Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πάρσιφαλ: Η σοφία μέσα απ’ τη συμπόνια

Μιλώντας τις προάλλες με ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο, συνειδητοποίησα πόσο μάταιη είναι η προσπάθεια ερμηνείας των ανθρώπινων συναισθημάτων με όρους κοινής λογικής και ηθικής του δικαίου. Πριν χρόνια, η συνομιλήτριά μου έχασε τον πατέρα της μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Την ίδια εποχή βρισκόταν στη διαδικασία ενός διαζυγίου που έμελλε ν’ αποδειχθεί ιδιαίτερα οδυνηρό γι’ αυτήν, λόγω της εκδικητικής συμπεριφοράς του συζύγου της...

Μετά από κάπου μια εικοσαετία, ο ίδιος ο σύζυγος αρρώστησε σοβαρά. Δεν απαιτείται, ίσως, πολλή φαντασία για να μαντέψει κανείς ποιο πρόσωπο βρέθηκε να τον συντρέξει τη δύσκολη αυτή ώρα! Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη φαινομενική αντινομία στο συναισθηματικό ισοζύγιο: Όπως μου ομολόγησε, στον πατέρα της, με τον οποίο την συνέδεαν βαθιά αισθήματα αγάπης, δεν είχε προσφέρει ούτε πολλοστημόριο –τόσο ψυχικά, όσο και πρακτικά– αυτών που με εντελώς αυθόρμητο τρόπο κατέθετε σε έναν άνθρωπο που της είχε συμπεριφερθεί για χρόνια σαν δυνάστης!

Στη λογική απορία μου, η απάντησή της ήταν αφοπλιστική: «Όταν έχασα τον πατέρα μου, ήμουν ακόμα ένα ανώριμο, εγωκεντρικό πλάσμα, ανίκανο να νιώσει αληθινή συμπόνια. Σιγά-σιγά, όμως, η ζωή με προσγείωσε, μου έδειξε την τραγική πλευρά της ματαιότητας, με έκανε σοφότερη. Τώρα μπορώ και συμπονώ ακόμα κι αυτούς που με έβλαψαν, επειδή και μόνο είναι άνθρωποι!» Η σοφία, λοιπόν, χέρι-χέρι με τη συμπόνια! Μια ιδέα που με παραπέμπει στη μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά που άφησε πίσω του ένας μεγάλος μουσικός και διανοητής που αγάπησε πολύ την Ελλάδα...

Ο «Πάρσιφαλ» (Parsifal) υπήρξε το τελευταίο – και κατά πολλούς κορυφαίο – μουσικό δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Έμελλε να επηρεάσει πολλούς κατοπινούς συνθέτες, είτε δήλωναν ευθέως τη συμπάθειά τους για τον Βάγκνερ (όπως, π.χ., ο Πουτσίνι), είτε επιδίδονταν σε μάταιες ασκήσεις άρνησής του (π.χ., Ντεμπυσσύ). Θα προσθέσω στις επιδράσεις (καθαρά προσωπική άποψη) και την προ-τελευταία (και ίσως σημαντικότερη) όπερα του Τσαϊκόφσκι, τη «Ντάμα Πίκα» (Queen of Spades), όπου το κοντράστ διατονικού και χρωματικού αρμονικού ύφους συμβολίζει τη διαλεκτική συνύπαρξη του καλού με το κακό.

Η όπερα, με χαρακτήρα σκηνικής τελετουργίας, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1882 στο δεύτερο Φεστιβάλ του Μπαϋρώυτ (Bayreuth). Ο Βάγκνερ ανέθεσε τη μουσική διεύθυνση στον στενό του φίλο Χέρμαν Λεβί (Hermann Levi), έναν σημαντικό γερμανοεβραίο μαέστρο του οποίου το ταλέντο ο συνθέτης θαύμαζε ιδιαίτερα. Το λιμπρέτο του Βάγκνερ βασίζεται εν μέρει σε επικό ποίημα του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, γραμμένο τον 13ο αιώνα. Κεντρική ιδέα στο μουσικό δράμα είναι η κατάκτηση της σοφίας (θα έλεγα, της αυτοσυνειδησίας) μέσω της συμπόνιας για τον συνάνθρωπο, του βιώματος, δηλαδή, του αλλότριου πόνου. Η ιδέα δεν ανήκει, φυσικά, στον ίδιο τον Βάγκνερ, αλλά είναι αποτέλεσμα της επίδρασης του Σοπενχάουερ πάνω στον συνθέτη-φιλόσοφο.

Σύμφωνα με το λιμπρέτο (του οποίου τις λεπτομέρειες θεωρώ δευτερεύουσες για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης και δεν θα παραθέσω), ο Πάρσιφαλ, ένας αφελής αλλά καλόψυχος νέος, ανακαλύπτει τις βαθύτερες αλήθειες της ύπαρξης όταν, μετά από μια μακρά πορεία μύησης («περιπλάνηση»), κατορθώνει να υπερβεί τα τείχη του «εγώ» και να βιώσει τον πόνο του συνανθρώπου (Αμφόρτας) σαν δικό του πόνο.

Στο ποιητικό κείμενο του λιμπρέτου υπάρχει μια φράση που θα μπορούσε να κινήσει την περιέργεια των Φυσικών (αν και ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο, τουλάχιστον εξ όσων γνωρίζω). Λίγο πριν το υπέροχο ορχηστρικό ιντερλούδιο της Πρώτης Πράξης, ακούγεται ο παρακάτω διάλογος ανάμεσα στον Πάρσιφαλ και τον Γκούρνεμαντς(*):

ΠΑΡΣΙΦΑΛ: «Μόλις και μετά βίας βαδίζω, κι όμως νιώθω πως ήδη έχω πάει πολύ μακριά!»

