Δευτέρα 1 Απριλίου 2024

Όταν το πένθος γίνεται πολιτικό κεφάλαιο...


Όσο και αν ακούγεται κοινότοπο, η στάση του κομματικού συστήματος κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας με αφορμή την τραγωδία στα Τέμπη, είχε στοιχεία που θα έδιναν σε κάποιον το δικαίωμα να μιλά για «πολιτική τυμβωρυχία».

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ο Ισπανός θεατρικός συγγραφέας Αλεχάντρο Κασόνα (Alejandro Casona, 1903-1965) είναι περισσότερο γνωστός για το έργο του «Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια». Έχει, ίσως, λιγότερο εκτιμηθεί για το αριστούργημα «Βάρκα δίχως ψαρά» (La barca sin pescador).

Σε ένα από τα κορυφαία έργα θεατρικής φιλοσοφίας του 20ού αιώνα, ο Κασόνα εξετάζει το ζήτημα της ηθικής της πρόθεσης. Παραπέμπει στον Φάουστ αλλά «σκάβει» σε βαθύτερα και σκοτεινότερα ένστικτα του ανθρώπου. Εκείνα, ειδικά, που θα μπορούσαν να τον οδηγήσουν να αντλήσει όφελος από τον θάνατο συνανθρώπων με τους οποίους δεν έχει την παραμικρή προσωπική διαφορά. Ο δημιουργός ισορροπεί αριστουργηματικά ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, με την δεύτερη συνιστώσα να εκφράζεται με την αποθέωση του παράλογου: Ο ίδιος ο Διάβολος, σε ρόλο τέλειου ηθικολόγου, διδάσκει στον άνθρωπο το καλό και την αρετή, δίνοντάς του ένα ανεπανάληπτο μάθημα ηθικής!

Ο Κασόνα, όμως, επιλέγει να κλείσει το δράμα με ένα αισιόδοξο μήνυμα. Ότι, στο βάθος της ανθρώπινης συνείδησης υπάρχει πάντα – εν υπνώσει, έστω – το Καλό. Και αυτό είναι που στο τέλος θριαμβεύει...

Θυμάμαι το “La barca sin pescador” κάθε φορά που η κοινή γνώμη αυτής της χώρας έρχεται αντιμέτωπη με την πολιτική αξιοποίηση τραγικών περιστατικών θανάτου. Ας θυμηθούμε μερικά παραδείγματα της νεότερης ιστορίας μας:

– Ως αντιπολιτευόμενοι και εν αναμονή εξουσίας τον καιρό της οικονομικής κρίσης, οι πολιτικοί εκπρόσωποι του «αντιμνημονιακού μετώπου» ασκούσαν πολιτική πατώντας πάνω σε πτώματα θυμάτων αυτοχειρίας, την οποία πράξη απόγνωσης χρέωναν αποκλειστικά και αναπόδεικτα στην «ανάλγητη» και «ενδοτική» πολιτική των «μνημονιακών» κομμάτων που τότε κυβερνούσαν.

– Τα ίδια αντιπολιτευόμενα, τότε, κόμματα δεν είχαν τον παραμικρό ενδοιασμό να εντάξουν στην αντιμνημονιακή ρητορεία τους τον θάνατο δύο φοιτητών στη Λάρισα το 2013, λόγω δηλητηρίασης από μαγκάλι.

– Το 2015, λίγο πριν την αναγκαστική (και σωτήρια) «μνημονιακή» στροφή του κόμματός της, κάποια κυβερνητική, τότε, βουλευτής της Αριστεράς έφτασε να αποδώσει την φρικτή δολοφονία της μικρής Άννυ από τον ίδιο της τον πατέρα στον... καπιταλισμό και το μνημονιακό κράτος (πράγματα για τα οποία ευθύνονταν, φυσικά, οι πολιτικοί αντίπαλοι της παράταξής της)!

Τον Ιούλιο του 2018, λίγες μέρες μετά την πολύνεκρη τραγωδία στο Μάτι, σε άρθρο μας στο «Βήμα» (31-7-2018) και απευθυνόμενοι κατά κύριο λόγο στην τότε αξιωματική αντιπολίτευση, είχαμε επισημάνει ότι οποιαδήποτε κομματική εκμετάλλευση του εθνικού πένθους θα ισοδυναμούσε με «πολιτική τυμβωρυχία». Γράψαμε:

--------------------------------

Προς τι έχει γίνει σημαία της αντιπολίτευσης και αντικείμενο επίμονης ρητορείας της η προφανής κι αναμφισβήτητη αβελτηρία και η (ναι, απόλυτα ασυγχώρητη) υποκρισία των κυβερνώντων; Δεν θα κέρδιζε, άραγε, ηθικούς πόντους η αντιπολίτευση αν απλά σιωπούσε πολιτικά μπροστά στο μαζικό αυτό ανθρώπινο δράμα, μιλώντας μόνο για όλα εκείνα που πρέπει να γίνουν ώστε να μην ξαναβιώσει η χώρα παρόμοια τραγωδία; Και, τέλος, ποιος θα μπορούσε στ’ αλήθεια να κατηγορήσει έναν (έστω) κακοπροαίρετο που θα σκεφτεί, πιθανόν, ότι υπάρχουν άτομα στον αντιπολιτευτικό χώρο που «τρίβουν τα χέρια τους» για τη φθορά που θα προκαλέσει στην κυβέρνηση η εκατόμβη των θυμάτων της φωτιάς;

Κάποιες φορές, μία παρεμφατική σιωπή λέει περισσότερα από εκατοντάδες «κατηγορώ» ενώ, παράλληλα, συνιστά δείγμα ηθικής ανωτερότητας. Αν, λοιπόν, υποτεθεί ότι η πολιτική ηθική απουσιάζει από την εξουσία, ας την επιδείξει, τουλάχιστον, η εν δυνάμει εξουσία...

