Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κυβέρνηση και εξουσία: μύθοι και πραγματικότητες

Όπως ακούω και διαβάζω, το αφήγημα ανθίσταται στο χρόνο: η Αριστερά, λένε, έχει την κυβέρνηση αλλά όχι (απόλυτα, τουλάχιστον) την εξουσία! Και, αν κρίνουμε από επίσημες και ανεπίσημες κυβερνητικές δηλώσεις, τούτο οφείλεται κατά μείζον μέρος στο ότι κάποιοι «ενοχλητικοί» θεσμοί (δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναφέρω ποιοι) επιμένουν να διατηρούν την ανεξάρτητη λειτουργία τους. Αν και κορυφαίοι εκπρόσωποί τους, λίαν προσφάτως αποστρατευθέντες, κατάργησαν όλα τα προσχήματα αναλαμβάνοντας υψηλές κομματικές θέσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο...

Σε ό,τι αφορά τις έννοιες καθαυτές, θα λέγαμε ότι αυτός που κυβερνά χαράσσει πολιτικές αλλά αυτός που εξουσιάζει έχει και τη δύναμη να τις εφαρμόσει. Αν σήμερα την εξουσία της κυβερνώσας Αριστεράς «απειλούν» θεσμοί που επιμένουν να είναι ανεξάρτητοι, καλό θα είναι να θυμηθούμε και τι εμπόδια συνάντησε η εξουσία των «αστικών» κομμάτων της μεταπολιτευτικής περιόδου, στα οποία χρεώνεται καθ’ ολοκληρία από την Αριστερά η οικονομική καταστροφή που βιώνουμε. (Το ποιοι ευθύνονται για τον πολιτιστικό αφανισμό της χώρας μας θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ενός ξεχωριστού σημειώματος...)

Αναμφίβολα, τα μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν ως την αρχή της κρίσης είναι απολύτως υπεύθυνα για τη δημιουργία και τη γιγάντωση του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Το ατόπημα των μαζικών, πολιτικά υστερόβουλων διορισμών δεν το διέπραξε, ασφαλώς, η πάντοτε αντιπολιτευόμενη Αριστερά!

Όμως, υπήρξαν ιστορικά και περιπτώσεις όπου ο αστικός χώρος προσπάθησε, αν μη τι άλλο, να περιορίσει τις συνέπειες των δικών του λαθών. Δύο πρωθυπουργοί με όμοιο όνομα αλλά σημαντικές διαφορές ως προς τον σωματότυπο και την κομματική προέλευση, έδειξαν να αντιλαμβάνονται την καταστροφική πορεία που είχε πάρει η οικονομία και προσπάθησαν να συμμαζέψουν την κατάσταση πριν αυτή γίνει μη αναστρέψιμη. Βρήκαν όμως μπροστά τους τούς πανίσχυρους στρατούς των οργανωμένων μειοψηφιών: τα φοβερά, κομματικά ελεγχόμενα συνδικάτα του δημόσιου τομέα. Εκεί όπου η «μάχιμη» Αριστερά όχι μόνο αμφισβητούσε, αλλά και καταργούσε στην πράξη την εξουσία της αστικής δημοκρατίας!

Μεταφέρω ενδεικτικά ένα σκηνικό εποχής, από εκείνα που έχουν καταγραφεί πιο έντονα στη μνήμη μου:

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία επιχειρεί να νομοθετήσει ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων που, με τα σημερινά δεδομένα, φαντάζουν σαν χάδι από τη μύτη μιας καρφίτσας! Βρίσκεται όμως αντιμέτωπη με τις πανίσχυρες συντεχνίες του δημοσίου, οι οποίες έχουν παραλύσει τη χώρα με σκληρές (θα έλεγα, απάνθρωπες για το κοινωνικό σύνολο) απεργίες.

Καθημερινές, πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση τόσο τα νοικοκυριά, όσο και πάμπολλες μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται κυριολεκτικά στα σκουπίδια, ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης θερινής ζέστης. Οι συγκοινωνίες είναι ανύπαρκτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, υπολειτουργούν. Και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων, που φτάνουν ως την απόλυτη κτηνωδία δημόσιων (και μάλιστα υπό τηλεοπτική κάλυψη) βιασμών!

Η Αριστερά, όπως και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε «αστικής» αξιωματικής αντιπολίτευσης (για να μην ξεχνάμε!), βαφτίζουν τις συντεχνίες «λαό» και τις εκβιαστικές κινητοποιήσεις «κοινωνικούς αγώνες». Προσφέρουν αμέριστη πολιτική στήριξη στις απεργίες, ενώ την ίδια στιγμή αγνοούν επιδεικτικά τους αληθινά μη προνομιούχους που εργάζονται κατά κύριο λόγο στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς συνδικαλιστική προστασία και με ελάχιστες δυνατότητες διεκδίκησης εργασιακών δικαιωμάτων.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, με βάση τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» (sic) για την περίοδο της απεργίας. Για την πολύπαθη κοινωνία, αυτό ήταν σαν να έχει υποστεί βιασμό και να της ζητείται να πληρώσει κι από πάνω τα έξοδα για την κοινωνική αποκατάσταση των βιαστών της!

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» δήλωσε προκλητικά (ή έτσι μου φάνηκε, τουλάχιστον) ότι η κυβέρνηση θα επιθυμούσε μια «κοινωνία χωρίς αντιστάσεις». Όπου ο όρος «κοινωνία» σήμαινε, στο δικό της λεξικό εννοιών, «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και «δημοκρατικός» πολίτης, στην «προοδευτική» γλώσσα της εποχής, θεωρείτο ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση!

Λαμβάνοντας υπόψη, λοιπόν, την προηγούμενη πολιτική εμπειρία, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι καμία κυβέρνηση της μεταπολιτευτικής περιόδου δεν απόλαυσε μια τόσο αδιατάρακτη εξουσία όσο η παρούσα κυβέρνηση. Κυρίως, γιατί κατόρθωσε να θέσει υπό έλεγχο τόσο τις αντιδράσεις μιας ούτως ή άλλως κουρασμένης κοινωνίας, όσο και ενός στρατού οργανωμένων συμφερόντων ο οποίος κατά το παρελθόν αμφισβήτησε σθεναρά – κάποιες φορές ακόμα και βίαια – την εξουσία δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων.

Και εδώ φαίνεται πόσο αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος είναι η πολυαναμενόμενη τροποποίηση του συνδικαλιστικού νόμου. Θα λέγαμε, είναι προαπαιτούμενο οποιασδήποτε σοβαρής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας στη χώρα. Γι’ αυτό, ίσως τα πάντα θα έπρεπε να είχαν ξεκινήσει από κει!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Αγανακτώντας (δημιουργικά) με τη Μαρία!


Ένα μαζοχιστικό σύνδρομο που διαχρονικά με διακατέχει είναι να επιλέγω να διαβάζω πράγματα που με κάνουν να αγανακτώ! Παλιότερα, ήταν τα κείμενα του φίλου μου γιατρού Αλέξη Πολίτη στο Aixmi.gr. Τώρα, τη θέση του Αλέξη πήρε η πολύ αξιόλογη, όπως μπορώ να εκτιμήσω, Μαρία Παναγοπούλου.

Μόνο που, αν στον Αλέξη με εκνεύριζε αφάνταστα ο αριστοτεχνικός πολιτικός λαϊκισμός του και μια αίσθηση χιούμορ τραβηγμένη στα άκρα, η περίπτωση της Μαρίας είναι εντελώς διαφορετική. Εδώ συναντά κανείς μια ολοφάνερη απέχθεια για το καθιερωμένο ανδρικό πρότυπο και μια δύσκολα αποκρυπτόμενη πικρία για τον – υποτιθέμενα – γενικά και καθολικά θυματικό ρόλο της γυναίκας, ιδίως μέσα στους θεσμούς.