ΓΚΟΥΡΝΕΜΑΝΤΣ: «Βλέπεις, γιε μου, σ’ αυτό εδώ το μέρος ο χρόνος γίνεται χώρος!»

Όσο κι αν θέλει κανείς να αποφύγει τη σκέψη ως παράλογη, δεν μπορεί να μη διερωτηθεί ως πού, άραγε, θα μπορούσε να φτάσει η ικανότητα του Βάγκνερ να βλέπει μπροστά από την εποχή του. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε 23 ολόκληρα χρόνια πριν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν προτείνει την (Ειδική) Θεωρία της Σχετικότητας. Κι ο παραπάνω διάλογος παραπέμπει αναπόφευκτα στους χωροχρονικούς μετασχηματισμούς που επιτρέπει η σχετικιστική θεωρία. Περίπτωση επιστημονικής προφητείας; Ή μήπως θα πρέπει να συμβιβαστούμε, βολικότερα, με την πιο «πεζή» φιλοσοφική ερμηνεία περί ιδεατού ή υποκειμενικού χώρου και χρόνου, γυρίζοντας με ανακούφιση πίσω στον Καντ και τον Σοπενχάουερ;

Την απάντηση ίσως δεν την μάθουμε ποτέ. Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι πως το μήνυμα του Πάρσιφαλ δεν υπόκειται στη φθορά του χρόνου ή στους περιορισμούς του χώρου: Είναι τόσο παλιό όσο ο άνθρωπος, και φτάνει τόσο μακριά όσο η σκέψη μας για το Σύμπαν!

(*) Δείτε το video

ΤΟ ΒΗΜΑ

Αγαπητέ Αλέξη…

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ανοιχτή επιστολή στον εκ των κορυφαίων αρθρογράφων του aixmi.gr, Αλέξη Πολίτη.

Αγαπητέ Αλέξη,

Εδώ και πάνω από ένα χρόνο παρακολουθώ με ενδιαφέρον την αρθρογραφία σου στο αξιόλογο site aixmi.gr. Ομολογώ πως σαν αρθρογράφος είσαι ιδιαίτερα χαρισματικός! Το χιούμορ σου σπάει κόκαλα, ενώ η πρωτοτυπία της ευρηματικής σου σκέψης είναι βέβαιο ότι εγείρει αισθήματα ζήλιας σε πολλούς (του γράφοντος μη-αυτοεξαιρουμένου a priori…).

Όμως, το χάρισμα του λόγου δεν εξασφαλίζει απαραίτητα και την ορθότητα των θέσεων. Και, σε ό,τι αφορά τις τελευταίες, έχω να σου επισημάνω τα εξής:

1. Ο λόγος σου είναι μεστός θυμού. Αν ήσουν ποιητής, θα με παρέπεμπες αναπόφευκτα στην Κατερίνα Γώγου! Δεν λέω, ύφος ελκυστικό και «πιασάρικο» για την πλατεία Εξαρχείων (αυτή των «Αγανακτισμένων» μας άφησε χρόνους!) το οποίο, όμως, ελάχιστα αξιόπιστο σε καθιστά ως εκφραστή γνώμης (διάβασε, π.χ., τι λέει ο Wayne Dyer για τον θυμό στις «Περιοχές των Σφαλμάτων σας»). Αν ήσουν λίγο πιο νηφάλιος, ίσως και να με έπειθες περισσότερο!

2. Το ιδεοληπτικό αντιμνημονιακό σου «κόλλημα» μου θυμίζει τον (κατά τα άλλα συμπαθή συν-Αεκτζή) Δημήτρη Στρατούλη: Σε κάθε δύο προτάσεις που αρθρώνει, η μία τουλάχιστον θαρρείς και οφείλει να περιέχει απαρέγκλιτα τη λέξη «Μνημόνιο» ή κάποιο απ’ τα παράγωγά της! Όπως λένε κι οι μαθητές μου, «ξεκόλλα»!

3. Δεν γνωρίζω κατά πόσον σε επηρεάζει η συνωνυμία σου μ’ εκείνον, προκαλεί απορία, όμως (αν όχι κατάπληξη) το πώς ένα ευφυές άτομο και δη επιστήμων, σαν εσένα, μπορεί να διάκειται θετικά απέναντι σε ένα παιδαρέλι της πολιτικής που δεν γνωρίζει καν τη διαφορά ανάμεσα στο sheet και το shit! Χάθηκαν οι έμπειροι και γλωσσομαθείς πολιτικοί; (E.g., Avramopoulos!)

4. Στο πλαίσιο της μανιχαϊκής αντίληψής σου για τον κόσμο, συνηθίζεις να χωρίζεις την κοινωνία σε δύο, περίπου αντίπαλες τάξεις: τους γιατρούς και τους μη-γιατρούς, επιφυλάσσοντας, φυσικά, τους αντίστοιχους ρόλους του «καλού» και του «κακού» σε κάθε μία απ’ αυτές! Τι θα ‘λεγες αν χωρίζαμε τον κόσμο σε (καλούς) Φυσικούς και (κακούς) μη-Φυσικούς, για παράδειγμα;

5. Το θεωρώ ιδιαιτέρως κιτς ένας διανοούμενος να είναι οπαδός του Ολυμπιακού! Οι πραγματικοί αντισυστημικοί ιδεολόγοι υποστηρίζουν ομάδες του περιθωρίου, ακόμα κι όταν αυτές οδεύουν προς αφανισμό! Αν θες να σε μυήσω στο ζήτημα, πάμε για καφέ στη Νέα Φιλαδέλφεια. Κερνάω εγώ!