--------------------------------

Τα ανάλογα θα μπορούσαμε να απευθύνουμε στην σημερινή αντιπολίτευση [1] μετά την πρόσφατη κοινοβουλευτική συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης, με αφορμή την σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη. Οι καλά μελετημένες συναισθηματικές εξάρσεις (οι οποίες, φαντάζομαι, λίγους κατόρθωσαν να πείσουν ως προς την αυθεντικότητά τους), οι συνωμοσιολογίες και οι μεγαλόστομες αναφορές σε «εγκλήματα» και «συγκαλύψεις» (προτού μιλήσει η ίδια η Δικαιοσύνη – την οποία άπαντες, κατά τα άλλα, επικαλούνται), και οι συνεχείς έξαλλες κραυγές που, σε κάποιες περιπτώσεις, έδωσαν μία εικόνα πολιτικού τραμπουκισμού, δεν άφησαν περιθώριο για μία γόνιμη συζήτηση πάνω στο πιο σημαντικό (ίσως το μόνο σημαντικό) ζήτημα. Το πώς, δηλαδή, θα αποφευχθούν στο μέλλον παρόμοιες τραγωδίες.

Για να διασφαλισθεί όμως αυτό θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να σταματήσουν οι ρουσφετολογικές προσλήψεις προσωπικού που ευνοούν την αναξιοκρατία στον δημόσιο τομέα, και να καθιερωθεί, επιτέλους, η σοβαρή – και όχι προσχηματική αξιολόγηση στις δημόσιες υπηρεσίες. Μεταρρύθμιση στην οποία, εν τούτοις, αντιδρά πεισματικά το συνδικαλοκρατούμενο σύστημα που υπερασπίζεται εργολαβικά η Αριστερά.

Αλλά, και η ίδια η «δεξιά» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) κυβέρνηση δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο της κριτικής. Υπάρχουν κρίσιμα ερωτήματα στα οποία δεν έχουν δοθεί οι οφειλόμενες απαντήσεις:

– Γιατί το κυβερνών κόμμα επέτρεψε στον κατά τεκμήριο αποτυχημένο πρώην υπουργό, που (αν μπορούσε ας έκανε αλλιώς) ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για το τραγικό δυστύχημα, να κατέβει ξανά ως υποψήφιος στις εκλογές ισχυριζόμενος ότι «κριτής του είναι μόνο ο λαός» (της δικής του εκλογικής περιφέρειας, εννοείται); Και, γιατί καταχειροκροτήθηκε από τους βουλευτές της πλειοψηφίας ο υπεροπτικός – και προκλητικά στερούμενος συναίσθησης ευθύνης – λόγος του στη Βουλή;

– Με ευθύνη ποίου/ποίων έγινε μοντάζ και, στη συνέχεια, διοχέτευση στα μέσα ενημέρωσης, ηχητικών ντοκουμέντων που αποτελούν στοιχεία διερεύνησης των συνθηκών του δυστυχήματος από την Δικαιοσύνη;

– Με ποια λογική ο εκ φύσεως αυταρχικός πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής απέκλεισε τις καταθέσεις σημαντικών μαρτύρων (σύμφωνα, τουλάχιστον, με την αντιπολίτευση); Και, εν τέλει, γιατί ήταν αναγκαίο να επιλεγεί αυτός ως πρόεδρος της επιτροπής;

Το ότι δεν απαντήθηκαν αυτά τα ερωτήματα βάζει και την ίδια την κυβέρνηση στο κάδρο της υποψίας για προσπάθεια χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Σε αυτή την περίπτωση, για να περιοριστούν πολιτικά κόστη και όχι να μεγιστοποιηθούν πολιτικά οφέλη. Όμως, η διαφορά στις προθέσεις ελάχιστα μειώνει το ηθικό τους βάρος...

Εν κατακλείδι: Στην πρόσφατη συζήτηση στη Βουλή γίναμε για μία ακόμα φορά μάρτυρες απόπειρας κομματικής εκμετάλλευσης ή κομματικής διαχείρισης (ανάλογα) μαζικού θανάτου. Είτε μέσω αναπόδεικτων θεωριών συνωμοσίας και επιστρατευμένου (και φανερά υποκριτικού) ακραίου συναισθηματισμού, είτε μέσω σκόπιμης υπεκφυγής και, σε κάποιες περιπτώσεις, επίδειξης προκλητικής πολιτικής αυτοπεποίθησης στα όρια της αλαζονείας. Όλα αυτά μαζί συνιστούν, θα τολμούσαμε να πούμε, τον ορισμό της πολιτικής τυμβωρυχίας.

Γενικότερα μιλώντας, τίποτα δεν δείχνει ικανό να αναδείξει το καλό πρόσωπο  αν υποτεθεί ότι υπάρχει  ενός εγχώριου κομματικού συστήματος που συντηρείται από την πεποίθηση ότι το «κακό» είναι πάντα «οι άλλοι». Προς διάψευση, δυστυχώς, του αισιόδοξου φιλοσοφικού θεατρικού μηνύματος του Κασόνα...

[1] Θα εξαιρέσω εδώ την παραδοσιακή Αριστερά, η οποία – ό,τι και αν της καταλογίσουμε για τις αναχρονιστικές ιδέες της – δεν θα είχε λόγο να ξεπέσει στην ανήθικη πρακτική της πολιτικής τυμβωρυχίας, καθώς απουσιάζει το βασικό κίνητρο της πράξης: η φιλοδοξία της άσκησης εξουσίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου