Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Όταν το πένθος γίνεται πολιτικό κεφάλαιο...


Όσο και αν ακούγεται κοινότοπο, η στάση του κομματικού συστήματος κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας με αφορμή την τραγωδία στα Τέμπη, είχε στοιχεία που θα έδιναν σε κάποιον το δικαίωμα να μιλά για «πολιτική τυμβωρυχία».

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ο Ισπανός θεατρικός συγγραφέας Αλεχάντρο Κασόνα (Alejandro Casona, 1903-1965) είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια». Έχει, ίσως, λιγότερο εκτιμηθεί για το αριστούργημα «Βάρκα δίχως ψαρά» (La barca sin pescador).

Σε ένα από τα κορυφαία έργα θεατρικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, ο Κασόνα εξετάζει το ζήτημα της ηθικής της πρόθεσης. Παραπέμπει στον Φάουστ αλλά «σκάβει» σε βαθύτερα και σκοτεινότερα ένστικτα του ανθρώπου. Εκείνα, ειδικά, που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν να αντλήσει όφελος από τον θάνατο συνανθρώπων με τους οποίους δεν έχει την παραμικρή προσωπική διαφορά. Ο δημιουργός ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, με την δεύτερη συνιστώσα να εκφράζεται με την αποθέωση του παράλογου: Ο ίδιος ο Διάβολος, σε ρόλο τέλειου ηθικολόγου, διδάσκει στον άνθρωπο το καλό και την αρετή, δίνοντάς του ένα ανεπανάληπτο μάθημα ηθικής!

Ο Κασόνα, όμως, επιλέγει να κλείσει το δράμα με ένα αισιόδοξο μήνυμα. Ότι, στο βάθος της ανθρώπινης συνείδησης υπάρχει πάντα – εν υπνώσει, έστω – το Καλό. Και αυτό είναι που στο τέλος θριαμβεύει...

Θυμάμαι το “La barca sin pescador” κάθε φορά που η κοινή γνώμη αυτής της χώρας έρχεται αντιμέτωπη με την πολιτική αξιοποίηση τραγικών περιστατικών θανάτου. Ας θυμηθούμε μερικά παραδείγματα της νεότερης ιστορίας μας:

– Ως αντιπολιτευόμενοι και εν αναμονή εξουσίας τον καιρό της οικονομικής κρίσης, οι πολιτικοί εκπρόσωποι του «αντιμνημονιακού μετώπου» ασκούσαν πολιτική πατώντας πάνω σε πτώματα θυμάτων αυτοχειρίας, την οποία πράξη απόγνωσης χρέωναν αποκλειστικά και αναπόδεικτα στην «ανάλγητη» και «ενδοτική» πολιτική των «μνημονιακών» κομμάτων που τότε κυβερνούσαν.

– Τα ίδια αντιπολιτευόμενα, τότε, κόμματα δεν είχαν τον παραμικρό ενδοιασμό να εντάξουν στην αντιμνημονιακή ρητορεία τους τον θάνατο δύο φοιτητών στη Λάρισα το 2013, λόγω δηλητηρίασης από μαγκάλι.

– Το 2015, λίγο πριν την αναγκαστική (και σωτήρια) «μνημονιακή» στροφή του κόμματός της, κάποια κυβερνητική, τότε, βουλευτής της Αριστεράς έφτασε να αποδώσει την φρικτή δολοφονία της μικρής Άννυ από τον ίδιο της τον πατέρα στον... καπιταλισμό και το μνημονιακό κράτος (πράγματα για τα οποία ευθύνονταν, φυσικά, οι πολιτικοί αντίπαλοι της παράταξής της)!

Τον Ιούλιο του 2018, λίγες μέρες μετά την πολύνεκρη τραγωδία στο Μάτι, σε άρθρο μας στο «Βήμα» (31-7-2018) και απευθυνόμενοι κατά κύριο λόγο στην τότε αξιωματική αντιπολίτευση, είχαμε επισημάνει ότι οποιαδήποτε κομματική εκμετάλλευση του εθνικού πένθους θα ισοδυναμούσε με «πολιτική τυμβωρυχία». Γράψαμε:

--------------------------------

Προς τι έχει γίνει σημαία της αντιπολίτευσης και αντικείμενο επίμονης ρητορείας της η προφανής κι αναμφισβήτητη αβελτηρία και η (ναι, απόλυτα ασυγχώρητη) υποκρισία των κυβερνώντων; Δεν θα κέρδιζε, άραγε, ηθικούς πόντους η αντιπολίτευση αν απλά σιωπούσε πολιτικά μπροστά στο μαζικό αυτό ανθρώπινο δράμα, μιλώντας μόνο για όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν ώστε να μην ξαναβιώσει η χώρα παρόμοια τραγωδία; Και, τέλος, ποιος θα μπορούσε στ’ αλήθεια να κατηγορήσει έναν (έστω) κακοπροαίρετο που θα σκεφτεί, πιθανόν, ότι υπάρχουν άτομα στον αντιπολιτευτικό χώρο που «τρίβουν τα χέρια τους» για τη φθορά που θα προκαλέσει στην κυβέρνηση η εκατόμβη των θυμάτων της φωτιάς;

Κάποιες φορές, μία παρεμφατική σιωπή λέει περισσότερα από εκατοντάδες «κατηγορώ» ενώ, παράλληλα, συνιστά δείγμα ηθικής ανωτερότητας. Αν, λοιπόν, υποτεθεί ότι η πολιτική ηθική απουσιάζει από την εξουσία, ας την επιδείξει, τουλάχιστον, η εν δυνάμει εξουσία...

--------------------------------

Τα ανάλογα θα μπορούσαμε να απευθύνουμε στην σημερινή αντιπολίτευση [1] μετά την πρόσφατη κοινοβουλευτική συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, με αφορμή την σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη. Οι καλά μελετημένες συναισθηματικές εξάρσεις (οι οποίες, φαντάζομαι, λίγους κατόρθωσαν να πείσουν ως προς την αυθεντικότητά τους), οι συνωμοσιολογίες και οι μεγαλόστομες αναφορές σε «εγκλήματα» και «συγκαλύψεις» (προτού μιλήσει η ίδια η Δικαιοσύνη – την οποία άπαντες, κατά τα άλλα, επικαλούνται), και οι συνεχείς έξαλλες κραυγές που, σε κάποιες περιπτώσεις, έδωσαν μία εικόνα πολιτικού τραμπουκισμού, δεν άφησαν περιθώριο για μία γόνιμη συζήτηση πάνω στο πιο σημαντικό (ίσως το μόνο σημαντικό) ζήτημα. Το πώς, δηλαδή, θα αποφευχθούν στο μέλλον παρόμοιες τραγωδίες.

Για να διασφαλισθεί όμως αυτό θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να σταματήσουν οι ρουσφετολογικές προσλήψεις προσωπικού που ευνοούν την αναξιοκρατία στον δημόσιο τομέα, και να καθιερωθεί, επιτέλους, η σοβαρή – και όχι προσχηματική αξιολόγηση στις δημόσιες υπηρεσίες. Μεταρρύθμιση στην οποία, εν τούτοις, αντιδρά πεισματικά το συνδικαλοκρατούμενο σύστημα που υπερασπίζεται εργολαβικά η Αριστερά.

Αλλά, και η ίδια η «δεξιά» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) κυβέρνηση δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο της κριτικής. Υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα στα οποία δεν έχουν δοθεί οι οφειλόμενες απαντήσεις:

– Γιατί το κυβερνών κόμμα επέτρεψε στον κατά τεκμήριο αποτυχημένο πρώην υπουργό, που (αν μπορούσε ας έκανε αλλιώς) ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για το τραγικό δυστύχημα, να κατέβει ξανά ως υποψήφιος στις εκλογές ισχυριζόμενος ότι «κριτής του είναι μόνο ο λαός» (της δικής του εκλογικής περιφέρειας, εννοείται); Και, γιατί καταχειροκροτήθηκε από τους βουλευτές της πλειοψηφίας ο υπεροπτικός – και προκλητικά στερούμενος συναίσθησης ευθύνης – λόγος του στη Βουλή;

– Με ευθύνη ποίου/ποίων έγινε μοντάζ και, στη συνέχεια, διοχέτευση στα μέσα ενημέρωσης, ηχητικών ντοκουμέντων που αποτελούν στοιχεία διερεύνησης των συνθηκών του δυστυχήματος από την Δικαιοσύνη;

– Με ποια λογική ο εκ φύσεως αυταρχικός πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής απέκλεισε τις καταθέσεις σημαντικών μαρτύρων (σύμφωνα, τουλάχιστον, με την αντιπολίτευση); Και, εν τέλει, γιατί ήταν αναγκαίο να επιλεγεί αυτός ως πρόεδρος της επιτροπής;

Το ότι δεν απαντήθηκαν αυτά τα ερωτήματα βάζει και την ίδια την κυβέρνηση στο κάδρο της υποψίας για προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Σε αυτή την περίπτωση, για να περιοριστούν πολιτικά κόστη και όχι να μεγιστοποιηθούν πολιτικά οφέλη. Όμως, η διαφορά στις προθέσεις ελάχιστα μειώνει το ηθικό τους βάρος...

Εν κατακλείδι: Στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή γίναμε για μία ακόμα φορά μάρτυρες απόπειρας κομματικής εκμετάλλευσης ή κομματικής διαχείρισης (ανάλογα) μαζικού θανάτου. Είτε μέσω αναπόδεικτων θεωριών συνωμοσίας και επιστρατευμένου (και φανερά υποκριτικού) ακραίου συναισθηματισμού, είτε μέσω σκόπιμης υπεκφυγής και, σε κάποιες περιπτώσεις, επίδειξης προκλητικής πολιτικής αυτοπεποίθησης στα όρια της αλαζονείας. Όλα αυτά μαζί συνιστούν, θα τολμούσαμε να πούμε, τον ορισμό της πολιτικής τυμβωρυχίας.

Γενικότερα μιλώντας, τίποτα δεν δείχνει ικανό να αναδείξει το καλό πρόσωπο  αν υποτεθεί ότι υπάρχει  ενός εγχώριου κομματικού συστήματος που συντηρείται από την πεποίθηση ότι το «κακό» είναι πάντα «οι άλλοι». Προς διάψευση, δυστυχώς, του αισιόδοξου φιλοσοφικού θεατρικού μηνύματος του Κασόνα...

