Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Διώξτε, επιτέλους, την αλητεία από την ΑΕΚ!

Την περασμένη Κυριακή, στο γήπεδο της Ριζούπολης, μερικές δεκάδες αλητών διέσυραν για μία ακόμα φορά το όνομα της ΑΕΚ με πράξεις βίας που δυσφημούν το σύλλογο, αλλά και το ποδόσφαιρο ως άθλημα, γενικά. Συχνά αναφέρονται με τον απρόσωπο χαρακτηρισμό «γνωστοί-άγνωστοι». Δεν είναι καθόλου άγνωστοι! Ή μάλλον, είναι μόνο για εκείνους που είτε κλείνουν τα μάτια στο φαινόμενο της βίας στα γήπεδα, είτε – ακόμα χειρότερα – επιδιώκουν, για λόγους σκοτεινούς, τη διατήρησή του…

Είναι οι ίδιοι – τουλάχιστον, σε ό,τι αφορά τον σκληροπυρηνικό οπαδικό χώρο από τον οποίο προέρχονται – που αμαύρωσαν την κατάκτηση του Κυπέλλου το 2011, βιαιοπραγώντας άνευ αιτίας κι αφορμής στον Τελικό της ντροπής… Οι ίδιοι που κατεξευτέλισαν έναν ιστορικό προπονητή της ομάδας (καθώς και τους συνεργάτες, ακόμα και την οικογένειά του) επειδή «τόλμησε» να εργαστεί, για ένα διάστημα, σε ανταγωνιστικό σύλλογο… Οι ίδιοι που με βία και τρομοκρατία επέβαλαν τον Θεμιστοκλή Νικολαΐδη ως πρόεδρο της ΠΑΕ, για να τον αποπέμψουν καθυβριζόμενο όταν εκείνος αρνήθηκε να τους καταστήσει οιονεί συνδιοικούντες, ενώ κατέβαλε και (όψιμες) προσπάθειες να καθαρίσει τον οπαδικό χώρο της ΑΕΚ από την αλητεία…

Και, είναι οι ίδιοι που πανηγύριζαν(!) όταν ο Ολυμπιακός, με το καταραμένο εκείνο γκολ στο 90΄, κέρδιζε τη Λάρισα στο «Καραϊσκάκη» το 2008, στερώντας την ΑΕΚ από έναν τίτλο που εδικαιούτο απόλυτα. (Για την ιστορία, ο ΟΣΦΠ πήρε τότε τον τίτλο κυριολεκτικά «στα χαρτιά», υπό τα προκλητικά σαρκαστικά τηλεοπτικά ευφυολογήματα του τότε προέδρου του…) Όταν κάποτε ρώτησα έναν από αυτούς, προς τι οι πανηγυρισμοί, μου απάντησε με αφοπλιστική ειλικρίνεια πως θα ήταν καταστροφή για την ΑΕΚ αν πιστωνόταν η κατάκτηση ενός πρωταθλήματος σε έναν «καταδότη» (ελληνιστί, «ρουφιάνο») πρόεδρο, ο οποίος, συν τοις άλλοις, δεν ήθελε να γίνει το γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια! (Ο χαρακτηρισμός «καταδότης» αναφερόταν στην προσπάθεια συνεργασίας του Θ. Νικολαΐδη με τις αρχές, με σκοπό την πάταξη της βίας στα γήπεδα.)

Σήμερα που ο σύλλογος κάνει μια νέα αρχή πασχίζοντας να αναγεννηθεί από τις στάχτες του, τα ίδια τρωκτικά εξακολουθούν να κάνουν κουμάντο στο σκληρό πυρήνα των «οργανωμένων» οπαδών. Το λέμε ξεκάθαρα: Δεν πρόκειται για φίλους της ΑΕΚ, αλλά για περιθωριακά στοιχεία που χρησιμοποιούν τον οπαδικό χώρο σαν λημέρι και σαν ορμητήριο για την «αντιεξουσιαστική» δράση τους. Η οποία δράση στρέφεται, κατά κύριο λόγο, εναντίον των αστυνομικών δυνάμεων που περιφρουρούν την τάξη στα γήπεδα. Αυτοί είναι για εκείνους ο πραγματικός αντίπαλος, και όχι η ομάδα που αντιμετωπίζει η ΑΕΚ στον αγωνιστικό χώρο!

Η «μεγαλύτερη οργάνωση οπαδών της ΑΕΚ» υπήρξε δημιούργημα ενός αρχομανούς οπαδού με ηγετικές φιλοδοξίες. Ιδιοφυής και χαρισματικός δημαγωγός, κατάφερε να δημιουργήσει μια πολυάριθμη κοινότητα φανατικά αφοσιωμένων οπαδών-στρατιωτών. Αφοσιωμένων, βέβαια, στην ίδια την οργάνωση και τον αρχηγό της, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στην ΑΕΚ, την οποία δεν δίστασαν να βλάψουν όσες φορές οι διοικήσεις της δεν τους έκαναν τα χατίρια!

Με τον καιρό, στην οργάνωση παρεισέφρησαν και άτομα του περιθωρίου, τα οποία ελάχιστη σχέση είχαν με την ΑΕΚ ή με το ποδόσφαιρο, γενικότερα. Τους βλέπουμε χρόνια στα γήπεδα όπου αγωνίζεται η ομάδα, να βιαιοπραγούν και να καταστρέφουν, χωρίς η πολιτεία να δείχνει ικανή να καταστείλει τη δράση τους. Και, δυστυχώς, παραμένουν επίκαιρα αυτά που γράφαμε πριν περίπου τρία χρόνια στο «ΒΗΜΑ»:

«Χρόνια τώρα οι μηχανισμοί της πολιτείας αποδεικνύονται ανίσχυροι (ή μήπως κι απρόθυμοι;) να εξαλείψουν ένα νοσηρό φαινόμενο που διώχνει σιγά-σιγά τους πραγματικούς φιλάθλους από τα γήπεδα. Η ουσιαστική ατιμωρησία των κάφρων και των ΠΑΕ που τους στεγάζουν, ισοδυναμεί με επίσημη ασυλία στους αλήτες των γηπέδων και ενθαρρύνει ευθέως τη διαιώνιση των φαινομένων βίας στους αθλητικούς χώρους.

(…) Οι λεγόμενοι ‘οργανωμένοι’ οπαδοί της ΑΕΚ (ομάδας που υποστηρίζει ο γράφων) εξάντλησαν τα όρια ανοχής των αθλητικών αρχών όταν εισέβαλαν με βίαιο τρόπο στον αγωνιστικό χώρο αρκετά λεπτά πριν τη λήξη του τελικού του Κυπέλλου Ελλάδος (σ.σ: το 2011) χτυπώντας αντίπαλους ποδοσφαιριστές αλλά και τον ίδιο το διαιτητή! Δεν μπήκαν από ασυγκράτητη παρόρμηση να πανηγυρίσουν, ούτε με σκοπό να διαμαρτυρηθούν (η ομάδα τους κέρδιζε ήδη με ευρύ σκορ, έχοντας απολαύσει και σχετική εύνοια από την διαιτησία). Ήθελαν μόνο να κάνουν επίδειξη δύναμης, να βροντοφωνάξουν πως η βία τους είναι πάνω από αθλητικά ιδεώδη και έντιμες νίκες μέσα στους αγωνιστικούς χώρους… Και το πέτυχαν απόλυτα!

Ο διαιτητής της συνάντησης δεν τόλμησε (ως όφειλε) να κηρύξει τον αγώνα διακοπέντα εις βάρος της ΑΕΚ, η αντίπαλη ομάδα δεν τόλμησε, με τη σειρά της, να κάνει ένσταση, με την οποία θα κέρδιζε το παιχνίδι (έστω ‘στα χαρτιά’) και, σαν κερασάκι στην τούρτα, η ΑΕΚ (της οποίας η διοίκηση επί σειρά ετών δέχεται ως ισότιμο συνομιλητή τον άνθρωπο που εισήγαγε τον χουλιγκανισμό στο σύλλογο) γλίτωσε με μια τιμωρία-χάδι που, ακόμα και σε πολλούς απ’ τους φιλάθλους της (του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου) φάνηκε σκάνδαλο! Και η πολιτεία γι’ ακόμα μια φορά έκλεισε φοβισμένη το μάτι στους ταραχοποιούς, προσπαθώντας να κατευνάσει τα άγρια ένστικτά τους με το βότανο της ατιμωρησίας…

(…) Τώρα πρέπει να πάρουν σειρά (σ.σ: στην κάθαρση του ποδοσφαίρου) οι βαρόνοι της βίας στις εξέδρες, αλλά και οι συνένοχες ΠΑΕ που, για λόγους ιδιοτελείς, δεν προχωρούν στην αναγκαία εκκαθάριση των οπαδικών χώρων (αυτών, τουλάχιστον, στους οποίους έχουν εκχωρήσει άδεια εισόδου στα γήπεδα). Για να φύγει, επιτέλους, από τα γήπεδα του ποδοσφαίρου – και όχι μόνο – η οργανωμένη αλητεία των περιθωριακών, τους οποίους κάποιοι ‘καθοδηγητές’ μεθοδικά στρατολογούν και χρησιμοποιούν ως δυνάμεις κατοχής των ομάδων που υποτίθεται πως ‘αγαπούν’…»

Ελπίζουμε πως η νέα, στιβαρή διοίκηση της ΑΕΚ έχει και τη θέληση και τη δύναμη να ξεριζώσει τα παράσιτα από τον οπαδικό χώρο του συλλόγου. Σε αντίθετη περίπτωση, πολλά θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος κακόπιστος για τη «χρησιμότητα», εν τέλει, αυτών των αλητών στο ανεβοκατέβασμα ιδιοκτητών και διοικήσεων…

Όμως, ως υστερόγραφο στο παρόν σημείωμα, ας αλλάξουμε εντελώς το κλίμα και ας κλείσουμε με μια αισιόδοξη νότα. Ή μάλλον, νότες. Όπως οι εξαίσιες εκείνες του Δημήτρη Παπαδημητρίου, με τις οποίες «έντυσε» μουσικά την υπέροχη ποίηση του Χρήστου Παναγιωτόπουλου!

Βρεθήκαμε στην εντυπωσιακά ζεστή ατμόσφαιρα της πρόσφατης παρουσίασης του νέου CD «Λωτοφάγοι», και αληθινά γοητευθήκαμε από την ωραιότητα των λέξεων και των ήχων. Ευχόμαστε ολόψυχα καλή επιτυχία σε ένα αληθινό έργο τέχνης! Και, ως γνωστόν, «η τέχνη εισερχομένη από την πόρτα, η (κάθε μορφής) βία εξέρχεται απ’ το παράθυρο», όπως θα ‘λεγε και ο Θρασύβουλας ο φιλόσοφος στον «Ατσίδα»…

Aixmi.gr

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Πολυπολιτισμικότητα και δημοκρατία: Έννοιες συνώνυμες;

Διάβασα πρόσφατα το εξαιρετικό άρθρο της Στέλλας Πριόβολου«Εθνική επέτειος και υπέρβαση στη σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία». Το κείμενο αναφέρεται στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, όχι με τους συνήθεις διθυραμβικούς τόνους των ημερών, αλλά ως ανάμνηση μιας ιστορικής δοκιμασίας που δεν στάθηκε ικανή να καταλύσει τη μακρόχρονη φιλία δύο λαών, και ως εγκώμιο υπέρβασης «πικρών κοινών σελίδων ιστορίας» προς χάριν της ειρήνης και της δημοκρατίας.

Ομολογώ ότι λίγο έλειψε να προσπεράσω το άρθρο εξαιτίας του μάλλον αταίριαστου και, θα έλεγα, αποπροσανατολιστικού τίτλου του! Δεν ανήκω σ’ εκείνους που τους διαπερνούν ρίγη συγκίνησης όταν ακούν τη λέξη «πολυπολιτισμικότητα», και υπέθεσα αρχικά ότι ο όρος αυτός θα έδινε το στίγμα των ιδεών στο κείμενο. Έκανα λάθος: Ο όρος (ακόμα κι αν σε κάποια σημεία πιθανόν υπονοείται) δεν νοθεύει με την άμεση παρουσία του την ομορφιά ενός κειμένου στο οποίο, κατά την άποψή μου, θα ήταν περιττός!

Εν τούτοις, σε απαντητικό σχόλιό της, η ίδια η αρθρογράφος επιβεβαίωσε ότι η αναφορά του τίτλου του άρθρου της σε μια «πολυπολιτισμική κοινωνία» ήταν συνειδητή επιλογή. Γράφει:

«Σχετικά με την ‘πολυπολιτισμικότητα’, θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι μπορεί να… εκνευρίζει, οπωσδήποτε όμως δεν αποπροσανατολίζει, γιατί είναι μια πραγματικότητα. Θα πρέπει να την κατανοήσουμε, να την δεχθούμε και να προσπαθήσουμε να την εντάξουμε με τη σωστή της έννοια στους σχεδιασμούς μας. Εξάλλου, η πολυπολιτισμικότητα προϋποθέτει δημοκρατική σκέψη, συναίνεση, συνύπαρξη πολιτισμών, που ανάμεσά τους η πατρίδα μας έχει πρωτεύουσα θέση, τόσο παραγνωρισμένη από τους εταίρους μας…»

Η απάντηση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί εμπεριέχει θέσεις που μπορούν να γίνουν αφετηρία συζητήσεων πάνω στο ζήτημα της πολυπολιτισμικότητας, γενικά. Ας δούμε μερικά σημεία:

1. Είναι αλήθεια ότι το εν λόγω φαινόμενο αποτελεί μια πραγματικότητα. Το έζησα στην Αμερική πριν χρόνια, το ζω τώρα και στην Ελλάδα. Με μία πολύ σημαντική διαφορά: Η ένταξη ενός νέου μέλους στην αμερικανική κοινωνία δεν γίνεται άναρχα και (σχεδόν) εκβιαστικά, υπό μορφή τετελεσμένου! Η αμερικανική πολυπολιτισμικότητα δεν είναι μια de facto πολυπολιτισμικότητα, μία συνθήκη, δηλαδή, που επιβάλλεται στην κοινωνία εκ των πραγμάτων λόγω της αδυναμίας του κράτους να ελέγξει τη λαθρομετανάστευση. Υπόκειται σε κανόνες και θέτει προϋποθέσεις, προεξάρχουσα θέση στις οποίες κατέχει η εθνική αυτοσυντήρηση. Όσο κι αν ενοχλεί κάποιους η χρήση του όρου «εθνική»…

2. Θα πρέπει να κατανοήσουμε και να δεχθούμε την πολυπολιτισμικότητα, όπως μας προτρέπει η αρθρογράφος; Εξαρτάται! Δεν θα «κατανοήσω», ούτε θα «δεχθώ», μια πραγματικότητα που μου επιβάλλεται. Πόσο μάλλον όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής στη χώρα μου, με κύριο χαρακτηριστικό την κατακόρυφη αύξηση της εγκληματικότητας (συχνά, μάλιστα, στις πιο απάνθρωπες εκδοχές της)!

3. «Να προσπαθήσουμε να την εντάξουμε στους σχεδιασμούς μας.» Εδώ θα συμφωνήσω απόλυτα! Κατά πρώτον, θα πρέπει να καθορίσουμε, με κάποιο βαθμό ακρίβειας, τα όρια αυτής της πολυπολιτισμικότητας στην οποία πλέον, εκόντες-άκοντες, συμμετέχουμε. Πόση «πολυπολιτισμικότητα» αντέχει αυτή η μικρή και κατ’ ουσίαν κατεστραμμένη χώρα; Κατά δεύτερον, θα πρέπει, επιτέλους, να υπάρξει κάποιος σοβαρός σχεδιασμός εκ μέρους της πολιτείας για το εν λόγω θέμα. Η αθρόα και ανεξέλεγκτη «μετανάστευση» δεν αντιμετωπίζεται με φράχτες, στρατόπεδα ή άλλα αναποτελεσματικά ημίμετρα. Το πώς ακριβώς αντιμετωπίζεται δεν είναι, ασφαλώς, δική μας ευθύνη να το υποδείξουμε, αλλά ευθύνη αυτών που εκλέγουμε για να μας κυβερνούν. Αν υποθέσουμε, βέβαια, ότι έχουν επίγνωση της σοβαρότητας της κατάστασης, κι αν δεν έχουν συντελέσει και οι ίδιοι – τωρινοί ή μελλούμενοι – στη δημιουργία και τη γιγάντωση του προβλήματος…

4. Προϋποθέτει η πολυπολιτισμικότητα δημοκρατική σκέψη; Δεν είμαι βέβαιος! Κατά μία έννοια, πολυπολιτισμική ήταν και η Σοβιετική Ένωση… Μήπως, όμως, ισχύει το αντίστροφο; Δηλαδή, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι κάθε αληθινά δημοκρατική κοινωνία αποδέχεται (αν όχι και επιδιώκει) την πολυπολιτισμικότητα; Ούτε και αυτό ακούγεται λογικό! Το δημοκρατικό πολίτευμα είναι εσωτερικό θεσμικό ζήτημα που αφορά τους πολίτες μιας χώρας, και σε καμία περίπτωση δεν επιβάλλει a priori τη διεύρυνση μιας κοινωνίας με εισαγόμενους φορείς διαφορετικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών. Τώρα, το ότι την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας αντιμάχονται οι εκπρόσωποι κάποιων ακραία αντιδημοκρατικών χώρων, δεν καθιστά, εξ ορισμού, την αποδοχή της ιδέας αυτής αδιαμφισβήτητο πιστοποιητικό δημοκρατικότητας!

Πέρα απ’ όλα αυτά, κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα, προτείνω στον αναγνώστη να διαβάσει και να απολαύσει το έξοχο, πράγματι, κείμενο της Στέλλας Πριόβολου, το οποίο υμνεί υψηλές ανθρώπινες αξίες που ξεπερνούν (αν όχι καταργούν) εθνικά σύνορα. Όσο για τον τίτλο – τη μόνη μου ένσταση στο άρθρο – ας βάλει, τελικά, ο καθένας εκείνον που του ταιριάζει περισσότερο!

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Μουσικο-φιλοσοφώντας στη συνοικιακή ταβέρνα

Στο «Δυο δεκάρες η οκά»στου Κουκάκη, δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες εκείνη την ώρα. Έτσι, η μουσική του χώρου ήταν προσαρμοσμένη στα ιδιότροπα γούστα του μοναδικού θαμώνα της ταβέρνας, ενός ξενέρωτου τύπου που καθόταν στο τελευταίο μονό τραπέζι, στο βάθος της αίθουσας. Από τα μεγάφωνα ακούγονταν οι υπέροχοι ήχοι μιας πολύ γνωστής συμφωνίας ενός μεγάλου «κουφού»…

Ο Τιτάνας έγραψε εννέα συμφωνίες. Πολλοί θεωρούν (ίσως όχι άδικα) ως κορυφαία την τελευταία του, την Ένατη. Ήταν αυτή, άλλωστε, που άνοιξε το δρόμο στον Μπρούκνερ, τον Βάγκνερ, τον Μάλερ, ακόμα και τον Σοστακόβιτς!

Κάποια άλλη συμφωνία του, η Πέμπτη, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής εξαιτίας του χαρακτηριστικού εναρκτήριου θέματός της. Ένα θέμα κατά βάση ρυθμικό (όχι μελωδικό), που θα το κωδικοποιούσαμε με την έκφραση «3+1». Δηλαδή, ένα γκρουπ από τρεις νότες (ή, αν προτιμάτε, τρία χτυπήματα), ακολουθούμενο από μια τέταρτη (ίδιας ή μεγαλύτερης διάρκειας) η οποία τονίζεται κάπως, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από τις άλλες τρεις:

«παμ-παμ-παμ-ΠΟΜ»  ή  «παμ-παμ-παμ-ΠΟΟΟΜ»!