Θα έλεγε κανείς πως, στα περισσότερα κείμενα της αρθρογράφου, πάνω από το κεφάλι της γυναίκας βρίσκεται μόνιμα τοποθετημένο ένα φωτοστέφανο που την καθαγιάζει και την απενοχοποιεί για κάθε πιθανή αποτυχία μιας σχέσης (συνήθως θεσμικής). Υπεύθυνος είναι πάντα ο άνδρας, ο οποίος συγκεντρώνει (αν όχι ενσαρκώνει απόλυτα) όλα τα ελαττώματα του ανθρώπινου είδους! Κι αν κάπου-κάπου αναφέρεται ένα θετικό ανδρικό παράδειγμα, τούτο μάλλον προβάλλεται ως «εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα». Για να μην πω ότι και αυτή τούτη η θετική όψη του παραδείγματος στοιχειοθετείται με βάση το βαθμό ικανοποίησης των γυναικείων αναγκών και τη συμμόρφωση με πρότυπα που η ίδια η γυναίκα καθορίζει.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από ένα παλιό άρθρο μου στο «Βήμα» («Ο Διογένης, η πάλη των φύλων και η Ελλάδα της κρίσης», Σεπτέμβριος 2012) για το οποίο δέχθηκα αμέτρητες ενστάσεις και επικρίσεις από εκπροσώπους του κατ’ ουσίαν ισχυρού φύλου (και δεν εννοώ εδώ τον άνδρα!). Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια έμμεση, ετεροχρονισμένη «απάντηση» σε κάποιες από τις απόψεις της Μαρίας. Για κάποιες άλλες, επιφυλάσσομαι...

------------------------------------------------

Η κουβέντα είχε φουντώσει για τα καλά στη γυναικοπαρέα, στην προαστιακή καφετέρια. Κάποια – η μόνη που έδειχνε να έχει επίπεδο – διηγόταν με ενθουσιασμό μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο, που κατέληξε σε ένα ευχάριστο γεύμα και μια υπέροχη συζήτηση με τον σύντροφό της σε κάποιο ψητοπωλείο των Εξαρχείων.

Για να δεχθεί την επιτιμητική παρέμβαση της πιο «προχωρημένης» της παρέας: «Εμένα, χρυσό μου, αν κάποιος έστω και μία φορά με πήγαινε με το λεωφορείο για σουβλάκια, να μη σου πω πότε θα με ξανάβλεπε!» Εν μέσω μείζονος οικονομικής κρίσης, η παραπάνω φράση αποκτά ιδιαίτερη συμβολική σημασία...

Μια εφιαλτική παρενέργεια της εν λόγω κρίσης είναι η κατακόρυφη αύξηση των αυτοκτονιών. Γνωρίζει κανείς τον επιμερισμό της αύξησης αυτής στα δύο φύλα; Η απάντηση είναι, νομίζω, αυταπόδεικτη: ο άντρας ήταν – και εξακολουθεί να είναι – αυτός που πλήρωσε και πληρώνει με τη ζωή του την κρίση! (Προσοχή: δεν εννοώ ότι η γυναίκα δεν υπέστη τις συνέπειές της, αλλά πως το ακραίο υπαρξιακό τίμημα το κατέβαλε ο άντρας.) Γιατί, όμως, η κρίση αυτή βρήκε τον άντρα τόσο πιο ευάλωτο συναισθηματικά σε σχέση με τη γυναίκα;

Εδώ θα δικαιώσω τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ: στην «πάλη των φύλων», ο άντρας είναι ο συντριπτικά πιο αδύναμος από τους «εμπολέμους». Για την ακρίβεια, είναι ο αδιαφιλονίκητος loser! Γιατί, η σχέση των δύο φύλων είναι μια αδυσώπητη, μονόπλευρη επικυρωτική διαδικασία όπου, σχεδόν κατά κανόνα, εκείνος πασχίζει αδιάκοπα να αποδείξει ότι είναι άξιος για εκείνη! Και ο πήχης της «αξιοσύνης» ολοένα ανεβαίνει από το ισχυρό μέρος, δίνοντας στη σχέση διαστάσεις υπαρξιακής αγωνίας για το ανίσχυρο...

Τι καθορίζει το ύψος του πήχη; Μήπως η ευφυΐα και η πνευματικότητα; Η καλλιέργεια και η ευαισθησία; Ο χαρακτήρας και η πίστη σε αρχές; Όχι πάντα! Ο πήχης είναι συχνά φτιαγμένος από τα πιο ευτελή υλικά: ματαιοδοξία, επιδειξιομανία, φτηνή μαγκιά, υπερκαταναλωτισμό... Και η ανάγκη υπερπήδησής του οδηγεί σε αδιάκοπο ανταγωνισμό, απ’ όπου εκείνος πρέπει καθημερινά να αποδεικνύεται στα μάτια της αξιότερος από τους άλλους. Και αξιότερος σημαίνει, κατ’ ουσίαν, πάροχος καλοζωίας. Σε αντίθετη περίπτωση, του επικολλάται ελαφρά τη καρδία η ετικέτα του «αποτυχημένου»... Για κάποιους, η ντροπή μιας ήττας σ’ αυτή τη μάχη ξεπλένεται μόνο με θάνατο – τον δικό τους θάνατο!

Ελάχιστες από τις σημερινές γυναίκες θα ερωτεύονταν τον λιτό και φιλοσοφημένο «Διογένη». Μάλλον λατρεύουν τον κενόδοξο και σπάταλο «Νάρκισσο», κι ας εκτοξεύουν κάθε τόσο μύδρους κατά του ανδρικού αυτού προτύπου! Όμως, η ναρκισσιστική αυτοεικόνα δεν επιβιώνει χωρίς την επικύρωσή της από την ίδια τη γυναίκα. Κι αυτή ακριβώς η ανταμοιβή είναι το δόλωμα που κάνει τον μέσο άντρα να παίρνει μέρος και να πασχίζει να αναδειχθεί νικητής στο σατανικό παιχνίδι με τον πήχη. Γιατί, δεν αντέχει ποτέ να περάσει από κάτω...

------------------------------------------------

Το θέμα είναι ανεξάντλητο και δεσμεύομαι να επανέλθω με νέες σκέψεις, προσβλέποντας παράλληλα σε έναν γόνιμο διάλογο με τους αναγνώστες. Των οποίων οι ενστάσεις είναι αναμενόμενες και απόλυτα καλοδεχούμενες!

Προτίθεμαι, πάντως, να συνεχίσω να «αγανακτώ» με τα κείμενα της Μαρίας. Γιατί, απόλυτες αλήθειες υπάρχουν μόνο στα Μαθηματικά. Στις ανθρώπινες σχέσεις οι έννοιες του «καλού» και του «κακού» συχνά διαπλέκονται, κάποιες φορές ακόμα και εναλλάσσονται. Η αντίθετη άποψη, λοιπόν, αν μη τι άλλο μας βάζει να σκεφτούμε πέρα και πάνω από τις προκαταλήψεις μας. Είμαι βέβαιος πως σ’ αυτό θα συμφωνήσει και η Μαρία!

Aixmi.gr

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολιτικές κοκορομαχίες και ενημέρωση

Η πληροφορία είναι μία από εκείνες τις έννοιες που δύσκολα ορίζονται. Όπως, ας πούμε, η Τέχνη ή το χιούμορ. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να δώσουμε τον παρακάτω ορισμό:

Πληροφορία είναι κάθε απόκλιση από την ομοιομορφία στο χώρο ή στο χρόνο.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Μία απέραντη λευκή επιφάνεια δεν περιέχει πληροφορία. Την ομοιομορφία της επιφάνειας στο χώρο μπορούμε, όμως, να σπάσουμε αν τοποθετήσουμε σε κάποιο σημείο μία μαύρη τελεία. Τώρα, αν η τελεία αυτή μένει ακίνητη για άπειρο χρόνο, το σκηνικό εμφανίζει χρονική ομοιομορφία, έτσι και πάλι δεν προσφέρει αξιόλογη πληροφορία. Το αντίθετο συμβαίνει αν η τελεία μετακινείται πάνω στη λευκή επιφάνεια.