[1] Θα εξαιρέσω εδώ την παραδοσιακή Αριστερά, η οποία – ό,τι και αν της καταλογίσουμε για τις αναχρονιστικές ιδέες της – δεν θα είχε λόγο να ξεπέσει στην ανήθικη πρακτική της πολιτικής τυμβωρυχίας, καθώς απουσιάζει το βασικό κίνητρο της πράξης: η φιλοδοξία της άσκησης εξουσίας.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2024

Το λάθος των φιλελεύθερων και το φάντασμα του Ντόναλντ Τραμπ

                 

Η πιθανή επάνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία φαντάζει σαν εφιαλτικό σενάριο θανάτου για την Αμερικανική Δημοκρατία. Όμως, στην πολιτική γιγάντωση του Τραμπ συνέβαλε και ένα τραγικό λάθος των κοινωνικών φιλελεύθερων: το ανελεύθερο δόγμα της «πολιτικής ορθότητας»...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

1. Το λάθος που έγινε μπούμερανγκ

Τον Ιούνιο του 2020, εν μέσω θύελλας για ένα αποτρόπαιο ρατσιστικό έγκλημα στις ΗΠΑ, η τηλεοπτική πλατφόρμα HBO απέσυρε από την ταινιοθήκη της ένα από τα κορυφαία έργα του αμερικανικού κινηματογράφου: το πασίγνωστο «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» (“Gone with the Wind”, 1939). Η εξήγηση που δόθηκε ήταν ότι η ταινία παραβίαζε τους όρους της πολιτικής ορθότητας, αποκρύπτοντας (ή, μη προβάλλοντας επαρκώς) τον ρατσισμό που επικρατούσε στον Νότο κατά την περίοδο του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. Η απόσυρση της ταινίας συνάντησε έντονες αντιδράσεις από κριτικούς κινηματογράφου αλλά και ιστορικούς, οι οποίοι έκαναν λόγο για υπερβολές της πολιτικής ορθότητας και κατηγόρησαν το HBO για λογοκρισία.

Γενικά μιλώντας, η πολιτική ορθότητα είναι κάτι σαν φάρμακο. Σε λογικές δόσεις ίσως και να είναι ωφέλιμη. Η κατάχρησή της, όμως, μπορεί να γίνει μπούμερανγκ ενάντια στις ίδιες τις προθέσεις της. Αυτό φάνηκε καθαρά στις αμερικανικές εκλογές του 2016, όταν μία κατά βάση αντιδημοκρατική και αντιφιλελεύθερη προσωπικότητα βρέθηκε στον Λευκό Οίκο. Το εφιαλτικό σενάριο για την Αμερικανική Δημοκρατία είναι, τώρα, να ξαναβρεθεί σύντομα το ίδιο πρόσωπο στο ίδιο μέρος...

Ας το εξηγήσουμε συνοπτικά: Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός μίας μερίδας Αμερικανών Δημοκρατικών, αντίβαρο αρχικά στον ακραίο συντηρητισμό των Ρεπουμπλικάνων, ανέδειξε στην πορεία του μία μορφή ιδεολογικής δικτατορίας που προσέδωσε στον όρο «φιλελεύθερος» τον χαρακτήρα οξύμωρου, αφού επιχείρησε να περιορίσει ασφυκτικά την – αδιαπραγμάτευτη για τους Αμερικανούς – ελευθερία του λόγου. Έτσι, το αμφιλεγόμενο δόγμα της πολιτικής ορθότητας (political correctness) αποδείχθηκε μία ιδέα όχι λιγότερο οπισθοδρομική από εκείνες ενάντια στις οποίες μάχεται.

Η ολοένα αυξανόμενη εμμονή με την πολιτική ορθότητα κόστισε, τελικά, ακριβά στους Δημοκρατικούς στις εκλογές του 2016, τις οποίες έχασαν από έναν υπέρμετρα εξωστρεφή εκπρόσωπο του αντισυστημικού λαϊκισμού και φανατικό πολέμιο του δόγματος. Ο οποίος, αφού επιχείρησε να καταλύσει το ίδιο το πολίτευμα των ΗΠΑ όταν ηττήθηκε στις επόμενες εκλογές, απειλεί τώρα να επιστρέψει για να πάρει την εκδίκησή του.

2. Γιατί νίκησε ο Trump το 2016

Πολλοί είπαν ότι ο Donald Trump νίκησε στις εκλογές τού '16 γιατί κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά το άγχος της εργατικής τάξης για την ανεργία που ολοένα επιδεινωνόταν από την μετανάστευση και την παγκοσμιοποίηση. Για άλλους, η νίκη του οφείλεται στο κάθε άλλο παρά δημοφιλές προφίλ της τότε αντιπάλου του, Χίλαρι Κλίντον. Κάποιοι ακόμα ισχυρίστηκαν ότι είχε έρθει η ώρα να πετάξει η Αμερική τη δημοκρατική της μάσκα και να αποκαλύψει το αληθινό της, σκοτεινό και οπισθοδρομικό πρόσωπο.

Υπάρχει, όμως, και μία ιδιαίτερη παράμετρος της νίκης του Trump που θα ήταν λάθος να αγνοηθεί. Για κάποιους αναλυτές ήταν ίσως η σημαντικότερη. Αναφέρομαι στην κούραση μεγάλου μέρους της αμερικανικής κοινωνίας από την τυραννία της πολιτικής ορθότητας σε κάθε απόπειρα έκφρασης δημόσιας γνώμης, από τα πανεπιστήμια ως τα social media και το εθνικό δίκτυο τηλεόρασης. Ο Trump νίκησε, κατά τους πολιτικούς αναλυτές, επειδή ακριβώς έπεισε τον μέσο Αμερικανό ότι θα τον απάλλασσε μια και καλή από την πολιτική ορθότητα. Και η ιδέα αυτή ήταν, όπως αποδείχθηκε, ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας του.

Από τη μεριά τους, οι Αμερικανοί φιλελεύθεροι (Liberals) έκαναν ένα σοβαρό πολιτικό σφάλμα. Στην προσπάθειά τους να πολεμήσουν τον ρατσισμό, εισήγαγαν νέες μορφές του. Κατέταξαν τους πολίτες σε διακριτές κοινωνικές ομάδες και είπαν σε κάποιους από αυτούς – κυρίως τους λευκούς άντρες με σχετικά χαμηλό επίπεδο μόρφωσης – πως είναι οι «κακοί». Τους χλεύασαν ανελέητα χαρακτηρίζοντάς τους οπισθοδρομικούς και στιγματίζοντάς τους, συχνά αβάσιμα, ως ρατσιστές και σεξιστές. Ακόμα και τα video-παιχνίδια τους αποτέλεσαν αντικείμενο αφ’ υψηλού ειρωνείας.

Η αμφισβήτηση της ελευθερίας του λόγου έχει πάντα κόστος, ιδιαίτερα σε μία κοινωνία όπως η αμερικανική. Η προεδρία πήγε, τελικά, σε εκείνον που, κατά τους υποστηρικτές του, «δεν φοβόταν να πει ανοιχτά τη γνώμη του». Κάποιον που αντιπροσώπευε «όσα δεν μπορούσαν εκείνοι να πουν»...

3. Τι είναι «πολιτική ορθότητα»

Σε αντίθεση με μία συνήθη, μονομερή ερμηνεία του όρου, η πολιτική ορθότητα δεν περιορίζεται σε ζητήματα που άπτονται φυλετικών ή σεξουαλικών ευαισθησιών. Συνίσταται, γενικά, στον αποκλεισμό κοινών εκφράσεων ή πρακτικών που θα μπορούσαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να προσβάλουν οποιοδήποτε μέλος μίας πλουραλιστικής κοινωνίας. Βέβαια, το τι προσβάλλει κάποιον είναι κατά βάση προσωπική υπόθεση – αν κανείς εξαιρέσει ένα σύνολο αυτονόητα απορριπτέων συμπεριφορών που, κατά κοινή παραδοχή, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.

Αν και οι προθέσεις της δείχνουν καταρχήν αγαθές (ποιος θεωρεί καλό πράγμα το να προσβάλλει κάποιος τον συνάνθρωπό του;) η πολιτική ορθότητα εξελίχθηκε με τον καιρό σε τυραννία ενάντια στην ελευθερία της έκφρασης και, σε ακραίες περιπτώσεις, έφτασε να στιγματίζει ανεξίτηλα τις υπολήψεις εκείνων που την παραβιάζουν. Επέβαλε ένα ολοένα διευρυνόμενο «λεξικό» απαγορευμένων εκφράσεων που, αν κάποιος δεν ενημερώνεται έγκαιρα για τις τακτικές επικαιροποιήσεις του, κινδυνεύει να εκτεθεί στα μάτια μίας άτυπης «αστυνομίας σκέψης» και να αποκομίσει ετικέτες που κυμαίνονται από αυτή του οπισθοδρομικού έως εκείνη του ρατσιστή.

Σύμφωνα με προ οκταετίας στατιστικές, 60% των Αμερικανών – διπλάσιοι Ρεπουμπλικάνοι σε σύγκριση με τους Δημοκρατικούς – θεωρούσαν ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα από τα σημαντικά προβλήματα στις ΗΠΑ. Μόνο ένα 18% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι η χώρα τους δεν είναι όσο θα έπρεπε «πολιτικά ορθή». (Δεν διαθέτω τούτη τη στιγμή επικαιροποιημένα στατιστικά στοιχεία πάνω στο θέμα αυτό, αν υποτεθεί ότι υφίστανται.)

4. Πολιτική ορθότητα στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση

Στα αμερικανικά πανεπιστήμια, η πολιτική ορθότητα έχει επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση που προκαλούν ασφυξία στους φοιτητές και το καθηγητικό προσωπικό. Μέχρι το 2013, το «Γραφείο για τα Πολιτικά Δικαιώματα» του Υπουργείου Παιδείας των ΗΠΑ όριζε ότι η συμπεριφορά ενός ατόμου (κυρίως σε ό,τι αφορά τον λόγο) θα έπρεπε να κριθεί ως «αντικειμενικά προσβλητική» με βάση προκαθορισμένα κριτήρια, προτού κάποιος αποκτήσει το δικαίωμα να υποβάλει μία ανώνυμη καταγγελία εναντίον του ατόμου αυτού.

Το 2013, εν τούτοις, η κυβέρνηση Obama άλλαξε τα δεδομένα. Σύμφωνα με μία νέα αντίληψη, το τι είναι προσβλητικό καθορίζεται με βάση τις προσωπικές ευαισθησίες του καθενός και δεν υπόκειται σε αντικειμενική αξιολόγηση. Με άλλα λόγια, ο κάθε φοιτητής μπορεί να βασίζεται στα προσωπικά του – και, ως εκ τούτου, απόλυτα υποκειμενικά – κριτήρια για να ορίσει ως προσβλητικό ένα σχόλιο από έναν συμφοιτητή ή έναν καθηγητή του και να υποβάλει, έτσι, μία ανώνυμη καταγγελία. Πολλά πανεπιστήμια των ΗΠΑ έσπευσαν να συμμορφωθούν με αυτή την παράλογη απαίτηση υπό τον φόβο οικονομικών κυρώσεων.