Επειδή στόχος μου είναι να σε προβληματίσω και όχι να σε βομβαρδίσω, περιορίζομαι (προς το παρόν) σ’ αυτό το μικρό αλλά ενδεικτικό κοκτέιλ ενστάσεών μου για το προφίλ σου ως ανθρώπου (γενικά) και ως αρθρογράφου (ειδικότερα). Το γάντι έπεσε, φίλτατε. Όποιος έχει άποψη και την πιστεύει, το σηκώνει!

Ο φίλος σου,

Κώστας Παπαχρήστου

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός. Διδάσκει Φυσική σε μεγάλα «παιδιά» (αυτά που μπορούν να βλέπουν ταινίες με ένδειξη «ΧΧΧ»).

Aixmi.gr

Απάντηση Α. Πολίτη 

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η γυναίκα στην κουπαστή και ο συμβολικός κόσμος του «Τριστάνου»

Το αεράκι που φυσούσε στο κατάστρωμα μετρίαζε κάπως την αυγουστιάτικη ζέστη. Την πρόσεξα καθώς ήταν ακουμπισμένη στην κουπαστή κοιτώντας μάλλον αφηρημένα προς το πέλαγος. Ήταν ωραία γυναίκα, ίσως η ωραιότερη που έχω δει! Κάποιος τη φώναξε, κι έτσι έμαθα τ’ όνομά της. Είχε κάτι από θάλασσα...

Από δύο ηλικιωμένες κυρίες που «κουτσομπόλευαν» μεγαλόφωνα στον απέναντι πάγκο έμαθα την ιστορία της: «Αυτή που βλέπεις, Μαρία μου, την πάντρεψαν μικρή με έναν πολύ πλούσιο. Δεν ήξερε τι είχε, σου λέω! Και κάποιο καλοκαίρι γνώρισε εκεί στο νησί έναν μουζικάντη. Μπατίρης, δηλαδή! Εκείνη όμως ξετρελάθηκε. Πήγε η άμυαλη στον άντρα της ευθύς και του ζήτησε διαζύγιο. Εκείνος την έδιωξε, κρατώντας το παιδί. Δεν το ξανάδε από τότε... Όσο για τον προκομμένο, τη βαρέθηκε και μετά από δυο χρόνια γνώρισε μια αρτίστα και την παράτησε. Λένε πως έχασε τα λογικά της και πηγαινοέρχεται μόνη της χειμώνα-καλοκαίρι στο νησί, η δόλια...»

Η τραγική ιστορία της ωραίας γυναίκας που ταξίδευε σαν χαμένη στις θάλασσες πληρώνοντας το τίμημα του έρωτα, μου έφερε αυτόματα στο νου την αγαπημένη μου όπερα. Ίσως η σπουδαιότερη μουσική που γράφτηκε ποτέ, το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη» (Tristan und Isolde) είναι ένα έργο πολύ σύνθετο για να χωρέσει σε μια σύντομη ανάλυση. Το ορχηστρικό πρελούδιο της πρώτης πράξης(*) θεωρήθηκε επανάσταση που γκρέμισε τα στεγανά της κλασικής μουσικής αρμονίας - αν και δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα προφητικά κουαρτέτα του Μότσαρτ τα αφιερωμένα στον Χάυδν (όπου μάλιστα σε ένα απ’ αυτά, K 428, ακούγεται το ίδιο το θέμα του «Τριστάνου»!), όπως και τα πιανιστικά πρελούδια του Σοπέν με τις αρμονικές τους τολμηρότητες.

Το πρελούδιο του «Τριστάνου» αφήνει άφωνο τον ακροατή και με την δεξιότητα της αντιστικτικής γραφής του Βάγκνερ που, όπως γράφει σε μια ανάλυσή του ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, «κάνει τις τρίχες να σηκωθούν»! (Πιστεύω θα συμφωνούσε και ο Μπαχ αν μπορούσε να το ακούσει.) Στην κορύφωση της δραματικής έντασης της μουσικής, ιδιαίτερα, χτίζεται ένα απίστευτα περίπλοκο αρμονικό οικοδόμημα με μουσικά θέματα που εισάγονται διαδοχικά, με κάθε νέα «φωνή» να εμπλουτίζει αντί να υπονομεύει τις ευαίσθητες αρμονικές ισορροπίες των υπολοίπων! Αρκετά, όμως, με τη μουσική ανάλυση, γιατί η όπερα του Βάγκνερ δεν εξαντλεί τη μεγαλοσύνη της στην ωραιότητα της μουσικής.

Ο «Τριστάνος» είναι και ποίηση και –κυρίως– φιλοσοφία. Είναι μια διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στα σύμβολα της μέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους. Και, για τους μυημένους, το φως εδώ δεν είναι το «καλό», ούτε το σκοτάδι το «κακό». Ίσως ακριβώς το αντίθετο! «Αυτό το φως... πάρτε αυτό το φως!», φωνάζει ο Τριστάνος καθώς αργοπεθαίνει...

Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τη μέρα ζουν στον ψεύτικο και υποκριτικό κόσμο των συμβάσεων, όπου η «τιμή» είναι η ανταμοιβή για την τυφλή υποταγή στους κανόνες. Εκείνη πρέπει να δείχνει σαν την πιστή σύζυγο του περίλαμπρου βασιλιά Μάρκε... Εκείνος, σαν ο πιστός υπερασπιστής της τιμής του μονάρχη-θείου του... Το σκοτάδι της νύχτας, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς εαυτούς των δύο εραστών: υπάρχει μόνο ο Τριστάνος και η Ιζόλδη, και τίποτ’ άλλο στον κόσμο! Κι όταν ακόμα η συμβατική τιμή του Τριστάνου χαθεί για πάντα, εκείνη θα διαλέξει και πάλι να τον ακολουθήσει στον δικό του, αιώνια σκοτεινό κόσμο, ίσαμε το θάνατο...

Το πλοίο έφτανε στην ακτή. Θυμήθηκα το καράβι που πήγαινε την Ιζόλδη νύφη νεκροζώντανη στην Κορνουάλη, στην πρώτη πράξη της όπερας. Μια «Ιζόλδη» που έβλεπα τώρα μπροστά μου ακουμπισμένη στην κουπαστή, χαμένη κάπου στο χθες, αιώνια θλιμμένη... Γιατί ο έρωτας δεν είναι δώρο που μας δίνεται: Εμείς είμαστε δώρα που δίνονται στον έρωτα! Αυτό το ήξερε καλά ο Βάγκνερ...

...Στον οποίο θα επανέλθουμε σύντομα εδώ στο «Βήμα», κάνοντας μια αναφορά στο τελευταίο και κορυφαίο έργο του, με το οποίο μας διδάσκει πώς κατακτάται η σοφία μέσω της συμπόνιας για τον συνάνθρωπο. Μιλώ, φυσικά, για τον «Πάρσιφαλ»!

(*) Δείτε το video

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Έκπτωση, επιτέλους, στην κάρτα απεριορίστων... απεργιών!

Όλοι εμείς οι αθεράπευτα ηλίθιοι (άντε μην το πω αλλιώς!) που εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τα κρατικά μέσα μαζικής μεταφοράς αγοράζοντας μηνιαίες κάρτες, βιώνουμε φέτος ένα πραγματικό όργιο καταλήστευσής μας λόγω των αλλεπάλληλων –και με το αζημίωτο γι’ αυτούς– αρνήσεων μιας μειοψηφίας δικτατορίσκων του κρατικού συνδικαλισμού να τιμήσουν ένα ακριβοθώρητο, πλέον, προνόμιο που τους έχει (ενδεχομένως μάλιστα μη-αξιοκρατικώς) παραχωρηθεί από την πολιτεία: να έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται!

Επειδή, όμως, κι εμείς οι υπόλοιποι που υφιστάμεθα την σαδιστική επαναστατική γυμναστική τους είμαστε –όσοι ακόμα είμαστε– εργαζόμενοι, και τα 45 euros μηνιαίως της προπληρωμένης καρτο-κοροϊδίας τους δεν μας περισσεύουν (για να μην συνυπολογίσω και τα συχνά αναγκαία έξοδα μίσθωσης ιδιωτικών μεταφορικών μέσων), καλό θα ήταν η πολιτεία να κάνει για μια φορά, επιτέλους, το αυτονόητο: να μας αποζημιώσει για μία, έστω, από τις αμέτρητες φορές που είδαμε τα ακριβοπληρωμένα αυτά παλιόχαρτα με τις υπογραφές και τις φωτογραφίες μας να χάνουν de facto την χρηστική τους αξία!

Για να μην πλατειάζω: Η κάρτα «απεριορίστων διαδρομών» (sic) του Φεβρουαρίου να πωληθεί σε σημαντικά μειωμένη τιμή με την απλή επίδειξη του κουπονιού του Ιανουαρίου (όσοι δεν διαθέτουν το κουπόνι θα καταβάλλουν, φυσικά, το πλήρες αντίτιμο της κάρτας). Κατά τα λοιπά, τα όψιμα και επιλεκτικά ενεργοποιημένα «φιλεργατικά» ανακλαστικά των δύο τρίτων των πολιτικών δυνάμεων της συγκυβέρνησης υπέρ των απεργών των ΜΜΜ, προκαλούν θυμηδία –αν όχι οργή– στους απόκληρους και τους μη-προνομιούχους της κοινωνίας: τους άνεργους που πρέπει καθημερινά να «οργώνουν» την πόλη αναζητώντας δουλειά, τους μικρο-συνταξιούχους που δεν τους περισσεύει ούτε ευρώ για ταξί, τους χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα που κάνουν οικονομία ακόμα και στο φαΐ της οικογένειας για να περισσέψουν τα χρήματα για την fucking την κάρτα (ελπίζω οι μαθητές μου να μη διαβάζουν σήμερα το «Βήμα»!)...

Πλανάστε κύριοι της «πεφωτισμένης» αριστεράς αν νομίζετε ότι η μνήμη όλων των ανωτέρω είναι βραχεία!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Στο καλό και να μας γράφετε, κύριοι συνδικαλιστές!

Ξεκινώ με μια απαραίτητη δήλωση: Δεν ανήκω ιδεολογικά στον λεγόμενο «νεοφιλελεύθερο» χώρο. Αντιπαθώ τα μάλα τους Ρεπουμπλικάνους, ενώ έχω στηλιτεύσει κατ’ επανάληψη και όσους δαιμονοποιούν συλλήβδην τους δημόσιους λειτουργούς. (Οι φαν του Θοδωρή Ζαρέτου εδώ στο «Βήμα» θα με επιβεβαιώσουν, έχοντας δαπανήσει αμύθητα ποσά εν μέσω κρίσης για την αγορά γιαουρτιών προς εκτόξευση εναντίον μου!)