Σαν άλλο παράδειγμα, φανταστείτε την καμπάνα μιας εκκλησίας, η οποία (καμπάνα) χτυπά πάντα την ώρα, κάθε ώρα. Μπορεί προς στιγμή να ενημερώνει κάποιον που ξέχασε το ρολόι του στο σπίτι, αν όμως δει κανείς το φαινόμενο μακροσκοπικά, θα παρατηρήσει μία διαρκώς επαναλαμβανόμενη (άρα χρονικά ομοιόμορφη) ακολουθία καταστάσεων που, σε μεγάλη κλίμακα χρόνου, δεν μαρτυρά την ύπαρξη κάποιου ξεχωριστού γεγονότος. Αυτό που πράγματι θα καταγραφεί ως πληροφορία είναι το υποθετικό γεγονός η καμπάνα για μία και μοναδική φορά να σιγήσει πάνω στην ώρα. Μια πιο δραματική περίπτωση θα ήταν αν ο Ήλιος «ξεχνούσε» κάποια μέρα να ανατείλει!

Στο χώρο της ειδησεογραφίας, πληροφορία είναι εξ ορισμού κάτι το μη προβλέψιμο. Έτσι, πληροφορία δεν συνιστά το αναμενόμενα επαναλαμβανόμενο, όπως, π.χ., οι επετειακές «ειδήσεις» στο ραδιόφωνο σε εθνικές ή θρησκευτικές εορτές, όπου ακούγονται στερεότυπες φράσεις του τύπου «με λαμπρότητα / κατάνυξη γιορτάζεται σήμερα...».

Ανοίγουμε, λοιπόν, το ραδιόφωνο πάνω στην ώρα του δελτίου. Και τι ακούμε ως πρώτη είδηση; Αυτή που ακούσαμε και χθες. Και προχθές. Και αντιπροχθές (και πάει λέγοντας, για να μη σας κουράζω). Δηλαδή; Ρητορικές κοκορομαχίες, συχνά σε ύφος που παραπέμπει σε ποδοσφαιρικά γήπεδα, ανάμεσα σε κατέχοντες την εξουσία και σε φιλοδοξούντες να την κατακτήσουν:

«Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγόρησε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι... Απαντώντας ο εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι...»

Ο όρος «κατηγόρησε» δεν αντιστοιχεί εδώ σε ανταλλαγή πολιτικών επιχειρημάτων μέσα στο πλαίσιο της λεκτικής ευπρέπειας, αλλά σε αντιπαράθεση χαμηλής ευρηματικότητας κι αισθητικής ευφυολογημάτων, κάποιες φορές δε ακόμα και ύβρεων (ακούσαμε πρόσφατα τον χαρακτηρισμό «πολιτικός απατεώνας»!).

Έτσι, η μόνη «είδηση» – με την έννοια της πληροφορίας – σε ό,τι αφορά τον πολιτικό λόγο στη χώρα είναι η συγκυριακή επιλογή των λέξεων που συνθέτουν την καθημερινή ανταλλαγή ανούσιων, εντυπωσιοθηρικών, πολιτικών κενολογιών ανάμεσα στους πόλους του δικομματισμού. Δεν γνωρίζω πόσους ακροατές, πλέον, ενδιαφέρουν τέτοιες λεπτομέρειες. Η γενική εικόνα, πάντως, μένει θλιβερά αναλλοίωτη – αν δεν επιδεινούται κιόλας εν όψει πιθανολογούμενων πρόωρων εκλογών...

Μία είναι η λύση ώστε οι σταθμοί να προασπίσουν τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους προσφέροντας ποιοτική ειδησεογραφία, αλλά και να προστατέψουν το λαό από τις δόλιες, δηλητηριώδεις, εθνικά διχαστικές μεθοδεύσεις των «μεγάλων» κομμάτων: Να μη μεταδίδουν κομματικές ανακοινώσεις αν αυτές δεν περιέχουν χρήσιμη πληροφορία για το κοινωνικό σύνολο. Και να μη γίνονται – άθελά τους – διαφημιστικά όργανα κομματικού τσαμπουκά που στοχεύει κατά κύριο λόγο (αν όχι αποκλειστικά) στη συσπείρωση εκλογικής «πελατείας» εκατέρωθεν!

Αν, εν τούτοις, οι ακροατές (ή οι τηλεθεατές) επιμένουν, λόγω εθισμού ή λόγω διαστροφής, να παίρνουν την καθημερινή δόση κομματικών ανακοινώσεων, υπάρχει κι εκεί η λύση. Αμέσως μετά το δελτίο (πραγματικών) ειδήσεων, ας μεταδίδεται και μία σατιρική «ενημερωτική» εκπομπή με όλα τα παραλειπόμενα της πολιτικής. Εξ άλλου, λένε πως το χιούμορ κάνει καλό σε τέτοιους καιρούς. Και κάνει πιο υποφερτό τον καύσωνα της εποχής...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Φιλοσοφώντας μέσα στα σκουπίδια...

Στο τελευταίο και βαθύτερα φιλοσοφημένο μουσικό του δράμα, τον «Πάρσιφαλ», ο συνθέτης, ποιητής και φιλόσοφος Ρίχαρντ Βάγκνερ (επηρεασμένος, ασφαλώς, και από τον Σοπενχάουερ) περιγράφει την κατάκτηση της σοφίας μέσω της συμπόνιας, της βίωσης, δηλαδή, του αλλότριου πόνου.

Η ιδέα, αν και αληθινά ελκυστική από φιλοσοφική άποψη, αποτελεί προϊόν αφαιρετικής εξιδανίκευσης αφού δεν λαμβάνει υπόψη, στο βαθμό που θα έπρεπε, την αμφίδρομη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων. Προϋποθέτει, δηλαδή, έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στον ρόλο του «πάσχοντος» και εκείνον του «συμπάσχοντος», τοποθετώντας υπεμφατικά τον δεύτερο σε θέση σχετικής ισχύος. Τι συμβαίνει, όμως, όταν καλούμαστε να συμπάσχουμε με εκείνους που ευθύνονται για μέρος των δικών μας δεινών;

Δεν ξέρω πόσο σοφότεροι γίναμε (με την «Παρσιφαλική» έννοια) ακούγοντας πρόσφατα τους απεργούντες συμβασιούχους στην καθαριότητα των δήμων να μιλούν με αγωνία για το αβέβαιο εργασιακό τους μέλλον και ό,τι σκοτεινό απορρέει από την ανασφάλεια αυτή. Κάτω από διαφορετικές συνθήκες, αν, δηλαδή, δεν βιώναμε από κοντά και για μία ακόμα φορά τη φρικιαστική εμπειρία πόλεων που μοιάζουν με απέραντους σκουπιδότοπους, ίσως κατορθώναμε να υπερβούμε για μια στιγμή τα τείχη του «εγώ» μας και να βιώσουμε τις καταστάσεις μέσα από τα μάτια της ψυχής του συνανθρώπου μας. Ίσως ακόμα και να κατεβαίναμε στους δρόμους διαδηλώνοντας πλάι του. Και δεν αποκλείεται ακόμα και να βγαίναμε σοφότεροι από αυτή τη συμπόρευση (για να θυμηθούμε τον Βάγκνερ).

Όμως, η υπέρβαση του «εγώ» σταματά εκεί που αρχίζει η τυραννία που επιβάλλει το «εγώ» του άλλου. Και οι «τύραννοι» στην περίπτωση που συζητούμε, όπως και σε πολλές ανάλογες, δεν είναι άλλοι από τις οργανωμένες ομάδες συμφερόντων που χρησιμοποιούν την κοινωνία ως όμηρο και μέσο εκβιασμού στην αντιπαράθεσή τους με την (όχι λιγότερο ένοχη) πολιτεία. Αυτές που – δόκιμα ή όχι – αποκαλούνται συχνά «συντεχνίες» του δημόσιου τομέα.

