Δευτέρα 29 Μαΐου 2023

Ο λαός ξανά «στον γύψο»!

 Έχει δικαίωμα ένα πολιτικό κόμμα να λοιδορεί τον λαό για τις πολιτικές επιλογές του σε ελεύθερες εκλογές; Το ερώτημα είναι ρητορικό...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Οι εθνικές εκλογές είναι μία διαδικασία κρίσης με σαφώς διαχωρισμένους τους ρόλους του κρίνοντος και του κρινόμενου. Συγκεκριμένα, ένα μέρος του λαού (το εκλογικό σώμα) αξιολογεί πρόσωπα και πολιτικές προτάσεις και εκλέγει τους αντιπροσώπους του στο Κοινοβούλιο. Πιο σημαντικά, επιλέγει το πολιτικό κόμμα που θεωρεί ως πιο κατάλληλο να ασκήσει εξουσία.

Αυτό που είναι αδιανόητο στο πλαίσιο της δημοκρατίας είναι να επικρίνεται ο ίδιος ο λαός από τα κόμματα για το αποτέλεσμα μίας εκλογικής διαδικασίας, σαν να μην πρέπει το αποτέλεσμα αυτό να είναι προϊόν ελεύθερης επιλογής αλλά να υπόκειται σε προκαθορισμένους κανόνες. Και όμως... Μετά τις πρόσφατες εκλογές, ακούστηκαν ηγετικά στελέχη - αλλά και απλοί οπαδοί - ηττημένου κόμματος να περιγράφουν με έκδηλη οργή τους Έλληνες πολίτες ως εξής:

* αφελείς κι ανόητοι («δεν κατάλαβαν τι ψήφισαν»),

* μικρο-συμφεροντολόγοι και «κυρ-Παντελήδες» που «εξαγοράστηκαν με επιδόματα»,

* θεσμικά χοντρόπετσοι (δεν «συγκινήθηκαν» όσο έπρεπε με την υπόθεση των υποκλοπών),

* ανάλγητοι μπροστά σε μία εθνική τραγωδία (το πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη), και

* κατά βάθος ανήθικοι!

Επιπρόσθετα,

* ψυχικά διαταραγμένοι «θυρωροί της νύχτας» (αφού «ψήφισαν υπέρ του δυνάστη τους»), υποκείμενοι στο «σύνδρομο της Στοκχόλμης»!

Όταν κάποτε ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος θέλησε να δικαιολογήσει την απόφασή του να βάλει τον ελληνικό λαό «στον γύψο», ώστε να τον εμποδίσει να ψηφίσει με «λάθος» τρόπο στις επικείμενες, τότε, εκλογές, αρκέστηκε στη θεωρία του «παραπλανημένου λαού» που είχε ανάγκη από «σωστή διαπαιδαγώγηση». Δεν τόλμησε να καταλογίσει στον λαό ηθική μειοδοσία, ούτε - ακόμα περισσότερο - να τον καθυβρίσει.

Ακόμα και ο δικτάτορας, λοιπόν, υπήρξε στην ρητορεία του πιο γενναιόδωρος απέναντι στους Έλληνες πολίτες, σε σύγκριση με κάποιους πεινασμένους για εξουσία σύγχρονους «δημοκράτες». Οι οποίοι κατασκεύασαν έναν «ιδεολογικό γύψο» στα μέτρα των πολιτικών τους συμφερόντων και επιχείρησαν να εγκλωβίσουν το εκλογικό σώμα σε ηθικά διλήμματα, ορίζοντας με ad hoc τρόπο τι θα αποτελούσε «ηθικό» και τι «ανήθικο» εκλογικό αποτέλεσμα.

Μία τέτοια μεθόδευση, όμως, συνιστά ευθεία εκτροπή από τους θεμελιώδεις δημοκρατικούς κανόνες. Και, κατά μία πολύ πραγματική έννοια, θέτει έμμεσα σε αμφισβήτηση το ίδιο το πολίτευμα!

KLIK

Τετάρτη 24 Μαΐου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Όταν η Αριστερά δικάζει πολιτικά φρονήματα…


Δικάζοντας και καταδικάζοντας τον Διονύση Σαββόπουλο για μια πολιτική του δήλωση, η «ανανεωτική» Αριστερά έδειξε να λησμόνησε τι σημαίνει να σε διώκουν για τα πολιτικά σου φρονήματα...

Ανοίκειες επιθέσεις δέχθηκε πρόσφατα ο μουσικοσυνθέτης Διονύσης Σαββόπουλος από την λεγόμενη «Ανανεωτική Αριστερά» επειδή, σε πνεύμα νηφάλιου πραγματισμού, εκφράστηκε θετικά για τον αρχηγό της κεντροδεξιάς παράταξης. Και οι δηλητηριώδεις επιθέσεις δεν περιορίστηκαν στο πολιτικό πεδίο αλλά, σε μία επίδειξη μικρότητας, στόχευσαν και το ίδιο το καλλιτεχνικό έργο του Σαββόπουλου, το οποίο επιχείρησαν να ευτελίσουν. Βέβαια, στην Ελλάδα έχουμε ζήσει και χειρότερα. Ποιος ξεχνά, ας πούμε, την χυδαιότητα που εισέπραξε κάποτε από τον «αυριανισμό» της εποχής ο Μάνος Χατζιδάκις...

Και, ενώ ο κ. Σαββόπουλος δικαζόταν για εσχάτη προδοσία των ιδανικών της Αριστεράς, η «ανανεωτική» συνιστώσα της καλωσόριζε την πολιτική συστράτευση με αυτήν ενός αριθμού επώνυμων καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος. Χωρίς, μάλιστα, εκείνοι να εισπράξουν ανάλογες λοιδορίες από τον αντίπαλο κομματικό χώρο.

Προκύπτει, λοιπόν, το ερώτημα: Προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί από την σημερινή «προοδευτική» Αριστερά, οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι οφείλουν να καταθέτουν πίστη στις ιδέες της και υποταγή στους σκοπούς της; Με πιο απλά λόγια, πρέπει να δηλώνουν «αριστεροί»; (Δεν θα πω «να ζουν ως αριστεροί» γιατί, πολύ συχνά, η ίδια η ζωή διαψεύδει ειρωνικά τις δηλώσεις. Και, ως προς αυτό θα διαχωρίσω απόλυτα την παραδοσιακή, την αυθεντική Αριστερά που, παρά τις αναχρονιστικές εμμονές της, διατηρεί ένα ήθος και μία συνέπεια λόγων και έργων. Προσωπική άποψη...)

Τα «αριστερά πιστοποιητικά» στην τέχνη και την διανόηση έχουν τις ιστορικές αφετηρίες τους σε ταραγμένες εποχές του παρελθόντος, όταν οι αντοχές του δημοκρατικού συστήματος δοκιμάστηκαν σοβαρά εξαιτίας των συνεπειών ενός (ακόμα) εθνικού διχασμού. Τα χρόνια μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο (τελείωσε το 1949) ήταν επώδυνα για την ελληνική Αριστερά. Εκείνοι που κέρδισαν τον πόλεμο έχασαν την ευκαιρία και για μία παράλληλη ηθική νίκη, επιλέγοντας να επιδείξουν απάνθρωπη σκληρότητα απέναντι στους ηττημένους. Φυλακίσεις, εκτελέσεις, ξερονήσια, κοινωνικά φρονήματα... Χρειάστηκε ακόμα και να επιστρατευτούν άτομα που συνεργάστηκαν με τους Ναζί την περίοδο της Κατοχής. Κι από προδότες, έγιναν μέσα σε μία νύχτα «εθνικόφρονες»!

Η έλλειψη ελευθερίας, ειδικά σε ό,τι αφορά την έκφραση ιδεών, έχει και μία θετική συνέπεια: αναγκάζει τον άνθρωπο να αναζητήσει κώδικες επικοινωνίας για να διοχετεύσει όλα εκείνα που δεν μπορεί να εκφράσει άμεσα. Κι αυτή η ανάπτυξη ευρηματικότητας στη συμβολική έκφραση γεννά καινούργια ποίηση, ανοίγει νέους δρόμους σε κάθε μορφή τέχνης και διανόησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι της μετεμφυλιακής περιόδου προήλθαν από τον χώρο της Αριστεράς.

Την περίοδο της Δικτατορίας (1967-74) η Αριστερά βρέθηκε και πάλι στο περιθώριο (αν και, χωρίς να παραβλέπουμε τα βασανιστήρια στα μπουντρούμια, η σκληρότητα που αντιμετώπισε από το στρατιωτικό καθεστώς δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που είχε βιώσει μετά τον Εμφύλιο από δημοκρατικά καθεστώτα). Έτσι, τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης χαρακτηρίστηκαν από την εμφάνιση ενός νέου κύματος τέχνης και διανόησης, με εκφραστές παλιούς και νεότερους πνευματικούς και καλλιτεχνικούς δημιουργούς από τον χώρο της Αριστεράς. Μιας Αριστεράς που δεν στόχευε τότε στην κατάκτηση της εξουσίας (αφού ήταν εξ ορισμού αντισυστημική) αλλά επιχειρούσε – με τα όποια λάθη της – να συμβάλει στο χτίσιμο μιας μεταδικτατορικής πολιτείας με ανθρώπινο πρόσωπο.

Η απουσία προοπτικής εξουσίας απέφερε ένα σημαντικό ηθικό πλεονέκτημα στην Αριστερά της Μεταπολίτευσης: την κράτησε μακριά από το χυδαίο και, στη βάση του, αντιδημοκρατικό φαινόμενο του λαϊκισμού. Την ακραία και αποκρουστική όψη του οποίου βίωσε η χώρα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

Επειδή, όμως, όλα τα ωραία πράγματα έχουν κάποτε ένα τέλος, η οικονομική κρίση της δεύτερης δεκαετίας αυτού του αιώνα σήμανε και το τέλος της ρομαντικής περιόδου της Μεταπολίτευσης. Την κρίση (ή, έστω, την εμφανή αδυναμία διαχείρισής της από το «αστικό κατεστημένο») είδε τότε σαν ευκαιρία ένα τμήμα του πολιτικού συστήματος, αυτάρεσκα αυτοαποκαλούμενο «Ανανεωτική Αριστερά» – όρος που χρησιμοποιείται σήμερα καταχρηστικά, αφού οι περισσότεροι εκπρόσωποι της πάλαι ποτέ αληθινά ανανεωτικής Αριστεράς έχουν πια φύγει από τη ζωή παίρνοντας μαζί τους, δυστυχώς, και το ήθος του χώρου... Η «ανανέωση», λοιπόν, δεν αφορούσε ιδεολογική αναβάθμιση και πολιτικό εκσυγχρονισμό αλλά, απλά, αναπροσανατολισμό των στόχων προς μία και μοναδική κατεύθυνση: την κατάληψη της εξουσίας. Και, όταν αυτό επετεύχθη, επόμενος μοναδικός στόχος ήταν η διατήρησή της.

Σε μία χώρα, όμως, όπου η νηφαλιότητα και ο ορθολογισμός δεν λογίζονται ως πολιτικές αρετές, το παιχνίδι της εξουσίας απαιτεί συχνά την επιστράτευση μεθόδων που κινούνται έξω από το πλαίσιο του δημοκρατικού ήθους. Έτσι, ένα νέο λαϊκιστικό ρεύμα ήρθε να ακυρώσει στην πράξη το περιθρύλητο «ηθικό πλεονέκτημα» της («ανανεωτικής», εν προκειμένω) Αριστεράς. Κύρια χαρακτηριστικά του, ο εχθροπαθής, μισαλλόδοξος, συνθηματολογικά ευτελής και αντιδημοκρατικός λόγος, καθώς και η διαρκής προσπάθεια φίμωσης μέσω απειλών, ύβρεων ή συκοφαντίας, κάθε ελεύθερης έκφρασης που δεν υπηρετεί τους σκοπούς μίας αριστερής εξουσίας. (Σημειώνω εμφατικά και πάλι ότι τα όσα αναφέρω δεν αφορούν τον χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς!)