Τούτων λεχθέντων προχωρώ στο παρασύνθημα, τονίζοντας εξαρχής ότι οι απόψεις που ακολουθούν είναι απολύτως προσωπικές... Δεκαετίες τώρα η αριστερίζουσα παραφιλολογία της (αείμνηστης) μεταπολιτευτικής περιόδου μιλάει για τα «δικαιώματα των εργαζομένων». Είτε για λόγους πολιτικού καιροσκοπισμού σε καθεστώς δικτατορίας του κρατισμού (το πιθανότερο), είτε κι από απλή ελαφράδα της πολιτικής σκέψης, αποφεύγει να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους: «τα δικαιώματα των κρατικοδίαιτων εργαζομένων»! Αξιοσημείωτη, άλλωστε, είναι η απουσία των όρων «δικαιώματα των ανέργων» και «δικαιώματα των μη-προνομιούχων του ιδιωτικού τομέα» από τα πολιτικά λεξικά της αριστεράς.

Είδαμε έτσι συντεχνιακές κινητοποιήσεις βολεμένων να βαφτίζονται «δημοκρατικοί λαϊκοί αγώνες», λες και η απεργία, π.χ., των εργαζομένων στα μέσα μαζικής μεταφοράς γινόταν και για το δίκιο μιας γραμματέως ιδιωτικής εταιρείας ή μιας ταμία κάποιου σούπερ-μάρκετ, οι οποίες θα έπρεπε να πληρώσουν το δυσβάσταχτο γι’ αυτές κόμιστρο ενός ταξί –αν το εύρισκαν κι αυτό- προκειμένου να δώσουν παρουσία στο χώρο εργασίας τους ώστε να μη βρεθούν στο δρόμο. (Ξέρετε, οι εργοδότες δεν δείχνουν ιδιαίτερα κατανοητικοί κι ευαίσθητοι σε δικαιολογίες του τύπου «δεν υπήρχαν συγκοινωνίες»!)

Με κίνδυνο τώρα οι εναντίον μου εκτοξεύσεις γαλακτοκομικών προϊόντων να προέρχονται από τους φαν του Αλέξη, προχωρώ στην ακόλουθη δημόσια τοποθέτηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως πρόταση προς την πολιτεία: Το μόνο δικαίωμα που έχει κάποιος που πληρώνεται από το υστέρημα του ελληνικού λαού για να του προσφέρει υπηρεσίες, είναι να παραιτηθεί από τη θέση του, αποδεσμεύοντάς την για κάποιον άλλον εργαζόμενο που θα την βρει πιο ελκυστική.

Το με χρόνια συνευθύνη του κρατικού συνδικαλισμού κατεστραμμένο ελληνικό κράτος, τόσα μπορεί να δώσει, τόσα δίνει. Στο πλαίσιο άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων του, ο εργαζόμενος είναι απόλυτα ελεύθερος να επιλέξει να μην εργάζεται στον δημόσιο τομέα και να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη στον ιδιωτικό. Ως εκ τούτου, ουδεμία άρνηση προσφοράς εργασίας εκ μέρους δημόσιων λειτουργών νομιμοποιείται για καθαρά οικονομικούς λόγους, παρά μόνο για λόγους που αφορούν την ασφάλεια, την υγεία και την αξιοπρεπή μεταχείρισή τους στους χώρους εργασίας. Παραβίαση της παραπάνω συνθήκης θα πρέπει αυτόματα να οδηγεί σε απόλυση.

Λυπάμαι αν γίνομαι δυσάρεστος σε μια δράκα καλοβολεμένων με εξουσίες δικτατόρων, σκέφτομαι όμως πολύ περισσότερο τους μη-προνομιούχους που υποφέρουν εξαιτίας των στυγνών εκβιαστικών παιγνίων τους! Και, απευθυνόμενος προς το ιερατείο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που χρησιμοποιεί (τι πρωτότυπο!) τον κρατικό συνδικαλισμό ως πέμπτη φάλαγγα για την κατάληψη της εξουσίας, τους κρούω τον αυτονόητο κώδωνα: Αν και όταν με το καλό έρθετε, θα τα βρείτε μπροστά σας!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Πινακίδες από Κερί»: όταν το blogging είναι Τέχνη!

Πριν κάμποσο καιρό, με αφορμή την προκλητική συμπεριφορά ενός ανώνυμου blogger εναντίον επώνυμων δημοσιογράφων της τηλεόρασης, ο Σεραφείμ Φυντανίδης είχε κάνει παρορμητικά μια καθολικά απαξιωτική δημόσια τοποθέτηση για την οποία είμαι σίγουρος πως έχει προ πολλού μετανιώσει: Αποκάλεσε το blogging «εκδίκηση της γυφτιάς» ενάντια στην επαγγελματική δημοσιογραφία!

Τον κατά τα άλλα συμπαθή βετεράνο δημοσιογράφο διαψεύδει εύκολα, ασφαλώς, μια απλή περιδιάβαση στον αχανή κόσμο των blogs, εγχώριων και διεθνών. Αποτελώντας κι ο ίδιος μέρος αυτού του κόσμου, δεν θα αποδυθώ σε περιττές προσπάθειες υπεράσπισης του χώρου μου. Θα εστιάσω μόνο την προσοχή μου σε ένα από τα ποιοτικότερα blogs της χώρας, προτείνοντας στους αναγνώστες του «Βήματος» να βιώσουν τη μαγεία του! Θα πάνε δύο χρόνια τώρα που ανακάλυψα –τυχαία, ομολογώ– τις «ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ» (http://waxtablets.blogspot.gr/).