Αν κάποιον οφείλουμε, έτσι, να συμπονέσουμε είναι ο ανώνυμος, συνδικαλιστικά ανοργάνωτος, μη-προνομιούχος μέσος άνθρωπος της καθημερινότητας, σε ένα κράτος που αποδεικνύεται διαχρονικά και διακομματικά ανίκανο να προστατέψει τα πλέον θεμελιώδη και αυτονόητα δικαιώματα του πολίτη. Όπως το αίσθημα της ασφάλειας απέναντι στην εγκληματική δράση εισαγόμενων κακοποιών και ανεξέλεγκτων εγχώριων περιθωριακών ομάδων. Ή, η πρόσβαση σε μία σύγχρονη, αξιοκρατική και ποιοτική παιδεία. Ή ακόμα, η αδιάλειπτη παροχή κοινωνικών αγαθών όπως οι δημόσιες συγκοινωνίες, το δημόσιο σύστημα υγείας και – εν προκειμένω – η καθαριότητα στους δρόμους των πόλεων.

Ο άνθρωπος της γειτονιάς, που με κάθε «κινητοποίηση» (sic) των εργαζομένων στους δήμους πνίγεται στα σκουπίδια και απειλείται από τα τρωκτικά και τα βλαττοειδή, λίγο ενδιαφέρεται, εν τέλει, αν η οριστική (όχι εμβαλωματική, ως συνήθως) λύση του προβλήματός του – στο βαθμό που αυτή δεν θα υπερβαίνει τις οικονομικές του δυνατότητες – θα έρθει από τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα. Ήδη, μάλιστα, κάποιοι δήμοι ξεπέρασαν τέτοια διλήμματα και γκρέμισαν τα σχετικά ταμπού. Γιατί, τους τοπικούς άρχοντες τους εκλέγουν πολίτες, όχι συνδικαλιστές. Και στα συμφέροντα και τις ανάγκες των πρώτων θα πρέπει οι άρχοντες αυτοί να δίνουν προτεραιότητα. Εξ άλλου, από το υστέρημα, συχνά, των πολιτών προέρχονται οι αναγκαίοι πόροι που εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας.

Δεν μου είναι δύσκολο, λοιπόν, να προβάλω την αντίδραση μιας μερίδας αναγνωστών, που θα μπορούσε κάλλιστα να εκφράζεται με λόγια όπως τα παρακάτω:

«Καλός είναι ο Βάγκνερ σου και η συμπόνια που μας ζητά να δείξουμε στον εργαζόμενο συνάνθρωπο. Όμως μεγαλώνω παιδιά σ’ αυτή τη βρώμικη γειτονιά, τη γεμάτη σκουπίδια που σαπίζουν. Και έχασα κι εγώ πρόσφατα τη δουλειά μου. Τώρα με τρώνε οι δρόμοι στο ψάξιμο, και είμαι μόνος στον αγώνα για επιβίωση. Είναι κι αυτή η απαίσια μυρωδιά παντού, να πάρει...»

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Δωροδοκώντας με φουντούκια τον ταχυδρόμο!



Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στο "Βήμα" πριν ακριβώς πέντε χρόνια. Εξαιρουμένων κάποιων αυτοβιογραφικών στοιχείων, θα μπορούσε να είχε γραφτεί πριν 55 χρόνια, ή ακόμα και πριν 155. Το ερώτημα είναι: Μετά από πόσα χρόνια τα διδάγματα που περιέχει ένα τέτοιο κείμενο θα παραβιάζουν, πλέον, ανοικτές θύρες σε ό,τι αφορά αυτήν εδώ τη χώρα;

------------------------------------------------

Είναι κοινό μυστικό ότι στην Ελλάδα πολλοί νόμοι ψηφίζονται για να κοσμούν τα ράφια των νομικών βιβλιοθηκών, η δε εφαρμογή τους συχνά απαιτεί την ψήφιση νέων νόμων που επιβάλλουν την... εφαρμογή των παλιών! Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο οι κυβερνήσεις, στην προσπάθεια να επιδείξουν νομοθετικό έργο, να κατεβάζουν προς ψήφιση νομοσχέδια που θεραπεύουν προβλήματα τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ήδη υπάρχοντες – πλην όμως, ανενεργούς – νόμους.

Το πρόβλημα στη χώρα είναι πως, πολλοί αντιδημοφιλείς νόμοι καταργούνται στην πράξη από τους ίδιους τους πολίτες, ενώ οι κυβερνήσεις δεν τολμούν να τους εφαρμόσουν φοβούμενες το πολιτικό κόστος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αντικαπνιστικός νόμος, ο οποίος ουδέποτε εφαρμόστηκε και του οποίου η παράβαση ουδέποτε επέσυρε ποινές.

Υπάρχουν, βέβαια, και «οπισθοδρομικά» μέρη του κόσμου όπου τα «σκουριασμένα» μυαλά των πολιτών και των κρατικών λειτουργών επιμένουν να παίρνουν τους νόμους του κράτους στα σοβαρά. Κάποιες φορές, μάλιστα, μέχρι σημείου υπερβολής!

Ο ταχυδρόμος στην κωμόπολη της Utah ήταν πάντα φιλικός και ευπροσήγορος, παρά την φιλοπαίγμονα διάθεση του σκύλου μου απέναντί του, την οποία δεν έδειχνε να συμμερίζεται! Όταν ερχόταν αλληλογραφία από Ελλάδα, άκουγα από μακριά τη φωνή του να αναγγέλλει χαρούμενα: “Hey, Papachristou, letter from Greece!” 

Στα πακέτα που μου έστελναν οι δικοί μου, συχνά τρύπωναν και λίγους ξηρούς καρπούς, αγαπημένο σνακ ανθρώπων και σκύλου σ’ εκείνο το σπίτι. Κάποια φορά έκανα κάτι που θεωρούσα, τότε, εντελώς φυσικό. Από καθαρή ευγένεια, ετοίμασα ένα μικρό σακουλάκι φουντούκια και πήγα να το προσφέρω στον φιλότιμο ταχυδρόμο.

Ξάφνου, η γνώριμη φιλική του έκφραση εξαφανίστηκε και το ύφος του πήρε μια απρόσμενη τροπή προς το αυστηρό: «Αν δεν σε εκτιμούσα τόσο, Papachristou, θα μπορούσα να σε αναφέρω στις αρχές!» Καθώς έμεινα εμβρόντητος, μου εξήγησε: «Η χειρονομία σου θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόπειρα δωροδοκίας κρατικού λειτουργού!» Διακρίνω ήδη την ειρωνική έκφραση στο πρόσωπο του αναγνώστη...

Φαντάζομαι πως, ίσως ακόμα κι αρκετοί Αμερικανοί θα εύρισκαν μια τέτοια στάση ιδιαίτερα τυπολατρική. Το περιστατικό, όμως, είναι ενδεικτικό της προσήλωσης μιας κοινωνίας στους νόμους που οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της ψηφίζουν. Μιας κοινωνίας στην οποία η φοροδιαφυγή αποτελεί μέγιστο αδίκημα και επισύρει βαρύτατες ποινές, όπως και η οδήγηση κάτω από συνθήκες μέθης (στη χώρα μας, μόνο οι «ξενέρωτοι» οδηγούν πάντα ξεμέθυστοι!).