Ο παρακμιακός αυτός αριστερός λαϊκισμός που έκανε την εμφάνισή του μετά την κρίση, ανέδειξε μία νέα γενιά πολιτικών «μαντρόσκυλων» που εξέφραζαν το νέο ύφος και ήθος της εξουσίας. Και, όπως τα ζιζάνια πνίγουν τα σπαρτά, έτσι και η λαϊκιστική χυδαιότητα άρχισε σιγά - σιγά να εμφιλοχωρεί ακόμα και στην αριστερή διανόηση, μετατρέποντάς την σε όργανο προάσπισης των κομματικών συμφερόντων της κατέχουσας – ή διεκδικούσας – την εξουσία, Αριστεράς.

Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κάποιος για τις επιθέσεις που δέχθηκε και την απαξίωση που εισέπραξε ο Διονύσης Σαββόπουλος από λόγιες γραφίδες και πληκτρολόγια της «ανανεωτικής» Αριστεράς (για να μην αναφερθούμε στα χυδαία, ανώνυμα «τρολ» του Διαδικτύου) όταν δήλωσε προεκλογικά την προτίμησή του για τον υποψήφιο της κεντροδεξιάς παράταξης. Ο Σαββόπουλος ήταν ιστορική «ιδιοκτησία» της Αριστεράς και όφειλε να συντάσσεται με τις ιδέες και τους σκοπούς της. Κάθε απόκλιση από τον «ιερό» δρόμο ισοδυναμούσε με προδοσία!

Συμπέρασμα: Την εποχή της φιλελεύθερης δημοκρατίας εξακολουθούν να ισχύουν «αριστερά πιστοποιητικά» στην τέχνη και την διανόηση, για ένα μέρος της Αριστεράς που θα όφειλε να είναι – αλλά δεν είναι – το πλέον δημοκρατικό και προοδευτικό (δίχως εισαγωγικά η τελευταία λέξη).

Εδώ, όμως, αναδύεται ένα βαθύτερο ερώτημα με θεμελιακή σημασία που υπερβαίνει το συγκεκριμένο περιστατικό στο οποίο αναφερθήκαμε: Τι ακριβώς αντιπροσωπεύουν στον σημερινό κόσμο οι όροι «Δεξιά» και «Αριστερά»; Μία διεξοδική ανάλυση του ζητήματος ξεφεύγει από το πλαίσιο της παρούσας συζήτησης. Θα είναι ίσως το αντικείμενο ενός προσεχούς σημειώματος. Ελπίζω σύντομα...

Τρίτη 16 Μαΐου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Λαός: Πολιτικό υποκείμενο ή πολιτική ουτοπία;

 Είναι δίκαιο να χρεώνεται ένας λαός στο σύνολό του τις λανθασμένες πολιτικές επιλογές ενός υποσυνόλου του; Εξαρτάται από το αν δέχεται κάποιος ή όχι τον όρο «λαός» ως πολιτικά δόκιμο.

Ένα από τα θλιβερότερα απότοκα της πρόσφατης οικονομικής κρίσης στη χώρα ήταν η διαμόρφωση κοινωνικών συνθηκών που επέτρεψαν την είσοδο ενός κατά βάση νεοναζιστικού «κόμματος» στο ελληνικό κοινοβούλιο. Όπως ήταν φυσικό, οι ψηφοφόροι του εν λόγω κόμματος χρεώθηκαν ηθικά το αποτέλεσμα και αντιμετωπίστηκαν από μεγάλο μέρος των πολιτών ως παραφωνία σε μία δημοκρατική κοινωνία.

 Εν τούτοις, για έναν ξένο παρατηρητή που έβλεπε τις ελληνικές υποθέσεις από κάποια απόσταση, η δυσφημιστική εικόνα αφορούσε την ίδια την Ελλάδα και όχι μία (έστω μειοψηφική) μερίδα ψηφοφόρων της. Από τη δική του οπτική γωνία, η χώρα που γέννησε τη Δημοκρατία επέτρεψε στον φασισμό να εμφιλοχωρήσει στο κοινοβουλευτικό της σύστημα!

 Λίγα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2015, η τραγωδία της ελληνικής χρεοκοπίας κορυφώθηκε με την προκήρυξη του περιβόητου δημοψηφίσματος και την, βάσει αποτελέσματος, ανεδαφική προσδοκία του 62% των ψηφοφόρων ότι ένα απλό «ΟΧΙ» θα ήταν ικανό να αλλάξει την Ευρώπη (αν όχι τον κόσμο ολόκληρο)! Στο εσωτερικό της χώρας το δημοψήφισμα δημιούργησε συνθήκες οιονεί εμφυλίου πολέμου, αφού οι μισοί Έλληνες κατηγορούσαν τους άλλους μισούς ότι, μαζί με την τότε κυβέρνηση – που είχε έρθει σε ρήξη με τους Ευρωπαίους δανειστές – οδηγούσαν τη χώρα στην απόλυτη καταστροφή.

 Οι εκφράσεις οργής, όμως, των δανειστών – όπως και πολλών Ευρωπαίων πολιτών – μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος δεν στράφηκαν μόνο κατά της ελληνικής κυβέρνησης, ούτε περιορίστηκαν στο «ρομαντικό» 62% των ψηφοφόρων. Απευθύνθηκαν, γενικά, στους «άφρονες Έλληνες», που είχαν επιλέξει αυτή την κυβέρνηση και «δικαίως» τώρα θα υφίσταντο τις οδυνηρές συνέπειες των επιλογών τους, με οριστική χρεοκοπία και καθολική φτωχοποίηση (θυμόμαστε τις κλειστές τράπεζες και τα κατοχικού τύπου συσσίτια που σχεδιάζονταν τότε...).

 Ανακεφαλαιώνοντας: Μέσω εθνικών εκλογών, μία κοινωνική μειοψηφία στέλνει ένα νεοναζιστικό κόμμα στο ελληνικό κοινοβούλιο, ενώ μια (σχετική) πλειοψηφία ανεβάζει στην εξουσία μία κυβέρνηση που αποπειράται να αποκόψει την Ελλάδα από την ευρωπαϊκή οικογένεια. Μακροσκοπικά, εν τούτοις, οι εσωτερικές αντιφάσεις χάνουν τη σημασία τους και είναι η ίδια η χώρα, στο σύνολό της, που χρεώνεται τις επιλογές ενός υποσυνόλου των πολιτών της. Είναι αυτό δίκαιο; Με άλλα λόγια, (θα πρέπει να) υπάρχει συλλογική ευθύνη των ψηφοφόρων σε μία Δημοκρατία;

 Μία εγγενής «αδυναμία» (ας μου επιτραπεί η λέξη) του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι ότι το δικαίωμα ψήφου κατανέμεται ισότιμα στους ψηφοφόρους, ανεξάρτητα από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του καθενός. Έτσι, η επιλογή μοντέλου διακυβέρνησης είναι αποτέλεσμα αριθμητικών και μόνο συσχετισμών και δεν υπόκειται σε αξιολογική θεώρηση των κριτηρίων βάσει των οποίων προκύπτει. Ένας χαρισματικός δημαγωγός μπορεί με τον τρόπο αυτό να κερδίσει την εξουσία απέναντι σε έναν αντίπαλο με περισσότερα αντικειμενικά προσόντα (σε ό,τι αφορά την ικανότητα διακυβέρνησης) αλλά πολύ μικρότερη απήχηση στο λαϊκό θυμικό.

 Η μειοψηφία όχι μόνο υποτάσσεται στη βούληση της πλειοψηφίας αλλά και υφίσταται εξίσου τις συνέπειες των όποιων κακών επιλογών της εξουσίας. Σε ηθικό επίπεδο, μοιράζεται ισότιμα την ευθύνη – ή, σε ακραίες περιπτώσεις, την ενοχή – για τις επιλογές αυτές (ο Daniel Jonah Goldhagen χρεώνει το Ολοκαύτωμα στους Γερμανούς, όχι ειδικά στους Ναζί [1]).

 Το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης των ψηφοφόρων είναι στενά συνδεδεμένο με την έννοια του λαού. Δηλαδή, αν δεχθούμε την ιδέα της συλλογικής ευθύνης, θα πρέπει να δούμε τον λαό ως υπαρκτό πολιτικό υποκείμενο που, αν και περιέχει εσωτερικές αντιφάσεις, λειτουργεί ενιαία ως αυτόνομος οργανισμός και, άρα, οι ευθύνες για τη συλλογική του δράση είναι αδύνατο, τελικά, να επιμεριστούν αν ειδωθούν μακροσκοπικά. Έτσι, οι «κακοί Έλληνες» χρεοκόπησαν τη χώρα τους και, στη συνέχεια, εξέλεξαν μία κυβέρνηση που τους έπεισε ότι δεν χρωστούσαν τίποτα σε κανέναν!

 Πριν μερικά χρόνια είχα ένα δημόσιο διαδικτυακό debate με τον εξαίρετο ακαδημαϊκό δάσκαλο και φίλο Θανάση Γκότοβο, με αφορμή ένα άρθρο μου με θέμα τον λαϊκισμό [2]. Η βασική του ένσταση ήταν ότι αυτός τούτος ο όρος «λαϊκισμός» χτίζεται πάνω σε μία ανύπαρκτη οντότητα, τον «λαό». Ως εκ τούτου, ο όρος αυτός είναι εννοιολογικά αδόκιμος! Ας συνοψίσω τα βασικά σημεία της κριτικής του καλού συναδέλφου:

 1. Όσοι εκφράζουν κριτική στον λαϊκισμό, προβάλλουν νοητικά ένα πολιτικό υποκείμενο, τον «λαό», που έχει αδυναμίες, επικίνδυνες ροπές και ανωριμότητα, έτσι ώστε να χρειάζεται προστασία και καθοδήγηση. Ο λαϊκιστής, σύμφωνα με τους επικριτές του, είναι απλά ο λάθος καθοδηγητής, αυτός που οδηγεί τον λαό μακριά από τον «σωστό» δρόμο.

 2. Στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται «λαός» ως ενιαία κοινωνική συλλογικότητα. Η λέξη αυτή αντιπροσωπεύει μία κατασκευή του νου, μια νοητική σύμβαση. Λαός με άλλη έννοια (γλώσσα, πολιτισμικά γνωρίσματα, συνείδηση κοινής ταυτότητας, κλπ.) υπάρχει. Δεν υπάρχει όμως πολιτικός λαός, ο οποίος συμπεριφέρεται ενιαία στο πολιτικό πεδίο.

 3. Σε μια εκλογική αναμέτρηση, ο «λαός» περιγράφεται συνήθως ως μία ενιαία πολιτική συνειδητότητα που διανέμει τα ποσοστά σκεπτόμενη το συμφέρον του τόπου. Σύμφωνα με αυτή τη μεταφυσική εικόνα, πριν πάει ο «λαός» στην κάλπη, σκέφτεται ποια κατανομή ποσοστών είναι προς το συμφέρον της χώρας και ειδοποιεί τα «αντίγραφά» του (τους ψηφοφόρους) για την ορθή κατανομή. Έτσι, προκύπτει ένα «σοφό» εκλογικό αποτέλεσμα!

 4. Αυτοί που στην πραγματικότητα διαμορφώνουν το εκλογικό αποτέλεσμα είναι εκατομμύρια πολίτες – όχι αντίγραφα του «λαού» – με διαφορετικές ιδέες, συναισθήματα και συμφέροντα, που πηγαίνουν στις κάλπες και κάνουν τις επιλογές τους χωρίς, φυσικά, να έχει προηγηθεί γενική συνέλευση και απόφαση για το ποια είναι η ορθή κατανομή των ποσοστών που πρέπει να λάβουν τα κόμματα! Και, ουδείς ψηφοφόρος γνωρίζει – ή επηρεάζεται από – τις επιλογές των υπολοίπων.

 5. Αληθινός λαϊκισμός, εν τέλει, είναι μόνο η υποστασιοποίηση του «λαού» ως οργανικού όλου, ως ενιαίου υποκειμένου που σκέφτεται, αισθάνεται και δρα...

 Ομολογώ ότι τα πιο πάνω επιχειρήματα του φίλου ακαδημαϊκού με προβλημάτισαν πολύ. Θεωρούσα πάντα τον λαϊκισμό ως μία αυτονόητα υπαρκτή πολιτική συμπεριφορά που, κάποιες φορές, δίνει στο πολιτικό σκηνικό μια αληθινά αποκρουστική όψη! Την ύπαρξή του, εξάλλου, πιστοποιούν και τα συχνά καταστροφικά αποτελέσματά του (αναφέρω, ενδεικτικά, την εθνική συμφορά του 1897, όπως και την ολέθρια επίδραση της χιτλερικής ρητορείας στον γερμανικό λαό, με ό,τι αυτή επέφερε).

 Θέλοντας να υπερασπιστώ την απόφασή μου να εξακολουθήσω να τοποθετούμαι ενάντια στον λαϊκισμό – δεχόμενος, αυτονόητα, τόσο ότι το φαινόμενο αυτό είναι υπαρκτό με τη σημασία που συνήθως του αποδίδεται, όσο και ότι η χρήση του σχετικού όρου είναι δόκιμη – αναζήτησα κάποια αντίρροπη επιχειρηματολογία. Και, για τον σκοπό αυτό δανείστηκα μερικές ιδέες από τον χώρο της φυσικής επιστήμης.

 Στους μαθητές μου επιχειρώ συχνά να εξηγήσω δύσκολες έννοιες της Φυσικής χρησιμοποιώντας μεταφορές από την καθημερινή ζωή. Εδώ έκανα το αντίθετο: χρησιμοποίησα μία μεταφορά από τη Φυσική για να εξηγήσω τον λόγο για τον οποίο, ως κοινωνικός και πολιτικός όρος, η λέξη «λαός» ίσως και να μην είναι, τελικά, για πέταμα! Τουλάχιστον, όχι για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω...

 Όπως είναι γνωστό, στην Ατομική Φυσική περιγράφουμε το άτομο ως μία δομή αποτελούμενη από έναν πυρήνα με θετικό ηλεκτρικό φορτίο και, πέριξ αυτού, ένα σύνολο από ολοένα κινούμενα, αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια. Ένα κεντρικό πρόβλημα, για την επίλυση του οποίου χρειάζεται να επιστρατευτεί ο «βαρύς οπλισμός» της κβαντομηχανικής, είναι ο υπολογισμός της ολικής ενέργειας του ατόμου. Αν τα ηλεκτρόνια δεν αλληλεπιδρούσαν μεταξύ τους, η λύση θα ήταν απλή: δεν θα είχαμε παρά να αθροίσουμε τις ενέργειες του κάθε ηλεκτρονίου χωριστά. Πράγματι, η ενέργεια του καθενός από αυτά θα ήταν καθορισμένη (οφειλόμενη μόνο στην έλξη του πυρήνα) και δεν θα εξαρτιόταν από τις ενέργειες των υπολοίπων.

 Στην πραγματικότητα, η κατάσταση δεν είναι τόσο απλή. Λόγω της αλληλεπίδρασης των ηλεκτρονίων, είναι αδύνατο να τα αντιμετωπίσει κάποιος ως ξεχωριστές οντότητες και έτσι να αθροίσει, απλά, τις ενέργειές τους ώστε να βρει την ολική ενέργεια του ατόμου. Τα ηλεκτρόνια θα πρέπει να αντιμετωπιστούν εξαρχής ως ενιαίο σύστημα, και αυτό ακριβώς κάνει η κβαντομηχανική για να δώσει (προσεγγιστικές, έστω) λύσεις στο πρόβλημα.

 Κάτι ανάλογο θα ήταν δυνατό να ειπωθεί για τις πολιτικές συνειδήσεις των ψηφοφόρων σε μία εκλογική διαδικασία. Πόσο ανεξάρτητες μπορεί να θεωρούνται μεταξύ τους; Είναι, δηλαδή, δυνατό να ορίσουμε μία «ολική κοινωνική συνείδηση» – εκφραζόμενη ποσοτικά με το αποτέλεσμα των εκλογών – με τρόπο γραμμικό, ως απλό άθροισμα απόλυτα στεγανοποιημένων και εξατομικευμένων πολιτικών συνειδήσεων που δεν υπόκεινται σε οποιουδήποτε είδους αλληλοεπηρεασμούς;

 Η προσωπική μου απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι σαφώς αρνητική. Ακόμα κι αν δεχθούμε ότι τα κίνητρα του κάθε ψηφοφόρου είναι κατά βάση ιδιοτελή, η διαμόρφωση της πολιτικής του συνείδησης (άρα και η ίδια η εκ μέρους του αντίληψη της ιδιοτέλειας) λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα ή περισσότερα κοινωνικά σύνολα (οικογένεια, κοινωνική ή/και επαγγελματική τάξη, φιλικές και άλλες προσωπικές σχέσεις, κλπ.) με τα οποία, σε κάποιο βαθμό, αισθάνεται ταυτισμένος. Κι εκεί, ένα μέρος, τουλάχιστον, από την συνειδησιακή του εξατομίκευση, μοιραία – και ίσως ασυναίσθητα – θυσιάζεται στον βωμό της συλλογικότητας.

 Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό οποιασδήποτε κοινωνίας είναι η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών της (no man is an island, είχε πει ο John Donne!). Κι αυτό που, ενίοτε με μία δόση απαξίωσης, αναφέρεται συλλογικά ως «λαός», δεν είναι παρά μια σύνθεση πολιτικών συνειδήσεων που υπόκεινται σε αλληλοεπηρεασμούς – θετικούς ή αρνητικούς. Αυτόν ακριβώς τον μηχανισμό αλληλεξάρτησης εκμεταλλεύτηκαν, άλλωστε, προς όφελός τους οι μεγάλοι δημαγωγοί της Ιστορίας για να χειραγωγήσουν ολόκληρα έθνη...

 Συμπέρασμα: Αν δεχθούμε (χωρίς, ασφαλώς, να διεκδικούμε το αλάθητο!) ότι υφίσταται «λαός» ως συμπαγές πολιτικό υποκείμενο και όχι ως ουτοπική αφηρημένη έννοια, τότε το σύνολο του λαού – όχι απλά ένα υποσύνολο ψηφοφόρων – μπορεί να θεωρείται ότι φέρει την ευθύνη για την εκλογή (άρα και τις πολιτικές πράξεις) του συστήματος εξουσίας και, γενικότερα, για την ποιότητα της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

 Πέραν, όμως, της φιλοσοφικής θεώρησης του ζητήματος – η οποία μπορεί να είναι ανοιχτή ακόμα και σε εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις – υπάρχει και μία πολύ πραγματική διάσταση που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση και εναλλακτικές ερμηνείες: Αν τα σφάλματα μίας κυβέρνησης χρεώνονταν αποκλειστικά και μόνο στους ψηφοφόρους της (ομοίως, οι εθνικά δυσάρεστες επιπτώσεις ενός δημοψηφίσματος, ή, η πολιτική «ανορθογραφία» της παρουσίας στο κοινοβούλιο ενός κόμματος που δεν θα ‘πρεπε να βρίσκεται εκεί), αυτό θα άνοιγε επικίνδυνα τον δρόμο σε εθνικούς διχασμούς, ακόμα και σε εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις.

 Το ζήσαμε σαν εφιάλτη το καλοκαίρι του 2015, μετά την προκήρυξη ενός παράλογου δημοψηφίσματος [3]. Κι ακόμα προσπαθούμε να το ξεχάσουμε...

     Αναφορές:

 [1] Είναι ο γερμανικός χαρακτήρας η εξήγηση για το Ολοκαύτωμα;

https://www.tovima.gr/2019/11/26/opinions/einai-o-germanikos-xaraktiras-i-eksigisi-gia-to-olokaytoma/

 [2] Τα πολλά πρόσωπα του λαϊκισμού

https://www.tovima.gr/2020/09/15/opinions/ta-polla-prosopa-tou-laikismou/

 [3] Αναμνήσεις από ένα εκλογικό κιόσκι

https://www.tovima.gr/2019/05/28/opinions/anamniseis-apo-ena-eklogiko-kioski/

    ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 15 Μαΐου 2023

Ένα πρωτάθλημα για... τρεις!

 Πανάξια πρωταθλήτρια η ΑΕΚ, απέναντι όμως σε δύο πολύ μεγάλους αντιπάλους!

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Πρωτάθλημα ήταν και πάει, λοιπόν... Θα καταγραφεί, όμως, στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου σαν ένα από τα συναρπαστικότερα και πιο απρόβλεπτα όλων των εποχών!

Λίγοι θα βρεθούν να αμφισβητήσουν ότι η ΑΕΚ δίκαια έκοψε πρώτη το νήμα, έστω και αν η τελική διαφορά των 5 βαθμών από τον δεύτερο Παναθηναϊκό δεν απεικονίζει πιστά τη σκληρή μάχη που δόθηκε ανάμεσα στις δύο ομάδες μέχρι και την προτελευταία αγωνιστική. Η ΑΕΚ είχε τρία μεγάλα ατού: ένα πλούσιο και ποιοτικό ρόστερ, έναν πολύ σοβαρό προπονητή που ήξερε άριστα να το διαχειρίζεται, και – last but not least – ένα νέο γήπεδο που από μόνο του ισοδυναμούσε με... μισή νίκη σε κάθε παιχνίδι εντός έδρας!

Ο Παναθηναϊκός, από την άλλη, έκανε φέτος μία συγκλονιστική προσπάθεια, έστω και αν δεν άντεξε στην τελική στροφή. Με ένα ρόστερ που δεν συγκρινόταν με εκείνο της πρωταθλήτριας, αλλά με έναν εξίσου σοβαρό και ικανό προπονητή, έκανε την υπέρβαση κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, και του αξίζουν συγχαρητήρια! Ευχής έργο θα είναι να αποκτήσει και ο ΠΑΟ ένα γήπεδο – στολίδι που θα αναβαθμίσει ακόμα περισσότερο το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Αξίζει να σταθώ με ιδιαίτερο σεβασμό απέναντι στον Ολυμπιακό. Ήταν φανερό από την αρχή, σχεδόν, της ποδοσφαιρικής σεζόν ότι φέτος δεν θα ήταν η χρονιά του. Προσπάθησε, εν τούτοις, να παίξει καλή μπάλα και κατέκτησε με σχετική άνεση την τρίτη θέση. Η επεισοδιακή ήττα στο Φάληρο από την ΑΕΚ, στο πρώτο μεταξύ τους παιχνίδι στα Play off, φάνταζε καταστροφική για τον Πειραϊκό σύλλογο. Και όμως, ο Ολυμπιακός κατάφερε να την ξεπεράσει και, στη συνέχεια, να παίξει «σαν Ολυμπιακός» απέναντι στους δύο βασικούς διεκδικητές του τίτλου. Δεν ξεχνώ ότι, αν η ομάδα μου πήρε το πρωτάθλημα, το χρωστά και στην καθαρή στάση που τήρησαν στο τέλος οι Πειραιώτες, νικώντας στο «Καραϊσκάκη» τον ΠΑΟ!