Αυτό που λίγοι συνειδητοποιούν είναι ότι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ένα αριστούργημα μινιμαλιστικής κυκλικής γραφής! Θα τολμούσα να πω, μια σχεδόν μονοθεματική συμφωνία όπου το θέμα, δίκην έμμονης ιδέας (για να θυμηθούμε τον Μπερλιόζ) επαναλαμβάνεται σε όλη την έκταση του έργου. «Μα, όχι», θα πει ο αναγνώστης, «το θέμα ακούγεται μόνο στο πρώτο μέρος και – κάπως παραλλαγμένο – στο σκέρτσο, πριν το φινάλε!»

Απαιτούνται πολλές, πάρα πολλές ακροάσεις της «Πέμπτης» για να εντοπίσει κανείς όλες τις παρουσίες αυτού του δαιμονικού «3+1» θέματος, που εμφανίζεται με όλες τις δυνατές του μεταμφιέσεις σε κάθε μέρος, σε κάθε απόσπασμα – οσοδήποτε μικρό – της φοβερής συμφωνίας. Ακόμα κι εκεί, όμως, που δεν ακούγεται στην κυριολεξία, ο ακροατής το «ακούει» ως αφαίρεση, προβάλλοντάς το ο ίδιος, σχεδόν ασυνείδητα, μέσα από το περιρρέον ορχηστρικό περιβάλλον!

Καθώς απολαμβάνει, υπό τους ήχους του Τιτάνα, τις σπεσιαλιτέ του μάγου σεφ Κώστα, ο πελάτης της ταβέρνας αναρωτιέται αν θα μπορούσε ένας κοινός θνητός, ακόμα και κάποιος κορυφαίος μουσικοσυνθέτης, να κατασκευάσει μια ολόκληρη συμφωνία δομημένη πάνω σε ένα θέμα με «3+1» νότες! Μα η σκέψη του ξεγλιστρά κάποια στιγμή από τη μουσική και ξαναγυρίζει στη ζοφερή πραγματικότητα μιας κατεστραμμένης χώρας. Και τότε, βασανιστικά μεταφυσικά ερωτήματα αρχίζουν να γεννιούνται στο νου:

Αν ο Μπετόβεν έχτισε μια ολόκληρη συμφωνία έχοντας στη διάθεσή του μονάχα ένα θέμα, θα μπορούσε άραγε να βρεθεί ένας χαρισματικός οραματιστής, να δείξει το δρόμο για την ανόρθωση αυτής της χώρας με τα πενιχρά μέσα και μόνο που της έχουν απομείνει; Και, εν τέλει, είναι που μας λείπουν τα μέσα, ή μήπως μας στέρεψε η διάθεση να τα ανακαλύψουμε και η ευρηματικότητα να τα αξιοποιήσουμε;

Τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, ενώ στα μεγάφωνα της συνοικιακής ταβέρνας το επικυρίαρχο μουσικό θέμα αποσυντίθεται θριαμβευτικά στην coda του φινάλε της συμφωνίας. Χωρίς ανάπαυλα, την ηχητική σκυτάλη παίρνουν τώρα οι νότες μιας Impromptu του Σούμπερτ, του μεγάλου αυτού παραγνωρισμένου της εποχής του, που έζησε ευτυχισμένος με την αγάπη των φίλων του και μόνο, για να λατρευτεί μετά θάνατον όσο περίπου κι ο Μπετόβεν!

«Εμάς, άραγε, μας έχουν απομείνει φίλοι;» αναρωτιέται ο ξενέρωτος από το βάθος της αίθουσας, καθώς περιμένει το λογαριασμό. Έξω μόλις άρχισε να ψιλοβρέχει. «Θα ‘ταν ωραία, τώρα, αν ζητούσα να βάλουν το 15ο πρελούδιο του Σοπέν!», σκέφτεται για μια στιγμή.

Όμως φεύγει βιαστικά, να προλάβει τη μπόρα. Τούτη τη φορά δεν θα ‘χε καν την πολυτέλεια να ξεχάσει την ομπρέλα του στο κάθισμα της πλαϊνής καρέκλας…

Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2014

«Εγκλήματα» γνώμης και θυμωμένοι «δικαστές» στα χρόνια της κρίσης


Ο ξάδερφός μου ο Μπάμπης – τακτικός αναγνώστης του Aixmi.gr – μου είπε κάποτε, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος: «Ξέρεις τι βρίσκω περισσότερο ενδιαφέρον στα άρθρα σου που διαβάζω; Τα σχόλια που σου γράφουν!» (Σε ελεύθερη μετάφραση: «αυτά που σου σέρνουν οι αναγνώστες».) Ναι, η κατάρριψη μιας θέσης συχνά φαντάζει ελκυστικότερη και τραβά την προσοχή περισσότερο απ’ ό,τι η ίδια η θέση!

(Παρεμπιπτόντως, στο ίδιο γεύμα, ο ξάδερφος δήλωσε με αυστηρό ύφος πως το θεωρεί τουλάχιστον «ιερόσυλο» να εκφράζω απόψεις που δεν βρίσκονται σε απόλυτη συμφωνία με αυτές του Θανάση Γκότοβου! Αυτό, όμως, είναι ένα άλλο ζήτημα…)

Ο Μπάμπης δεν αποτελεί εξαίρεση, εκπροσωπεί μάλλον τον κανόνα. Υπάρχει πράγματι μια κρυμμένη ηδονική διάσταση στον δημόσιο λιθοβολισμό. Απ’ όποια θέση κι αν τον βιώνεις, ως φυσικός αυτουργός ή κι ως απλός θεατής. Όμως, επειδή καμία απόλαυση σ’ αυτό τον κόσμο δεν προσφέρεται δωρεάν, θα πρέπει και αυτή να έχει το τίμημά της. Με άλλα λόγια, είναι λογικό – και δίκαιο επίσης – και οι κρίνοντες να κρίνονται. Και αναφέρομαι, εδώ, στους σχολιαστές των άρθρων γνώμης στο Διαδίκτυο. Που, ιδιαίτερα στα χρόνια της λεγόμενης «κρίσης», έχουν καταστεί αυτόκλητοι εισαγγελείς…

Διάβασα πρόσφατα το ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο του Αργύρη Κωστάκη«Τι στο διάολο σημαίνει ξεσηκώνομαι;». Ένας (όχι απαραίτητα καλοπροαίρετος) αναγνώστης θα μπορούσε να εκλάβει το ερώτημα του τίτλου ως ρητορικό, ως υποκρύπτον μια παρεμφατική προτροπή: «Τι θέλετε, τώρα, και ξεσηκώνεστε; Καλά δεν είμαστε όπως είμαστε;» Προσωπικά, θεωρώ το ερώτημα απολύτως ευθύ: «Μιλούν κάποιοι για γενικό ξεσηκωμό του λαού. Πώς ακριβώς τον οραματίζονται αυτόν, στο πλαίσιο της σύγχρονης πραγματικότητας;» Και, είναι αλήθεια ότι καμία από τις «επαναστατημένες» συνειδήσεις δεν μπήκε, μέχρι στιγμής, στον κόπο να εξηγήσει τους όρους και τους μηχανισμούς αυτής της εξέγερσης!

Αυτονόητα, ένας καλοπροαίρετα ενιστάμενος αναγνώστης που θα ερμηνεύσει το ερώτημα του τίτλου ως ρητορικό (ως εκφράζον, δηλαδή, προτροπή – ή μάλλον αποτροπή), οφείλει να κάνει δύο πράγματα: να παραθέσει τη δική του εκδοχή ως προς τη μορφή που θα πρέπει να έχει ο, κατ’ αυτόν αναγκαίος, παλλαϊκός ξεσηκωμός, και να καταρρίψει, με επιχειρήματα και όχι προσωπικές βολές, το ιδεολογικό πλαίσιο του αρθρογράφου, μέσα από το οποίο ο τελευταίος οδηγείται – υποτίθεται – στο συμπέρασμα ότι μια λαϊκή εξέγερση θα ήταν άτοπη, άκαιρη ή περιττή.

Μεταφέρω, τώρα, σχόλιο ανώνυμου (κατά τα ειωθότα!) αναγνώστη, για το υπό συζήτηση άρθρο. Όχι γιατί θεωρώ το σχόλιο ιδιαίτερα αξιόλογο, αλλά διότι είναι αντιπροσωπευτικό της νοοτροπίας μερικών αναγνωστών να βάλλουν κατά του ίδιου του αρθρογράφου, ελλείψει άλλων επιχειρημάτων απέναντι στις απόψεις του:

«Αλήθεια δεν με ξενίζει ο μικροαστισμός σου, ούτε η δικαιολόγηση της άποψής σου με τη διάχυτη αυτοαναφορικότητά σου. Με ξενίζει που ενώ είσαι νέος απ’ ότι φαίνεται, δεν αντιλαμβάνεσαι ότι τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπου σε ηθικό, υλικό, πνευματικό επίπεδο έγιναν επειδή άνθρωποι ξεσηκώθηκαν! Κανείς δεν σε αναγκάζει να ξεσηκωθείς, ούτως η άλλως ο πνευματικός θάνατος έρχεται πρώτος…»

Αν και ο πειρασμός είναι μεγάλος, δεν θα μπω στη διαδικασία της ανίχνευσης πολιτικής σκοπιμότητας πίσω απ’ αυτό το σχόλιο. Θα περιοριστώ στα αυταπόδεικτα: Ο αρθρογράφος γίνεται αποδέκτης μειωτικών χαρακτηρισμών (μικροαστισμός, αυτοπροβολή, αδυναμία αντίληψης της Ιστορίας, πνευματική νεκροφάνεια) επειδή, πολύ απλά, έθεσε ένα λογικό ερώτημα, αναλύοντας απόλυτα τους λόγους του προβληματισμού του. Και κάποιος (θαρρείς θιγόμενος προσωπικά) επιλέγει να εκφράσει τις ενστάσεις του, όχι καταδεικνύοντας το άτοπο (υποτίθεται) της επιχειρηματολογίας του γράφοντος, ούτε καν – το σπουδαιότερο – προσδιορίζοντας το ακριβές εννοιολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο «τεκμηριώνεται» η ένστασή του (δεν μας λέει πώς ακριβώς, εν τέλει, αντιλαμβάνεται εκείνος την έννοια της κοινωνικής εξέγερσης), αλλά μέσω μιας γενικόλογης, απαξιωτικής ρητορείας που στοχεύει σε πρόσωπα αντί σε ιδέες!

