηφοφόρο. Και, τι σημαίνει άκρο; Αφού, όσο ακραίο κι αν είναι κάτι, πάντα μπορεί να υπάρξει κάτι ακόμα πιο ακραίο. Εκτός αν ως «άκρα» εννοούμε τις χωροταξικές απολήξεις του ημικύκλιου που βλέπουμε στη Βουλή! Αυτό εννοούν;

– Δέχεσαι ότι ο «ΣΥΡΙΖΑ» είναι άκρο;

Όχι! Μπορεί ο «ΣΥΡΙΖΑ» – όπως εξάλλου και η «Χρυσή Αυγή» – να έχει και κάποια ακραία στοιχεία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εκπροσωπεί τα «άκρα» στο σύνολό του. Είναι λάθος να ομαδοποιούμε τους πάντες!

– Βλέπεις έξοδο από την κρίση; Με ποιον τρόπο; Και, τι ρόλο θα μπορούσε, κατά τη γνώμη σου, να παίξει η «Χρυσή Αυγή» σε αυτή την κατεύθυνση;

Κώστα, δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος! Κανένα ουσιαστικό βήμα δεν βλέπω να γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση, κι ελάχιστα απ’ όσα έπρεπε να γίνουν έχουν γίνει. Κυρίως σε ό,τι αφορά τον εξορθολογισμό του κράτους. Και τις συνέπειες τις πληρώνουμε όλοι μας. Η «Χρυσή Αυγή» αυτή τη στιγμή παίζει έναν αντισυστημικό ρόλο...

– Θεωρείς αυτό τον ρόλο δημιουργικό;

Αυτή τη στιγμή, τον μόνο δημιουργικό ρόλο που βλέπω εγώ είναι η αντίδραση! Η αντίδραση που κάποια στιγμή θα προκαλέσει δράση. Μόνο έτσι θα βρούμε διέξοδο από την κρίση.

– Αντίδραση που θα έφτανε μέχρι την ολική ανατροπή του παρόντος πολιτικού συστήματος;

Ας είμαστε ρεαλιστές, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Και, μακριά από μας κάθε σκέψη για ανατροπή του πολιτεύματος! Πρέπει να προστατέψουμε τη δημοκρατία μας με κάθε μέσο. Με κάθε μέσο! Η δημοκρατία πρέπει να λάμψει μέσα από ανατροπή του ίδιου μας του εαυτού, μέσα από την εξέγερση ενάντια στις παλαιοκομματικές αντιλήψεις μας και σε αυτά τα οποία ψηφίζαμε τόσον καιρό. Αυτή η προσωπική εξέγερση του καθενός μας είναι που θα μας απελευθερώσει από το «θερμοκήπιο» όπου μας έχουν βάλει και προσπαθούν να «καλλιεργήσουν» τις πολιτικές συνειδήσεις μας κατά τα συμφέροντά τους!

– Θα ήθελες να δεις κάποια μέρα τη «Χρυσή Αυγή» στην εξουσία; Ή μήπως θα προτιμούσες να διατηρήσει τον αντισυστημικό χαρακτήρα που δείχνει να έχει επιλέξει;

Κανέναν από τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς δεν θα ‘θελα να δω στην εξουσία! Ονειρεύομαι τη δημιουργία καινούργιων, άφθαρτων πολιτικών φορέων που θα προκύψουν από ανακατανομή δυνάμεων σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Αυτό όμως απαιτεί πνεύμα συνεργασίας και προϋποθέτει διάθεση υπέρβασης πολιτικών εγωκεντρισμών. Όσο για τη «Χρυσή Αυγή», θα μπορούσε κι αυτή να συνεισφέρει στην προσπάθεια με ανθρώπους αξιόλογους, χωρίς ασφαλώς να διεκδικεί προεξάρχοντα ρόλο. Το ίδιο ισχύει και για το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ, ή όποιους άλλους...