Ποια είναι η τύχη ενός πανεπιστημιακού που πέφτει θύμα ανώνυμης καταγγελίας για παραβίαση πολιτικής ορθότητας; Σύρεται ως κοινός κακούργος σε διάφορες εξεταστικές επιτροπές, χωρίς το δικαίωμα να αντικρίσει τον καταγγέλλοντα – ούτε καν να πληροφορηθεί το όνομά του – επειδή και μόνο κάποιος φοιτητής, ή κάποια ομάδα φοιτητών, θεώρησαν ένα σχόλιό του ως «μη αποδεκτό». Και, φυσικά, ας μην ξεχνούμε και τους αμείλικτους «δικαστές» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που πρόθυμα θα συνταχθούν με τους «θιγόμενους»!

Και ο παραλογισμός δεν έχει τέλος: Πριν το ξεκίνημα του ακαδημαϊκού τετραμήνου, ο καθηγητής ενός μαθήματος οφείλει να προβλέψει ποια στοιχεία του μαθήματος θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις προσωπικές ευαισθησίες ενός φοιτητή, και να εκδώσει σχετική προειδοποίηση. Αν αμελήσει να το πράξει, είναι θεωρητικά δυνατό να αντιμετωπίσει τις καθιερωμένες καταγγελίες ή να εισπράξει την οργή κάποιων φοιτητών του.

5. Υπερβολές της πολιτικής ορθότητας

Η πολιτική ορθότητα στην Αμερική συχνά φτάνει στα άκρα προκειμένου να υπηρετήσει τους σκοπούς της. Το ερώτημα «πού γεννηθήκατε;» πρέπει να αποφεύγεται επειδή μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση αμφισβήτηση αμερικανικής καταγωγής. Το «πόσον καιρό εργάζεστε εδώ;» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπαινιγμός για την ηλικία κάποιου. Το «πολίτης των ΗΠΑ» είναι προτιμότερο από το «Αμερικανός», αφού το δεύτερο υπονοεί ότι οι ΗΠΑ είναι η μόνη χώρα της αμερικανικής ηπείρου…

Για πολλούς Αμερικανούς, η κατάχρηση πολιτικής ορθότητας ακουμπά ενοχλητικά ακόμα και πάνω σε αγαπημένες παραδόσεις. Για παράδειγμα, το «Καλές Γιορτές» θεωρείται περισσότερο πολιτικά ορθό από το «Καλά Χριστούγεννα», αφού το δεύτερο προάγει τον διαχωρισμό των ανθρώπων με βάση τα θρησκευτικά τους «πιστεύω». Ένα σχολείο στο Connecticut επιχείρησε πριν μερικά χρόνια να απαγορεύσει τις αποκριάτικες στολές για το Halloween, θεωρώντας ότι κάποια παιδιά με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές θα μπορούσαν να αισθανθούν ξένα ως προς το έθιμο. Την πολιτική αυτή του σχολείου ανέτρεψαν, τελικά, μερικοί εξαγριωμένοι γονείς μαθητών!

6. Η πολιτική μη-ορθότητα ως εργαλείο πολιτικής

Η ρητορική ενάντια στην πολιτική ορθότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως εργαλείο αποπροσανατολισμού των Αμερικανών ψηφοφόρων από τα πραγματικά προβλήματα της χώρας τους, στοχεύοντας ευθέως στους βαθύτερους και σκοτεινότερους φόβους τους για ανθρώπους που είναι διαφορετικοί.

Την ώρα που μιλούν για «μετανάστες που κλέβουν τις δουλειές των Αμερικανών», κάποιοι πολιτικοί επιχειρούν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού από πραγματικά δεδομένα, όπως π.χ. το γεγονός ότι, σύμφωνα με υπολογισμούς ειδικών, η εισροή Λατίνων μεταναστών εργατών στις ΗΠΑ κατά τα τελευταία 30 χρόνια είχε πολύ μικρή επίπτωση στην ανεργία, σε σύγκριση με την μετακίνηση ενός σημαντικού αριθμού εργοστασίων στο εξωτερικό, ή τις επαναλαμβανόμενες υφέσεις της εθνικής οικονομίας.

Έτσι, ενώ παρακολουθούσε κάποιος με ενδιαφέρον τον Trump, προ των εκλογών του ’16, να ζητά την κατασκευή τείχους που θα απέτρεπε την μετανάστευση, ελάχιστα πρόσεχε ότι οι πραγματικοί λόγοι απώλειας θέσεων εργασίας και οικονομικής αστάθειας δεν θίγονταν καν.

7. Συνοψίζοντας

Η πολιτική ορθότητα είναι ένας άγραφος και συνεχώς εμπλουτιζόμενος κώδικας απαγορευμένης έκφρασης και πρακτικής [1]. Για πολλούς Αμερικανούς, ο κώδικας αυτός στραγγαλίζει την ελευθερία του λόγου, τιμωρώντας παράλληλα τους «παραβάτες» με τη ρετσινιά της οπισθοδρομικότητας και της μισαλλοδοξίας. Η αντίδραση απέναντι στο φαινόμενο έφερε, έτσι, πριν μερικά χρόνια στην εξουσία κάποιον που υποσχέθηκε πως θα καταργήσει την πολιτική ορθότητα στην πράξη. Το φάντασμα της επιστροφής του πλανάται τώρα και πάλι πάνω από τις ΗΠΑ, απειλώντας ό,τι λίγο (κατά τη γνώμη μας) έχει απομείνει από τη δημοκρατία στη χώρα εκείνη.

Δεν ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι η πολιτική ορθότητα είναι ο πλέον καθοριστικός παράγοντας για τις προσεχείς αμερικανικές εκλογές. Είναι, όμως, κάτι που δεν θα πρέπει να αγνοείται, αν κάποιος θέλει να έχει την πλήρη εικόνα των πραγμάτων και να δώσει την καλύτερη δυνατή ερμηνεία στα (όποια) εκλογικά αποτελέσματα.

[1] Στο σημείωμα αυτό δεν εξετάζουμε την μετεξέλιξη της πολιτικής ορθότητας σε ένα ακόμα πιο αντιφιλελεύθερο δόγμα, το οποίο αντιπροσωπεύεται από το λεγόμενο «κίνημα Woke». Δείτε, π.χ., το βιβλίο της Nathalie Heinich, «Γουοκισμός: ο νέος ολοκληρωτισμός;» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2023).

(Το παρόν κείμενο αποτελεί επικαιροποίηση ανάλυσης που δημοσιεύθηκε το 2020 στο ΒΗΜΑ.)

KLIK - ΑΡΔΗΝ

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

Το «θα τους φάμε» τώρα δικαιώνεται! | Η Λίνα Μενδώνη και το τέλος του φιλελευθερισμού



Πόσο φιλελεύθερος είναι ο νόμος που προωθεί η υπουργός Πολιτισμού για την υποστήριξη της ελληνικής μουσικής;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Τον Φεβρουάριο του '23, έξω από το Εθνικό Θέατρο και ενώπιον παραληρούντος πλήθους, στο τέλος επαναστατικού άσματος και με οργίλο ύφος που θύμιζε καπετάνιο αντάρτικου στρατού σε ώρα μάχης ενάντια σε μισητό εχθρό, η γνωστή τραγουδίστρια κ. Τάνια Τσανακλίδου κραύγασε, απειλητικά, «θα τους φάμε!». Τα υποψήφια θύματα «ανθρωποφαγίας» ήταν οι τότε κυβερνώντες, με προεξάρχουσα την υπουργό Πολιτισμού κ. Λίνα Μενδώνη. Η δημόσια συγκέντρωση είχε λάβει χώρα με αφορμή την απαίτηση των καλλιτεχνών να διορίζονται στο δημόσιο ως απόφοιτοι πανεπιστημίων. Τελικά, δεδομένου ότι η χώρα βρισκόταν στην αρχή προεκλογικής περιόδου, η κυβέρνηση κάπως τα βόλεψε με τους καλλιτέχνες και ο θόρυβος κόπασε. Η φράση «θα τους φάμε», όμως, έγινε viral...

Καθώς βρισκόμαστε και πάλι σε τροχιά (ευρω)εκλογικής περιόδου, η κ. Μενδώνη είπε να το τερματίσει. Κατέβασε, λοιπόν, προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο, βάσει του οποίου ακόμα και ιδιωτικές επιχειρήσεις (όπως ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα και ραδιοφωνικοί σταθμοί) που κάνουν χρήση μουσικής, υποχρεούνται, υπό την απειλή προστίμου(!), να παίζουν ένα καθορισμένο, ελάχιστο ποσοστό ελληνικής μουσικής. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα πνευματικά δικαιώματα των εγχώριων μουσικών δημιουργών (δαπάναις, φυσικά, όχι του κράτους που νομοθετεί αλλά των ίδιων των επιχειρήσεων)...

Να θυμίσουμε ότι η κ. Μενδώνη ανήκει σε μία κυβέρνηση που έχει εξ υπαρχής αυτο-συστηθεί στον ελληνικό λαό ως «φιλελεύθερη». Και, με βάση το αλφαβητάρι του φιλελευθερισμού, το μόνο που δεν κάνει ένα φιλελεύθερο σύστημα εξουσίας είναι να παρεμβαίνει στις επιλογές του κάθε πολίτη, στον βαθμό που αυτές δεν απειλούν το γενικό καλό και δεν βλάπτουν την ελευθερία των συμπολιτών του. Όπου με τον όρο «πολίτης» μπορεί να εννοείται, γενικότερα, και μία ευρύτερη δομή όπως μια οικονομική επιχείρηση.

Είναι προφανές ότι ο «νόμος Μενδώνη» παραβιάζει τις στοιχειώδεις αρχές του φιλελευθερισμού και θυμίζει άλλες εποχές και άλλη φιλοσοφία εξουσίας. Τελικά - και γενικότερα - ίσως πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ο κατασυκοφαντημένος (ακόμα κι από εμένα τον ίδιο [1]) φιλελευθερισμός δεν ταιριάζει στο ελληνικό DNA. Κι αυτό δεν αφορά μόνο την εξουσία (ας σκεφτούμε, λ.χ., αν η παρανοϊκή υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας είναι φιλελεύθερο μέτρο) αλλά και τον ίδιο τον λαό (αμέτρητοι οι εγχώριοι θαυμαστές ενός πολεμοχαρούς Ρώσου δικτάτορα).

Έτσι, αν περιμένουμε «να τους φάμε» - που θα 'λεγε κι η Τσανακλίδου - για να χορτάσουμε, μάλλον θα μείνουμε νηστικοί: Φιλελεύθεροι υπάρχουν μόνο στον κατάλογο του μενού, όχι στην κουζίνα!


Τρίτη 12 Μαρτίου 2024

Η Δύση που την μίσησαν πολλοί...