Αναφέρθηκα στο συγκεκριμένο σχόλιο όχι γιατί είναι το χειρότερο του είδους (δεν είναι!) αλλά γιατί, πέραν του ότι είναι πρόσφατο, είναι αντιπροσωπευτικό μιας νοοτροπίας που άκμασε ιδιαίτερα μετά την κρίση. Η οποία κρίση παρήγαγε ανθρώπους θυμωμένους, όχι μόνο με τις ίδιες τις περιστάσεις, αλλά – ίσως ακόμα περισσότερο – και με εκείνους που τυχόν αρνούνται να συν-θυμώσουν, επιλέγοντας μια πιο πραγματιστική (και, εν τέλει, πιο αισιόδοξη) στάση ζωής.

Αυτό που αδυνατεί, όμως, η κοντόφθαλμη λογική μας να αντιληφθεί είναι ότι ο θυμός είναι ο αποτελεσματικότερος χειριστικός μηχανισμός του συστήματος που ευθύνεται για – ή επωφελείται από – την κρίση! Ο θυμωμένος άνθρωπος αναλώνει τις δημιουργικές δυνάμεις του είτε σε εσωτερική φθορά (στην παθητική εκδοχή του θυμού), είτε σε εκρηκτικές συμπεριφορές που στερούνται νηφαλιότητας και ορθολογισμού. Και, αυτά τα τελευταία χαρακτηριστικά είναι προϋποθέσεις, εκ των ων ουκ άνευ, για την αποτελεσματική αντιμετώπιση εκείνων ακριβώς που αντιπροσωπεύουν την αιτία του θυμού μας. Εκείνων, δηλαδή, που, με τρόπο αριστοτεχνικό, μετατρέπουν μια φοβερή οικονομική κρίση σε ατομική κρίση του ψυχισμού και του νευρικού συστήματός μας, καθιστώντας μας έτσι ψυχικά ακινητοποιημένους, ηθικά αποδυναμωμένους και, τελικά, ακίνδυνους!

Ενδίδοντας κι εγώ στη λαγνεία της «αυτοαναφορικότητας», πηγαίνω μερικά χρόνια πίσω. Τότε που ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο ακόμα εξοργιζόταν μαζί μου όταν αρνιόμουν πεισματικά να θυμώσω μετά από κάθε δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση. Λέγοντάς μου, μάλιστα, πως «όποιος δεν θυμώνει είναι ήδη νεκρός και δεν το γνωρίζει»!

Φυσικά, ο θυμός σε τίποτα δεν τη βοήθησε, τελικά, να αποφύγει τις συνέπειες της κρίσης (είναι από τα πλέον αδικημένα θύματα της τρέχουσας οικονομικής πολιτικής). Μα, το χειρότερο, ο ίδιος αυτός θυμός τής κληροδότησε προβλήματα υγείας που ακόμα και σήμερα την ταλαιπωρούν (αυτό δεν είναι δική μου εκτίμηση, είναι διάγνωση των γιατρών!).

Τώρα, έχοντας φιλοσοφήσει διαφορετικά τη ζωή, προσπαθεί να εφαρμόζει καθημερινά το σύνθημα στο οποίο η ίδια είχε σταθεί κάποτε, γραμμένο πάνω σε έναν τοίχο στο Θησείο: «Για να αλλάξεις τον κόσμο, πρέπει πρώτα να αλλάξεις τον εαυτό σου!» Και μετά (προσθέτω εγώ) έχεις όλη τη δυνατότητα, μα πρωτίστως το δημοκρατικό δικαίωμα, να αλλάξεις κι εκείνους που σήμερα σε θυμώνουν, με κάποιους άλλους που (ελπίζεις ότι) θα σε θυμώσουν λιγότερο. Τόσο απλά!

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Ο πορσελάνινος κουμπαράς (η ιστορία ενός «ηλίθιου» της εποχής)


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Τον είδε στη βιτρίνα καθώς περνούσε έξω από το καινούργιο μαγαζί με είδη δώρων. Ναι, ήταν σίγουρα ολόιδιος με εκείνον που έψαχνε για χρόνια! Ώσπου κουράστηκε πια να τον αναζητά, και το πήρε απόφαση πως άλλος σαν αυτόν δεν υπήρχε…

Δεν είχε βγει ποτέ απ’ το μυαλό του εκείνος ο παράξενα όμορφος κουμπαράς από πορσελάνη, που του ‘χε κάνει δώρο ο παππούς. «Δια να μάθεις και να εκτιμήσεις την σημασίαν της αποταμιεύσεως», του είχε πει. Κι εκείνος, υπακούοντας στα κελεύσματα της σοφίας, έσωζε πάντα ένα μέρος από το καθημερινό του χαρτζιλίκι για να «ταΐσει» το πάντα αχόρταγο γουρουνάκι!

Μα, κάποια στιγμή αναγκάστηκε να τον σπάσει πριν της ώρας του. Ένας συμμαθητής στο σχολείο πέταξε άτσαλα τη μπάλα πάνω στο τζάμι του γραφείου του διευθυντή, και τώρα του ζητούσαν να πληρώσει για την αποκατάσταση της ζημιάς. Οι γονείς ήταν φτωχοί, και σίγουρα θα τον μάλωναν αν το μάθαιναν… Έπεσε στα πόδια του φίλου του για βοήθεια. Κι εκείνος – με βαριά καρδιά, είν’ αλήθεια – δεν αρνήθηκε να την προσφέρει, θυσιάζοντας το πιο χρήσιμο δώρο που του’ χαν κάνει ποτέ…

Και να που τώρα η μνήμη των παιδικών χρόνων ξαναζωντάνευε στη βιτρίνα ενός συνοικιακού καταστήματος! Όχι που θα ‘χε πια κάποια χρηστική αξία, βέβαια. Τα χρήματα ήταν τώρα λίγα, πολύ λίγα. Πού περιθώριο γι’ αποταμίευση; Από τότε που τον απόλυσαν απ’ το νοσοκομείο, ζούσε κάνοντας μικροδουλειές, ίσα να βγάζει τα απολύτως απαραίτητα. Όμως, δεν γκρίνιαζε: το χρήμα ποτέ δεν το αγάπησε, κι είναι αμφίβολο, τελικά, αν κάποτε θα ‘σπαζε κι εκείνο τον παλιό κουμπαρά!

Του αρκούσε που έβλεπε γύρω του ανθρώπους ζωντανούς και υγιείς. Κι αυτό, σε μεγάλο βαθμό, χάρη στο φάρμακο της φοβερής αρρώστιας, που εκείνος είχε κατορθώσει ν’ ανακαλύψει όταν ακόμα δούλευε σαν γιατρός. Όμως, έκανε το λάθος να μην κατοχυρώσει την ανακάλυψή του. Βλέπετε, η διασημότητα ποτέ δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε να ‘ναι ένας αφανής εργάτης της επιστήμης που θα αφιέρωνε τον εαυτό του στο καλό της ανθρωπότητας και μόνο. Κι ας έμενε, στο τέλος, άσημος και παραγνωρισμένος…

Σαν κινηματογραφική ταινία περνά η ζωή του απ’ τα μάτια του, καθώς στέκει σαστισμένος κι αναποφάσιστος μπρος στη βιτρίνα… Είχε δείξει, τότε, τη χημική φόρμουλα στον καλύτερο φίλο του στο νοσοκομείο, τον μοναδικό άνθρωπο που εμπιστευόταν. Κι εκείνος υποσχέθηκε πως θα τη μελετήσει προσεκτικά με τη βοήθεια ειδικών, που ήταν όλοι τους άνθρωποι εμπιστοσύνης. Και, πράγματι, σε λίγες βδομάδες του ’φερε τα κακά μαντάτα: Η φόρμουλα ήταν λάθος! Κάποια απροσεξία στους ενδιάμεσους υπολογισμούς, και το αποτέλεσμα δεν θα οδηγούσε, τελικά, σε τίποτα καλύτερο από μια απλή ασπιρίνη!

Μαζί με την απογοήτευση, ένιωσε τότε κι απέραντη ευγνωμοσύνη για τον καλό του φίλο, που τον είχε γλιτώσει από ένα φοβερό επιστημονικό ατόπημα. Ώσπου μια μέρα, ξεφυλλίζοντας ένα ιατρικό περιοδικό, διάβασε την είδηση: «Ομάδα Ελλήνων ερευνητών γιατρών ανακοινώνει σε διεθνές ιατρικό συνέδριο την ανακάλυψη του φαρμάκου για τη φοβερή αρρώστια. Υποψήφιοι για το επόμενο βραβείο Νόμπελ!»