– Πώς βλέπεις τη διεθνή πολιτική κατάσταση, ιδιαίτερα σε σχέση με θέματα που επηρεάζουν τη χώρα μας;

Με προβληματίζει η απουσία, σήμερα, μεγάλων ηγετών, όπως ήταν κάποτε ο Χέλμουτ Κολ, ο Μιτεράν, ο Ούλωφ Πάλμε, ακόμα και η Θάτσερ. Δεν υπάρχει προσωπικότητα αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη! Γερμανία; Μεγάλη απογοήτευση! Γαλλία; Πλήρης αποτυχία! Κυριαρχεί παντού ένα αίσθημα πολιτικής κόπωσης, θα έλεγα. Στον αντίποδα, δες και κάτι που αφορά την Ιταλία και πραγματικά το ζηλεύω: τα πολιτικά δρώμενα – και δεν είναι λιγότερο πυκνά από τα δικά μας – δεν επηρεάζουν τη λειτουργία του κράτους!

– Φυσικά, αφού εκεί το κράτος δεν ταυτίζεται με το κόμμα...

Ασφαλώς!

– Κλείνω με μια ερώτηση αθλητικού χαρακτήρα: Γνωρίζω πως είσαι φανατικός φίλος του Ολυμπιακού. Πώς αισθάνεσαι εσύ, ένας άνθρωπος ενταγμένος ιδεολογικά σε ένα χώρο που πολεμά το σύστημα, για ένα επαγγελματικό σωματείο που γιγαντώθηκε με τις πλάτες του συστήματος;

(Γέλια!) Θυμάμαι στα νιάτα μου που θεωρούσα ότι ο Παναθηναϊκός ήταν το «σύστημα». Λόγω του τότε πανίσχυρου προέδρου, φυσικά. Προσπαθώ, όμως, να σκέφτομαι σαν ιδεολόγος το στεφάνι στο κεφάλι του έφηβου, που έχει σαν σύμβολο ο Ολυμπιακός. Το οποίο στεφάνι ταιριάζει πάρα πολύ, φίλε Κώστα, με τον δικέφαλο αετό! Του Βορρά και του Νότου...

– Σε ευχαριστώ πολύ, Γρηγόρη, και σου εύχομαι καλή συνέχεια στο επιστημονικό σου έργο. Ευχαριστώ, επίσης, τον Αριστείδη (Μαγουλά) για την πολύτιμη τεχνική υποστήριξη που μου παρείχε για την ηχογράφηση αυτής της συνέντευξης.

(Φωνή Αριστείδη, στο βάθος: «Να ‘σαι καλά!»)  

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Σχόλιο που δημοσιεύθηκε για τον Δ. Λιαντίνη

Ο αναγνώστης Στράτος (αγνώστων λοιπών στοιχείων, κατά πάγια πρακτική των πυροβολούντων από ασφαλείς θέσεις προκάλυψης) δημοσίευσε στο Aixmi.gr το παρακάτω σχόλιο για το άρθρο "Μια προσωπική κατάθεση για τον Δημήτρη Λιαντίνη":