Εν κατακλείδι: Η ΑΕΚ δίκαια κατέκτησε τον τίτλο, αλλά αυτό που έκανε το πρωτάθλημα τόσο συναρπαστικό ήταν ότι η πρωταθλήτρια είχε ως το τέλος απέναντί της δύο πραγματικά μεγάλους αντιπάλους. Για τον λόγο αυτό, ξεπερνώντας οπαδικούς εγωισμούς, θα καταλήξω λέγοντας ότι, με μία πολύ πραγματική σημασία, ήταν ένα πρωτάθλημα για τρεις!

KLIK

Τετάρτη 10 Μαΐου 2023

Πόσον πατριωτισμό χωράει η Δημοκρατία; | Από τις σελίδες ενός παιδικού ημερολογίου


 Γιατί να «σφάζονται» μεταξύ τους τα πολιτικά κόμματα - αντί να συνεργάζονται - αν το μόνο που επιδιώκουν είναι η προσφορά στην Πατρίδα; Ένα παιδικό ημερολόγιο θέτει δύσκολα ερωτήματα...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Έτυχε πρόσφατα να διαβάσω μερικές σελίδες από το ημερολόγιο ενός μαθητή της τελευταίας τάξης της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Και, κάποιες «άγουρες» πολιτικές σκέψεις που είδα εκεί αληθινά με προβλημάτισαν! Δεν είμαι βέβαιος αν θα προβλημάτιζαν εξίσου το πολιτικό σύστημα της χώρας... Τις μεταφέρω από μνήμης, όσο πιστά μπορώ, διατηρώντας το πρωτότυπο ύφος του κειμένου.

--------------------------------

Τον πατέρα μου τον άκουγα πάντα να λέει ότι πιστεύει πολύ στη Δημοκρατία, γιατί είναι το καλύτερο και πιο δίκαιο πολίτευμα. Προχθές, όμως, μιλώντας με ένα φίλο του στο τηλέφωνο, ήταν πολύ απογοητευμένος και έλεγε πως αμφιβάλλει πια γι’ αυτήν. Την καταντήσαμε, είπε, «ασύμβατη με τη φιλοπατρία», και κάναμε τη Δημοκρατία και τον πατριωτισμό να φαίνονται μαζί σαν «σχήμα οξύμωρο».

Επειδή τις ελληνικούρες του πατέρα μου δεν τις πολυ-καταλαβαίνω, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο του ζήτησα να μου εξηγήσει με απλά λόγια τι ήθελε να πει. Κι αυτός μου διηγήθηκε, τότε, μια φανταστική ιστορία, κάτι σαν «αλληγορία» ή «παραβολή», όπως την είπε:

Στην άκρη ενός μεγάλου δρόμου στεκόταν μια γιαγιούλα που ήθελε να περάσει στην απέναντι πλευρά. Φαινόταν σαν να μην ένιωθε μεγάλη εμπιστοσύνη στα πόδια ή στα μάτια της, γιατί δίσταζε να ξεκινήσει. Κάποια στιγμή την είδαν οι δύο εγγονοί της που κάθονταν σε μια καφετέρια κάπου εκεί κοντά, και έτρεξαν προς το μέρος της. Κι εκείνη υποσχέθηκε να δώσει κάτι λιγοστά κέρματα που είχε στην ποδιά της σ’ εκείνον που θα τη βοηθούσε να περάσει απέναντι. Οι εγγονοί τότε άρχισαν να τσακώνονται άγρια μεταξύ τους για το ποιος θα τη βοηθήσει. Έλεγαν άσχημες κουβέντες και χτυπούσαν ο ένας τον άλλο.

Τότε η γιαγιά είπε σε έναν απ’ τους δύο να την περάσει απέναντι, και στον άλλο να μείνει πίσω αλλά να έχει το νου του μήπως ο πρώτος χρειαστεί κάποια βοήθεια. Μόλις όμως ξεκίνησαν να περπατούν, ο άλλος εγγονός, που δεν έμεινε πίσω, άρχισε να κλωτσάει και να βάζει τρικλοποδιές στον πρώτο που παραλίγο να πέσει και να ρίξει κάτω και τη γιαγιά!

Εκείνη τότε είπε στον άλλο να την αναλάβει αυτός, αφού τόσο πολύ το ήθελε. Όμως, ο πρώτος εγγονός άρχισε κι εκείνος, τώρα, να χτυπάει και να κλωτσάει τον δεύτερο, και λίγο έλειψε να τον πετάξει κάτω μαζί με τη γιαγιά! Μετά ανέλαβε πάλι τη γιαγιά ο πρώτος εγγονός. Και πάλι μετά ο δεύτερος, που έβαλε τρικλοποδιά στον πρώτο. Κι αυτό γινόταν ξανά και ξανά, έτσι που η γιαγιά δεν έφτανε ποτέ στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ώσπου κάποια στιγμή σώθηκαν τα κουράγια και των δύο εγγονών, και ζήτησαν από κάποιον ξένο, που φαινόταν πιο γεροδεμένος απ’ αυτούς, να τους βοηθήσει. Κι εκείνος πράγματι πέρασε τη γιαγιά απέναντι. Για τον κόπο του, όμως, ζήτησε και πήρε τη μία από τις δυο φρατζόλες ψωμί που η καημένη η γιαγιά είχε μόλις αγοράσει από το φούρνο.

Ρώτησα, τότε, τον πατέρα μου: «Μα, αφού οι εγγονοί πρέπει, λογικά, να αγαπούσαν τη γιαγιά τους, γιατί δεν τη βοήθησαν κι οι δυο μαζί να περάσει απέναντι στο δρόμο, αλλά τσακώνονταν ποιος θα την περάσει από μόνος του;» Τότε εκείνος γέλασε και μου είπε: «Τα κέρματα, παιδί μου. Τα κέρματα!» Και μετά συνέχισε:

«Φαντάσου, τώρα, ότι η γιαγιά είναι η Πατρίδα, και η οφειλόμενη προς αυτήν αγάπη είναι η φιλοπατρία, ο πατριωτισμός. Ο δρόμος που πρέπει να διασχίσει η γιαγιά είναι οι δύσκολοι καιροί που περνάμε, που απαιτούν να είμαστε μονιασμένοι και να αγωνιζόμαστε όλοι μαζί για έναν κοινό σκοπό. Πες, τώρα, ότι οι δύο ιδιοτελείς εγγονοί είναι τα πολιτικά κόμματα που, αντί να συνεργάζονται για το καλό της Πατρίδας, αγωνίζονται το ένα ενάντια στο άλλο για την κουτάλα της εξουσίας. Και υπόθεσε ότι ο επίσης ιδιοτελής ξένος που βοήθησε τη γιαγιά για ένα καρβέλι ψωμί, είναι όλοι εκείνοι οι ξένοι στους οποίους καταφεύγουμε για βοήθεια όταν τα ανάξια πολιτικά κόμματα – μα κι εμείς οι αντάξιοί τους που γινόμαστε εχθροί μεταξύ μας για χάρη τους – οδηγούν τη χώρα στην καταστροφή. Τέλος, φαντάσου ότι η δυνατότητα της γιαγιάς να διαλέγει ποιο από τα δύο παλιόπαιδα θα την περάσει απέναντι, καθώς και το δικαίωμα αυτών των παλιόπαιδων να καυγαδίζουν μεταξύ τους εις βάρος της ίδιας της γιαγιάς, είναι αυτό που λέμε… χμμ… Δημοκρατία. Κατάλαβες;»

Κούνησα το κεφάλι μου, αν και δεν ήξερα τι ακριβώς πάει να πει αυτό το «ιδιοτελείς». Εκείνο που κατάλαβα εγώ, ήταν πως η φιλοπατρία και η Δημοκρατία είναι πράγματα αταίριαστα μεταξύ τους, αφού, όπως φαίνεται, η Δημοκρατία κάνει τους ανθρώπους εγωιστές που ενδιαφέρονται πιο πολύ για το συμφέρον του κόμματος που υποστηρίζουν, παρά γι’ αυτό της πατρίδας τους.

Το είπα, όμως, στον πατέρα μου κι εκείνος γέλασε: «Όχι, παιδί μου, δεν φταίει η Δημοκρατία! Όχι τουλάχιστον αυτή που οραματίστηκαν οι πρόγονοί μας. Είναι το πώς την καταντήσαμε εμείς σήμερα που την καθιστά ασύμβατη με τον πατριωτισμό. Σαν να λέμε, φιλοπατρία και Δημοκρατία κατέληξαν να αποτελούν μαζί σχήμα οξύμωρο!»

Καθιστά ασύμβατη… Σχήμα οξύμωρο… Αυτός ο πατέρας μου έχει πάντα τον τρόπο να με μπερδεύει όταν μιλάει!

--------------------------------

(Οι υπόλοιπες σελίδες του ημερολογίου αναφέρονταν σε άλλα ζητήματα που δεν αφορούν την παρούσα συζήτηση.)

KLIK

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Ο Νάρκισσος, ο Πυγμαλίων και η «Δήμητρα»

 Πώς ο Νάρκισσος κατασκεύασε το αυτο-ερωτικό του είδωλο στη μορφή νομίσματος, και γιατί το ονόμασε «Δήμητρα». Μια άγνωστη σελίδα της Μυθολογίας...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Την ιστορία την άκουσα πριν πολλά χρόνια από έναν σοφό γέροντα σε κάποιο μακρινό χωριό...

Ένα πρωί, ο Νάρκισσος σηκώθηκε ταραγμένος απ' το κρεβάτι του. Όλη τη νύχτα έβλεπε ξανά και ξανά το ίδιο κακό όνειρο: να τον περιγελούν φίλοι και εχθροί για την αδυναμία του να ερωτευτεί οποιοδήποτε ανθρώπινο πλάσμα έξω απ' τον ίδιο τον εαυτό του.

Καθώς έπινε τον πρωινό του καφέ στη βεράντα του υπερπολυτελούς διαμερίσματός του με θέα την Ακρόπολη, του ήρθε ξάφνου μια φοβερή ιδέα: Προκειμένου να προσδώσει κάποια επίφαση κανονικότητας στον αυτοερωτισμό του, θα έπλαθε ένα θηλυκό alter ego του και θα διοχέτευε σε εκείνο όλα τα αισθήματα που είχε φυλαγμένα για τον εαυτό του. Έτσι, θα έκλεινε τα στόματα δίχως στην ουσία να αλλάξει το παραμικρό στην ερωτική ζωή του!

Ο Νάρκισσος ζήτησε τότε τη συμβουλή του Πυγμαλίωνα, που ήξερε καλά την τέχνη να φτιάχνει πράγματα και μετά να τα ερωτεύεται. Κι αυτός του πρότεινε να κατασκευάσει κάτι τόσο μικρό που να χωρά ακόμα και στην τσέπη του. Να, ας πούμε, ένα νόμισμα που να 'χει πάνω του τυπωμένη την εικόνα μιας γυναίκας ολόιδιας με τον Νάρκισσο, αλλά με μακριά μαλλιά. Θα μπορούσε, έτσι, εκείνος με μια απλή κίνηση να βγάζει το νόμισμα από το πορτοφόλι του και να κοιτάζει με ερωτική έκσταση την αγαπημένη μορφή για όση ώρα ήθελε, δίχως να δίνει λογαριασμό σε κανέναν!

«Πώς θα την ονομάσω;», ρώτησε τότε ο Νάρκισσος. Αφού σκέφτηκε για λίγη ώρα, ο σοφός Πυγμαλίων κατάληξε στο όνομα της αναπάντεχης βαφτιστικιάς του:

«Κοίτα, Νάρκισσε, επειδή βλέπω πως μονίμως πετάς στα σύννεφα, θα έλεγα να της δώσουμε ένα όνομα που να σου θυμίζει ότι θα πρέπει κάπου–κάπου να πατάς και στη γη. Τι θα έλεγες να τη βαφτίσουμε Δήμητρα

Ο Νάρκισσος συμφώνησε με ενθουσιασμό. Ναι, Δήμητρα θα ήταν το όνομά της!