Και, σαν να μην έφτανε αυτό, η «ομάδα» – μέλη, όλοι, του επιστημονικού προσωπικού του νοσοκομείου, με επικεφαλής τον «φίλο» του – έστησε σε βάρος του μια πλεκτάνη που οδήγησε στην απόλυσή του και την αφαίρεση της άδειάς του να εργάζεται ως γιατρός. Τώρα, έτσι «ξεδοντιασμένος» ηθικά και επαγγελματικά, ποιος θα του ‘δινε σημασία αν έβγαινε και αποκάλυπτε την αλήθεια;

Το τελευταίο χτύπημα δεν του το ‘δωσε η μοίρα, μα η επί γης εκπρόσωπός της: η γυναίκα. Και, συγκεκριμένα, η δική του γυναίκα, που τον εγκατέλειψε λέγοντάς του πως δεν ήθελε να ζει με έναν «αποτυχημένο», έναν «ηλίθιο ρομαντικό» που «αρνείται να μεγαλώσει» και να αναμετρηθεί με τις σκληρές πραγματικότητες της ζωής!

…Έψαξε ξανά την τσέπη του. Τα χρήματα μόλις που ξεπερνούσαν όσα χρειάζονταν για ένα πιάτο φαΐ, έναν καφέ και την εφημερίδα του. Μα, να, ίσα που έφταναν για τον κουμπαρά! Περίπου, δηλαδή, αν το κατάστημα έκανε και μια μικρή έκπτωση…

Ο καταστηματάρχης φάνηκε κατανοητικός και δέχτηκε να κάνει σκόντο. Εξάλλου, ποιος θα αγόραζε, στην εποχή μας, έναν πορσελάνινο κουμπαρά με γουρουνίσια όψη; Κρατώντας ευλαβικά το πολύτιμο απόκτημα στα χέρια του, ο ήρωάς μας κατευθύνθηκε προς το ταμείο…

Εκείνη τη στιγμή, ένα πολυτελές μαύρο αμάξι πάρκαρε άτσαλα έξω στο πεζοδρόμιο. Ο οδηγός μπήκε φουριόζος στο κατάστημα. Ρωτούσε για κάτι γυαλικά… Όταν του έδειξαν, κίνησε βιαστικά προς τα κει, κόβοντας δρόμο από το διάδρομο του ταμείου. Με την ορμή του υπερτραφούς σωματότυπού του, παρέσυρε το άτυχο γουρουνάκι που ξέφυγε από τα χέρια που το κρατούσαν και έγινε θρύψαλα στο πάτωμα του μαγαζιού! Δεν γύρισε καν πίσω να κοιτάξει, ούτε να ζητήσει συγνώμη. Στις φωνές του καταστηματάρχη, το μόνο που βρήκε να πει, ήταν: «Καλά, μη φωνάζεις, θα σου το πληρώσω! Σιγά το κρύσταλλο Βοημίας!»

…Έμεινε ασάλευτος ώρα πολλή, κοιτάζοντας τα απομεινάρια ενός παιδικού ονείρου που έμελλε να μείνει ανεκπλήρωτο. Τέλος, βρήκε τη δύναμη και κίνησε προς την έξοδο. Σαν βγήκε, κάθισε για λίγο στα σκαλοπάτια του διπλανού σπιτιού. Κι εκεί, ξέσπασε σε αναφιλητά καθώς ήρθε για πρώτη του φορά αντιμέτωπος με την αμφιβολία: «Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, λοιπόν, θυσίασα τη ζωή μου;»

Απάντηση στο ρητορικό ερώτημά του δε βρήκε, κι έτσι, με το κεφάλι σκυφτό, πήρε το δρόμο για τη στάση του λεωφορείου. Περνώντας έξω από το τοπικό σούπερ-μάρκετ, είδε τη γριούλα που, όπως κάθε μέρα, ζητιάνευε εκεί. Στο πλάι της, ένα πλαστικό τασάκι με λίγα ψιλά…

Δεν ένιωθε πια να πεινά, κι οι τίτλοι των εφημερίδων στο περίπτερο του φαίνονταν σήμερα αδιάφοροι. Έτσι, οι πολύτιμες οικονομίες της μέρας – αυτές που, λίγο ακόμα και θα του ‘χαν χαρίσει μια ανέλπιστη ευτυχία – του ήταν πια άχρηστες, έμοιαζαν με περιττό βάρος στην τσέπη του.

Δίχως την αίσθηση πως έκανε κάποια σπουδαία πράξη, άδειασε ολόκληρο το περιεχόμενο του φθαρμένου πορτοφολιού στο πλαστικό τασάκι…

(Αφιερωμένο σε όλους τους «ηλίθιους» αυτού του κόσμου, που δεν βρήκαν – μα κι ούτε ζήτησαν να βρουν – δικαίωση…)

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Αναζητώντας το πρόσωπο πίσω από την ετικέτα…

Η μητέρα μου συνήθιζε να κάνει την κλασική ερώτηση σαν άκουγε πως η κόρη κάποιας γνωστής επρόκειτο να παντρευτεί:

– Τι παίρνει;

– Μηχανικό. Είναι του Πολυτεχνείου. Τον έχουν διορίσει στο υπουργείο τάδε!

– Α, μπράβο Μαρία μου, δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι! Η ώρα η καλή!

Κάποτε δεν κρατήθηκα και τη ρώτησα:

– Μα, καλά, τι παντρεύεται μια γυναίκα, άνθρωπο ή επάγγελμα;

– Δε λέω, καλός πρέπει να είναι κι ο άνθρωπος… Αλλά, το πρώτο πράγμα που έχει σημασία είναι τι δουλειά κάνει!

Το παράδειγμα, ένα από τα αμέτρητα του είδους, καταδεικνύει τη δύναμη της ετικέτας σε μια κοινωνία όπου η αυτοσυντήρηση, σε συνδυασμό με την κοινωνική ματαιοδοξία, λειτουργούν ως υποκατάστατα βαθύτερων ανθρώπινων αξιών κι ενός φιλοσοφημένου τρόπου ζωής…

Ο άνθρωπος, κυριολεκτικά, περνά τη ζωή του συλλέγοντας ετικέτες! Κάποιες τις κληρονομεί ήδη από τη μέρα της γέννησής του: «Ο γιος του φαρμακοποιού»«η κόρη της καθηγήτριας»«ο ανιψιός του υπουργού», κλπ. Στο σχολείο αρχίζει να μαζεύει δικές του: «Ο ψηλός»«η χοντρή»«ο σπασίκλας»«το φυτό»«η ανέραστη» (ή κάπως αλλιώς), «ο ξένος»«ο βάζελος»«ο γαύρος»… Στο πανεπιστήμιο, η ετικετοποίηση αποκτά κοινωνικοπολιτική χροιά: «Ο φασίστας»«ο ρατσιστής»«το κομμούνι»«ο ανάρχας»«ο θολοκουλτουριάρης»

Αργότερα, κάποιοι «πετυχαίνουν στη ζωή τους» και αποκτούν αξιώματα και τίτλους. Έτσι, διαβάζουμε στα βιογραφικά και στις επαγγελματικές κάρτες τους: «Διευθυντής πωλήσεων της τάδε εταιρείας»«δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω»«αριστοβάθμιος μαθηματικός»«πολυνίκης προπονητής»«διακεκριμένος χειρουργός»«επιτυχημένος αρχιτέκτων»«πολυδιαβασμένος συγγραφέας»«φημισμένος στρατηγός»… Και, η απεχθέστερη πασών των ετικετών: «Προφέσορ-Δόκτωρ Τάδε, Διευθυντής του δείνα Τομέα – ή Εργαστηρίου – του Πανεπιστημίου Τάδε»!

Ναι, είναι αλήθεια: Εμείς οι (κατ’ ευφημισμόν) «δάσκαλοι» στα «ρετιρέ» της εκπαίδευσης, ανήκουμε στα λιγότερο αξιοσέβαστα όντα πάνω στον πλανήτη. Αλαζόνες και ματαιόδοξοι, μετράμε τη συμβολή μας στην ανθρώπινη γνώση με τη χρήση ψυχρών κι ανούσιων αριθμών (τόσα papersτόσα συνέδριατόσες αναφορές, τόσες αφ’ υψηλού κριτικές του μόχθου άλλων…). Από την άλλη, ελάχιστα νοιαζόμαστε για τη διαμόρφωση ψυχών και το χτίσιμο χαρακτήρων των μαθητών μας (των κατά παράδοση καλούμενων «φοιτητών», έτσι ώστε να ξεχωρίζουμε από άλλα, «κατώτερα» – υποτίθεται – είδη εκπαιδευτικών, που στ’ αλήθεια είναι πολύ ανώτερα, με βάση το τιτάνιο παιδαγωγικό έργο που επιτελούν!).

Διδάσκουμε τους μαθητές μας να εξωστρέφονται όπως κι εμείς, λησμονώντας ότι η υπέρτατη γνώση είναι το «γνώθι σαυτόν», εντολή αναζήτησης νοήματος ζωής που την παπαγαλίσαμε κάποτε σε μαθήματα Φιλοσοφίας, χωρίς ποτέ να νιώσουμε το βαθύτερο μήνυμά της. Τους μαθαίνουμε να επιδιώκουν – και να κρίνονται με βάση – την ποσότητα, θυσιάζοντας, αν είναι ανάγκη, την ποιότητα. Τους δείχνουμε, με το ίδιο μας το παράδειγμα, πώς να συλλέγουν ετικέτες, αντί να αναζητούν νοήματα

Τα τέρατα που πλάθουμε ως εκπαιδευτικοί, μα ακόμα κι ως απλοί γονείς (για να κατανείμουμε συμμετρικά και δίκαια τις ευθύνες) θα φτάσουν κάποια μέρα – όπως νωρίτερα θα έχουμε ήδη φτάσει εμείς – στο τέλος της διαδρομής. Και, ρίχνοντας μια τελευταία, σβησμένη ματιά στον καθρέφτη, θα αναρωτηθούν: «Ποιος είμαι, τελικά;» Μα, το είδωλο του προσώπου δεν θα φαίνεται πια. Θα το σκεπάζουν αναρίθμητα μικρά χαρτάκια κολλημένα πάνω του: οι ετικέτες μιας ζωής!

«Ποιος είμαι, λοιπόν;» Ο γόνος της κάποτε σπουδαίας οικογένειας; Ο δυνατός–σπασίκλας–μάγκας (κλπ.) του σχολείου; Ο ωραίος, πολιτικοποιημένος και δημοφιλής τύπος του πανεπιστημίου; Ο επιτυχημένος επαγγελματίας, που ξόδεψε μια ζωή κυνηγώντας, σαν τη σκιά του, το παραπανίσιο χρήμα; Ο σπουδαίος ρήτορας στη Βουλή, που έχασε, στο τέλος, τη φωνή του; Ο μεγάλος επιστήμων-ερευνητής, που συνέγραψε μερικές ντουζίνες επιστημονικών άρθρων που έχουν πια ξεπεραστεί και λησμονηθεί, και που κολλούσε στην πόρτα του γραφείου του – ως τρόπαιο, μα κι ως τεκμήριο ακαδημαϊκής ματαιοδοξίας – την παραμικρή αναφορά στο περίλαμπρο όνομά του;

«Ποιος είμαι;» Μια ερώτηση που, το πιθανότερο είναι πως δεν θα απαντηθεί ποτέ (αν μη τι άλλο, σ’ αυτήν εδώ τη διάσταση της ύπαρξης). Το μόνο ερώτημα που ενδέχεται να είναι εφικτό να απαντήσουμε (μερικώς, τουλάχιστον) είναι: «Ποιος δεν είμαι;»

Και, καθώς θα βρίσκουμε τις απαντήσεις, ίσως αρχίσουν τότε να ξεκολλούν μία-μία οι ετικέτες που μας έβαλαν, ή που μόνοι μας κολλήσαμε. Και ξεκινήσει έτσι να αχνοφαίνεται μια υποψία προσώπου στον καθρέφτη…

Έστω την τελευταία στιγμή, που μπορεί να ‘ναι κι η πρώτη…

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Ναι, είμαι «ρατσιστής»!

Αψηφώντας τους νόμους της Πολιτείας, αποφασίζω σήμερα να εξαντλήσω τα όρια της κοινωνικής προκλητικότητας και να δηλώσω ευθαρσώς: «Είμαι ρατσιστής!» Ναι, φίλτατοι προοδευτικοί, κάποιους συνανθρώπους μας τους θεωρώ προικισμένους με κατώτερο DNA και φτιαγμένους από φτηνότερο υλικό. Όχι γιατί δεν ακούν κι αυτοί Βάγκνερ, αλλά επειδή έχουν αφήσει ακαλλιέργητες εντός τους όλες τις ανθρώπινες αξίες πλην αυτών που υπηρετούν το ευτελές «τίποτα» και θωπεύουν το νοσηρό «εγώ»…

Και, επειδή είναι αδύνατο σε ένα σύντομο σημείωμα να καταγράψω όλες τις κατώτερες «ράτσες», θα αρκεστώ σε λίγα ενδεικτικά παραδείγματα:

Τα υπερτραφώς ανεπτυγμένα (ενίοτε και ακαλαισθήτως εικονογραφημένα) μπράτσα που συνυπάρχουν αυτάρεσκα με ένα παντελώς υπανάπτυκτο μυαλό – κι έναν ακόμα λιγότερο κατεργασμένο χαρακτήρα…

Το χοντρόσβερκο κτήνος με το κάρο πολυτελείας, που μαρσάρει στη διάβαση πεζών ενώ σε βλέπει να περνάς, κλείνει το δρόμο πάνω στη στροφή του λεωφορείου πηγαίνοντας με το πάσο του να πάρει τσιγάρα απ’ το περίπτερο, πουλάει τσάμπα μαγκιές σε ό,τι κινούμενο βρεθεί στο δρόμο του, πετάει με απόλυτη φυσικότητα το άδειο τενεκεδάκι της κόκα-κόλας έξω απ’ το παράθυρο, και κάνει όποια επικίνδυνη (για την ασφάλεια των άλλων) γελοιότητα βάζει ο νους του ανθρώπου, προκειμένου να εντυπωσιάσει την κενόδοξη κότα που καταλαμβάνει το κάθισμα του συνοδηγού…

Τους αλητήριους του διπλανού διαμερίσματος που κοπροσκυλιάζουν «σπουδάζοντας» με τα λεφτά του μπαμπά τους, την ημέρα κοιμώμενοι μακαρίως και τη νύχτα επιδιδόμενοι στο σπορ της ολονύχτιας ηχορύπανσης, με το stereo (αξεσουάρ, εκ των ων ουκ άνευ, της κάθε καθωσπρέπει ρουστίκ περσόνας που πατάει το πόδι της στην πόλη) στη διαπασών, τα μπάσα στο τέρμα να απειλούν τζάμια και νευρικά συστήματα, τα κακόηχα «όπα» και τις άλλες κραυγές να τρυπούν βάναυσα τα αυτιά των περιοίκων, και τη σαρκαστική συμβουλή «να πας να μείνεις σε κανένα νεκροταφείο!» σε πρώτη ζήτηση για όποιον τολμήσει (ευγενικά) να διεκδικήσει το αυτονόητο δικαίωμά του στη νυχτερινή γαλήνη…

Τους κυνικούς στο διπλανό παγκάκι που, άθελά σου, ακούς να λένε ο ένας στον άλλο: «Έλα μωρέ, σιγά μη λυπηθώ τον κ…γερο που τον σκότωσαν οι ληστές. Στο κάτω-κάτω, μια σύνταξη λιγότερη!»

Τη μοχθηρή γυναίκα που αντλεί απόλαυση και αυταξία σπέρνοντας ζιζάνια σε κάθε υγιή σχέση (ερωτική, φιλική ή οικογενειακή) που θα ατυχήσει να βρεθεί στο δρόμο της…

Τη μαμά που φωνάζει αγριεμένα στο παιδάκι της: «περπάτα λοιπόν!», όταν αυτό κάνει να σκύψει να μαζέψει το άδειο κουτί από την πορτοκαλάδα, που του έπεσε στο δρόμο…

Το καλόπαιδο (με ωμέγα) που, εκμεταλλευόμενο την ευκινησία της εφηβείας του, τρέχει πρώτο να καταλάβει τη μοναδική άδεια θέση στο λεωφορείο, απολαμβάνοντας, με μια αίσθηση θριάμβου, την απόγνωση στα μάτια του όρθιου υπερήλικα…

Το άλλο καλόπαιδο (ίδια ορθογραφία όπως πριν) που, κάνοντας χαβαλέ στην παρέα, χλευάζει ως «ανέραστη» (το λέω κομψά) την καθηγήτρια του σχολείου του επειδή(!) του φέρθηκε με ευγένεια και καλοσύνη (ναι, το άκουσα και αυτό!)…

Τους μακρινούς γνωστούς (δεν εννοώ πραγματικούς φίλους) που, σαν σε τρακάρουν στο σούπερ μάρκετ αρχές φθινοπώρου, το πρώτο που τους έρχεται να ρωτήσουν πριν καν πουν «καλημέρα», είναι: «Εσείς πού πήγατε διακοπές; Μπα, δεν πήγατε πουθενά; Α, εμείς πήγαμε Πάρο!» Κι αν περισσέψει χρόνος ώσπου νάρθει η σειρά τους στο ταμείο, ίσως θυμηθούν κιόλας να σε ρωτήσουν «τι κάνεις»…

Τους θρασύδειλους του Διαδικτύου που βρίζουν, χλευάζουν και συκοφαντούν την αντίθετη άποψη, ασφαλισμένοι πίσω από το προνόμιο της ανωνυμίας τους – που κακώς, κατά τη γνώμη μου, τους παρέχεται από τα ευπρόσωπα, τουλάχιστον, sites…

…Και η λίστα, φυσικά, είναι ατέρμων. Έτσι, ζητώ προκαταβολικά συγνώμη από όσους πιθανόν αισθάνονται ότι δικαιούνται μια θέση σε αυτή, αλλά δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν την κατηγορία τους. Μόνο, μία παράκληση προς τους υπόλοιπους αναγνώστες: Όσο κάφρος κι αν είναι κάποιος που αντίκειται σε κάθε έννοια κοινωνικής ευπρέπειας και παραβιάζει κάθε κανόνα αισθητικής της συμπεριφοράς, μην τον αποκαλείτε «ζώο». Τον κολακεύετε! Άσε που αδικείτε τα ζώα…

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Δεν είναι λίγο ρατσιστικός ο "αντιρατσιστικός νόμος";

Το blog αυτό (ειδικά αυτό, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα δικά μου) σπανίως δημοσιεύει κείμενα άλλων αρθρογράφων. Σήμερα, όμως, θα κάνω μια εξαίρεση, καθώς ήρθε στα χέρια μου ένα εξαιρετικό άρθρο του Χάρη Μπεκιάρη, γραμμένο τον Ιούνιο του 2013, όταν βρισκόταν ακόμα υπό συζήτηση το περίφημο "αντιρατσιστικό νομοσχέδιο", το οποίο σήμερα αποτελεί ήδη νόμο του κράτους. Στο ερώτημα, "γιατί άργησε τόσο να δημοσιευθεί;", καλύτερα να μη δώσω την απάντηση που γνωρίζω...