Με σχετική έκπληξη διαπίστωσα ότι το blog αυτό ήταν δημιούργημα μιας παλιάς συμφοιτήτριας, την οποία είχα –και εξακολουθώ να έχω– χρόνια να δω: της Πόλυς Χατζημανωλάκη. Κορυφαία επιστήμων αλλά και χαρισματική προσωπικότητα, κάποια στιγμή έκανε μια γενναία στροφή που τελικά τη δικαίωσε: Ανέδειξε τη σπουδαία λογοτέχνη που κρυβόταν μέσα της! Καταξιωμένη πλέον συγγραφέας με σημαντικό δημοσιευμένο έργο, δεν σταματά να μας προσφέρει συγκινήσεις που μόνο η Τέχνη μπορεί να χαρίσει, ακόμα και μέσα από τον (άδικα κατασυκοφαντημένο) χώρο του blogging...

Στις «ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ» ο αναγνώστης θα ανακαλύψει απίστευτης ομορφιάς λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και φιλολογικές και ιστορικές μελέτες εξαιρετικού αναλυτικού βάθους. Θα επισημάνω ιδιαίτερα τα άρθρα που αφορούν τον Παπαδιαμάντη, κείμενα αναφοράς για όποιον ενδιαφέρεται να γνωρίσει βαθύτερα το έργο και τη ζωή του «άγιου των γραμμάτων». Ακόμα περισσότερο, όμως, θα σταθώ στην ποίηση της Χατζημανωλάκη. Μια ποίηση που άρχισε να κάνει την εμφάνισή της κάπως διστακτικά στις πρώτες ιστορικές φάσεις του blog, για να καταλήξει σε έναν αληθινό δημιουργικό πυρετό μέσα στο 2012 – με πολλά υποσχόμενους ρυθμούς και στις αρχές του 2013!

Το ποιητικό ύφος είναι μοναδικό, και είναι νομίζω μάταιο να αναζητά κανείς «επιρροές». Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι η δεξιοτεχνία στην υπαινικτική γραφή. Θα έλεγα πως η ποίηση της Χατζημανωλάκη ανάγει τον υπαινιγμό σε τέχνη! Ο αναγνώστης παίρνει όσα στοιχεία χρειάζονται για να αποκτήσει προσωπική βιωματική σχέση με το ποίημα σε συνάρτηση με τον δικό του εμπειρικό κόσμο, μένοντας παράλληλα με την σαγηνευτικά ανεκπλήρωτη επιθυμία να ανακαλύψει τα μυστικά μονοπάτια που οδηγούν στις εσώτερες στιβάδες της σκέψης της ίδιας της δημιουργού. Έτσι, το ποίημα φαντάζει τόσο οικείο, και ταυτόχρονα τόσο άγνωστο! Μια αληθινή πρόκληση για διαρκή διερεύνηση, που κάνει την ποίηση να φαίνεται φρέσκια κι ανανεωμένη σε κάθε καινούργια ανάγνωση!

Όπως και άλλες μεγάλες γυναικείες μορφές της λογοτεχνίας (θα αναφέρω ενδεικτικά τη Μάρω Βαμβουνάκη), η Χατζημανωλάκη είναι αληθινή ανατόμος της γυναικείας ψυχής. Και η μορφή της γυναίκας ιχνογραφείται στο έργο της με μια διαχρονικότητα που καταργεί το «χθες» και το «σήμερα». Έτσι, μια ιστορική γυναικεία μορφή, μια ηρωίδα ενός κλασικού μυθιστορήματος και μια απλή γυναίκα της καθημερινότητάς μας, αναδύονται μέσα από τα κείμενα ως απλές εκφάνσεις μιας μοναδικής, αιώνιας γυναίκας – έστω κι αν η εποχή μας έχει κατακερματίσει και διαφοροποιήσει επιφανειακά την εικόνα της... Δεν προτίθεμαι να κουράσω τον αναγνώστη.

Ελπίζω το σύντομο αυτό εισαγωγικό σημείωμα να του έχει ήδη δώσει το ερέθισμα για να εξερευνήσει τον γοητευτικά αινιγματικό κόσμο των «Κέρινων Πινακίδων» της Πόλυς Χατζημανωλάκη. Θα ξαναγυρίσουμε στην μέσω του «Βήματος» περιπλάνηση στον κόσμο αυτό, με μερικές πιο εξειδικευμένες ματιές σε κάποια μικρά αριστουργήματα από το μοναδικής ποιότητας κι αισθητικής αυτό blog!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολιτικά οξύμωρα...

Σήμερα θα το παίξω Βέλτσος. (Ξέρω, κάποιοι θα πείτε πως, εκεί που κατ***σε ο Βέλτσος φύτρωσα εγώ – και δεν προτίθεμαι να διαφωνήσω!) Θα το ρισκάρω, εν τούτοις...

Λοιπόν, σε ποια τριτοκοσμική χώρα το ακόλουθο απόσπασμα από φανταστική δημόσια ομιλία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης -και επίδοξου αυριανού πρωθυπουργού- θα μπορούσε και να αποτελεί πραγματικό γεγονός;

«...Και σας το δηλώνω ξεκάθαρα ότι εμείς είμαστε αντισυστημικοί. Και σαν τέτοιοι, είμαστε ενάντιοι σε κάθε μορφή εξουσίας. Γι’ αυτό ακριβώς και τη διεκδικούμε: για να την καταργήσουμε!»