Ευχαρίστησε τον Πυγμαλίωνα και καβάλησε βιαστικά το άλογό του, τρέχοντας να προλάβει ανοιχτό το Νομισματοκοπείο. Επειδή, πάντως, ερεύνησα το θέμα, οφείλω να σημειώσω ότι οι σύγχρονοι ιστορικοί εκφράζουν αμφιβολίες κατά πόσον επρόκειτο στ' αλήθεια για άλογο. Κάποιοι επιμένουν ότι, βάσει νεότερων στοιχείων, το όργανο της ίππευσης ήταν καλάμι. Οι πιο μετριοπαθείς μιλούν και για μοτοσυκλέτα...

KLIK

Πέμπτη 20 Απριλίου 2023

«Το όραμά μου για μια άλλη Ελλάδα» | Μία προφητική σχολική έκθεση!

 Θα μπορούσε να είναι μία σχολική έκθεση της δεκαετίας του '80. Αλλά και μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου, εντελώς τυχαία (ή έτσι, τουλάχιστον, μου φάνηκε), μία έκθεση γραμμένη - υποτίθεται - από μαθητή αθηναϊκού λυκείου κάπου στα τέλη της δεκαετίας του '80. Έδειχνε να είναι κείμενο ενός παιδιού με όραμα. Και, για κάποιον λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω, μέσα στην παιδιάστικη αθωότητά της η σχολική αυτή έκθεση έδινε την εικόνα προφητείας. Τόσο που με έκανε να αναρωτηθώ μήπως, τελικά, είχα πέσει θύμα μιας καλοστημένης φάρσας...

------------------------------------------------

Θέμα: Το όραμά μου για μια άλλη Ελλάδα

Μου ζήτησαν να περιγράψω πώς οραματίζομαι την Ελλάδα του μέλλοντος. Θα το επιχειρήσω, λοιπόν, μέσα στον περιορισμένο χρόνο που μου έχει δοθεί.

Καταρχάς, η χώρα που δίδαξε την ελεύθερη διακίνηση της σκέψης δεν είναι δυνατό να έχει κλειστά και φρουρούμενα σύνορα. Τα σύνορα της Ελλάδας θα πρέπει να είναι πάντα ανοιχτά, με ελεύθερη διάβαση για όλους τους πολίτες του κόσμου, ιδιαίτερα τους φτωχούς και τους απελπισμένους. Η αστείρευτη ελληνική γη νομίζω πως μπορεί να μας θρέψει όλους!

Στη χώρα που εφηύρε το πολίτευμα που εξασφαλίζει την ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους, δεν έχουν θέση ελιτίστικες διακρίσεις ανάμεσα σε «αρίστους» και «μη αρίστους». Οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι και πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ίσοι. Ένας «λιγότερο ικανός» (σύμφωνα με τα σαθρά αστικά πρότυπα) δεν είναι κατώτερος από έναν «περισσότερο ικανό»: είναι απλά διαφορετικά προικισμένος. Και τίποτα δεν θα ‘πρεπε να τον εμποδίζει να διεκδικεί και να καταλαμβάνει δημόσιες θέσεις, ακόμα και θέσεις εξουσίας!

Σημαντικό είναι επίσης να εξαλείψουμε τις ανισότητες που γεννά το χρήμα. Στην Ελλάδα που οραματίζομαι δεν θα υπάρχουν κοινωνικές τάξεις, δεν θα χωρίζονται οι άνθρωποι σε «πλούσιους» και «φτωχούς». Ξέρω βέβαια πως είμαστε μία πολύ φτωχή χώρα. Έτσι, ισότητα δεν μπορεί να σημαίνει στην πράξη πως θα γίνουν όλοι πλούσιοι. Το μόνο εφικτό και κοινωνικά δίκαιο είναι να γίνουν όλοι εξίσου φτωχοί!

Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση, πιστεύω ότι λίγοι χάρτινοι τίτλοι δεν κάνουν απαραίτητα τον διδάσκοντα σοφότερο από τον διδασκόμενο! Οραματίζομαι, έτσι, ένα σχολείο και ένα πανεπιστήμιο όπου ο μαθητής κι ο δάσκαλος θα έχουν ισότιμους ρόλους στη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών κανόνων και θα συναποφασίζουν για όλα τα ζητήματα με τρόπο δημοκρατικό, με βάση τις απαιτήσεις των μαθητών και των φοιτητών. Επίσης, τα πανεπιστήμια δεν θα είναι περίκλειστοι και κοινωνικά αποστειρωμένοι χώροι για ξενέρωτους επιστήμονες και σπασίκλες φοιτητές, αλλά ανοιχτές αγκαλιές για κάθε νέο άνθρωπο με επαναστατημένη συνείδηση και ανατρεπτικά οράματα για τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου!

Οραματίζομαι μια χώρα όπου το αγαθό της απόλυτης ελευθερίας θα στέκει πάνω από παρωχημένες και κατά βάση αντιδημοκρατικές έννοιες όπως ο «νόμος» και η «τάξη». Αν ο πολίτης, εξασκώντας την ελευθερία της επιλογής, αναγκάζεται κάποτε να παραβεί τους νόμους, είναι οι ίδιοι οι νόμοι που χρειάζονται διόρθωση, όχι ο «παραβάτης» που χρειάζεται τιμωρία!

Ειδικά, ο αστυφύλακας, τα δικαστήρια κι οι φυλακές δεν είναι κατάλληλη και δίκαιη απάντηση σε όσους δεν έχουν άλλο τρόπο παρά μόνο την υποτιθέμενη «βία» για ν’ ακουστεί η φωνή τους, σε μία κοινωνία χάριν της οποίας δίνουν καθημερινό αγώνα για ισότητα και δικαιοσύνη. Μια κοινωνία που τόσο εύκολα, εν τούτοις, κολλά σ’ αυτούς τους αγωνιστές τη ρετσινιά του «αναρχικού» και του «τρομοκράτη»!

Τέλος, οραματίζομαι μια Ελλάδα που θα αναγκάσει, επιτέλους, τις άλλες χώρες να σεβαστούν την ιστορία της και την προσφορά της στην ανθρωπότητα. Έτσι, τα χρήματα που τυχόν θα μας «δανείσουν» αν ποτέ  βρεθούμε σε ανάγκη, θα είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στον πολιτισμό που εμείς τους χαρίσαμε. Θα έλεγα, μάλιστα, πως πάντα θα μας χρωστούν και ποτέ δεν πρόκειται να ξεχρεώσουν, όσα κι αν μας δώσουν!

Το όνειρό μου, λοιπόν, είναι να γίνω κάποτε ηγέτης αυτής της χώρας, ως αρχηγός μιας κυβέρνησης που θα απαρτίζεται από ανθρώπους που μοιράζονται τα ίδια ιδανικά μ’ εμένα, για να χτίσουμε μια νέα Ελλάδα πάνω στα πρότυπα που σας περιέγραψα. Όμως, θα πρέπει κάπου εδώ να κλείσω την έκθεση, γιατί χτύπησε το κουδούνι...

Μαθητής Α.Τ.

Ενιαίο Πολυκλαδικό Λύκειο Αμπελοκήπων

KLIK

Τετάρτη 19 Απριλίου 2023

Ο Νεοναζισμός και τα λάθη του πολιτικού συστήματος

 Την Δημοκρατία δεν μπορούν να την απειλήσουν οι νεοναζί. Κινδυνεύει μόνο από τα ίδια της τα λάθη...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Οι εθνικές κρίσεις οδηγούν νομοτελειακά σε πολιτικές ανατροπές και υπερβάσεις. Κάποιες από αυτές είναι σαν τον ήλιο που ανατέλλει δειλά στο τέλος του Götterdämmerung: γεννούν την ελπίδα για ένα καλύτερο «αύριο». Για παράδειγμα, η Κυπριακή τραγωδία του 1974 – μία από τις μεγαλύτερες εθνικές καταστροφές της νεότερης Ιστορίας μας – οδήγησε στην ανατροπή της δικτατορίας και στην απαρχή μιας ελπιδοφόρας μεταπολίτευσης για τη χώρα μας (το πώς διαχειριστήκαμε αυτή την ευκαιρία, βέβαια, είναι ένα άλλο ζήτημα...).

Κάποιες φορές, όμως, μία εθνική καταστροφή ανοίγει τα μπαούλα με τους δαίμονες! Το 2018 συμπληρώθηκε ένας αιώνας από το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η ήττα της Γερμανίας στον Μεγάλο Πόλεμο, που αρχικά οδήγησε στο δειλό ξεκίνημα ενός πρωτόγνωρου, για τη χώρα εκείνη, δημοκρατικού πειράματος, σε συνδυασμό με την οικονομική καταστροφή της χώρας (ιδιαίτερα μετά την υπερατλαντική οικονομική κρίση), έφεραν στο προσκήνιο της πολιτικής και της παγκόσμιας Ιστορίας τον Χίτλερ και τις ναζιστικές θεωρίες που εκπροσωπούσε. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε...

Η εφιαλτική οικονομική κρίση που πέρασε σχετικά πρόσφατα η Ελλάδα, είχε κάποια κοινά χαρακτηριστικά με την περίοδο της Βαϊμάρης στη Γερμανία, αν και οι ιστορικές διαφορές είναι τέτοιες που κάθε ευθεία σύγκριση θα ήταν προφανώς αδόκιμη. Υπάρχει, όμως, ένα αδιαμφισβήτητα κοινό στοιχείο: Σαν φίδι δηλητηριώδες όρθωσε και πάλι το ανάστημά του – τούτη τη φορά στην ίδια τη χώρα μας – ο ναζισμός. Τον οποίο, όπως αποδεικνύεται, κάθε άλλο παρά πήρε μαζί του στον τάφο ο ιδρυτής και κύριος εμπνευστής του...

Αποτελεί στίγμα για την ελληνική κοινωνία το ότι ο νεοναζισμός κατάφερε κάποια στιγμή το αδιανόητο: να αποκτήσει κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στη χώρα μας μέσω ενός συγκεκριμένου «πολιτικού» φορέα. Δεν παρεισέφρησε, βέβαια, από την πίσω πόρτα στο πολιτικό σκηνικό. Τον «προσκάλεσαν» οι αδυναμίες του ίδιου του δημοκρατικού συστήματος της μεταπολιτευτικής περιόδου. Και του πρόσφεραν πολιτικό άλλοθι οι οδυνηρές συνέπειες της οικονομικής κρίσης.

Οι ευθύνες του πολιτικού συστήματος, όμως, δεν περιορίζονται στη δημιουργία και την εν συνεχεία κακή διαχείριση της κρίσης. Οι δυνάμεις του ναζισμού αξιοποίησαν προς όφελός τους (ενδεχομένως εδώ οι προθέσεις να ήταν, σε κάποιο βαθμό, ειλικρινείς) και την αγανάκτηση μέρους της ελληνικής κοινωνίας για την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής – στα αστικά κέντρα, κυρίως – λόγω της ανεξέλεγκτης (σε μεγάλο βαθμό, παράνομης) μετανάστευσης. Κύριο σύμπτωμα αυτής της υποβάθμισης ήταν η κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας, και μάλιστα στην πιο σκληρή και αποτρόπαιη εκδοχή της. Έτσι, ο φορέας του ναζιστικού ιδεώδους μεταμορφώθηκε κάποια στιγμή στη συνείδηση του απροστάτευτου πολίτη σε «φύλακα-άγγελο της γειτονιάς». Το πέτυχε καλύπτοντας εξωθεσμικά, παράνομα, ενίοτε και εγκληματικά, τα κενά και τις αδυναμίες μιας πολιτείας που αποδείχθηκε κατώτερη των περιστάσεων σε ό,τι αφορά το ζήτημα της κοινωνικής προστασίας.

Παρά την επίσημη, πλέον, ιδιότητα της εγκληματικής οργάνωσης που έχει αποκομίσει λόγω της εγκληματικής του δράσης, το νεοναζιστικό κόμμα – προσχηματικά μετονομασμένο – ζητά και πάλι να αποκτήσει κοινοβουλευτική «κανονικοποίηση» μέσω των επικείμενων εκλογών. Αυτό, όπως ήταν φυσικό, έβαλε σε λειτουργία τα αυτοσυντηρητικά ανακλαστικά του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, το οποίο αναζήτησε ad hoc θεσμικά μέσα για τον αποκλεισμό των νεοναζί από την εκλογική διαδικασία. Ακόμα και αν υιοθετήσουμε, για την περίσταση, το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε έναν πολύ ορατό κίνδυνο που μπορεί να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ για το δημοκρατικό σύστημα. Να φανεί, δηλαδή, το σύστημα αυτό φοβικό απέναντι στους υπονομευτές του πολιτεύματος, τη στιγμή που εκείνοι θα αυτο-προβάλλονται ως «διωκόμενοι» και ως «θύματα» μίας «δήθεν δημοκρατικής πολιτείας» που αρνείται σε ένα κομμάτι της κοινωνίας το δικαίωμα της ελεύθερης πολιτικής επιλογής.

Παράλληλα, όμως, με την θωράκισή του από τους υπονομευτές του, το δημοκρατικό σύστημα οφείλει να κάνει την αυτοκριτική του και να δει τα λάθη και τις παραλείψεις του που κλόνισαν την εμπιστοσύνη των πολιτών στα κόμματα του δημοκρατικού τόξου και, έμμεσα, συνέβαλαν στην ανάδειξη των νεοναζί σε πολιτική δύναμη. Ας επιχειρήσουμε μία ενδεικτική σταχυολόγηση:

1. Η δημιουργία και η συντήρηση εμφυλιοπολεμικού κλίματος μεταξύ των κομμάτων εξουσίας, και η απουσία ουσιαστικής εθνικής συνεννόησης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του τόπου, γενικότερα.

2. Η εμπέδωση μίας εικόνας σχετικής ανομίας στη χώρα με την ανοχή της πολιτείας, και η διαμόρφωση αισθήματος ανασφάλειας στους πολίτες. Στους δρόμους, ο κώδικας οδικής κυκλοφορίας μοιάζει να υπάρχει για να παραβιάζεται ανεξέλεγκτα, παρά για να τηρείται... Τα θλιβερά φαινόμενα παραβατικότητας στα πανεπιστήμια συνεχίζονται σε μεγάλο βαθμό, παρά τις μεγαλόστομες υποσχέσεις και την δια νόμου «κατάργηση» (εδώ γελάνε!) του λεγόμενου «πανεπιστημιακού ασύλου»... Η συνδικαλιστική ασυδοσία στο δημόσιο (κυρίως στις συγκοινωνίες) καλά κρατεί – το ίδιο και η ταλαιπωρία τού μη-προνομιούχου πολίτη – παρά την πολυδιαφημισμένη νομοθετική ρύθμιση περί «προσωπικού ασφαλείας» (ας ευθυμήσουμε και πάλι!)...

3. Η τραγική διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος, στο οποίο αναφερθήκαμε νωρίτερα. Μεταξύ άλλων, είχε σαν συνέπεια την απόλυτη πολιτισμική αλλοίωση του κέντρου της Αθήνας και την κατ' ουσίαν γκετοποίηση ολόκληρων περιοχών της πόλης. Με τα συνακόλουθα φαινόμενα παραβατικότητας – συχνά, ιδιαίτερα σκληρής – στις γειτονιές της πρωτεύουσας...

4. Η διόλου κολακευτική, για τη χώρα, κατάσταση στη Δημόσια Υγεία (ειδικά στα νοσοκομεία), που έχει σαν αποτέλεσμα να οδηγείται ολοένα και περισσότερο ο πολίτης στην ιδιωτική ασφάλιση. Της οποίας τα κόστη συνεχώς εκτοξεύονται προς τα πάνω...

5. Last but not least: Το συνεχιζόμενο φαινόμενο κοινωνικής αδικίας να φορολογούνται (συχνά υπέρμετρα) εκείνοι, κυρίως, που δεν μπορούν να κρύψουν τα εισοδήματά τους, ενώ την ίδια στιγμή ζουν πολυτελώς κάποιοι που δηλώνουν «πένητες»! Και δεν νομίζω ότι χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις επ' αυτού...

Συμπερασματικά: Ακόμα και αν επείγουσα προτεραιότητα του δημοκρατικού συστήματος είναι η αποτροπή μίας νέας κοινοβουλευτικής «κανονικοποίησης» των νεοναζί κάτω από έναν ψευδο-δημοκρατικό μανδύα, το ίδιο το σύστημα θα πρέπει κάποια στιγμή να κοιταχτεί με θάρρος στον καθρέφτη. Και να δει τα δικά του λάθη που, μεταξύ άλλων, συνέβαλαν στην (δημοσκοπική, αν μη τι άλλο) ενδυνάμωση της επιρροής του αντιδημοκρατικού χώρου σε ένα μικρό, έστω, κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Ιδιαίτερα, δυστυχώς, στις νεότερες γενιές...

Η Δημοκρατία μπορεί να αισθάνεται ότι πατά σε στέρεες βάσεις. Αρκεί να μην απειλείται από τον ίδιο της τον εαυτό!

Δευτέρα 3 Απριλίου 2023

Σκέψεις πάνω στην αξιωματική θεμελίωση της Νευτώνειας Μηχανικής

 Η απόλυτη ισχύς της Νευτώνειας Μηχανικής αμφισβητήθηκε τόσο από την Κβαντομηχανική, όσο και από τη Σχετικότητα. Και όμως, το δημιούργημα του Νεύτωνα είναι ακόμα ανοιχτό σε σημαντικές θεωρητικές διερευνήσεις και αξιωματικές αναθεωρήσεις!

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Στο εισαγωγικό μάθημα της κλασικής Μηχανικής, οι πρωτοετείς μου καταφέρνουν συχνά να με εντυπωσιάζουν. Έχοντας πρόσφατη την εμπειρία των πανελλήνιων εξετάσεων και ζωντανές ακόμα στο μυαλό τους τις γνώσεις που αποκόμισαν από το λύκειο, μπορούν να λύσουν τις πιο στρυφνές και απαιτητικές ασκήσεις με τόση ευκολία που, ομολογώ, κι εμένα ακόμα με τρομάζει!

Από την άλλη, εισπράττω ενδιαφέρουσες απαντήσεις σε ερωτήματα εννοιολογικής φύσης. Για παράδειγμα, όταν ζητώ την διατύπωση του Νόμου της Αδράνειας με βάση εκείνα που γνωρίζουν από το λύκειο, οι περισσότεροι αναφέρονται στην αντίσταση των υλικών σωμάτων σε κάθε προσπάθεια μεταβολής της κινητικής τους κατάστασης. Όταν αντιλέγω ότι αυτό ορίζει τι είναι αδράνεια αλλά δεν διατυπώνει τον νόμο που την αφορά, γίνονται πιο συγκεκριμένοι: «Κάθε σώμα έχει την τάση να διατηρεί την κινητική του κατάσταση αν πάνω του δεν ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός.»

Ωραία, θα πείτε, μην τα βασανίζεις άλλο τα παιδιά, καλά σου τα είπαν τώρα! Όμως, ο υποχόνδριος και ξενέρωτος δάσκαλος επιμένει: Κινητική κατάσταση ως προς τι; Και, σε σχέση με ποιους παρατηρητές; Όλους, γενικά, ή κάποιους με πολύ συγκεκριμένες ιδιότητες;

Είναι τότε η ώρα να μιλήσουμε για τον λεγόμενο αδρανειακό παρατηρητή. Κάποιον, δηλαδή, ως προς τον οποίο ένα ελεύθερο σωμάτιο (ένα σωμάτιο που δεν του ασκούνται δυνάμεις) είτε κινείται με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά) είτε δεν κινείται καθόλου. Αυτός και μόνο αυτός έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί στο δικό του σύστημα συντεταγμένων (αδρανειακό σύστημα αναφοράς) τους νόμους του Νεύτωνα (Isaac Newton, 1643–1727) και, ειδικά, τον Πρώτο Νόμο, αυτόν της Αδράνειας.

Βέβαια, δεν μπορεί κάποιος να απαιτήσει από παιδιά που μόλις τέλειωσαν το λύκειο να έχουν απόλυτα ξεκαθαρίσει μέσα τους λεπτές έννοιες της Μηχανικής που έχουν φέρει σε δύσκολη θέση γενιές Φυσικών! Έννοιες που συνεχίζουν να προβληματίζουν τον σκεπτόμενο φοιτητή των θετικών επιστημών στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου...

Γράμμα από έναν Αμερικανό φοιτητή

Πριν μερικά χρόνια έλαβα ένα email από έναν ιδιαίτερα ευφυή και φιλομαθή φοιτητή θετικών επιστημών σε Πανεπιστήμιο του Τέξας. Έχοντας διαβάσει κάποιο δημοσιευμένο παιδαγωγικό άρθρο μου πάνω στη Νευτώνεια Μηχανική [1] απευθύνθηκε σε εμένα με ένα σχεδόν εναγώνιο ερώτημα: Είναι οι τρεις νόμοι του Νεύτωνα αληθινά ανεξάρτητοι μεταξύ τους, ή μήπως ο πρώτος νόμος δεν είναι παρά ειδική περίπτωση του δεύτερου;

Σε κάποιους Φυσικούς, ιδιαίτερα αυτούς που διδάσκουν κλασική Μηχανική, το ερώτημα ίσως φαίνεται στοιχειώδες. Σπεύδω, εν τούτοις, να σημειώσω ότι το ζήτημα της ανεξαρτησίας των Νευτώνειων νόμων έχει προκαλέσει μεγάλη σύγχυση από την εποχή ακόμα του Νεύτωνα. Μάλιστα, έτυχε πρόσφατα να διαβάσω εκπαιδευτικό άρθρο σε κάποιο πανεπιστημιακό site του εξωτερικού, το οποίο άρθρο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο νόμος της αδράνειας (ο πρώτος νόμος) είναι άμεση συνεπαγωγή του δεύτερου νόμου. Ο καλός φοιτητής, λοιπόν, απλά έπεσε θύμα της παραπάνω σύγχυσης που, ως φαίνεται, καλά κρατεί!

Του απάντησα αμέσως εξηγώντας του ότι, χωρίς τον πρώτο νόμο, ο δεύτερος θα έχανε τη σημασία του. Ή μάλλον, θα ήταν εντελώς λανθασμένος στη διατύπωσή του, αφού θα έδινε την εντύπωση μιας γενικής αρχής που ισχύει ανεξάρτητα από την κινητική κατάσταση του παρατηρητή, πράγμα που ασφαλώς δεν ισχύει. Με άλλα λόγια, ο νόμος της αδράνειας ορίζει το «τερέν» μέσα στο οποίο διατυπώνεται και ισχύει ο δεύτερος νόμος. Όπως έγραψα στον φοιτητή, το να εφαρμόζουμε τον δεύτερο νόμο χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τον πρώτο, είναι σαν να επιχειρούμε να παίξουμε ποδόσφαιρο χωρίς να διαθέτουμε γήπεδο ποδοσφαίρου!

Ο νόμος της αδράνειας, λοιπόν, δεν είναι απόρροια αλλά, κατά κάποιον τρόπο, προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου νόμου. Τα ερωτήματα όμως δεν σταματούν εδώ: Ακόμα κι αν δεχθούμε την ανεξαρτησία των νόμων του Νεύτωνα μεταξύ τους, είναι το σύστημα των τριών αυτών νόμων επαρκές ως βάση για την ανάπτυξη της κλασικής θεωρίας;

Πριν προχωρήσουμε, ας δούμε τους νόμους συνοπτικά...

Οι Νόμοι του Νεύτωνα, όπως τους ξέρουμε

Ο Πρώτος Νόμος (νόμος της αδράνειας) εγγυάται την ύπαρξη αδρανειακών συστημάτων αναφοράς. Ως τέτοιο σύστημα εννοούμε ένα σύστημα συντεταγμένων ως προς το οποίο ένα ελεύθερο σωμάτιο (σωμάτιο που δεν του ασκούνται δυνάμεις) κινείται με σταθερή ταχύτητα (ή, ισοδύναμα, χωρίς επιτάχυνση).

Ο Δεύτερος Νόμος ορίζει ότι, ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς, η επιτάχυνση ενός σωματιδίου είναι ανάλογη της ολικής δύναμης που ασκείται πάνω του.

Σύμφωνα με τον Τρίτο Νόμο ή νόμο δράσης-αντίδρασης, όταν δύο σωματίδια αλληλεπιδρούν, οι δυνάμεις που ασκεί το ένα στο άλλο είναι ίσου μέτρου και αντίθετης κατεύθυνσης.

Όμως, ποια είναι η «ολική δύναμη» πάνω σε ένα σωμάτιο, στην οποία αναφέρεται ο δεύτερος νόμος; Αυτό δεν μας το λένε οι νόμοι του Νεύτωνα! Την απάντηση έδωσε ο Ελβετός φυσικομαθηματικός Ντάνιελ Μπερνούλι (Daniel Bernoulli, 1700–1782) μετά τον θάνατο του Νεύτωνα, διατυπώνοντας την αρχή της επαλληλίας. Σύμφωνα με αυτήν, αν ένα σώμα υπόκειται σε διάφορες αλληλεπιδράσεις, η ολική δύναμη πάνω του είναι το (διανυσματικό) άθροισμα των δυνάμεων από κάθε αλληλεπίδραση χωριστά.

Μια εναλλακτική αξιωματική θεώρηση

Με βάση αυτά που προαναφέρθηκαν, η κλασική Νευτώνεια Μηχανική βασίζεται σε τέσσερις θεμελιώδεις αρχές: τους τρεις νόμους του Νεύτωνα και την αρχή της επαλληλίας. Σχετικά πρόσφατα, όμως [1] τέθηκε ένα αναθεωρητικό ερώτημα: Μήπως, τελικά, τέσσερις νόμοι είναι «πάρα πολλοί»; Αυτό οδήγησε στο, ας το πούμε, ανακάτεμα και ξαναμοίρασμα της τράπουλας, με ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα: Με κατάλληλη διατύπωση, οι νόμοι της Μηχανικής μπορούν να συμπυκνωθούν στη μορφή δύο μόνο ανεξάρτητων αξιωμάτων. Προσοχή: Δεν πετάμε τους δύο από τους τέσσερις αρχικούς νόμους και κρατούμε τους άλλους δύο, αλλά αναδιατυπώνουμε την αξιωματική βάση της Μηχανικής με τρόπο ώστε οι ανεξάρτητες αρχές να είναι δύο αντί τέσσερις. Φυσικά, από τα δύο θεμελιώδη αξιώματα προκύπτουν, μεταξύ άλλων, ως ειδικά συμπεράσματα οι γνωστοί νόμοι της Νευτώνειας Μηχανικής.

Το πρώτο αξίωμα (θα το ονομάσουμε Α1), το οποίο στη Νευτώνεια Μηχανική προκύπτει από τους βασικούς νόμους ως παράγωγο θεώρημα, λαμβάνεται εδώ ως θεμελιώδης αρχή. Εκφράζει την αρχή διατήρησης της ορμής [2] για ένα απομονωμένο σύστημα σωματιδίων και, έμμεσα, αξιώνει την ύπαρξη αδρανειακών συστημάτων αναφοράς. Στην ειδική περίπτωση απομονωμένου «συστήματος» που περιέχει ένα μόνο σωματίδιο, το αξίωμα Α1 ανάγεται στον νόμο της αδράνειας (πρώτο νόμο του Νεύτωνα).

Το δεύτερο αξίωμα (Α2) το γνωρίσαμε ήδη: είναι η αρχή της επαλληλίας, διατυπωμένη όμως λίγο διαφορετικά: Η μεταβολή της ορμής που προκαλεί σε ένα σωματίδιο ένα σύνολο αλληλεπιδράσεων, είναι ίση με το (διανυσματικό) άθροισμα των μεταβολών που θα προκαλούσε κάθε αλληλεπίδραση χωριστά.

Αν προσέξατε, μέχρι στιγμής πουθενά δεν εμφανίζεται η έννοια της δύναμης, η οποία αποτελεί την πεμπτουσία του δεύτερου νόμου του Νεύτωνα! Αυτό συμβαίνει διότι η δύναμη ορίζεται εδώ απλά ως ο ρυθμός μεταβολής της ορμής ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς. Με τον ορισμό αυτό, το αξίωμα Α2 οδηγεί στην κλασική διατύπωση της αρχής της επαλληλίας που, όπως είπαμε νωρίτερα, οφείλεται στον Μπερνούλι.

Χρησιμοποιώντας τώρα τα αξιώματα Α1 και Α2, καθώς και τον ορισμό της δύναμης, μπορούμε να αποδείξουμε ως θεώρημα κάτι που στη Νευτώνεια Μηχανική αποτελεί αξίωμα: τον νόμο δράσης-αντίδρασης (τρίτο νόμο του Νεύτωνα). Άλλα σημαντικά θεωρήματα που μπορεί να αποδειχθούν είναι η αρχή διατήρησης της στροφορμής, το θεώρημα μεταβολής της κινητικής ενέργειας, η αρχή διατήρησης της μηχανικής ενέργειας, κλπ.

Προβλήματα που παραμένουν...

Η οικονομικότερη αναδιατύπωση της αξιωματικής βάσης της Νευτώνειας Μηχανικής δεν απαλλάσσει, βέβαια, την κλασική θεωρία από τα εγγενή προβλήματά της. Πρώτα και κύρια, η θεωρία αυτή παύει να ισχύει σε έναν κόσμο πολύ υψηλών ταχυτήτων ή πολύ μικροσκοπικών διαστάσεων, δίνοντας τη θέση της στη Θεωρία της Σχετικότητας και την Κβαντική Θεωρία, αντίστοιχα. Υπάρχουν όμως προβλήματα ακόμα και στις συμβατικές περιοχές εφαρμογής της κλασικής θεωρίας. Ας δούμε τα κατά τη γνώμη μου πιο σημαντικά:

1. Το πρόβλημα των «αδρανειακών» συστημάτων αναφοράς

Απόλυτα αδρανειακά συστήματα αναφοράς δεν είναι δυνατό να υπάρχουν. Πράγματι, για να διαπιστώσουμε αν ένα σύστημα αναφοράς είναι αδρανειακό θα πρέπει να εξετάσουμε αν, ως προς αυτό, ένα οποιοδήποτε ελεύθερο σωμάτιο κινείται με σταθερή ταχύτητα (δηλαδή, χωρίς επιτάχυνση). Όμως, η έννοια του ελεύθερου σωματίου είναι καθαρά θεωρητική και κανένα σωμάτιο στον κόσμο δεν μπορεί στην πραγματικότητα να θεωρείται ελεύθερο, για τους εξής λόγους: (α) Κάθε υλικό σωμάτιο υπόκειται στη βαρυτική έλξη που του ασκεί ο υπόλοιπος υλικός κόσμος, όσο μακριά κι αν βρίσκεται το σωμάτιο από αυτόν. (β) Για να διαπιστώσουμε αν ένα σωμάτιο κινείται με σταθερή ταχύτητα θα πρέπει κάπως να αλληλεπιδράσουμε μαζί του (π.χ., να το φωτίσουμε ρίχνοντας πάνω του έναν ικανό αριθμό φωτονίων). Έτσι, στη διάρκεια της αλληλεπίδρασης το σωμάτιο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ελεύθερο.

2. Το πρόβλημα του ταυτόχρονου

Στον τρίτο νόμο του Νεύτωνα (ο οποίος, όπως προαναφέραμε, προκύπτει ως θεώρημα στη δική μας προσέγγιση) η αντίδραση θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα ταυτόχρονα με τη δράση. Αυτό σημαίνει ότι ένα σωματίδιο μπορεί να αλληλεπιδρά άμεσα (σε μηδενικό χρόνο) με ένα άλλο, όσο μακριά και αν βρίσκονται αυτά μεταξύ τους. Κάτι τέτοιο, βέβαια, προϋποθέτει άπειρη ταχύτητα διάδοσης της αλληλεπίδρασης. Όπως γνωρίζουμε, όμως, καμία αλληλεπίδραση δεν μπορεί να διαδοθεί με ταχύτητα μεγαλύτερη από εκείνη του φωτός!

Επίλογος

Αποτελούν τα όσα αναφέραμε πιο πάνω την τελευταία λέξη πάνω στη Νευτώνεια Μηχανική; Και βέβαια όχι! Η φοβερή αυτή θεωρία παραμένει «ζωντανή» και επιδεκτική σε πιθανές νέες αναθεωρήσεις σε ό,τι αφορά την αξιωματική της θεμελίωση. Και, έστω κι αν η Σχετικότητα και η Κβαντομηχανική περιόρισαν το πεδίο εφαρμογής της, ας μην ξεχνούμε ότι η κλασική Μηχανική εξακολουθεί να κυβερνά την ίδια μας την καθημερινότητα. Εκεί που το πολύ γρήγορο και το πολύ μικρό αφορούν, στην καλύτερη περίπτωση, τα αυτοκίνητά μας και τα... ολοένα συρρικνούμενα εισοδήματά μας, αντίστοιχα. Ο Νεύτωνας ήρθε εδώ για να μείνει!

[1] C. J. Papachristou, Foundations of Newtonian Dynamics: An axiomatic approach for the thinking student

Πρωτότυπη δημοσίευση: Nausivios Chora, Vol. 4 (2012) 153-160,

https://nausivios.snd.edu.gr/docs/2012C2.pdf

Σε αναθεωρημένη και εμπλουτισμένη μορφή,

https://arxiv.org/abs/1205.2326

[2] Η ορμή ενός σωματιδίου είναι το γινόμενο της μάζας του επί την ταχύτητά του.

KLIK

Πέμπτη 30 Μαρτίου 2023

Η σονάτα του Κρόιτσερ

 Όταν ο έρωτας είναι η άλλη όψη του θανάτου (μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή)...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Ο ιδιοκτήτης της βάρκας δεν πίστευε στα μάτια του. Τόσα λεφτά για ένα σχεδόν σάπιο σκαρί που καιρό τώρα έψαχνε τρόπο να ξεφορτωθεί! Ο αγοραστής δεν ήταν από εκείνους που λένε πολλές κουβέντες. Πλήρωσε χωρίς παζάρια και διαμαρτυρίες το ποσό που του είχε ζητηθεί, χαιρέτησε βιαστικά και μπήκε αμέσως στη βάρκα.

Καθώς ξανοιγόταν στο πέλαγος, «έπαιξε» για μία ακόμα φορά την ταινία της ζωής του τα τελευταία δύο χρόνια. Για μουσική υπόκρουση υπήρχε πάντα ο ήχος από τα κύματα. Και ό,τι έλειπε θα το συμπλήρωνε ο ίδιος – ήταν, εξ άλλου, μουσικός. Έπιασε το έργο από τους τίτλους της αρχής. Κι εκεί το όνομα του σκηνοθέτη δεν ήταν το δικό του. Ήταν αυτό της μοίρας. Με τη μορφή της γυναίκας...