Χωρίς να έχω διαβάσει το περίφημο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο χάρη στο οποίο για άλλη μια φορά ο Έλληνας πολίτης γίνεται θεατής πολιτικής κοκορομαχίας, δημοσιογραφικής κόντρας και εν τέλει κοινωνικού αποπροσανατολισμού, κάνω μερικές σκέψεις.
Λογικά η ιδέα ξεκίνησε με αφορμή τα απαράδεκτα περιστατικά βίας που σημειώθηκαν στις φράουλες της Μανωλάδας και σε άλλα σημεία της χώρας με θύματα μετανάστες. Κρίθηκε σκόπιμο να γίνει ένας νέος νόμος που θα επιβάλλει αυστηρές ποινές σε όποιον παρανομεί εις βάρος μετανάστη με οποιονδήποτε τρόπο και ιδιαίτερα όταν ασκεί ρατσιστική βία εναντίον του. Με άλλα λόγια, ο πολυσυζητημένος αντιρατσιστικός νόμος εμπνεύστηκε από την προφανή ανάγκη να αντιμετωπιστεί η νοοτροπία «είσαι αλλοδαπός, είσαι κατώτερος, σε εκμεταλλεύομαι, σε σπάω στο ξύλο», όπου εκδηλώνεται… Μερικά εύλογα ερωτήματα όμως είναι:
Το Σύνταγμα δεν προβλέπει την ισότητα όλων απέναντι στο νόμο;
Το Σύνταγμα δεν προβλέπει την επιβολή ποινών σε όποιον βιαιοπραγεί εναντίον συνανθρώπων του, ακόμα και όταν έχει δίκιο;
Το Σύνταγμα δεν προβλέπει ανάλογες ποινές για όποιον αδικεί με οποιονδήποτε τρόπο το συνάνθρωπό του σε κάθε επίπεδο των ανθρώπινων σχέσεων;
Το Σύνταγμα δεν καθορίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις εργασιακές σχέσεις;
Το Σύνταγμα δεν ορίζει το δικαίωμα του καθένα να θρησκεύεται όπως επιθυμεί;
Το Σύνταγμα δεν ορίζει την ελευθερία της έκφρασης;
Γιατί να μην εφαρμόζεται το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και να γίνει διάκριση και ειδική μέριμνα για τους μετανάστες; Σε άλλο νόμο θα υπάγεται ο Έλληνας εργαζόμενος αν τον δείρει ο εργοδότης του και σε άλλον ο μετανάστης εργαζόμενος αν του συμβεί το ίδιο;
Μιλάμε για ισότητα, πού είναι; Έδειρες αλλοδαπό επειδή είσαι βλαμμένος και έτσι σου άρεσε για τον x, y λόγο, να πας φυλακή, όχι όμως επειδή έδειρες αλλοδαπό, αλλά επειδή έδειρες άνθρωπο γενικότερα, όπως προβλέπει ο ισχύων νόμος.
Τι εξυπηρετεί ένα νέο, ειδικό, αντιρατσιστικό νομοσχέδιο; Να δώσει μεγαλύτερη αξία στους μετανάστες ως άτομα και να τους παρέχει μεγαλύτερη προστασία; Γιατί εγώ ως Έλληνας να δικαιούμαι λιγότερη προστασία; Αν κάποιος με μαχαιρώσει και με ληστέψει στο δρόμο, θα τιμωρηθεί λιγότερο αυστηρά απ’ όσο αν ήμουν μετανάστης;
Κι αν όχι, αλλά η ποινή θα είναι ίδια, ποιο το νόημα της δημιουργίας νέου νόμου; Η ανεξιθρησκία προστατεύεται ήδη από το Σύνταγμα, η ισότητα των λαών επίσης, η ισότητα απέναντι στο νόμο το ίδιο. Αν δεν εφαρμόζονται όλα αυτά, φταίει το κράτος ως σύστημα και όχι ως θεσμός. Αν δεν εφαρμόζεται ο ισχύων νόμος, δε θα εφαρμοστεί ούτε κάποιος καινούριος. Με άλλα λόγια, οι νόμοι είναι πλήρεις. Ας εφαρμοστούν αντί να επινοούνται νέα νομοσχέδια για εξυπηρέτηση επικοινωνιακών τακτικών μέχρι να πέσουν κι αυτά στο κενό…
Υπό το φόβο διαρροών ψηφοφόρων, κάθε πολιτικός αρχηγός προσαρμόζει τη στάση του. Οι μεν φοβούνται τα ποσοστά του ενός άκρου και οι δε τα ποσοστά και την κυβερνητική προοπτική του άλλου άκρου. Θα πρέπει να αναρωτηθούν όμως μήπως οι διαρροές παρατηρούνται όταν απλά λείπει η πολιτική βούληση για το αυτονόητο.
Ένας ξεχωριστός, αντιρατσιστικός νόμος είναι ρατσιστικός γιατί πρώτος αναγνωρίζει την ύπαρξη φυλετικών διακρίσεων, τις οποίες ουσιαστικά υιοθετεί, αν καθορίσει άλλο Δίκαιο για το μετανάστη από το ισχύον για τον απλό πολίτη. Το μόνο που χρειάζεται είναι να εφαρμοστεί το Σύνταγμα. Ψηφοθηρικά χαϊδέματα αυτιών και οπισθοχώρηση από τα προφανή είναι άλλο ένα βήμα προς τα πίσω και να πώς μένει ανοιχτή η πόρτα στα άκρα, είτε αυτά λέγονται ακροδεξιά είτε ακροαριστερά.


Χάρης Μπεκιάρης 

Δολοφονούν τα άλογα όταν γεράσουν…

Μια ακόμα δολοφονία ανυπεράσπιστου ηλικιωμένου από «μετανάστες», με κίνητρο τη ληστεία, έρχεται σαν ειρωνικό επιστέγασμα του – προσφάτως ψηφισθέντος από το Κοινοβούλιο – «αντιρατσιστικού νόμου». Και, επειδή με τους νόμους δεν είναι να παίζει κανείς (ειδικά όταν αυτοί θέτουν υπό αμφισβήτηση την ίδια την ελευθερία του λόγου), θα υπερνικήσω την αδήριτη ανάγκη σχολιασμού του τραγικού συμβάντος με τρόπο που θα απέδιδε πιστά τις σκέψεις μου. Αντ’ αυτού, σε πνεύμα ρετρό, επιλέγω να παρουσιάσω στο αναγνωστικό κοινό του Aixmi.gr ένα άρθρο μου στο «Βήμα» (εδώ, σημαντικά αναθεωρημένο και με νέο τίτλο) γραμμένο προ διετίας. Τότε που κάποιοι άλλοι φιλοξενούμενοι σ’ αυτή τη χώρα είχαν δολοφονήσει φριχτά έναν ακόμα άτυχο ηλικιωμένο…

Κάποιες άλλες, μακρινές εποχές, η είδηση θα είχε αναστατώσει το πανελλήνιο. Οι εφημερίδες θα την πρόβαλλαν με πηχυαίους τίτλους, ενώ θα ήταν για μέρες το πρώτο θέμα της ειδησεογραφίας στα κανάλια και στα ραδιόφωνα… Σήμερα, η είδηση πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων (αν έφτασε καν ως εκεί), ενώ για τα κανάλια ήταν ένα «συνηθισμένο» περιστατικό του καθημερινού αστυνομικού δελτίου. Πώς λέει εκείνο το χιλιο-αναμασημένο (αν και σοφό) κλισέ για το τέρας που δεν μας τρομάζει πια γιατί αρχίσαμε να του μοιάζουμε…

Όλοι έχουμε συναντήσει ανθρώπους που πέρασαν τα ογδόντα και βρέθηκαν στην ανάγκη να ζουν μόνοι. Για να κάνουμε πιο συγκεκριμένο το σενάριο, σκεφτείτε κάποιον που μόλις πριν ένα χρόνο έχασε τη σύντροφό του, το μόνο πρόσωπο στον κόσμο που είχε για παρέα και η παρουσία του τού έδινε κάποιο αίσθημα ασφάλειας… Τώρα οι νύχτες ήταν άυπνες και βασανιστικά αξημέρωτες. Κι ο κάθε θόρυβος απ’ το μπαλκόνι ή την κουζίνα έμοιαζε με απειλή ικανή να προκαλέσει πανικό. Ώσπου το φως της μέρας νάρθει σαν βάλσαμο παρηγοριάς και ψευδαίσθηση προστασίας…

Ευτυχώς υπήρχε μια σύνταξη, χάρις στην οποία μπορούσε να ζει με αξιοπρέπεια χωρίς να επιβαρύνει τα παιδιά του (τα οποία ήταν αναγκασμένα να μένουν μακριά). Χρόνια τώρα, μια φορά το μήνα συνδύαζε τον πρωινό του περίπατο με μια βόλτα ως την τράπεζα, να πάρει το καθορισμένο ποσό που θα του επέτρεπε να βγάλει τις δύσκολες μέρες που ακολουθούσαν. Δεν υπήρχε κανείς να τον συνοδέψει με ασφάλεια στο σπίτι, κι έτσι γύριζε μόνος του, κουβαλώντας στην τσέπη το πολύτιμο για την επιβίωση φορτίο του.

Δεν ξέρω αν το ‘χε, όμως, πληροφορηθεί (μα, κι αν το γνώριζε, τι θα μπορούσε να κάνει;) πως η Αθήνα δεν είναι πια η πόλη που ήξερε! Κάποτε ζούσαν εδώ άνθρωποι – καλοί, κακοί, με τις αρετές και τις αμαρτίες τους. Σήμερα οι άνθρωποι αναγκάζονται να συμβιώνουν με κτήνη. Και, όσο πιο πολύ συμβιώνουν με αυτά, τόσο πιο πολύ συνηθίζουν στην κτηνωδία, μέχρι που σιγά-σιγά παύουν να τη φοβούνται – όπως το τέρας όταν αρχίζει κανείς να του μοιάζει…

Στη χώρα της απόλυτης παρακμής, τα πάντα εισάγονται, αφού έχουμε ξεχάσει πια τι θα πει παραγωγή – από οδοντογλυφίδες και άλλα μικροπράγματα, έως πολιτισμό και ποιότητα ζωής. Και επειδή, φαίνεται, γίναμε υπερβολικά πολλοί και ανεπίτρεπτα πλούσιοι, αποφασίσαμε να ανοίξουμε τα σύνορα και στο εισαγόμενο έγκλημα, μήπως κι εξισορροπήσουμε κάπως την κατάσταση και καταφέρουμε, τελικά, να γίνουμε λιγότεροι και φτωχότεροι!