 Δύο εκ διαμέτρου αντίθετες, θεωρητικά, πολιτικές τάσεις - η αριστερή και η άκρα δεξιά - συναντούνται και συνυπάρχουν αρμονικά κάτω από το κοινό μίσος για τη δημοκρατική Δύση και ό,τι αυτή αντιπροσωπεύει. Οι λόγοι, όμως, είναι διαφορετικοί...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Είχαμε γράψει σε προηγούμενο σημείωμα [1]:

«Προβληματισμό έχει προκαλέσει η παρουσία στη Βουλή ενός σημαντικού αριθμού εκπροσώπων του λεγόμενου αντι-δυτικού χώρου. Ενός χώρου που υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές αφού, μέσα σε αυτόν, εκείνα που χωρίζουν "δεξιές" και "αριστερές" ιδεολογικές θέσεις παύουν να έχουν σημασία. Αυτό που ενοποιεί τον χώρο είναι πιο ισχυρό από εκείνα που τον διχάζουν.

Μία περιδιάβαση στα social media τα τελευταία 13 χρόνια αποκαλύπτει την εκτός πραγματικότητας και λογικής στάση ενός όχι ευκαταφρόνητου ποσοστού νεοελλήνων σε τρεις πρόσφατες κρίσεις με εθνική σημασία. Τα μέλη της σημαντικής αυτής κοινωνικής ομάδας δείχνει να συνδέει η αντιπάθεια, ή μάλλον το μίσος, για έναν κοινό εχθρό. Ένα μίσος τόσο μεγάλο που καταργεί ακόμα και τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε εμφατικά αντίθετες πολιτικές ιδεολογίες. Αποδέκτης του μίσους είναι μία ιδέα που, μετά από δύο αιματηρούς παγκόσμιους πολέμους, κατόρθωσε να μετουσιωθεί σε πολιτική πραγματικότητα: η φιλελεύθερη, δημοκρατική Δύση.

Τις αντι-δυτικές δυνάμεις του τόπου συνδέει μία κοινή στάση απέναντι σε τρία ζητήματα εθνικής σημασίας: την αποφυγή της χρεοκοπίας, την αντιμετώπιση της πανδημίας και τη θέση της χώρας στην ουκρανική κρίση...»

Έτσι, το κοινό - και εξίσου φανατικό - αντιδυτικό αίσθημα των δύο πολιτικών άκρων τα έκανε να συναντηθούν και να συνυπάρξουν αρμονικά (ως και κυβερνητικά) στους κόλπους των αντιμνημονιακών της περιόδου της οικονομικής κρίσης και, αργότερα, στους αντιεμβολιαστές της πανδημίας και τους θαυμαστές ενός φιλοπόλεμου Ρώσου δικτάτορα - ο οποίος τούτη τη στιγμή απειλεί την παγκόσμια κοινότητα με ένα ολοκαύτωμα από το οποίο δεν πρόκειται να επιζήσει κανείς.

Το ενδιαφέρον της υπόθεσης είναι ότι, όχι μόνο δεν εισπράττει αντιδυτικό μένος αλλά, αντίθετα, απολαμβάνει υψηλή δημοφιλία στη χώρα μας ένας πρώην (και, δυστυχώς, ίσως επόμενος) "πλανητάρχης", παρά το γεγονός ότι ηγήθηκε της πλέον "δυτικής" δημοκρατίας: εκείνης των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό εξηγείται από το ότι ο εν λόγω πρόεδρος υπήρξε, και παραμένει, μέγας θαυμαστής και υποστηρικτής του Ρώσου δικτάτορα, τον οποίο μάλιστα ενθαρρύνει(!) να επιτεθεί ακόμα και σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης [2]. Και, η ενωμένη Ευρώπη είναι η ιδέα απέναντι στην οποία κορυφώνεται το αντιδυτικό μίσος των δύο πολιτικών άκρων.

Όμως, τι εξηγεί αυτό το μίσος προς τη Δύση; Εδώ οι λόγοι διαχωρίζονται και, σε μερικά επιμέρους ζητήματα, εμφανίζονται αντίθετοι μεταξύ τους. Για την εγχώρια (και, ως έναν βαθμό, την ευρωπαϊκή) Αριστερά, η Δύση είναι πάντα ταυτισμένη με την αποικιοκρατία, τον ρατσισμό και την εκμετάλλευση φτωχών και ανίσχυρων λαών. Για την (άκρα, κυρίως) Δεξιά, η Δύση απομακρύνεται συνεχώς από "ιερές" παραδοσιακές αξίες που θα όφειλε με κάθε τρόπο να προασπίζει, διολισθαίνοντας σε έναν παρακμιακό και απόλυτα μη-αποδεκτό "προοδευτισμό". Ας δούμε τις δύο περιπτώσεις κάπως αναλυτικότερα:

Η Αριστερά βλέπει τη Δύση ως "μητέρα κάθε κακού", υπεύθυνη για όλα τα δεινά του υπόλοιπου Κόσμου, τα οποία όχι μόνο προκάλεσε στο παρελθόν με ιμπεριαλιστικές μεθόδους αλλά και εκμεταλλεύτηκε προς όφελος της δικής της ευμάρειας. Έτσι, η αριστερή διανόηση αντιμετωπίζει με συμπάθεια, αν όχι δικαιολογεί απροκάλυπτα, ακόμα και φρικτές εγκληματικές πράξεις που διαπράττονται από φιλοξενούμενους στις δυτικές δημοκρατίες, με θρησκευτικά ή οικονομικά κίνητρα και με θύματα αθώους πολίτες των χωρών που τους φιλοξενούν. Οι οποίες χώρες, από τη μεριά τους, δίνουν στους μετανάστες τη δυνατότητα, αν το επιθυμούν, να ενταχθούν ως ισότιμα μέλη στην κοινωνία των πολιτών - υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι σέβονται τους κανόνες της δυτικής δημοκρατίας και αποδέχονται τα φιλελεύθερα δυτικά ήθη.

Η Δεξιά, από την άλλη, κατηγορεί τη Δύση ως υπέρ το δέον ανεκτική και φιλόξενη σε ξένους πολιτισμούς (δηλαδή, ανοιχτή στην πολυπολιτισμικότητα), όπως και υπερβολικά "προοδευτική" και φιλελεύθερη ώστε να επιτρέπει - ακόμα και να κατοχυρώνει θεσμικά - την αποσύνθεση παραδοσιακών θεσμών και δομών, όπως ο γάμος και η οικογένεια. Σε αυτό το αρνητικό αίσθημα έχουν συμβάλει τα μέγιστα τόσο οι σύγχρονες φιλο-μεταναστευτικές πολιτικές ευρωπαϊκών κρατών, όσο και οι ακραίες θέσεις - και οι συχνά ριζοσπαστικές συμπεριφορές - των οπαδών της λεγόμενης "Woke" κουλτούρας [3], η οποία επιχειρεί να επιβάλει τη σιγή σε κάθε φωνή που δεν υπηρετεί τους σκοπούς της [4]. Δεν προκαλεί εντύπωση, επομένως, η "δεξιά" συμπάθεια σε αντι-δυτικές δικτατορικές προσωπικότητες που εμφανίζονται ως θεματοφύλακες ηθών και αξιών...

Το οξύμωρο της υπόθεσης, εν τούτοις, είναι ότι, ακόμα κι εκείνοι που μισούν θανάσιμα τη Δύση δεν θα ήθελαν να ζουν οπουδήποτε αλλού! Γιατί, σε κανένα άλλο μέρος - ιδιαίτερα στις χώρες των δικτατόρων που θαυμάζουν - δεν θα είχαν την ελευθερία να εκφράσουν ανοιχτά τη γνώμη τους, ακόμα και την απέχθειά τους για το ίδιο το σύστημα εξουσίας. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι να έχει ποτέ απαντηθεί το ειρωνικό (και μάλλον ρητορικό) ερώτημα που τίθεται συχνά στα social media: "Αφού μισείτε τις δυτικές δημοκρατίες ενώ αγαπάτε τόσο πολύ τον τάδε δικτάτορα, γιατί δεν πάτε να ζήσετε στη χώρα του;"

[1] https://www.tovima.gr/2023/07/14/opinions/apo-to-mnimonio-sto-emvolio-kai-ton-poutin-ena-xroniko-ellinikou-antidytikismou/

[2] https://www.kathimerini.gr/world/562882858/to-apotypoma-tis-ekstrateias-tramp-i-eyropi-kai-to-nato/

[3] Nathalie Heinich: "Γουοκισμός: ο νέος ολοκληρωτισμός;" (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2023).

[4] https://klik.gr/2024/02/05/prepei-na-afairesoyme-ti-lexi-kanonikotita-apo-ta-lexika/

KLIK

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

Δικτάτορες de jure και de facto

 Υπάρχουν δύο ειδών δικτάτορες: αυτοί που το δηλώνουν απροκάλυπτα κι εκείνοι που προσποιούνται τους δημοκράτες. Κατά μία έννοια, οι πρώτοι είναι πιο «έντιμοι» από τους δεύτερους...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Υπάρχει πάντα τρόπος να καταλύσεις ένα δημοκρατικό σύστημα αντικαθιστώντας το με ένα προσωποπαγές δικτατορικό καθεστώς, σε μία χώρα με μικρή δημοκρατική εμπειρία που έχει επί μακρόν βιώσει ως «κανονικότητα» τον αυταρχισμό. Είτε ο αυταρχισμός αυτός ασκείται από ένα πρόσωπο (λ.χ., έναν αυτοκράτορα, όπως ο Γουλιέλμος Β΄ της Γερμανίας, την ηγεμονία του οποίου διαδέχθηκε η βραχύβια «Δημοκρατία της Βαϊμάρης»), είτε επιβάλλεται από ένα ολοκληρωτικό κομματικό καθεστώς (π.χ., το κομμουνιστικό σύστημα εξουσίας στην Σοβιετική Ένωση [1], που έδωσε τη θέση του σε μία ευάλωτη δημοκρατία).

Την αποτελεσματικότερη μέθοδο να αποδομήσεις ένα σύστημα εξουσίας την δίδαξαν οι Έλληνες στον Τρωικό Πόλεμο: αρκεί να εισχωρήσεις σε αυτό (να γίνεις, δηλαδή, μέρος του συστήματος) και να το γκρεμίσεις εκ των έσω. Όταν το σύστημα είναι μία αδύναμη και ασταθής δημοκρατία, το αν θα παρουσιάσεις τον εαυτό σου απροκάλυπτα ως δικτάτορα, ή προσχηματικά ως δημοκράτη «πατέρα» του έθνους που περιορίζει τις λαϊκές ελευθερίες για το «καλό» του λαού, είναι ζήτημα πολιτικής βιτρίνας. Ας εξετάσουμε κάθε σενάριο χωριστά.