(Το προηγηθέν ερώτημα ρητορικό...)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ο κλειστοφοβικός κόσμος της «Άννα Καρένινα»

Η μεταφορά ενός κλασικού μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη δεν είναι εύκολη υπόθεση. Πέραν από το να αποδυθεί σε μια στείρα αναπαράσταση καταστάσεων, ο σκηνοθέτης θα πρέπει να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς έτσι ώστε να αποδώσουν τις εσωτερικές διαστάσεις του δράματος. Πόσο μάλλον όταν αυτό είναι το έργο ενός μεγάλου ανατόμου της ανθρώπινης ψυχής κι ενός βαθύ μελετητή των ανθρώπινων χαρακτήρων!

Η «Άννα Καρένινα» του Λέοντος Τολστόι γνώρισε αρκετές κινηματογραφικές και τηλεοπτικές διασκευές (ιδιαίτερα αξιοσημείωτες οι παραγωγές του 1935 και του 1948). Η τελευταία απόπειρα κινηματογραφικής προσέγγισης του κλασικού αριστουργήματος έκανε πρόσφατα την εμφάνισή της στις αθηναϊκές αίθουσες (“Anna Karenina”, Αγγλία 2012) σε σκηνοθεσία Joe Wright (“Atonement”, “Pride & Prejudice”).

Θυμίζουμε την υπόθεση: Η Άννα Καρένινα είναι Ρωσίδα αριστοκράτισσα της δεκαετίας του 1870, παντρεμένη με τον Αλέξι Καρένιν, έναν ήσυχο αξιωματούχο της κυβέρνησης που όλοι στη Ρωσία χαρακτηρίζουν ως «άγιο». Εν τούτοις, η Άννα είναι πρόθυμη να θυσιάσει την υψηλή κοινωνική της θέση και να απαρνηθεί ακόμα και τον γιο της για χάρη μιας παθιασμένης σχέσης με έναν νεαρό αξιωματικό του ιππικού, προκαλώντας σκάνδαλο στη συντηρητική Ρωσική αριστοκρατία...

Η ταινία αναπόφευκτα δημιουργεί συνειρμούς με το κλασικό δράμα του Laurence Olivier, “Henry V” (1944). Και οι δύο ταινίες αρχίζουν ως κινηματογραφημένες θεατρικές παραστάσεις. Με τη διαφορά ότι η ταινία του Olivier δραπετεύει αριστοτεχνικά στον πραγματικό κόσμο αποκτώντας, τελικά, καθαρά κινηματογραφική υπόσταση, κάτι που αρνείται πεισματικά να κάνει (με εξαίρεση ελάχιστες σκηνές) η κλειστοφοβική προσέγγιση του Wright, εξαντλώντας το υλικό της (και όχι πάντα με τον κομψότερο τρόπο) στο χώρο ενός σχεδόν μεταφυσικού θεάτρου.

Η ταινία υποφέρει από ένα μάλλον χαλαρό μοντάζ που κάποιες στιγμές κάνει τη διάρκειά της να φαίνεται πιο μεγάλη απ’ ό,τι θα έπρεπε. Τα σκηνικά και τα κοστούμια, εν τούτοις, είναι εντυπωσιακά, ενώ υπέροχη είναι και η μουσική επένδυση του Dario Marianelli. Ως προς το casting, η επιλογή του Aaron Taylor-Johnson για τον ρόλο του Βρόνσκι ήταν ατυχής. Όπως εύστοχα παρατήρησε κάποιος κριτικός, ίσως θα ταίριαζε περισσότερο σε ένα σενάριο όπου η ηρωίδα αποπλανά ένα μαθητούδι, σίγουρα όμως δεν πείθει σαν μοιραίος εραστής που θα μπορούσε να ξεμυαλίσει τη γυναίκα ενός αριστοκράτη!

Η Keira Knightley επίσης χάνει τον στόχο. Αντί για την καλλιεργημένη, πνευματικά ώριμη αλλά και βαθιά ανθρώπινη κυρία της υψηλής κοινωνίας, μας δίνει μια ελαφρόμυαλη, αυτάρεσκη και συναισθηματικά ανώριμη νεαρή γυναίκα που δύσκολα θα μπορούσε να κερδίσει συμπάθειες σαν ηρωίδα μιας τραγωδίας. Αντίθετα, ο Jude Law δίνει μια έξοχη ερμηνεία στο ρόλο του εξωτερικά άχρωμου μα εσωτερικά τραγικού Αλέξι Καρένιν. Μαζί με την εξαιρετική μουσική του Marianelli, αποτελούν τα δύο ισχυρότερα στοιχεία της ταινίας!

Συμπερασματικά, μην περιμένετε βαθιές διεισδύσεις στον περίπλοκο διανοητικό και συναισθηματικό κόσμο του Τολστόι. Αν όμως σας ενδιαφέρει αυτό καθαυτό το θέαμα, τότε σίγουρα είναι μια ταινία που δεν πρέπει να χάσετε! (Βαθμολογία: 7/10)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Μια αληθινή ελπίδα για την ΑΕΚ, ή η βόλτα που δεν έκανε ο σκύλος μου;

Το διάβασα στο έγκυρο «Βήμα» και δεν έχω λόγο να το αμφισβητώ: «Ασιατική ενίσχυση σε Βιντιάδη και ΑΕΚ - Φως στο τούνελ αναφορικά με τις προσπάθειες για την ανάληψη του πλειοψηφικού πακέτου της ΠΑΕ ΑΕΚ».