Το γεροντάκι των 82 χρόνων στο Παγκράτι ήταν εύκολος στόχος καθώς γυρνούσε μόνος από την τράπεζα με την πολύτιμη σύνταξη στην τσέπη. Δύο «απελπισμένοι» της περιοχής (σύμφωνα με μαρτυρίες περιοίκων) τον είχαν βάλει από καιρό στο σημάδι. Την πρώτη φορά απλώς τον λήστεψαν. Τη δεύτερη φαίνεται πως βρήκαν ζόρι καθώς τον ακολούθησαν ως μέσα στο σπίτι του. Έτσι, αναγκάστηκαν να του κλείσουν το στόμα για να μη φωνάζει και τους πάρουν είδηση οι γείτονες. Ως πρόχειρο μέσο απόφραξης του στόματος που σε λίγα λεπτά επρόκειτο να σιγήσει για πάντα από ασφυξία, επέλεξαν μια ικανή ποσότητα χαρτιού υγείας από την τουαλέτα…

Και, επειδή κάποιοι έχουν ήδη αρχίσει να αφαιρούν το περιτύλιγμα της άνοστης, χιλιομασημένης τσιχλόφουσκας περί «ρατσισμού», θα θέσω ένα ερώτημα που προσωπικά θεωρώ ρητορικό: Τι είναι, αν όχι ρατσιστική, η «κατανόηση» και η ανοχή στην άσκηση ακραίας βίας από τους βιολογικά ανθεκτικότερους και σωματικά υπέρτερους προς τους αδύναμους κι ανήμπορους να αμυνθούν; (Ή, μήπως, το ίδιο αυτό φαινόμενο βίας αποκτά ρατσιστικές διαστάσεις μόνο στην περίπτωση όπου οι φυσικοί αυτουργοί είναι μέλη κάποιου ακραίου χώρου στις παρυφές του πολιτικού συστήματος;)

Το μέγεθος του κακού σ’ αυτή τη χώρα έγινε πια τέτοιο που δεν μπορεί να χωρέσει σε συμβατικές ηθικές αξιολογήσεις (όπως με ωμό κυνισμό είχε πει κάποιος, μερικές χιλιάδες θάνατοι δεν είναι τραγωδία, είναι στατιστική!). Πιστή στις επιταγές του Δαρβίνου, η κοινωνία των ανθρώπων έχει ασυνείδητα αναπτύξει νοσηρά ανακλαστικά αυτοσυντήρησης με τελικό στόχο το ξεσκαρτάρισμα των βιολογικά αδύναμων και κοινωνικά μη-παραγωγικών στοιχείων. Γι’ αυτό και, στη χρεοκοπημένη Ελλάδα τού σήμερα, το γεροντάκι των 82 που απολάμβανε το «προνόμιο» μιας ολόκληρης σύνταξης, μέσα στα πειραγμένα υποσυνείδητά μας ίσως και να πρόβαλλε ως ανεπίτρεπτη «πολυτέλεια» που θα ‘πρεπε με κάποιον τρόπο να εκλείψει!

Αυτό εξηγεί, άλλωστε, τα ψιλά γράμματα των εφημερίδων, τις λιτές και άχρωμες – σχεδόν εξαναγκαστικές – αναφορές ρουτίνας στα Μέσα Ενημέρωσης, μα, κυρίως, την απουσία έμπρακτης ευαισθησίας εκ μέρους όσων κόπτονται επιλεκτικά για τα ανθρώπινα δικαιώματα και αυτοχρίζονται σταυροφόροι «κατά του ρατσισμού»!

Καμία Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της προβλήματα τέτοιου μεγέθους, αν πρώτα η ίδια η κοινωνία δεν τα καταδικάσει στη συλλογική της συνείδηση. Μια συνείδηση που πρέπει, όμως, να πάψει να εμφανίζεται κατακερματισμένη με βάση κομματικές συμπάθειες ή ιδεολογικές προκαταλήψεις, και να λειτουργήσει με πνεύμα μη-επιλεκτικού (άρα, μη-μεροληπτικού και μονόπλευρου) ανθρωπισμού, αλλά και με αίσθημα εθνικής αυτοσυντήρησης (όσο κι αν ο επιθετικός προσδιορισμός στην αυτοσυντήρηση προκαλεί αλλεργία σε ορισμένους «προοδευτικούς» κύκλους…).

Και, ας αφήσουμε, επιτέλους, κατά μέρος τις γελοίες ρητορείες περί δήθεν «ρατσιστικών τάσεων» της κοινωνίας μας (εκτός αν ως «κοινωνία» ορίζουμε μια θλιβερή μειοψηφία ακραίων φανατικών που ευτύχησαν να αποκτήσουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση χάρις στις ανώμαλες συγκυρίες της εποχής). Είμαστε, κατά παράδοση, ο πιο ανεκτικός και φιλόξενος λαός του κόσμου. Αυτονόητα, βέβαια, για εκείνους που σέβονται τους κανόνες της φιλοξενίας και τιμούν αυτούς που τους την προσφέρουν!

Κι αυτή μας τη διάθεση δεν μπορούν να την επιβάλουν ξενόφερτοι νόμοι «κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας». Μπορούν μόνο να την εμπνεύσουν οι καλές προθέσεις αυτών που έρχονται στη χώρα για να συμβάλουν στην αναδημιουργία της – όχι να αποτελειώσουν την αποσύνθεσή της…

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Φάρμακα (και) στο σούπερ μάρκετ: Γιατί όχι;

Απόγευμα Δευτέρας… Χρειάστηκα εκτάκτως ένα μη συνταγογραφούμενο φάρμακο. Μπαίνω στο site του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αττικής, να δω τα εφημερεύοντα φαρμακεία. Φυσικά, ξεκινώ από τη γειτονιά μου, σκεφτόμενος ότι, ολόκληρο Κουκάκι, δε μπορεί, κάποιο θα υπάρχει! Διαβάζω:

ΚΟΥΚΑΚΙ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Ε, λέω, θα έχει στου Μακρυγιάννη! Για να δούμε:

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Μήπως εκεί, προς την Ακρόπολη;

ΑΚΡΟΠΟΛΗ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Ε, τότε, σίγουρα στην Πλάκα!

ΠΛΑΚΑ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Κάπου στο Κέντρο, τέλος πάντων;

ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ: Δεν βρέθηκαν εγγραφές

Τελευταία ελπίδα το Σύνταγμα. Ευτυχώς υπήρχε εκεί ένα φαρμακείο, στην αρχή της Ερμού… 

Ευγενέστατη η φαρμακοποιός, με εξυπηρέτησε αμέσως. Λίγο πριν φύγω, κοντοστάθηκα για μια στιγμή και πέρασα στην επίθεση:

– Από το Κουκάκι μέχρι εδώ, είστε το μόνο φαρμακείο που βρήκα ανοιχτό! Τώρα καταλαβαίνετε γιατί ο κόσμος ζητάει να μπορεί να αγοράζει τα μη συνταγογραφούμενα στα σούπερ μάρκετ;

Της ανέφερα μια εμπειρία μου στην Αμερική, όπου χρειάστηκα ένα φάρμακο για το σκύλο μου μέσα στα άγρια μεσάνυχτα και το βρήκα στο τοπικό σούπερ μάρκετ, που ήταν ανοιχτό Κυριακάτικα! Μου απαντάει:

– Ναι, αλλά το απρόσωπο σούπερ μάρκετ δεν είναι το ίδιο με το φαρμακοποιό της γειτονιάς σας, που θα καθίσει πάνω απ’ το κεφάλι σας και θα συζητήσει με υπομονή και φροντίδα το πρόβλημά σας! Όμως, είναι και κάτι άλλο: Ξέρετε πόσοι άνθρωποι θα μείνουν χωρίς δουλειά αν υλοποιηθεί μια τέτοια πολιτική;

– Ποιους εννοείτε;

– Εννοώ τους φαρμακοποιούς. Θα είναι καταστροφή γι’ αυτούς!

– Τότε, ας φροντίσουν οι φαρμακοποιοί να εξυπηρετούν καλύτερα το κοινό. Γιατί, όταν χρειάζομαι ένα απλό φάρμακο και πρέπει να κάνω ένα ολόκληρο ταξίδι για να το βρω, το πρώτο που σκέφτομαι είναι πως θα ‘ταν πολύ πιο εύκολα τα πράγματα αν το πουλούσε και το σούπερ μάρκετ της γειτονιάς μου!

– Έχετε δίκιο. Όμως, είναι και το θέμα της εγκληματικότητας εδώ στην Αθήνα, που δεν επιτρέπει να μένουν ανοιχτά περισσότερα φαρμακεία. Το ξέρετε ότι τις νύχτες συχνά εξυπηρετούμε τον κόσμο με μισο-κατεβασμένα τα ρολά;

– Εντάξει… Τότε, όμως, πώς εξηγείτε ότι υπάρχει τούτη τη στιγμή εφημερεύον φαρμακείο στο Νέο Κόσμο, μια από τις λιγότερο ασφαλείς γειτονιές της πόλης, και δεν υπάρχει ούτε για δείγμα, π.χ., στο Κουκάκι;

– Τι να πω… Ίσως θα πρέπει να κάνουμε καλύτερη κατανομή… Πάντως, το δικό μας φαρμακείο θα το βρείτε τις περισσότερες ώρες ανοιχτό!

– Το ξέρω, και είστε «σταθερή αξία» στην περιοχή. Όμως, δεν μπορείτε να σηκώνετε στους ώμους σας ολόκληρο το κέντρο της Αθήνας!

Ευχαρίστησα την ευγενική φαρμακοποιό και κίνησα πάλι για το Μετρό του Συντάγματος, κρατώντας προσεκτικά τη σακούλα με το δυσεύρετο, υπό τις περιστάσεις, γιατρικό…