Η παρακάτω ερώτηση κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διδακτορικής διατριβής για μαθηματικούς και στατιστικολόγους: Σε πόσα κιλά (ή μάλλον, πόσους τόνους) φουντουκιών αντιστοιχούν τα «φακελάκια» που έχουν κατά καιρούς εισπράξει επίορκοι Έλληνες γιατροί, εφοριακοί, υπάλληλοι της πολεοδομίας, ή όσοι άλλοι κρατικοί «λειτουργοί» θα κουραζόμουν να αναφέρω;

Το χειρότερο όμως είναι πως, σαν κοινωνία, έχουμε εθιστεί επικίνδυνα στην ιδέα ότι η παράβαση των νόμων δεν είναι σπουδαία υπόθεση, «αρκεί να μη μας πιάσουν»! Γιατί, λίγο-πολύ, όλοι κάποτε χρειάστηκε να δώσουμε «φουντούκια» για να κάνουμε πιο εύκολα τη δουλειά μας, συναλλασσόμενοι με ένα σύστημα όπου οι συνειδήσεις είναι διάτρητες και οι νόμοι αφορούν αποκλειστικά την συμπαθή, πλην όμως απαξιωμένη, τάξη των «κορόιδων»...

Κλείνω το σημείωμα με μία ιδιαίτερα σοβαρή ομολογία: Αν ήμουν περισσότερο δίκαιος, στους δωροδοκούμενους με φουντούκια θα έπρεπε να συμπεριλάβω και τον ίδιο το σκύλο μου! Πράγματι, οι εν λόγω ξηροί καρποί αποτελούσαν το σύνηθες διαπραγματευτικό μέσον για να καταδεχθεί να σηκώσει το μπροστινό της πόδι για «χειραψία». Αλλά, είπαμε: για κάποιους προνομιούχους, οι νόμοι δεν ισχύουν παρά μόνο για τους... άλλους!

Aixmi.gr

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Και όμως, ο Βίλντερς είχε δίκιο!


Σε κριτική τοποθέτησή του στο Ολλανδικό κοινοβούλιο, με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup για εκταμίευση 8.5 δισ. ευρώ προς την Ελλάδα, και απευθυνόμενος στον Ολλανδό υπουργό οικονομικών και πρόεδρο του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, ο αρχηγός του ακροδεξιού κόμματος «Κόμμα για την Ελευθερία» Γκέερτ Βίλντερς έθεσε το παρακάτω (προσχηματικώς ευθύ, αλλά κατ’ ουσίαν ρητορικό) ερώτημα:

«Συμμερίζεστε την άποψη που λέει ότι δεν μπορείτε (σ.σ: οι Έλληνες) να ξοδεύετε όλα τα χρήματά σας σε σουβλάκι και ούζο και στη συνέχεια να ζητάτε κοινωνικά επιδόματα; Αν ναι, πότε σκοπεύετε να πείτε στους Έλληνες ότι δεν θα ανταμείβονται άλλο πια για την απάτη και την εξαπάτησή τους; Αν όχι (σ.σ: αν δεν το πράξετε), πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτό στους Ολλανδούς, οι οποίοι μόλις και μετά βίας μπορούν να τα βγάλουν πέρα;»

Θα δικαιώσω απόλυτα τον – με εκτυφλωτικά Άριο παρουσιαστικό – Ολλανδό βουλευτή, έστω και αν αυτό μου κοστίσει μαζικά “dislikes” από τους αναγνώστες! Τι είπε ο άνθρωπος; Ότι οι Έλληνες (υποθέτω αναφέρεται στον μέσο Έλληνα, όχι στον «Κροίσο») ξοδεύουν όσα βγάζουν σε σουβλάκια (το ούζο ας το αφήσουμε απέξω, δεν πάει με τα εν λόγω φαγώσιμα). Ψέματα είναι;

Ο Έλληνας, που κι αυτός μόλις και μετά βίας μπορεί πλέον να τα βγάλει πέρα, που άρχισε πια να συμβιβάζεται με δουλειές «ό,τι κάτσει» (αν υπάρχουν κι αυτές) με αμοιβές «όσο-όσο», και με δεδομένο ότι πρέπει αυτονοήτως να τραφεί για να επιζήσει (εκτός αν ο Άριος οραματίζεται κρυφά την Ελλάδα ως ένα απέραντο, νέο Άουσβιτς!), είναι φυσικό να επιλέξει την τροφή του και (αν όχι αποκλειστικά) με κριτήριο το κόστος. Γνωρίζει ο – εις εκλεκτό ανθρώπινο είδος ανήκων – πολιτικός ποια είναι η πλέον φθηνή τροφή που κρατά κάποιον στα πόδια του, σε τούτον εδώ τον τόπο; Εμείς, πάντως, γνωρίζουμε...

Όπως λένε, «από παιδί κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια». Αποκλείοντας, εν προκειμένω, την περίπτωση του παιδιού, βλέπουμε την παροιμία να επιβεβαιώνεται και πάλι. Ναι, λοιπόν, ο Βίλντερς είχε δίκιο όταν είπε πως όσα βγάζουμε τα τρώμε σε σουβλάκια και ούζο! Τώρα, ειδικά, που έπαψαν πια να είναι «τρέντυ» οι σαμπάνιες, το χαβιάρι και οι αστακοί...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τρίτη 13 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η Αριστερά στη Ζώνη του Λυκόφωτος

Θυμάμαι ένα επεισόδιο της σειράς “The Twilight Zone” που είχα δει στην αμερικανική τηλεόραση. Ένας καθηγητής Ιστορίας σε κάποιο πανεπιστήμιο, περιγράφει στους φοιτητές ένα περιστατικό που συνέβη κατά τη διάρκεια του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου. Μιλά με απίστευτο πάθος, και ο τόνος της φωνής του προδίδει οργή. Θα ‘λεγε κανείς πως είχε ζήσει από κοντά αυτά τα γεγονότα, έναν αιώνα πριν! Και όμως, αυτή ακριβώς ήταν η αλήθεια. Ο άνθρωπος αυτός, που η ηλικία του ήταν απροσδιόριστη, είχε τη σπάνια ιδιότητα να μη γερνά ποτέ. Στη «Ζώνη του Λυκόφωτος» όλα μπορούν να συμβούν!

Αναρωτιέται κανείς, εν τούτοις, αν τέτοια μεταφυσικά φαινόμενα θα ήταν δυνατό να συμβαίνουν και στην πραγματική ζωή. Η οργή του φανταστικού καθηγητή Ιστορίας ωχριά μπροστά σε εκείνη που επιδεικνύουν σχετικά νέοι σε ηλικία πολιτικοί ή πολιτικολογούντες στο χώρο της ελληνικής Αριστεράς, όταν αναφέρονται σε θέματα που σχετίζονται με την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Τόσο που θαρρεί κανείς πως τα έζησαν από μέσα!

Για παράδειγμα, με την υπογραφή του πρώτου μνημονίου μάθαμε ότι στην Ελλάδα υπάρχουν ακόμα και δρουν «δωσίλογοι» και «γερμανοτσολιάδες» (πού ήταν άραγε κρυμμένοι κάπου εβδομήντα χρόνια, και σε ποια κατάψυξη τους διατηρούσαν ζωντανούς;).

Πρόσφατα, μετά τον θάνατο ενός πρώην πρωθυπουργού, διαβάσαμε από θυμωμένες αριστερές γραφίδες ότι ήταν εκείνος που «έφερε τον εμφύλιο στην Κρήτη»!

Ακόμα πιο πρόσφατα, μία υστερική νέα γυναίκα, την οποία λόγοι πολιτικού νεποτισμού αλλά και πολιτικού καιροσκοπισμού έφεραν κάποτε να καταλάβει κορυφαίο θεσμικό αξίωμα στο ελληνικό κοινοβούλιο, παραλίγο να τινάξει στον αέρα την τελετή μνήμης για τη Σφαγή του Διστόμου από τα ναζιστικά στρατεύματα (1944) όταν βγήκε μπροστά από το πλήθος και, σε τόνους παθιασμένης ακτιβίστριας, απευθύνθηκε στον Γερμανό πρεσβευτή τη στιγμή που ήταν έτοιμος να καταθέσει στεφάνι στη μνήμη των θυμάτων, απαιτώντας να κάνει μεταβολή και να γυρίσει στη θέση του!