Χαίρομαι ιδιαίτερα που ένας δραστήριος Έλληνας επιχειρηματίας συνήψε σημαντικές οικονομικές συμφωνίες στο εξωτερικό, οι οποίες θα ενισχύσουν ανάλογα τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Αυτό το χρειάζεται και η χώρα τις στιγμές που περνάμε. Μέχρι εκεί! Την ίδια στιγμή, όμως, η ΑΕΚ ψυχορραγεί αβοήθητη, μη διαθέτοντας τα απολύτως στοιχειώδη για την επιβίωσή της. Τα οποία αντιστοιχούν σε λίγα ψίχουλα από τα Ασιατικά δώρα! Δεν θα σπεύσω, λοιπόν, να χαρώ μέχρι να δω προθέσεις και -κυρίως- θέσεις.

Ο αείμνηστος σκύλος μου, η Lady, θα καταλάβαινε απόλυτα τους ενδοιασμούς μου από προσωπική της πείρα: Υπήρχαν φορές που με έβλεπε να φοράω τα καλά μου και να ετοιμάζομαι να βγω έξω. «Θα με πάει βόλτα!», σκεφτόταν, και έτρεχε πάνω-κάτω στο σπίτι με ενθουσιασμό, αναμένοντας να της φορέσω το λουράκι. Όμως, όσο κι αν το ήθελα, η περίσταση δεν επέτρεπε τη συνοδεία σκύλου! Φανταστείτε, λοιπόν, την απογοήτευσή της όταν με άκουγε να λέω: «Όχι, η Lady θα κάτσει εδώ!»

Ελπίζω η δικαιολογημένη χαρά του Έλληνα επιχειρηματία να αφορά, τελικά, και την ΑΕΚ (δεν είμαι τόσο αφελής να πιστεύω ότι θα μπορούσε να την αφορά αποκλειστικά...). Για να μη μείνει η αγαπημένη μου ομάδα για ακόμα μια φορά σαν το σκύλο μου, «με το λουρί στο χέρι»! Με νομοτελειακή συνέπεια να μοιραστεί σύντομα με τον ίδιο αυτό σκύλο τον επιθετικό προσδιορισμό «αείμνηστη»...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ρίχαρντ Βάγκνερ: 200 χρόνια από τη γέννηση ενός ιδιοφυούς «τέρατος»!

Ένα καλοκαιρινό πρωί, πριν μερικά χρόνια, έλυνα ανόητες μαθηματικές εξισώσεις καθισμένος στη βεράντα του οικογενειακού εξοχικού στην Εύβοια. Όπως το συνήθιζα τότε, είχα δίπλα το φορητό CD-player με τη μουσική στη διαπασών. Ένας αρκετά καλλιεργημένος Γερμανός τουρίστας, που περνούσε μόνιμα τις καλοκαιρινές διακοπές του σ’ εκείνο το μέρος, ακούγοντας τη μουσική απόρησε πώς ήταν δυνατό να μου αρέσει κάτι τέτοιο!

Του εξήγησα πως ήταν μουσική του Βάγκνερ. “Wagner?”, μου λέει! “This is very heavy music. How on earth do you like it?” Ναι, όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, αν αναζητά κανείς αληθινά φανατικούς φίλους του ιδιοφυούς αυτού γερμανικού καλλιτεχνικού «τέρατος» (όπως αποκλήθηκε), ίσως δεν θα ‘ταν κακή ιδέα να επισκεφθεί την Ελλάδα!

Είχαμε αναφερθεί και παλιότερα στον Ρίχαρντ Βάγκνερ (1813-1883), δίνοντας έμφαση στον αδιαμφισβήτητο φιλελληνισμό του (http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=443345). Φέτος συμπληρώνονται 200 χρόνια από τη γέννησή του, έτσι θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «χρονιά Βάγκνερ» (τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Τέχνη). Ζητώ συγνώμη από τους φίλους που θα επιλέξουν να μιλήσουν για «χρονιά Βέρντι» (επίσης γεννημένος το 1813) αλλά –με κίνδυνο να τους εξοργίσω- δεν θα συγκρίνω τα δύο μεγέθη!

Δεσμεύομαι να επανέλθω στο «Βήμα» με μια σειρά πιο εξειδικευμένων άρθρων για τον άνθρωπο που εισήγαγε στα λεξικά τον όρο «ολοκληρωμένη Τέχνη». Και πράγματι, θα τον αδικούσαμε αν τον χαρακτηρίζαμε μεμονωμένα ως μουσικοσυνθέτη, ποιητή, φιλόσοφο ή σκηνοθέτη. Όπως θα τον αδικούσαμε ακόμα περισσότερο αν απορρίπταμε εξ ορισμού την προσφορά του στον πολιτισμό επειδή είχε την ατυχία να είναι ο αγαπημένος καλλιτέχνης ενός παράφρονος δικτάτορα που αιματοκύλισε την ανθρωπότητα!

Και, ας μην ξεχνάμε: πολλοί από τους μαέστρους που λάτρεψαν τον Βάγκνερ και μας έδωσαν τις αυθεντικότερες ερμηνείες των έργων του, ήταν –και εξακολουθούν, θαρρώ, να είναι- Εβραίοι. Αρχής γενομένης με τον (προσωπικό του φίλο) Χέρμαν Λεβί και με το άλλο ιερό τέρας, τον Γκούσταβ Μάλερ!

ΤΟ ΒΗΜΑ