Η απροκάλυπτη δικτατορία

Ας κάνουμε την υπόθεση ότι φιλοδοξείς να γίνεις δικτάτορας σε μία χώρα που έχει μικρή εμπειρία γνήσιας δημοκρατίας, έχοντας γνωρίσει μόνο ένα αυτοκρατορικό σύστημα εξουσίας που τερματίστηκε μετά την ήττα σε έναν παγκόσμιο πόλεμο. Η νεοπαγής δημοκρατία είναι ασταθής, και η χώρα μαστίζεται από βίαιες ταραχές στο εσωτερικό της. Στόχος σου είναι να εγκαθιδρύσεις ένα δικτατορικό καθεστώς (με αρχηγό, φυσικά, εσένα), εφαρμόζοντας τη μέθοδο του δούρειου ίππου: αποκτώντας καταρχάς έναν θεσμικό ρόλο στο πλαίσιο του δημοκρατικού συστήματος και, στη συνέχεια, ανατρέποντας το πολίτευμα εκ των έσω.

Δημιουργείς, λοιπόν, ένα κόμμα με ακραία ιδεολογία και, παράλληλα, οργανώνεις έναν ιδιωτικό στρατό τραμπούκων που επιδίδονται σε βία και τρομοκρατία κατά των μη αρεστών. Εκόντες - άκοντες, και με το αφελές σκεπτικό ότι έτσι θα ηρεμήσουν τα πράγματα και θα σε ελέγχουν καλύτερα, οι άνθρωποι του γηραλέου προέδρου της δημοκρατίας σε διορίζουν – ας το πούμε έτσι – πρωθυπουργό.

Μετά τον θάνατο του προέδρου, αρπάζεις και τη δική του καρέκλα και αναγορεύεις τον εαυτό σου Αρχηγό του έθνους. Στη συνέχεια, οργανώνοντας προβοκάτσιες και επικαλούμενος «έκτακτες συνθήκες» που απαιτούν περισσότερο συγκεντρωτική διακυβέρνηση, καταργείς τη Βουλή και, τελικά, καταλύεις το δημοκρατικό πολίτευμα.

Ελλείψει, πλέον, θεσμικής αντιπολίτευσης, κάποιοι γενναίοι αντιφρονούντες αντιστέκονται με κάθε δυνατό τρόπο στο σκοτεινό καθεστώς που έχεις επιβάλει. Και τότε βρίσκεις την ιδανική λύση για να απαλλαγείς από αυτούς: τους κλείνεις, αρχικά, σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως και φροντίζεις στη συνέχεια να «πεθάνουν από φυσικά αίτια» εκεί. Στην πραγματικότητα, δίνεις εντολή να δολοφονηθούν...

Η κατ' επίφαση «δημοκρατία»

Υποθέτουμε, τώρα, ότι επιθυμείς να γίνεις δικτάτορας σε μία χώρα που έχει γνωρίσει, διαδοχικά, δύο αυταρχικά καθεστώτα – ένα αυτοκρατορικό και ένα μονοκομματικό «υπέρ του λαού» – ενώ έχει μόλις πρόσφατη εμπειρία δημοκρατίας. Γνωρίζοντας εκ των έσω τους σκοτεινούς μηχανισμούς του προηγούμενου ολοκληρωτικού καθεστώτος, κατορθώνεις να κερδίσεις την εύνοια του προέδρου της νεοσύστατης δημοκρατίας και να οριστείς από εκείνον ως διάδοχός του, πράγμα που επικυρώνεται θεσμικά μέσω δημοκρατικών εκλογών.

Από τη στιγμή που παίρνεις στα χέρια σου τη διακυβέρνηση της χώρας, «κόβεις» και «ράβεις» το σύνταγμα και τους νόμους στα μέτρα που σε εξυπηρετούν ώστε να παρατείνεις την παραμονή σου στην εξουσία. Έχοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των κρατικών μηχανισμών καταστολής, φιμώνεις τον τύπο και επιβάλλεις σιγή σε κάθε δυνατή έκφραση κριτικής για τον χαρακτήρα και την πολιτική σου. Και, όταν εμφανίζονται στον ορίζοντα πολιτικοί αντίπαλοι με επικίνδυνη για το καθεστώς σου αντιπολιτευτική δυναμική, φροντίζεις με στημένες κατηγορίες να τους κλείσεις σε φυλακές - κολαστήρια, ή κανονίζεις να «πεθάνουν» μυστηριωδώς κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες (εντός ή εκτός φυλακών).

Τελικά, λόγω της απουσίας ελεύθερου πολιτικού αντίλογου, και ελλείψει πολιτικών αντιπάλων ικανών να πάρουν την εξουσία από εσένα (αφού τους έχεις όλους φυλακίσει ή/και δολοφονήσει), γίνεσαι de facto δικτάτορας της χώρας, με άγνωστη ημερομηνία λήξης του καθεστώτος σου...

Ο πιο «έντιμος» δικτάτορας

Κάνοντας σύγκριση των δύο περιπτώσεων, θα έλεγα (με κίνδυνο να παρεξηγηθώ) ότι ο πρώτος, de jure δικτάτορας φαντάζει πιο «έντιμος», αφού σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζεται ότι σέβεται δημοκρατικές αξίες και υπηρετεί δημοκρατικούς θεσμούς. Εισβάλλει στο δημοκρατικό σύστημα με ξεκάθαρο σκοπό να το καταλύσει, πράγμα που όχι μόνο δεν αρνείται αλλά και διαλαλεί στα πλήθη ως προσωπικό του θρίαμβο!

Αντίθετα, ο προσχηματικά «δημοκράτης» – αλλά κατ' ουσίαν δικτάτορας – του δεύτερου παραδείγματος προσβάλλει την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας, καθώς καταχράται τις ελευθερίες και τις δυνατότητες που προσφέρει το πολίτευμα προκειμένου να διαιωνίσει την εξουσία του, μετερχόμενος μάλιστα για τον σκοπό αυτό ακόμα και εγκληματικές μεθόδους που παραπέμπουν στη μαφία.

Το δυσάρεστο είναι ότι, στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας θα μπορούσε κάποιος να βρει (ακόμα και εντός Κοινοβουλίου) μερικούς κρυφούς θαυμαστές του πρώτου δικτάτορα, και αμέτρητους λάτρεις του δεύτερου. Και όλα αυτά, στη χώρα που δίδαξε στην ανθρωπότητα την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας.

[1] Φυσικά, και το ίδιο το σοβιετικό καθεστώς ήταν διάδοχο ενός άλλου αυταρχικού συστήματος: της Αυτοκρατορικής Ρωσίας.

KLIK 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2024

Γάμος ομόφυλων ζευγαριών: Θα αφήσει ανεπηρέαστες τις ζωές των ετερόφυλων;

 Ακούγεται συχνά ότι ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών δεν αφορά παρά ένα μικρό κοινωνικό υποσύνολο. Στην πραγματικότητα, όμως, θα επηρεάσει έμμεσα και τις ζωές πολλών ετερόφυλων ζευγαριών που έχουν μικρά παιδιά.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών του γάμου μεταξύ ομόφυλων ατόμων είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν θα έπρεπε να εγείρει τόσο έντονες αντιδράσεις, αφού αφορά «μία μικρή μειοψηφία» του κοινωνικού συνόλου και, συνεπώς, δεν πρόκειται να επηρεάσει στο ελάχιστο τις ζωές των συντριπτικά περισσότερων πολιτών. Αυτό ακούγεται καθησυχαστικό. Ή μήπως δεν θα έπρεπε να είναι;

Δεν είμαι σε θέση να προβλέψω όλες τις προσαρμογές που θα απαιτηθούν από την κοινωνία, προκειμένου να αποδεχθεί απόλυτα και να εντάξει ομαλά στα ήθη της έναν θεσμό που ανατρέπει την «κανονικότητα» της οικογένειας έτσι όπως αυτή ισχύει από καταβολής κόσμου. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα στο οποίο θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή: οι συνέπειες του νεόκοπου θεσμού στην εκπαίδευση.

Η δια νόμου, πλέον, κατοχύρωση ισοτιμίας ανάμεσα στους ομόφυλους και τους ετερόφυλους γάμους θα επιβάλει, μεταξύ άλλων, την αναπροσαρμογή του τρόπου παρουσίασης της ιδέας της οικογένειας στους μαθητές των πρώτων τάξεων της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Έτσι, τα πρώτα σχολικά βιβλία θα περιλαμβάνουν υποχρεωτικά, στο όνομα της κοινωνικής ισότητας και της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης (αλλά και του ίδιου του νόμου!), εικόνες οικογενειών με ομόφυλους «γονείς».

Την αναπόφευκτη σύγχυση στο μυαλό ενός παιδιού που ανήκει σε ετερόφυλη οικογένεια θα κληθούν εκ των πραγμάτων να διαχειριστούν οι γονείς στο σπίτι. Και, αν ανήκουν στο πολυ-παινεμένο είδος των «προοδευτικών» ανθρώπων, το έργο τους θα είναι σχετικά εύκολο. Θα εξηγήσουν με μεγάλη φυσικότητα στο παιδί τους ότι, όπως (εκών - άκων) είπε κι ο δάσκαλος στο σχολείο, «κανονικότητα» δεν είναι μόνο η συνθήκη που βιώνει το ίδιο το παιδί αλλά κι εκείνη που γνωρίζει το παιδάκι «με τους δύο μπαμπάδες» στη φωτογραφία του σχολικού βιβλίου. Ίσως ακόμα και κάποιο άλλο παιδί στο σχολείο.

Όμως, παρά τις περί του αντιθέτου πεποιθήσεις, η «προοδευτικότητα» δεν αποτελεί κανονικότητα στο σώμα της κοινωνίας. Οι περισσότεροι γονείς, αυτοί δηλαδή που αποκαλούνται, ειρωνικά, «συντηρητικοί», «οπισθοδρομικοί», «αντιδραστικοί» – ακόμα και «κυρ-Παντελήδες» – από τις γραφίδες και τα μικρόφωνα της «προόδου», θα βρεθούν στη δύσκολη θέση να εξηγήσουν στο παιδί τους κάτι στο οποίο οι ίδιοι δεν πιστεύουν. Ακόμα περισσότερο, κάτι που ενδέχεται να προκαλεί σε εκείνους έντονα αρνητικά συναισθήματα. Και, προκειμένου να μην υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη του παιδιού στον δάσκαλο, τις ιδέες και τα συναισθήματά τους αυτά θα πρέπει να τα αποκρύψουν.

Ακόμα και κάποιες ακραίες καταστάσεις δεν είναι δυνατό να αποκλειστούν. Για παράδειγμα, δεν είναι απίθανο μερικοί θερμόαιμοι γονείς να στραφούν κατά του σχολείου και να ζητήσουν εξηγήσεις για όσα «αφύσικα» εκτίθενται στο παιδί τους, τη στιγμή που αυτό έχει μόλις αρχίσει να μαθαίνει τον κόσμο. Μου είναι εύκολο να προβάλω μία σχεδόν οργισμένη επίσκεψη ενός πατέρα ή μίας μητέρας στο σχολείο, και «ακούω» ήδη τις φωνές τους στον δάσκαλο ή τον διευθυντή: «Αυτά σας έστειλα το παιδί μου να του μάθετε;»

Το σχολείο, φυσικά, θα επικαλεστεί διδακτικές απαιτήσεις που επιβάλλονται από τον νόμο, και οι διαμαρτυρόμενοι γονείς ίσως φτάσουν να κατηγορηθούν για απόπειρα παρακώλυσης διδακτικού έργου. Θα ήθελα να έβλεπα την πολιτεία να τολμά να τους δικάσει, τη στιγμή που κυκλοφορούν ελεύθερα στους δρόμους κακοποιοί «γνώριμοι στις αρχές», όπως και οδηγοί με «αχρωματοψία» που βλέπουν μόνιμα το κόκκινο σαν πράσινο!