Το ενδιαφέρον σε όσα ανέφερα πιο πάνω είναι πως ένα ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς και της Αντίστασης, που είχε πράγματι ζήσει την Κατοχή και τον Εμφύλιο, ήταν εκείνο που αποκατέστησε την αλήθεια και την τιμή του πρώην πρωθυπουργού και πολιτικού αντιπάλου του. Και ήταν το ίδιο πρόσωπο που, λίγο αργότερα, πήρε από το χέρι τον Γερμανό πρεσβευτή οδηγώντας τον στο μνημείο και βοηθώντας τον να καταθέσει το στεφάνι. Πράξη για την οποία η «αριστερή» κόρη, που βρήκε και διάβηκε πολιτικό δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, χυδαιολόγησε με περισσή ιταμότητα στα social media εναντίον του ανθρώπου που διακινδύνευσε κάποτε τη ζωή του κατεβάζοντας τη ναζιστική σημαία, λέγοντάς του πως την είχε μόλις... επανατοποθετήσει στη θέση της!

Δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς τη μεγαλοσύνη του παλιού αγωνιστή της Αριστεράς, του Μανόλη Γλέζου, που βαδίζει προς τη δύση της ζωής του αφήνοντας ως παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές την υπέρβαση των παθών, την εθνική συμφιλίωση και, πάνω απ’ όλα, το πολιτικό ήθος.

Απέναντι σε όλα αυτά, μόνο θλίψη προκαλεί η μικρότητα και η εμπάθεια μιας νέας γενιάς «αριστερών», γαλουχημένων στις «καταλήψεις», τις «επαναστάσεις» επί χάρτου – συνοδεία φραπέ – και τη ρητορεία των κραυγών και των εύκολων συνθημάτων.

Πού να βρίσκεται, άραγε, κρυμμένο σήμερα το αριστερό ήθος; Αν εξαιρέσει κανείς λίγους εναπομείναντες θύλακες αληθινά αριστερής ευπρέπειας στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, ίσως θα πρέπει πλέον να το αναζητήσουμε σε τόπους μακρινούς και μεταφυσικούς. Κάτι σαν τη Ζώνη του Λυκόφωτος, δηλαδή...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

Η ζωή μετά το Facebook...


Υπάρχει ζωή μετά το Facebook; Για κάποιους «κολλημένους» με το μέσο, η ερώτηση αυτή έχει βαθιά υπαρξιακό νόημα και μπορεί να πάρει σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις. Ευτυχώς δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία: η ζωή μου ποτέ δεν συνυφάνθηκε με αυτό τον ιστότοπο. Γι’ αυτό και, όταν το έκρινα, μπόρεσα κάποια στιγμή να φύγω...

Δεν θα ήθελα να αναφερθώ αναλυτικά στους λόγους της φυγής. Περιορίζομαι σε έναν, αυτόν που τελικά αποδείχθηκε ο σημαντικότερος:

Αν και οι φίλοι μου (μεταξύ αυτών και αρκετοί αγαπημένοι μαθητές μου, παλιοί και νεότεροι) ήταν όλοι σοβαροί και ιδιαίτερα αξιόλογοι άνθρωποι, δεν μπορούσα να αγνοήσω, άρα και να δεχθώ, την περιρρέουσα χυδαιότητα και ευτέλεια στον ευρύτερο χώρο του FB. Τα όσα εμετικά διάβασα μετά την πρόσφατη τρομοκρατική απόπειρα δολοφονίας κατά ενός πρώην πρωθυπουργού, και τον θάνατο, λίγο μετά, ενός άλλου, έκαναν το ποτήρι να ξεχειλίσει...

Ακόμα πιο πολύ με απογοήτευσε η στάση κάποιων διανοούμενων φίλων από το χώρο της μετριοπαθούς (υποτίθεται) Αριστεράς, μετά τα πιο πάνω γεγονότα. Το μόνο που διαφοροποίησε τη στάση τους από εκείνη, π.χ., ενός άξεστου, χυδαίου Κρητικού πολιτικού, ήταν η λόγια χρήση της ελληνικής γλώσσας. Τα δηλητηριώδη, εμφυλιοπολεμικά νοήματα ελάχιστα διέφεραν...

Θα μπορούσα να προσθέσω έναν λιγότερο σημαντικό, προσωπικό λόγο που ενίσχυσε, όμως, την απόφαση για φυγή. Όταν κάποιος λέει – και μάλιστα, δημόσια – πράγματα που ελάχιστους δείχνουν να ενδιαφέρουν, πρέπει κάποια στιγμή να σιωπά. Αν επιμείνει να μιλά, καταντά γραφικός. Με την ιδιότητα αυτή δεν θα μπορούσα ποτέ να συνυπάρξω! Από την άλλη, δεν είμαι (ακόμα, τουλάχιστον) τόσο δυνατός ώστε να συμβιβαστώ με το ρόλο ενός σιωπηλού παρατηρητή. Αυτή την αδυναμία δίκαια θα μπορούσε κάποιος να μου τη χρεώσει!

Για να μην το «παίξω υπεράνω», ομολογώ ότι αρκετά πράγματα έχουν ήδη αρχίσει να μου λείπουν από το FB. Σταχυολογώ μερικά από αυτά, τιμής ένεκεν:

* Οι άπαιχτες ατάκες του Χρήστου Παναγιωτόπουλου, με τις οποίες προλόγιζε τις κοινοποιήσεις των άρθρων από την «Αιχμή»...

* Οι απίθανες ποιητικές και φιλοσοφικές προτάσεις της Φέφης Π., συνοδευμένες πάντα από εξαίσιες φωτογραφίες...

* Η ποίηση, η κοινωνική ευαισθησία και η ζωοφιλία του πολύ αξιόλογου Σταύρου Φ....

* Τα ευρηματικά στιχουργήματα και τα εμπνευσμένα σκίτσα του Κώστα Κ....

* Τα επικά κονταροχτυπήματα με τον Στέλιο Κ. για την Ευρώπη και τα μνημόνια...

* Τα εύστοχα σχόλια του Tom-Tom, που είχε πάντα μια καλή κουβέντα να πει...

* Οι τζαζ αναμνήσεις, τα ιστορικά παραθέματα και τα λόγια κείμενα του σημαντικού στοχαστή και καλού μου φίλου, Ιλάν (θα εξαιρέσω πολιτικά σχόλια που ελάχιστα με γοήτευσαν)...

* Η άμεση ενημέρωση για κάθε νέο κείμενο του κορυφαίου αρθρογράφου Γιάννη Σιδέρη...

* Η δυνατότητα που είχα να κοινοποιώ τα εξαιρετικά κείμενα της Ελένης Αθανασούλη (πιστεύω θα βρεθεί κάποια λύση)...

* Η επαφή με καλούς φίλους και αγαπητούς μαθητές, που ελπίζω να μην αισθάνονται ότι τους πρόδωσα...

Γνωρίζω πως είμαι, γενικά, βαρετός και πως αυτά που γράφω ελάχιστα έως καθόλου διαβάζονται. Όσοι τυχόν, πάντως, διακατέχονται από υπέρμετρο μαζοχισμό, θα με βρίσκουν πάντα στη φιλόξενη «Αιχμή», όπως και στο «Βήμα» που κάνει μια νέα αρχή και χρειάζεται τη στήριξη όλων μας.

Παρεμπιπτόντως, η εικασία (για να μην πω βεβαιότητα) που διατυπώθηκε, ότι τα κείμενά μου στο «Βήμα» θα τα εγκρίνει στο εξής ο... Τσουκαλάς («άντε γεια, ρε!»), κρίνεται ως μάλλον υπερβολική και, σε κάθε περίπτωση, μέχρι στιγμής διαψεύδεται!

Θα τα λέμε!