Την είχε πρωτο-αντικρίσει στο Λυκαβηττό, σε μία από τις κοντινές, μικρές «αποδράσεις» του από το ιδιωτικό του στούντιο. Συνόδευε τους μαθητές κάποιου Λυκείου σε μια ημερήσια εκπαιδευτική εκδρομή. Ήταν καθηγήτρια φιλολογίας. Τον είχε ρωτήσει πώς θα βρουν το δρόμο για ένα πολιτιστικό κέντρο που βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Προσφέρθηκε να τους πάει ο ίδιος ως εκεί – δεν είχε, άλλωστε, πολλή δουλειά εκείνη τη μέρα.

Συζητώντας μαζί της στο δρόμο, έμαθε τα πρώτα πράγματα για κείνη. Αγαπούσε τη μουσική, αν και δεν είχε μουσικές γνώσεις. Και, όπως του εκμυστηρεύτηκε, είχε ένα διαχρονικό απωθημένο: να ακούσει τη «σονάτα του Κρόιτσερ», του Μπετόβεν. Της είχε μιλήσει κάποτε γι’ αυτήν ένας καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο, υπό την επίβλεψη του οποίου έκανε τότε μεταπτυχιακές σπουδές.

Είχε απορήσει κι ο ίδιος με το θάρρος του όταν της πρότεινε να περάσει κάποια μέρα από το στούντιό του εκεί στο Λυκαβηττό, να ακούσει επιτέλους τη φοβερή αυτή σονάτα που είχε στοιχειώσει τον Τολστόι! Κι εκείνη είχε δεχθεί αμέσως, με τον άδολο ενθουσιασμό ενός παιδιού.

Πήγε πολλές φορές στο στούντιο μέσα σ’ αυτά τα δύο χρόνια. Και κάθε συνάντησή τους ξεκινούσε με την ακρόαση της σονάτας του Κρόιτσερ, σαν απαραίτητος πρόλογος σε ένα σχεδόν μεταφυσικό τελετουργικό. Στο τέλος, πάνω στη χαλάρωση, μιλούσε για τον εαυτό της. Κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να ακούει...

Του είπε για τα οικογενειακά της προβλήματα και για μια ζωή αφυδατωμένη πια από συναισθήματα και συγκινήσεις. Ο γάμος της υπήρξε ένα είδος φυγής από φαντάσματα που την κυνηγούσαν από παλιά. Το πιο μεγάλο από αυτά, όμως, ήταν η μνήμη του καθηγητή. Ναι, θυμήθηκε την περίπτωση, ήταν πρώτο θέμα για καιρό στις εφημερίδες και την τηλεόραση. Καθηγητής της Φιλοσοφίας που είχε χαθεί με τρόπο μυστηριώδη στη θάλασσα. Είχε μόλις αγοράσει μια βάρκα και κάποιος τον είχε δει να ξανοίγεται στο πέλαγος. Η βάρκα δεν βρέθηκε ποτέ...

Κι έτσι πέρασαν δύο χρόνια γεμάτα μουσική, συγκινήσεις και εξομολογήσεις. Μα, όσο εκείνος δενόταν περισσότερο μαζί της, τόσο εκείνη απομακρυνόταν απ’ αυτόν. Οι επισκέψεις της γίνονταν όλο και πιο αραιές και βιαστικές, ενώ και η συγκίνηση απ’ τη μεριά της ολοένα λιγόστευε. Του μίλησε αόριστα για ένα «φορτωμένο πρόγραμμα» και για έναν νέο κύκλο μεταπτυχιακών σπουδών που είχε αποφασίσει να ξεκινήσει. Ώσπου, ξαφνικά, μια μέρα εκείνος βρήκε ένα γράμμα ριγμένο κάτω από την πόρτα του στούντιο.

Ήταν από εκείνη. Ο γραφικός χαρακτήρας δεν πρόδινε ταραχή, δεν φανέρωνε δισταγμό. Η γραφή ήταν σίγουρη, σαν από άτομο συνειδητοποιημένο, αποφασισμένο και ήρεμο. Σαν από άνθρωπο που δεν θα δίσταζε να πατήσει εν ψυχρώ τη σκανδάλη...

Αφού τον ευχαρίστησε (μάλλον τυπικά, ή έτσι του φάνηκε) για όσα «ωραία» είχαν μοιραστεί τα δύο αυτά χρόνια, του αποκάλυψε τους πραγματικούς λόγους που την είχαν φέρει σ’ εκείνον «κατά πρωτόγνωρη, για εκείνη, παράβαση των αρχών της». Ήταν το συναισθηματικό και υπαρξιακό κενό στο οποίο ζούσε εδώ και πολύ καιρό... Ήταν μια υποσυνείδητη ανάγκη εκδίκησης για κάποιον που χρόνια τώρα την καταπίεζε ενώ παράλληλα την υποτιμούσε σαν γυναίκα... Αλλά, πάνω απ’ όλα, ήταν το πάντα ανοιχτό τραύμα του ανεκπλήρωτου που άφησε πίσω της η σχεδόν μυθική μορφή ενός δασκάλου που εκείνη κάποτε πόθησε πολύ, μα δεν μπόρεσε (ίσως δεν πρόλαβε) να κατακτήσει. Τον κέρδισε, τελικά, η θάλασσα, στην οποία εκείνος αυτοθέλητα παρέδωσε ψυχή και σώμα...

Και η σονάτα του Κρόιτσερ, που άκουγαν μαζί σε κάθε τους συνάντηση στο στούντιο, ήταν μια υπερκόσμια γέφυρα που την πήγαινε σ’ εκείνον που της είχε πρωτομιλήσει κάποτε γι’ αυτό το μουσικό έργο. Μα, για να δώσει στον εαυτό της την ψευδαίσθηση της υλικής υπόστασης και της φυσικής παρουσίας του ανθρώπου που αντιπροσώπευε το ανεκπλήρωτο όνειρό της, είχε ανάγκη από ένα μέσο που θα σωματοποιούσε την ιδεατή μορφή του. Ένα εξ ορισμού και κατ’ ανάγκη υποδεέστερο υποκατάστατο, αφού κανείς δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με έναν ημίθεο!

Έμεινε πολλές μέρες να κοιτάζει το γράμμα χωρίς να βρίσκει τη δύναμη να το ξαναδιαβάσει. Δεν είχε καν την αυταπάτη μιας υποτιθέμενης παρανόησης που συχνά συμβαίνει στην πρώτη ανάγνωση. Και δεν είχε την παραμικρή διάθεση να εργαστεί, λες και η έμπνευση τον είχε κι εκείνη εγκαταλείψει. Το καπάκι του πιάνου είχε μείνει ανοιχτό, όπως και η παρτιτούρα με τις σπουδές του Σοπέν πάνω στο αναλόγιο...

Όταν κατάφερε, τελικά, να συνέλθει κάπως, πήρε μία λευκή κόλλα χαρτί από το συρτάρι και κάθισε στο τραπέζι ξεβιδώνοντας την πένα του:

«Δεν πρόκειται να σε κατηγορήσω, είτε για τους λόγους που ήρθες, είτε για εκείνους που έφυγες. Αυτές τις μέρες διάβασα τα βιβλία του και κατάλαβα τι διδάχθηκες από εκείνον. Οφείλω να παραδεχθώ πως έχει δίκιο όταν μιλάει για την απόλυτα αδιαπραγμάτευτη ελευθερία και για τα ‘θέλω’ που παραμερίζουν τα ‘πρέπει’. Η βούληση ενός ανθρώπου δεν είναι ιδιοκτησία κανενός άλλου, και η αυτοδιαχείρισή της είναι αυτονόητο ατομικό δικαίωμα που δεν μπορεί να υπόκειται στον παραμικρό ηθικολογικό περιορισμό!

Κάποια στιγμή ένιωσες πως με χρειαζόσουν. Είτε για να ξεπεράσεις τα προσωπικά σου αδιέξοδα και να γεμίσεις το υπαρξιακό σου κενό, είτε για να ζήσεις την ψευδαίσθηση μιας ανεκπλήρωτης εμπειρίας που η ζωή δεν σε είχε αφήσει να γευτείς. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά δεν τα χρειάζεσαι πια, ή αν βρήκες τώρα κάποιον που σου τα εκπληρώνει περισσότερο. Αυτό δεν θα το μάθω ποτέ... Όμως, δεν έχω το δικαίωμα να σε κρίνω. Η ζωή είναι μία τεράστια αγορά προσφοράς και ζήτησης όπου όλα ανταλλάσσονται ελεύθερα με τους πιο συμφέροντες όρους και στην καλύτερη τιμή. Ακόμα και τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν υποτεθεί ότι το είδος υπάρχει ακόμα...

Σε κάποια παλιά ταινία, όπου ο ήρωας της ιστορίας δίνει άνιση μάχη να κερδίσει τη γυναίκα του με αντίπαλο το φάντασμα ενός – υποτίθεται πεθαμένου – παλιού εραστή, ο σύζυγος ομολογεί με απόγνωση ότι η μάχη αυτή είναι ήδη χαμένη. Γιατί, έναν πραγματικό άνθρωπο τον πολεμάς. Έχει αδυναμίες, έχει κακές πλευρές... Ένα όνειρο, όμως; Ένα φάντασμα πώς θα μπορέσεις να το πολεμήσεις; Είναι πιο ζωντανό απ’ την ίδια τη ζωή!

Εγώ αναμετρήθηκα με ένα όνειρο κι έχασα. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει αφού δεν ήμουν παρά ένα ασήμαντο υποκατάστατό του; Όμως, ακόμα κι έτσι, ίσως και για να περισώσω ό,τι έχει απομείνει – αν έχει απομείνει κάτι – από τον αυτοσεβασμό μου, ας έχω τουλάχιστον τη γενναιότητα να τραβήξω την αναλογία ως το τέλος της. Ο δρόμος για τη δική μου μηδαμινή αθανασία είναι, λοιπόν, ήδη χαραγμένος. Δεν χρειάζεται καν να τον ψάξω στο χάρτη...

Ξέχασα να σου πω, σκέφτηκα να αγοράσω μια βάρκα. Ο τόπος εδώ στη στεριά δεν με χωράει πια, ακόμα και ο Λυκαβηττός πέφτει πάνω μου και με πλακώνει! Βρήκα μία μεταχειρισμένη σε μάλλον καλή τιμή. Βέβαια, η τιμή δεν έχει, τελικά, και τόση σημασία...»

Ακούμπησε το γράμμα δίπλα στο δικό της κι απομακρύνθηκε απ’ το τραπέζι. Άλλωστε, δεν ήξερε διεύθυνση για να το στείλει. Μα, ακόμα κι αν ήξερε δεν θα ξέπεφτε ποτέ σε μια τέτοια μικροπρέπεια που βαθύτερο στόχο θα είχε να την εκθέσει. Άφησε ξεκλείδωτο το στούντιο φεύγοντας, χωρίς να ρίξει μια ματιά πίσω του...

Καθώς ξανοιγόταν τώρα όλο και πιο βαθιά στο πέλαγος, οι μνήμες ξεθώριαζαν, γίνονταν ένα με τις ακτές που ξεμάκραιναν. Ώσπου βίωσε, τελικά, την τρομαχτική εκείνη ηδονή της υπαρξιακής μοναδικότητας στη μέση του απέραντου...

Κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν, κι ούτε η βάρκα του βρέθηκε ποτέ. Μόνο ο άνεμος είναι φορές που φυσά περίεργα σ’ εκείνα τα απόμακρα θαλασσινά τοπία, σχηματίζοντας ήχους απόκοσμους. Δεν παίρνω όρκο, μα κάποια στιγμή, περνώντας με το καράβι, ένιωσα πως άκουσα το σπαραχτικό θέμα του βιολιού απ' τη σονάτα του Κρόιτσερ του Λουδοβίκου Μπετόβεν...

KLIK