Αυτό που μου προκαλεί αλγεινή εντύπωση από το άρθρο είναι η απουσία αληθινής απολογίας (χωρίς εισαγωγικά) για το απαράδεκτο επιπόλαιο (επιεικείς, φυσικά, οι χαρακτηρισμοί) πρωτοδημοσιευμένο άρθρο σας στο «Βήμα» που αφορούσε στον καθηγητή Λιαντίνη. Τώρα, δυο σχεδόν χρόνια μετά, έχετε κάνει ομολογουμένως μεγάλα βήματα προόδου να προσεγγίσετε τη συνθετότητα της προσωπικότητας και του πνεύματος του Δ. Λιαντίνη, την οποία ασπάζεστε κι εσείς. Δεν υπαινίσσομαι ότι το έχω καταφέρει εγώ -κάθε άλλο.
Επιθυμήσατε να εκφέρετε δημόσιο λόγο για τον Λιαντίνη κάτι που είναι καλοδεχούμενο. Το ασύγγνωστο είναι ότι αυτό το πράξατε με «μερική διείσδυση στο σύμπαν του», και στο έργο του κατ’ επέκταση να υποθέσω. Και δεν θα ήταν τόσο κατακριτέο, αν και στα δύο σας τελευταία άρθρα (Αύγ. και Σεπτ.2013 -το πρώτο στο «Βήμα» δεν το υπολογίζω!) δεν διατυπώνονταν κρίσεις που να έχουν τον χαρακτήρα τελικής μορφής για το τι ήταν πραγματικά ο Λιαντίνης. Έχουν μια απολυτότητα τα κείμενα σας, δυστυχώς, σε πολλά σημεία, και βρίθουν χαρακτηρισμών. Και απορώ, ειλικρινά, πώς από τη μία αναγνωρίζετε και αντιλαμβάνεστε -κατά τον δικό σας τρόπο- ότι υπήρξε ο ιδιοφυέστερος Έλληνας του δεύτερου μισού του 20ού αι. και από την άλλη να δείχνετε αυτήν την επιπολαιότητα, χωρίς να έχετε καταπιαστεί με το σύνολο του έργου του.Θα μπορούσα να πω πολλά εν προκειμένω, αλλά ας αρκεστώ σ' αυτά. Το σχόλιο της κ. Λαμπρινού (εμβριθής μελετήτρια του έργου του Λιαντίνη, την οποία εκτιμώ πολύ, παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις μου/απορίες) στο άρθρο σας «Στη σκιά ενός επίγειου θεού», καθώς και οι πολύ εύστοχες κατά τη γνώμη μου παρατηρήσεις της κ. Αθανασούλη με καλύπτουν.

Έστειλα στο Aixmi.gr την παρακάτω απάντηση στο σχόλιο:

Αγαπητέ Στράτο, ζητώ συγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση αλλά μόλις χθες ανακάλυψα την ύπαρξη αυτού του σχολίου! Απαντώ:

1. Δεν ζητώ επιείκεια. Αν οι χαρακτηρισμοί «απαράδεκτο» και «επιπόλαιο» είναι επιεικείς, γιατί δεν χρησιμοποιείτε τις λέξεις που εκφράζουν ακριβέστερα τις σκέψεις σας;

2. Με περιγράφετε περίπου ως «μετανοούσα Μαγδαληνή» σε ό,τι αφορά την προσέγγισή μου στον Δ. Λιαντίνη. Δεν έχω να μετανιώσω για τίποτα! Οι ενστάσεις μου παραμένουν, όπως και ο θαυμασμός μου για την ιδιοφυΐα του.

3. Πολλοί με κατηγορούν (κι εσείς ανάμεσά τους) ότι εξέφρασα άποψη για τον Λιαντίνη χωρίς να έχω μελετήσει το σύνολο του έργου του. Είναι σαν να επικρίνω κάποιον, π.χ., που έχει ενστάσεις για το μουσικό ύφος της δέκατης συμφωνίας του Μάλερ, με το αιτιολογικό ότι δεν γνωρίζει επαρκώς τις προηγούμενες εννέα! Σε ό,τι αφορά το φιλοσοφικό έργο του Λιαντίνη, διατύπωσα απόψεις μόνο για την «Γκέμμα», κρίνοντάς την ως αναγνώστης ενός αυτοδύναμου επιστημονικού συγγράμματος. Δεν θυμάμαι να διατύπωσα ποτέ κρίσεις για το σύνολο του επιστημονικού έργου του Λιαντίνη (πώς θα μπορούσα, άλλωστε;). Και, παρότι σχεδόν χλευάζετε το άρθρο μου στο «Βήμα», κάθε μου επιχείρημα εκεί συνοδευόταν από παραπομπές στο βιβλίο, με αποσπάσματα από την ίδια τη γραφή του Λιαντίνη.
Σε ό,τι αφορά την προσωπικότητά του, βασίστηκα σε βιογραφικά στοιχεία και επιστολές του που διάβασα σε βιβλία δηλωμένων θαυμαστών του, σε μαρτυρίες πρώην μαθητών του, σε εκτιμήσεις φίλων καθηγητών που τον γνώρισαν προσωπικά, καθώς και στην εντύπωση που προκάλεσε σ’ εμένα τον ίδιο η παρακολούθηση ορισμένων videos με διαλέξεις του.

4. Με κατηγορείτε για τη χρήση χαρακτηρισμών, και την ίδια στιγμή με χαρακτηρίζετε επίμονα και επαναληπτικά ως «επιπόλαιο»! Το σημειώνω ως μοναδικό αδύνατο σημείο της – κατά τα άλλα εξαιρετικής – γραφής σας!

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Το «δικαίωμα» στην ποίηση…

Ποιοι δικαιούνται να γράφουν ποίηση; Το ερώτημα, εκφρασμένο αρνητικά – μα ισοδύναμα – εμπεριέχει τον υπαινιγμό ότι υπάρχουν κάποιοι που δεν δικαιούνται να εκφράζονται μέσω της ποίησης. Πέραν από την αμφισβήτηση της ελευθερίας της έκφρασης, μια τέτοια θέση συνιστά απειλή και για την ίδια την αυθεντικότητα της ποίησης: Αν τεθούν δεοντολογικές προϋποθέσεις που οριοθετούν το δικαίωμα στην ποίηση, τότε αυτή προσφέρεται βορά στην ηθικολογία. Κι ανοίγει διάπλατα η κερκόπορτα της Τέχνης στην υποκρισία του καθωσπρεπισμού…

Γράφω αυτές τις σκέψεις με αφορμή τον σκεπτικισμό με τον οποίο κάποιοι ιδεολογικοί κύκλοι υποδέχθηκαν την έκδοση της ποιητικής συλλογής «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ». Οι ενστάσεις δεν είχαν λογοτεχνική αφετηρία, αφού η ποιητική αξία του έργου είναι αδιαμφισβήτητη.

Το πρόβλημα ήταν αλλού: Στο κατά πόσον ένας υψηλόβαθμος εκπρόσωπος ενός κατά τεκμήριο σκληρού κι ανταγωνιστικού συστήματος, ένας άνθρωπος που με ένα του νεύμα μπορεί να προσλαμβάνει ή να απολύει – μα που κι ο ίδιος, με τη σειρά του, είναι εξίσου ευάλωτος απέναντι στο ίδιο αυτό αμείλικτο σύστημα – «δικαιούται» να εκφράζεται μέσω μιας Τέχνης που (εξ ορισμού, υποτίθεται) αποτελεί μονοπώλιο εκείνων που πρόθυμα θυσιάζουν τη λογική στο βωμό του συναισθήματος!

Η αφέλεια που αναδεικνύει η δεοντολογική αυτή προσέγγιση στην Τέχνη έγκειται στη γραμμική και μονοδιάστατη αντίληψη του ανθρώπινου χαρακτήρα. Υιοθετείται, έτσι, μια μορφή ηθικού διπολισμού που χωρίζει απλοϊκά τους ανθρώπους σε δύο απόλυτα διακριτές κατηγορίες: τους ιδεολόγους αισθηματίες και τους ασυναισθηματικούς πραγματιστές. Παραβλέπεται, όμως, η σύνθετη και πολυεπίπεδη δόμηση της ανθρώπινης προσωπικότητας που είναι δυνατό να συνδυάζει, διαλεκτικά, τα πιο αντίθετα και φαινομενικά ασύμβατα, μεταξύ τους, χαρακτηριστικά!

Οι ίδιοι οι στίχοι στο «ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ» μαρτυρούν, με αυτοσαρκαστική γενναιότητα που σοκάρει, την επίγνωση αυτού του σχεδόν «σχιζοφρενικού» διχασμού που οδηγεί στα πρόθυρα μιας οδυνηρής εσωτερικής σύγκρουσης χωρίς «νικητές» και «ηττημένους»:

Όλες οι ιδέες μας συνθήματα σε τοίχους
χρόνισαν, βρώμισαν και κρύφτηκαν σε στίχους…

(«Γενιά μοιραία») Θα λέγαμε πως η ποίηση εδώ ξεφεύγει από τα όρια μιας «απλής» τέχνης και διεκδικεί έναν υψηλότερο και ευγενέστερο ρόλο: Γίνεται εξομολογητής ανεκπλήρωτων οραμάτων και καθαρτήριο ψυχών και συνειδήσεων!

Προσωπικά, δεν μου είναι καθόλου δύσκολο να φανταστώ ότι ένας άνθρωπος του «συστήματος» ή του «κατεστημένου» (εκφράσεις-κλισέ που κυριαρχούν στο καθημερινό μας λεξιλόγιο) είναι δυνατό να διαθέτει και ευαίσθητες πλευρές, τις οποίες το (απόλυτα θεμιτό) αίσθημα της αυτοσυντήρησης του επιβάλλει να κρατά κλεισμένες σε στεγανά όπου μόνο η ποίηση μπορεί να διεισδύσει.

Η ποίηση, απ’ τη μεριά της, δεν μπορεί να αποτελεί δικαίωμα, αφού τα δικαιώματα είναι εξ ορισμού διαπραγματεύσιμα. Και η Τέχνη – σε αντίθεση, π.χ., με την πολιτική – δεν υπόκειται σε διαπραγμάτευση, αφού η ίδια της η ύπαρξη προϋποθέτει ένα ασυμβίβαστο αίσθημα ελευθερίας. Κι αυτό δικαιούνται (εδώ ταιριάζει η λέξη!) να το φέρουν ακόμα και οι εκπρόσωποι του «συστήματος» τις στιγμές όπου τίθενται ενώπιοι ενωπίοις, τότε που οι οδύνες της εσωτερικής διαλεκτικής αναζητούν διέξοδο μέσα απ’ τη δημιουργία του ωραίου…

Κλείνω το σημείωμα με ένα ταπεινό ποιητικό σχόλιο σ’ αυτά που ειπώθηκαν παραπάνω:

Κατά λάθος…

Σαδιστικά, ανελέητα
ο Brahms σφυροκοπάει τις αισθήσεις!
Λες και με δόλο βάλθηκε να ξετρυπώσει
μία παλιά, μια ξεχασμένη απόδειξη
που αν έβγαινε στο φως
θα σ’ έκανε να ντρέπεσαι:
πως κάποτε ήσουν κι εσύ
ανάμεσα στους τιποτένιους, τους περιφρονημένους
που ειρωνικά λέγονταν «άνθρωποι»!
Κάποτε που μπορούσες χωρίς φόβο να δακρύζεις
σ’ ένα κρεσέντο απελπισμένο της ορχήστρας,
ν’ αναριγάς όταν τρεμόπαιζαν οι βιόλες και τα τσέλα
στην εκπνοή ενός θλιμμένου adagio
(«τέτοιες αδυναμίες ανεπίτρεπτες
είναι που θα σε καταστρέψουν»
σου ‘λεγαν πάντα, και σωστά, ώσπου
το μάθημά σου πια στο μάθανε καλά…).

Τι προδοσία απ’ την τέχνη αυτή που λάτρεψες!
Γι’ αυτό σου λέω, σταμάτα τον το δίσκο…
Να, κοίτα στον τοίχο το ρολόι, πάει τέσσερις,
σε λίγο πρέπει και ν’ ανοίξεις το γραφείο.
Κι αυτοί που θάρθουν θέλουν να σε δούνε δυνατό
κατά πώς λέει κι η διαφήμιση: «εμπιστοσύνη!».

Κι αυτό το δίσκο που από λάθος σου ‘δωσαν
σίγουρα θα τον θέλουν πίσω.
Αύριο πρωί ζήτα εκείνον που χρειάζεσαι
με τα αρχεία για τους ισολογισμούς…

(Ντίνος Πυργιώτης, ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ…)