Aixmi.gr

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το καρναβάλι των social media

Η ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Γάμος αλά Ελληνικά» – ίσως η πιο φιλοσοφημένη του ελληνικού κινηματογράφου – αποτελεί μια ειρωνική σπουδή πάνω στην υποκειμενικότητα του έρωτα. Η υπόθεση έχει ως εξής:

Είναι παντρεμένοι ένα χρόνο. Αυτός αγαπάει κρυφά μια άλλη... Αυτή αγαπάει κρυφά έναν άλλο... Δεν υποπτεύονται καν ότι ο «άλλος» και η «άλλη» δεν είναι παρά αυτοί οι ίδιοι! Μόνο που τους είναι αδύνατο να αναγνωριστούν μεταξύ τους δίχως τις αποκριάτικες μεταμφιέσεις τους, έξω απ’ τα κοστούμια που φορούσαν εκείνη τη «μαγική» νύχτα του καρναβαλιού που είχαν γνωριστεί – και που έμελλε να είναι η μοναδική... Στο φινάλε της ταινίας ακούγεται μία από τις κορυφαίες ατάκες του ελληνικού σινεμά, αληθινή αποθέωση του παράλογου που μόνο η σάτιρα μπορεί να χαρίσει:

«Κτήνος! Ένα χρόνο παντρεμένοι, και μου το ‘κρυβες πως ήσουνα εσύ εκείνος που αγαπούσα!»

Το καρναβάλι είναι μια σύντομη φυγή από την πραγματικότητα σε έναν κόσμο όπου ο καθένας μπορεί ελεύθερα να ορίσει τον εαυτό του όπως εκείνος επιθυμεί, δίνοντάς του ιδιότητες που ενδεχομένως θα ήθελε, μα δεν του είναι δυνατό, να έχει. Πρόκειται, θα λέγαμε, για μία βραχύβια, αθώα παραχάραξη της ίδιας της ζωής. Μετά το τέλος του, ο άνθρωπος καλείται να βρεθεί και πάλι αντιμέτωπος με τις πραγματικότητες από τις οποίες θέλησε για λίγο να αποδράσει...

Με την ανάπτυξη του Διαδικτύου και την έλευση των social media – ιδιαίτερα του πλέον δημοφιλούς εξ αυτών, του Facebook – ένα νέο «καρναβάλι», τούτη τη φορά ηλεκτρονικό και σε ισχύ 365 μέρες το χρόνο, απλώθηκε ώσπου να φτάσει σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Σε κάθε χρήστη του δικτύου παρέχεται μία εντυπωσιακή δυνατότητα απόλυτου και αδιαμφισβήτητου αυτοπροσδιορισμού μέσα σε ένα επιλεγμένο από τον ίδιο κοινωνικό υποσύνολο που φέρει τον ευφημιστικό χαρακτηρισμό «φίλοι» (τα εισαγωγικά ουδόλως περισσεύουν!).

Έτσι, ο μέσος χρήστης, μπροστά σε ένα εικονικό και εξ ορισμού δεκτικό κοινό (οι εκφράζοντες ενστάσεις και οι αμφισβητίες μπορούν αυτομάτως να διαγράφονται από τη λίστα των «φίλων»!) αποκτά, αν το επιθυμεί, τη δυνατότητα να αυτο-αναγορεύεται σε καλλιτέχνη, σε ποιητή, φιλόσοφο, κοινωνιολόγο, πολιτικό επιστήμονα (ή και απλά πολιτικά σκεπτόμενο ον), οικονομολόγο, ψυχολόγο, δημοσιογράφο, εραστή, και άλλα αναρίθμητα. (Δεν αναφέρομαι, ασφαλώς, σε χρήστες που πραγματικά διαθέτουν τις ιδιότητες που συνοδεύουν το προφίλ τους!)

Η οικονομική κρίση γέννησε μια νέα γενιά «καρναβαλιστών» των social media: τους οργισμένους τιμωρούς. Είδαμε, έτσι, ακόμα και «επώνυμους» – που θα όφειλαν, ως δημόσια πρόσωπα, να είναι αυτοσυγκρατημένοι και νηφάλιοι – να μετέρχονται εκφραστικά μέσα χαμαιτυπείου για να διοχετεύσουν το μένος τους εναντίον όσων κατά την κρίση τους ευθύνονται για τα δεινά της χώρας. Συνήθεις στόχοι ήταν και είναι, ασφαλώς, όσοι συνέδεσαν άμεσα το όνομά τους με τα υπέρμετρα δαιμονοποιηθέντα μνημόνια. Αλλά και άλλοι που απλά δεν τάχθηκαν ποτέ με την πλευρά των λεγόμενων «αντιμνημονιακών» δυνάμεων (λες και υπάρχει «φιλομνημονιακός» Έλληνας, που αγαπά, δηλαδή, τα μνημόνια!).

Δύο πρόσφατα γεγονότα – η τρομοκρατική απόπειρα κατά της ζωής ενός πρώην πρωθυπουργού που «έβαλε πλάτη» για να ξεπεράσει η χώρα μια δύσκολη στιγμή κατά τα πρώτα χρόνια της κρίσης, και ο θάνατος, σύντομα μετά, ενός προγενέστερου πρωθυπουργού ο οποίος, σε χρόνους ανύποπτους, είχε προειδοποιήσει για μια επερχόμενη κρίση (αλλά οι πάντες εκώφευσαν) – έδειξαν ως πού μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη μικροψυχία και ποια είναι (αν υφίστανται καν) τα όρια του πολιτικού μίσους.

Όχημα για την έκφραση των παραπάνω ήταν – τι άλλο; – τα social media. Με βάση τους οχετούς υβριστικών λόγων που αναρτήθηκαν εκεί από ανώνυμους κι επώνυμους, έγκριτοι πολιτικοί αναλυτές σε σοβαρά μέσα ενημέρωσης (ηλεκτρονικά κυρίως) έστησαν μία ευρεία συζήτηση για το κατάντημα του πολιτικού λόγου και ήθους σ’ αυτή τη χώρα. Άρχισαν, μάλιστα, δειλά-δειλά να κάνουν την εμφάνισή τους ποικίλοι προβληματισμοί γύρω από την οριοθέτηση ή μη της ελευθερίας του λόγου (σε κάποιες περιπτώσεις τα ίδια τα social media αναγκάστηκαν να διαγράψουν αναρτήσεις που ξέφευγαν από τα συμβατικά όρια της «απλής» χυδαιότητας).

Μια δεύτερη, όμως, και ίσως πιο ψύχραιμη προσέγγιση στο φαινόμενο θα οδηγήσει σε έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισής του. Θα μπορούσε, δηλαδή, κάποιος να αναρωτηθεί αν θα έπρεπε, τελικά, να αποδίδεται τόσο μεγάλη πολιτική βαρύτητα σε μία ανάρτηση σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ακόμα κι αν αυτή υπογράφεται από ένα δημόσιο πρόσωπο. Το ερώτημα καθίσταται ρητορικό αν δεχθούμε την «καρναβαλική» ιδιότητα των social media, όπως την περιγράψαμε νωρίτερα. Αν λάβουμε υπόψη, δηλαδή, ότι ο χρήστης συχνά (αν και δεν θα το διατυπώσουμε ως γενικό κανόνα) προβάλλει ένα κομμάτι εαυτού που θα ήταν αδύνατο να επιδείξει στις καθημερινές του λειτουργίες ως κοινωνικό μέλος, ή ακόμα και ως θεσμικό πρόσωπο.