Τι επιχειρούμε να πούμε με όλα τα παραπάνω; Τίποτα περισσότερο από το ότι, παρά τους ισχυρισμούς που διακινούνται από τους υποστηρικτές του γάμου ομόφυλων ζευγαριών, ο νέος θεσμός δεν αφορά μόνο μία μικρή κοινωνική μειοψηφία αλλά θα επηρεάσει έμμεσα και τις ζωές ετερόφυλων ζευγαριών που έχουν μικρά παιδιά. Γιατί, πολλοί γονείς θα κληθούν να εξηγήσουν στο παιδί τους, με όσο γίνεται πιο πειστικό τρόπο, πράγματα στα οποία οι ίδιοι δεν οφείλουν να πιστεύουν...

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2024

Ρίχαρντ Βάγκνερ: Ένας Γερμανός φιλέλληνας


Με αφορμή την επέτειο του θανάτου ενός κορυφαίου Γερμανού μουσικοσυνθέτη που αγάπησε πολύ την Ελλάδα.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

«Οι ανταποκρίσεις των εφημερίδων και των περιοδικών από τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία, μου είχαν προξενήσει φοβερή συγκίνηση. Έτσι, η αγάπη μου για την Ελλάδα, που αργότερα μετατράπηκε σε ενθουσιασμό για τη μυθολογία και την ιστορία της αρχαιότητάς της, πήγασε από το ζωηρό και επώδυνο ενδιαφέρον μου για τα γεγονότα του παρόντος. Στα κατοπινά χρόνια, η ιστορία των αγώνων των Ελλήνων κατά των Περσών μού έφερνε πάντα στο νου τη σύγχρονη επανάσταση κατά των Τούρκων.»

(Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία [1] ενός μεγάλου Γερμανού μουσικοσυνθέτη και φιλέλληνα, ο οποίος έκανε σκοπό της καλλιτεχνικής του δημιουργίας την αναβίωση του αρχαίου Ελληνικού Δράματος μέσω του Λυρικού Θεάτρου.)

Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ γεννήθηκε στη Λειψία το 1813 και πέθανε στις 13 Φεβρουαρίου 1883 στη Βενετία [2]. Μετά από αυτόν, τίποτα στην όπερα – αλλά και στην Τέχνη γενικότερα – δεν θα ήταν ίδιο. Έκανε πράξη το όραμά του να συνενώσει όλες τις τέχνες (ποίηση, μουσική, εικαστικές τέχνες, ως και φιλοσοφία) σε μία ενιαία Τέχνη που θα εμπεριείχε κάθε δυνατή έκφανση του ωραίου. Ειδικά σε ό,τι αφορά την όπερα (ορθότερα, «μουσικό δράμα»), εισήγαγε τον μουσικό συμβολισμό μέσω της συστηματικής χρήσης μουσικών θεμάτων (Leitmotiv), ενώ αναβάθμισε τον ρόλο της ορχήστρας από απλά συνοδευτικό και υποδηλωτικό του ρυθμού (πρακτική από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο μεγάλος Βέρντι) σε ρόλο αληθινού φιλοσοφικού σχολιαστή τού επί σκηνής παριστώμενου δράματος, κάτι ανάλογο με τον χορό στο αρχαίο ελληνικό θέατρο.

Η υστεροφημία του Βάγκνερ αμαυρώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω του ότι ένας παράφρων Γερμανός δικτάτορας, που βαρύνεται με το φρικτό μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος, έτυχε να λατρεύει σε βαθμό ψύχωσης τη μουσική του και ανήγαγε τον συνθέτη σε απόλυτο σύμβολο «γερμανισμού». Για τον ίδιο λόγο αποδόθηκε, όψιμα, μεγαλύτερη του δέοντος σημασία στον «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ. Στην πραγματικότητα, η καταραμένη αυτή ετικέτα, που τον καταδιώκει ως σήμερα, βασίζεται κατά κύριο λόγο σε ένα γελοίο δοκίμιο («Ο Ιουδαϊσμός στη Μουσική») που έγραψε ο Βάγκνερ ωθούμενος από το σύμπλεγμα που τον διακατείχε έναντι της καλλιτεχνικής επιτυχίας μεγάλων Εβραίων συνθετών της εποχής του, όπως ο Μέντελσον και ο Μάιερμπεερ. Στη «δαιμονοποίηση» του Βάγκνερ συνέβαλε επίσης τα μέγιστα η στενή φιλία της νύφης του, Γουίνιφρεντ Βάγκνερ – την οποία ο συνθέτης δεν γνώρισε ποτέ – με τον Χίτλερ, όπως και οι εμπαθείς κι ατεκμηρίωτες διαστρεβλώσεις των νοημάτων που περιέχονται στο βαγκνερικό έργο από τον Αμερικανό συγγραφέα Ρόμπερτ Γκούτμαν (Robert Gutman) [3].

Όμως, στον κύκλο του Βάγκνερ θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει πολλούς Εβραίους φίλους και συνεργάτες, ενώ ο ίδιος ουδέποτε δέχθηκε να προσυπογράψει αντισημιτικές διακηρύξεις. Είναι αξιοσημείωτο ότι ανέθεσε τη διεύθυνση της τελευταίας και ίσως κορυφαίας όπεράς του, «Πάρσιφαλ», στον νέο και ταλαντούχο μαέστρο Χέρμαν Λεβί – με τον οποίο ο συνθέτης είχε αναπτύξει στενή προσωπική φιλία – παραβλέποντας τις αντιδράσεις αντισημιτικών κύκλων της εποχής (αλλά και τις επιφυλάξεις του ίδιου του πεθερού τού Βάγκνερ, Φραντς Λιστ) λόγω του ότι ένα έργο που υμνούσε τον Χριστιανισμό θα αντετίθετο στον γιο ενός ραβίνου.

Για να κλείσουμε όπως ξεκινήσαμε: Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι το γεγονός ότι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φιλέλληνες που αγάπησαν την Ελλάδα κατά κύριο λόγο (αν όχι αποκλειστικά) λόγω θαυμασμού για την αρχαιότητά της, ο Βάγκνερ – όπως φαίνεται καθαρά στην αυτοβιογραφία του – στράφηκε στη μελέτη της κλασικής Ελλάδας έχοντας ως αφετηριακό ερέθισμα τους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες του σύγχρονού του Ελληνισμού. Για τον Βάγκνερ, η Ελλάδα αποτελούσε μία ενιαία ιδέα και μια πολιτιστική αξία με απόλυτη ιστορική συνέχεια. Δυστυχώς, τον διέψευσαν (και εξακολουθούν να τον διαψεύδουν) οι κατοπινές γενιές των Ελλήνων...

[1] Richard Wagner, “My Life” (Αγγλική Έκδοση, Cambridge University Press, 1983). (Η μετάφραση του αποσπάσματος έγινε από τον γράφοντα.)

[2] Παρεμπιπτόντως, δεν πέθανε στη Βενετία ο μεγάλος Αυστριακός συνθέτης Γκούσταβ Μάλερ, όπως για λόγους ακατανόητους αφηγείται ο Λουκίνο Βισκόντι στην ταινία του «Θάνατος στη Βενετία»!

[3] Ο Γκούτμαν φτάνει ως το σημείο να συνδέσει τον «Πάρσιφαλ» – έναν αληθινό ύμνο στην ανθρώπινη ενσυναίσθηση – με τον εξοντωτικό φυλετικό ρατσισμό των Ναζί που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα!

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2024

Πρέπει να αφαιρέσουμε τη λέξη «κανονικότητα» από τα λεξικά;


Ίσως έρθει μια μέρα όπου και η απλή εκφορά της λέξης «κανονικότητα» θα διώκεται ποινικά...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Θόρυβο μεγάλο προκάλεσε πριν μερικούς μήνες μία τοποθέτηση γνωστού ψυχιάτρου, σύμφωνα με την οποία η «κανονικότητα» μιας οικογένειας που περιλαμβάνει παιδιά δεν συνάδει με την ιδέα ενός ομόφυλου ζευγαριού. Κάποιες αντιδράσεις στη θέση αυτή έφεραν, θα έλεγα, τα χαρακτηριστικά της οργής.

Την εποχή της «πολιτικής ορθότητας», αμέτρητες λέξεις έχουν καταστεί αποσυνάγωγες στον δημόσιο λόγο με την αιτιολογία ότι προσβάλλουν ορισμένα κοινωνικά υποσύνολα. Μία από αυτές είναι η λέξη «κανονικότητα». Ήταν η (παρεμφατική) εκφορά της από τον ψυχίατρο που πυροδότησε τον ορυμαγδό των αντιδράσεων εναντίον του. Όμως, θα πρέπει στ’ αλήθεια να την θεωρούμε ως απαγορευμένη λέξη;

Ογδόντα χρόνια μετά το κορυφαίο ρατσιστικό έγκλημα της Ιστορίας, το Ολοκαύτωμα, η λέξη «ρατσισμός» έχει εισβάλει στο λεξιλόγιο της καθημερινότητάς μας σαν χιλιομασημένη τσίχλα και σαν ξεθωριασμένη παλιά φωτογραφία. Έφτασαν να την επικαλούνται ακόμα και οι καπνιστές, διαμαρτυρόμενοι για τον... αντικαπνιστικό νόμο! Τόσο που αυτή τούτη η κατάχρηση της λέξης στον δημόσιο λόγο να ισοδυναμεί με ρατσιστικό αδίκημα, αφού το μόνο που επιτυγχάνει είναι να ελαφραίνει τον ρατσισμό από το ηθικό και ιστορικό του βάρος μέσω μιας πληθωριστικής και ασύμμετρης σχετικοποίησής του.

Σύμφωνα με μία γραμμή σκέψης που επιδιώκει (αν όχι τείνει) να καταστεί κυρίαρχη στην εποχή μας, η ίδια η Φύση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «ρατσιστική»! Ο λόγος είναι ότι, σε πείσμα της ιδεολογικής προοδευτικότητας που ασπάζεται το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό, η Φύση αρνείται επίμονα να αναθεωρήσει κάποιους από τους νόμους της. Έτσι, συνεχίζει να διαχωρίζει το ανθρώπινο γένος (και όχι μόνο) σε δύο καλά καθορισμένα και διακριτά υποσύνολα, τα φύλα, και να ορίζει ότι η διαιώνιση του είδους προϋποθέτει τη σύμπραξη και των δύο στην αναπαραγωγική διαδικασία. Και, με βάση το ορθοπολιτικό αφήγημα της εποχής, κάθε πράξη διαχωρισμού της ανθρώπινης κοινότητας σε επιμέρους κατηγορίες φέρει δυνητικά το στίγμα του ρατσισμού.