Με απλά ελληνικά: Ποιος (θα ‘πρεπε να) δίνει σημασία σε προσωπικές θέσεις που αναρτώνται στα social media; Αν το ρητορικό αυτό ερώτημα παρεμφαίνει απαξίωση των μέσων αυτών και των χρηστών τους, ας μην κριθούν γι’ αυτό εκείνοι που τυχόν το θέτουν, αλλά τα ίδια τα κοινωνικά δίκτυα που αποτυγχάνουν να «φιλτράρουν» την ποιότητα των αναρτήσεων. Ένα επιστημονικό άρθρο έχει κύρος διότι περνά από αξιολόγηση πριν δει το φως της δημοσιοποίησης. Το ίδιο και ένα κείμενο σε ένα έγκριτο έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο ενημέρωσης. Στα social media, από την άλλη, κάθε «πικραμένος», κάθε οργισμένος, ή απλά κάθε λάτρης της κοινής πρόκλησης, είναι ελεύθερος να εκφορτίσει δημόσια τα απωθημένα της ψυχής του υπό τις επιδοκιμασίες (συχνά συνοδευόμενες από χαμηλής αισθητικής πολύχρωμα εικονίδια) εκατοντάδων ή ακόμα και χιλιάδων «φίλων». Γιατί αυτό θα έπρεπε να αποτελεί ζήτημα μιας σοβαρής πολιτικής ανάλυσης;

Τούτων λεχθέντων, και προς αποφυγή τυχόν παρερμηνειών των θέσεών μας, θα πρέπει να τονιστεί ότι ένα δημόσιο πρόσωπο κρίνεται και από τις σκέψεις που καταθέτει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ότι δεν αποδίδουμε, π.χ., ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα σε μία ευτελή ή χυδαία ανάρτηση ενός πολιτικού προσώπου δεν σημαίνει ότι θα μπορούσαμε, εν τούτοις, να πάρουμε το πρόσωπο αυτό στα σοβαρά όταν εκφράζεται εκτός κοινωνικών δικτύων. Απλά, μαζί με την ανάρτηση απαξιώνουμε οριστικά και το πρόσωπο, σε όλες του τις εκφάνσεις!

Κλείνω με μία συμβουλή που πηγάζει από προσωπική εμπειρία: Αν δεν μπορείς να αντέξεις τη φασαρία του καρναβαλιού και τη συνύπαρξη με τόσους μασκαράδες, πέτα τη στολή και φύγε! Οι λογαριασμοί στα social media μπορούν να κλείνουν τόσο εύκολα όσο ανοίγουν. Το κόστος ενός βραχύβιου συνδρόμου εξάρτησης είναι ασήμαντο μπροστά στο αίσθημα απελευθέρωσης που μένει, και στην επιστροφή σε μια παλιά, ξεχασμένη κανονικότητα ζωής. Εκεί που οι φίλοι είναι φίλοι. Δίχως τα εισαγωγικά...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 4 Ιουνίου 2017

Κοινωνικά δίκτυα και διασυρμός της ελευθερίας του λόγου


Η νευρική ανορεξία είναι μία ψυχοσωματική νόσος που έχει προκαλέσει τον θάνατο σε αμέτρητους ανθρώπους. Ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της νόσου είναι η κατανάλωση ποσότητας τροφής και η εν συνεχεία εκούσια αποβολή της από τον/την ασθενή.

Νεότερες μελέτες έχουν δείξει, εν τούτοις, μία μεταβολή στη συμπεριφορά αρκετών ασθενών: Αφού καταναλώσουν ποσότητα τροφής, ανοίγουν στη συνέχεια το γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Οι προκαλούμενες, τότε, αυτόματες συσπάσεις του στομάχου ακυρώνουν την ανάγκη μιας τεχνητής αποβολής του περιεχομένου του, αφού το ζητούμενο επιτυγχάνεται με τρόπο αυθόρμητο και εντελώς φυσικό με την ίδια την ανάγνωση. Λέγεται ότι τα αποτελέσματα στην εξέλιξη της νόσου είναι θεαματικά!

Ώρες-ώρες σκέφτομαι ότι η εξάρτηση από τον αρρωστημένο αυτό ιστότοπο είναι κάτι σαν την εξάρτηση από το τσιγάρο ή τις ψυχοτρόπες ουσίες: ενώ ξέρεις ότι σε βλάπτουν, δυσκολεύεσαι να απαλλαγείς από αυτά, έχοντάς τα με τον καιρό εντάξει στα "εκ των ων ουκ άνευ" της καθημερινότητάς σου. Το ερώτημα είναι: έχουμε τη δύναμη να απεξαρτηθούμε, διαγράφοντας μια και καλή τους λογαριασμούς μας;

Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης, ας συμβιβαστούμε με την ιδέα (ή μάλλον, τη βεβαιότητα) ότι κολυμπάμε στην ίδια μολυσμένη θάλασσα με κάθε οργισμένο τενεκέ που (νομίζει πως) έχει "πολιτική" άποψη... Με κάθε συμπλεγματικό κριτή που αποβάλλει τα περιττώματα της άρρωστης ψυχής του προσφέροντάς τα ως "τροφή" σε συνειδήσεις εχθρών και "φίλων"... Με κάθε "καλημερατζή" και "καληνυχτατζή" που σχολιάζει ένα αναρτημένο ποίημα του Καβάφη με τα εμπνευσμένα λόγια "καληνύχτα γλυκιά μου Μαίρη", συνοδευόμενα από πολύχρωμες καρδούλες... Με κάθε εμπαθή ή καιροσκόπο διανοούμενο (χωρίς εισαγωγικά η τελευταία λέξη) που, για να κερδίσει λίγους ακόμα κομματικούς πόντους, ξεπέφτει στο επίπεδο να πολιτικολογεί αναπαράγοντας (με την δέουσα, ασφαλώς, ορθότητα στη χρήση του λόγου) την αισχρή ρητορεία ενός άξεστου υφυπουργού που κοπρολογεί μετά τον θάνατο πολιτικού του αντιπάλου...

Το εν λόγω μέσο κοινωνικής δικτύωσης (ή "εν λόγο", όπως διαβάζω συχνά σε σχόλια εκεί), το οποίο κατόρθωσε να εξαφανίσει και τα τελευταία υπολείμματα (υπαρκτών ή ανύπαρκτων) "ηθικών πλεονεκτημάτων", θα αποδειχθεί, φοβάμαι, ο μεγαλύτερος - αν όχι ο θανάσιμος - εχθρός της ελευθερίας του λόγου. Γιατί, προσφέροντας όλες τις (νόμιμες;) δυνατότητες για την κατάχρηση και τον ευτελισμό, τελικά, της ελευθερίας αυτής, συμβάλλει ταυτόχρονα στην ενδυνάμωση της φωνής εκείνων που ζητούν τον περιορισμό της.

Βέβαια, για να είμαστε δίκαιοι, δεν είναι υπεύθυνο το μέσο για το γενικότερο επίπεδο των χρηστών του, όπως δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα για το ποιόν εκείνων που ορίστηκαν να το υπηρετούν. Η ευθύνη και για τα δύο ανήκει στις επιλογές της κοινωνίας, όπου ως "κοινωνία" κατάντησε να νοείται ένα συνονθύλευμα ταξικών συμφερόντων, καθένα εκ των οποίων ωραιοποιείται και εξιδανικεύεται κάτω από το μανδύα μιας αντίστοιχης "πολιτικής ιδεολογίας".

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι απλά απεικονίσεις της ίδιας της λειτουργίας της δημοκρατίας μας. Ενός πολιτεύματος που εμείς οι Έλληνες πρώτοι γνωρίσαμε στην ανθρωπότητα - κι είμαστε εμείς που συνεχίζουμε να δείχνουμε το δρόμο για την πολιτική και ηθική αυτοκαταστροφή του. Συντηρώντας την κατάρα του εθνικού διχασμού και εμπλουτίζοντας τις ιστορικές εκδοχές του με νέα δίπολα μίσους...

Υπάρχει ελπίδα ακόμα; Ίσως, αν κάποτε ωριμάσουμε σαν λαός κι αναγνωρίσει ο καθένας μας τις ευθύνες του για το σημερινό κατάντημα της χώρας. Δεν δείχνει να 'ναι κοντά η ώρα...

Aixmi.gr