Για τον λόγο αυτό, όσοι επιμένουν να περιγράφουν τον εξ ορισμού διαχωρισμό των φύλων με όρους φυσικής κανονικότητας χαρακτηρίζονται ως ρατσιστές, σεξιστές, ακόμα και φασίστες. Κανονικότητα δεν υφίσταται ως πραγματική έννοια, αφού το φύλο είναι υπόθεση αυτοπροσδιορισμού του κάθε ατόμου, ο οποίος λαμβάνει χώρα a posteriori. Οι καθιερωμένες έμφυλες ταυτότητες του άνδρα και της γυναίκας είναι τεχνητό κατασκεύασμα του (δυτικού, φυσικά) πολιτισμού και οφείλουμε να τις καταργήσουμε. Έτσι, όροι όπως «πατέρας» και «μητέρα» είναι παρωχημένοι και θα πρέπει να αντικατασταθούν με ουδέτερους, που δεν παρεμφαίνουν φύλο (όπως, π.χ., «γονέας 1» και «γονέας 2»).

Το ότι η ίδια η Φύση επιμένει πεισματικά να διαχωρίζει τα φύλα, ειδικά σε ό,τι αφορά την αναπαραγωγική λειτουργία, αντιμετωπίζεται ως μάλλον τεχνική λεπτομέρεια που διορθώνεται με ανθρώπινη παρέμβαση. Για παράδειγμα, η κυοφορία μπορεί να ανατεθεί σε άτομο (ασχέτως προσδιορισμού φύλου) που διαθέτει το αναγκαίο αναπαραγωγικό σύστημα, με τη συνεισφορά βιολογικού υλικού από άλλο άτομο με συμπληρωματικά αναπαραγωγικά χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια, το βρέφος θα παραδίδεται (προφανώς έναντι αμοιβής) στους «γονείς» που το έχουν παραγγείλει. Ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός στην κορυφαία στιγμή της ιστορίας του!

Κι εδώ γίνεται εμφανής η ηθική ασυμμετρία της λεγόμενης «πολιτικής ορθότητας»: Το να μιλά κάποιος για κανονικότητα είναι «ανήθικο». Ως εκ τούτου, η λέξη αυτή θα πρέπει να απαγορεύεται στον δημόσιο λόγο (φροντίζουν άλλωστε γι' αυτό οι πρόθυμοι «εισαγγελείς» των social media και του Τύπου). Από την άλλη, το να διασύρεται κάποιος επειδή τολμά να μιλά για κανονικότητα, είναι «θεμιτό» και άρα «επιτρεπτό». Ακόμα και όταν οι υβριστές είναι οχυρωμένοι πίσω από την προστατευτική ανωνυμία που με περισσή αφροσύνη παρέχει το Διαδίκτυο.

Πριν από ένα χρόνο γίναμε μάρτυρες μίας απόπειρας να γαλουχηθεί εξ απαλών ονύχων η ανθρώπινη συνειδητότητα στην ιδέα ότι δεν υφίσταται προκαθορισμένη κανονικότητα μέσα στη φυσική τάξη. Ακόμα περισσότερο, ότι μία νέα, καλύτερη «κανονικότητα», που αρνείται την κατηγοριοποίηση των ανθρώπων με βάση το φύλο, ήρθε για να εκτοπίσει την παλιά και φθαρμένη. Έτσι, παιδιά της προσχολικής ηλικίας προσκλήθηκαν να ακούσουν «παραμύθια» από ακαλαίσθητα μεταμφιεσμένο εκπρόσωπο της νέας τάξης πραγμάτων (drag queen), σύμφωνα με τα οποία – το λέω με μία δόση υπερβολής – η εν λόγω τάξη είναι η μόνη που μπορεί να σώσει τον κόσμο από το κακό. Το οποίο κακό ενσαρκώνουν, μεταξύ άλλων, οι «αντιδραστικοί» που επιμένουν στον διαχωρισμό της ανθρώπινης κοινότητας σε δύο φύλα. Μάλιστα, ο παρουσιαστής διατύπωσε το δόγμα ότι οι γονείς που αντέδρασαν στις ιδέες και την αισθητική του παρουσία δεν δικαιούνται να έχουν παιδιά! Τα social media υπήρξαν λιγότερο γενναιόδωρα σε ό,τι αφορά την ευπρέπεια των λόγων...

Επειδή τίποτα το παράλογο δεν μπορεί να αποκλειστεί στον απρόβλεπτο αυτό αιώνα, φοβάμαι πως ίσως έρθει μια μέρα που η λέξη «κανονικότητα» θα αποτελεί ύβρη. Και, ακόμα κι αυτή η απλή εκφορά της θα διώκεται ποινικά, βάσει κάποιου διευρυμένου αντιρατσιστικού νόμου. Η επιχειρούμενη, όμως, φίμωση όσων επιλέγουν να μείνουν πιστοί στις δικές τους αντιλήψεις παραβιάζει αυτό ακριβώς που διεκδικούν μαχητικά οι ίδιοι οι κατήγοροί τους: την ελευθερία της σκέψης και το δικαίωμα στην έκφραση. Είτε η τελευταία είναι αρεστή, είτε όχι.

Εν κατακλείδι: Το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό δεν αμφισβητείται. Εξίσου, όμως, δεν θα πρέπει να αμφισβητείται και το δικαίωμα στην αντίθετη άποψη, όταν αυτή απλά ζητά να ακουστεί και όχι να επιβληθεί. Και, επιτέλους, η λέξη «κανονικότητα» ας συνεχίσει να είναι αυτό που λέει το όνομά της: κανονική!

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω... | Σκέψεις με αφορμή το τελευταίο μάθημα του Δ. Λιαντίνη


Η τελευταία διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη και η ιδέα του αμετάστρεπτου που κυριαρχεί στη Φύση και τη ζωή.
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρόσφατη περιδιάβαση στο YouTube, είδα και πάλι (ή μάλλον, άκουσα) μία ιστορική διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη [1] (Μαράσλειο, 27/5/1998). Ίσως τη συγκλονιστικότερη που έδωσε ποτέ, αφού ήταν η τελευταία του, στην οποία κατ’ ουσίαν προανήγγειλε το καλά μελετημένο τέλος του. Είχα την ευκαιρία, έτσι, να ρίξω ξανά μια ματιά και στα σχόλια των επισκεπτών του καναλιού. Ανάμεσα στις αμέτρητες προσωπολατρικές μεγαλοστομίες διέκρινα και μία αλλιώτικη σκέψη, διατυπωμένη με λόγο σχεδόν απλοϊκό – όσο απλή είναι συχνά η ίδια η αλήθεια:

«Ίσως φοβόταν τα γεράματα και ήθελε να τον θυμούνται νέο.»

Η τοποθέτηση φαίνεται βάσιμη, αν κάποιος διαβάσει προσεκτικά και αποκωδικοποιήσει τα γραφόμενα του ίδιου του Λιαντίνη...

Η επίδραση που άσκησε η προσωπικότητα του Σωκράτη πάνω στον Λιαντίνη είναι ολοφάνερη στο κύκνειο άσμα του τελευταίου, την «Γκέμμα». Αυτό που διδάσκεται ο αναγνώστης είναι ότι ο φόβος του θανάτου είναι ασύγκριτα πιο διαχειρίσιμος από τον φόβο της παρακμής που αναπόφευκτα φέρνουν μαζί τους τα γηρατειά και η αρρώστια. Η «απόδραση» από τη ζωή, λοιπόν, «πρέπει» να γίνεται έγκαιρα, όσο ακόμα ο άνθρωπος είναι σε θέση να βιώνει τη ζωή του αυτοδύναμα και με αίσθημα αξιοπρέπειας. Τον δρόμο, άλλωστε, είχε δείξει χιλιάδες χρόνια πριν ο Σωκράτης (Γκέμμα, Κεφ. 5, σελ. 86).

Αν κάποιος θελήσει να δει τη ζωή από καθαρά βιολογική σκοπιά, θα πρέπει να προσεγγίσει το φαινόμενο της φυσικής παρακμής – αυτό που τόσο είχε απασχολήσει τον Λιαντίνη – μέσα από τους νόμους της Φύσης. Ένας από αυτούς (ίσως ο τρομακτικότερος απ' όλους) μιλά για το αμετάστρεπτο των μεταβολών, το οποίο διέπει όλες σχεδόν τις φυσικές διεργασίες. Μεταξύ αυτών, την ίδια τη ζωή.

Με αφορμή τις πιο πάνω σκέψεις, θα ήθελα να παραθέσω (σε αναθεωρημένη μορφή) ένα άρθρο δημοσιευμένο το 2012 στο «Βήμα». Το εναρκτήριο ερώτημα του κειμένου αντανακλά το αίσθημα αγωνίας που μας διακατείχε την εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Τότε που, παρά τις ζοφερές περιστάσεις, είχαμε ακόμα το κουράγιο (ή την αφέλεια) να ελπίζουμε...

------------------------------------------------

Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην επίφαση ευτυχίας που γνωρίζαμε; Ή θ’ αποχαιρετήσουμε για πάντα – με αξιοπρέπεια, έστω – την Αλεξάνδρεια;

Στη Θερμοδυναμική (περιοχή της Κλασικής Φυσικής) δεσπόζουν δύο θεμελιώδεις νόμοι. Ο Πρώτος Θερμοδυναμικός Νόμος αφορά τη διατήρηση της ενέργειας και, στην πιο απλή του διατύπωση, ηχεί ως αυτονόητος: «Η ενέργεια που προσφέρουμε σε ένα σύστημα είναι ισόποση με την αύξηση του ενεργειακού αποθέματος του συστήματος.» Αν ο νόμος αυτός ήταν ο μοναδικός που δέσμευε την ύλη κατά τις μεταβολές της, ο κόσμος που ξέρουμε θα ήταν πολύ διαφορετικός. Θα υπήρχε, π.χ., τρόπος να μη γερνάμε ποτέ (ίσως και να γίνουμε αθάνατοι), ενώ ο προϊστορικός άνθρωπος θα είχε ανακαλύψει την ψύξη και τον κλιματισμό με την ίδια ευκολία που έμαθε να ζεσταίνεται από τη φωτιά!

Ο Δεύτερος Νόμος της Θερμοδυναμικής βάζει τέλος σε τέτοιες φιλοδοξίες. Αποτελεί ίσως την πιο σκληρή πραγματικότητα της Φύσης, μια αληθινή κατάρα του Δημιουργού πάνω στο δημιούργημά Του. Λέει, με πολύ απλά λόγια, πως κάποια πράγματα που συμβαίνουν δεν είναι δυνατό να αναιρεθούν, πως το ποτάμι μερικών φαινομένων δεν γυρίζει ποτέ πίσω. Έτσι, π.χ., ενώ ένα ζεστό σώμα μπορεί αυθόρμητα να δώσει λίγη από τη ζέστη του σε ένα πιο κρύο, το αντίθετο είναι απίθανο (πρακτικά αδύνατο) να συμβεί: ένα κρύο σώμα δεν μπορεί, χωρίς εξωτερική παρέμβαση, να δώσει μέρος από τη λιγοστή θερμική του ενέργεια σε ένα ζεστό, έτσι που το ένα να γίνει ακόμα πιο κρύο και το άλλο ακόμα πιο ζεστό. Η ζέστη φεύγει και δεν γυρίζει ποτέ πίσω από μόνη της. Το ίδιο και η νεότητα στον άνθρωπο, που φεύγει ανεπιστρεπτί αφήνοντας πίσω της τη φθορά που οδηγεί στο γήρας και τον θάνατο. Φαίνεται πως η συνειδητότητα αυτής της τελευταίας πραγματικότητας ήταν που κατηύθυνε τα υπαρξιακά βήματα του Σωκράτη στο κλείσιμο της επίγειας ζωής του. Όπως, ίσως, και αυτά του Δ. Λιαντίνη...

Η βασική φιλοσοφία του νόμου είναι απλή: Αν βάλεις ένα φυσικό σύστημα σε τάξη και μετά το αφήσεις στην τύχη του, το πιο πιθανό είναι πως η τάξη αυτή θα χαθεί (αυτό το γνωρίζουν καλά οι μητέρες που συγυρίζουν καθημερινά τα δωμάτια των παιδιών τους). Αντίθετα, είναι απίθανο το σύστημα αυτό να μεταβεί αυθόρμητα από την αταξία πίσω στην τάξη. Θα πρέπει η υπομονετική μητέρα να συγυρίσει και πάλι το δωμάτιο!

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, όλοι οι φόβοι στον άνθρωπο σχετίζονται με το αμετάστρεπτο, την αδυναμία του να αναιρέσει μεταβολές που δεν του είναι επιθυμητές. Η ζωή μας είναι γεμάτη από αγωνίες για όλων των ειδών τις ισορροπίες που μπορεί να ανατραπούν ανεπανόρθωτα. Ανησυχούμε για τη φυσική μας κατάσταση και γι’ αυτή των αγαπημένων μας προσώπων, για τη φθορά των υλικών αγαθών που με θυσίες αποκτήσαμε, για τις οικονομίες που μαζεύαμε μια ζωή και είναι δυνατό να χαθούν μέσα σε μία νύχτα, για την κοινωνική υπόληψη που με κόπο χτίσαμε και μπορεί να γκρεμιστεί από έναν λάθος χειρισμό ή μια κακοτυχία...

Αυτό που μένει στο τέλος είναι η συνειδητοποίηση ότι το μη-αντιστρεπτό είναι ο κανόνας του παιχνιδιού που μας επιτρέπει να παραμένουμε παίκτες στην παρτίδα της ζωής. Και η γνώση αυτή του πεπερασμένου των πραγμάτων οδηγεί μοιραία σε ένα αίσθημα ματαιότητας.

Όμως, πόσο μάταιο είναι ένα ταξίδι στην Ιθάκη; Το ερώτημα γίνεται ρητορικό, και η υπονοούμενη απάντηση αισιόδοξη, αν ορίσουμε τη ζωή όχι ως πεδίο άνισης – και, εν τέλει, άσκοπης – μάχης ενάντια στην παντοδυναμία του Δεύτερου Νόμου, αλλά ως πορεία αυτεπίγνωσης που, στο τέλος της, οδηγεί στην ανακάλυψη του αιώνιου μέσω της υπέρβασης των νόμων του εφήμερου. Όπου «αιώνιο» εννοούμε εδώ το άχρονο, αφού ο χρόνος (όπως και ο χώρος) είναι απλά μία φυσική διάσταση που εφηύρε ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να κατανοήσει τα φαινόμενα που τον περιβάλλουν.

Η Ιθάκη μπορεί, επομένως, να είναι η ίδια η κατάκτηση της αθανασίας. Έστω και αν, στη στερνή γραφή του, ένας σύγχρονος φιλόσοφος και διάσημος δραπέτης της ζωής χαρακτήρισε ως «πιθήκους» εκείνους που τολμούν να πιστέψουν σ' αυτήν (Γκέμμα, Κεφ. 11, σελ. 183)...



Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2024

ΤΟ ΒΗΜΑ - Μπορεί ένα παιδί να γίνει αντικείμενο δικαιώματος;

 Το παιδί ασφαλώς έχει δικαιώματα. Μπορεί, όμως, να αποτελεί αντικείμενο δικαιώματος ενηλίκων;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το θέμα της κοινωνικής ισότητας δεν είναι ζήτημα του καιρού μας. Στο υπέροχα ποιητικό βιβλίο του, «Ιστορία της Φιλοσοφίας» [1], ο Αμερικανός ιστορικός Γουίλ Ντυράν (Will Durant, 1885-1981) γράφει, αναφερόμενος στους σοφιστές της Αρχαίας Ελλάδας:

«Στην πολιτική ήσαν διηρημένοι σε δύο σχολές. Η μία, όπως ο Ρουσσώ, υποστήριζε ότι η Φύση είναι καλή και ο πολιτισμός κακός, ότι από τη φύση τους όλοι οι άνθρωποι είναι όμοιοι και γίνονται ανόμοιοι από τους θεσμούς που έγιναν από τις κοινωνικές τάξεις, και ότι ο νόμος είναι μια εφεύρεση των ισχυρών για να δεσμεύουν και να κυβερνούν τους αδύνατους. Μια άλλη σχολή, σαν τον Νίτσε, υποστήριζε ότι η Φύση είναι πέρα από το καλό και το κακό, ότι από τη φύση τους οι άνθρωποι είναι ανόμοιοι, ότι η ηθική είναι μια εφεύρεση των αδύνατων για να περιορίζουν και να εξουδετερώνουν τους ισχυρούς, ότι η ισχύς είναι η υπέρτατη αρετή και ο υπέρτατος πόθος του ανθρώπου...»

Αφήνοντας παράμερα τον Νίτσε (η επίδρασή του στον Ναζισμό θα σκιάζει πάντα τα αισθήματά μας για εκείνον), θα μπορούσαμε να εκφράσουμε τη σκέψη του Ρουσσώ λέγοντας ότι ο νόμος όχι μόνο δεν πρέπει να δημιουργεί κοινωνικές ανισότητες, αλλά οφείλει και να επιβάλλει την ισότητα εκεί όπου η ίδια η Φύση αποτυγχάνει.

Μία αδιαμφισβήτητη ανισότητα στη Φύση είναι το ότι μόνο η γυναίκα (και, γενικά, το θηλυκό) έχει τη δυνατότητα να κυοφορεί. Έτσι, η φυσική λειτουργία της αναπαραγωγής προϋποθέτει καταρχήν τη σύμπραξη δύο ατόμων διαφορετικού φύλου, πράγμα που αποτελεί μειονέκτημα για ένα ομόφυλο ζευγάρι σε σχέση με ένα ετερόφυλο.

Ερχόμαστε έτσι στο πολυσυζητημένο θέμα των ημερών: την θεσμοθέτηση γάμου μεταξύ ομόφυλων ατόμων. Ένα ευαίσθητο όσο και περίπλοκο ζήτημα είναι το κατά πόσον ένας τέτοιος θεσμός θα πρέπει να προβλέπει την ύπαρξη παιδιών, όπως συμβαίνει στην περίπτωση ετερόφυλου ζευγαριού. Το επιχείρημα που κατά κόρον προβάλλεται από όσους υποστηρίζουν αυτή την πρόβλεψη αναφέρεται εμφατικά στην προάσπιση των «δικαιωμάτων του παιδιού». Μοιάζει όμως να κρύβει έναν βαθμό υποκρισίας...

Καταρχάς, όταν αναφερόμαστε σε δικαίωμα του παιδιού εννοούμε κατά κύριο λόγο την προστασία του παιδιού. Πράγματι τίθεται ζήτημα προστασίας για παιδιά του ενός συζύγου (βιολογικά ή υιοθετημένα) που τυχόν προϋπάρχουν του γάμου, και ο νόμος ορθώς θα επιτρέπει στον έτερο σύζυγο να συνεχίσει να ασκεί γονική μέριμνα στην περίπτωση που ο πρώτος σύζυγος φύγει από τη ζωή. Αποτρέπεται έτσι το ζοφερό σενάριο εγκλεισμού των παιδιών σε κάποιο ίδρυμα.

Και εδώ ολοκληρώνεται η όποια συζήτηση για τα δικαιώματα του παιδιού! Γιατί, τόσο το ζήτημα της παρένθετης μητέρας (ο σχεδιαζόμενος νόμος αποκλείει αυτή τη δυνατότητα), όσο και εκείνο της υιοθεσίας από ομόφυλο ζευγάρι, δεν αφορούν δικαίωμα του ίδιου του παιδιού (αφού δεν σχετίζονται με την προστασία του) αλλά αντιπροσωπεύουν ένα διεκδικούμενο δικαίωμα ενηλίκων που υλοποιείται μέσω ενός παιδιού.

Αναδύεται, όμως, ένα κρίσιμο και ουσιαστικό (όχι ρητορικό) ερώτημα, στο οποίο δεν θα επιχειρήσουμε να δώσουμε απάντηση εδώ: Είναι ηθικά αποδεκτό να καθίσταται ένα παιδί αντικείμενο δικαιώματος ενηλίκων;

Αναμενόμενο είναι, φυσικά, το επιχείρημα περί θεμελιωμένων αντίστοιχων δικαιωμάτων για ετερόφυλα ζευγάρια και περί ισότητας των ζευγαριών αυτών με τα ομόφυλα. Θα πρέπει, εν τούτοις, να αποδεχθούμε ότι, για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας (όχι απαραίτητα αντιδραστικό και κακοπροαίρετο), το ίδιο το ζήτημα της ισότητας παραμένει ανοιχτό σε συζήτηση, ακόμα και σε αμφισβήτηση. Και, ειδικά σε ό,τι αφορά τα παιδιά, το ερώτημα για τις ενδεχόμενες συνέπειες - κοινωνικές ή/και ψυχολογικές - που θα μπορούσε να έχει η ένταξή τους σε ένα ομόφυλο σχήμα, αποτελεί βασικό αντικείμενο προβληματισμού που δεν μπορούμε εύκολα να προσπεράσουμε...

[1] Ελληνική έκδοση (1971), μετάφραση Ν. Κ. Παπαρρόδου.

ΤΟ ΒΗΜΑ