Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θρησκεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Θρησκευτικός φονταμενταλισμός και ατομικά δικαιώματα


Το 2016 ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε τις εκλογές στις ΗΠΑ υποσχόμενος κατάργηση ατομικών δικαιωμάτων σε ένα νεο-συντηρητικό εκλογικό σώμα. Θα μπορούσε ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός να αποκτήσει πολιτική ισχύ στην Ελλάδα, απειλώντας θεμελιώδεις ατομικές ελευθερίες;

Θεωρητικά, η εξελικτική πορεία του Ανθρώπου είναι στην κατεύθυνση της προόδου. Και, σε κοινωνικό επίπεδο (εξαιρώντας, δηλαδή, την επιστήμη και την τεχνολογία) θεμελιώδες συστατικό της προόδου είναι η διεύρυνση των ατομικών δικαιωμάτων και της ατομικής ελευθερίας.

Τον 21ο αιώνα, εν τούτοις, εμφανίζονται ανησυχητικά σημάδια οπισθοδρόμησης, με κοινό παρονομαστή τη θρησκεία (στις διάφορες εκδοχές της). Ένας αναδυόμενος θρησκευτικός φονταμενταλισμός που, σε κάποιες περιπτώσεις, προσεγγίζει τον ακραίο ριζοσπαστισμό, δείχνει να απειλεί ανοιχτά τον φιλελεύθερο κόσμο (κυρίως τον Δυτικό), θέτοντας σε αμφισβήτηση τα πλέον αυτονόητα ανθρώπινα δικαιώματα. Μεταξύ αυτών, την ελευθερία στη θρησκευτική πίστη (γίναμε μάρτυρες ακόμα και φρικιαστικών δολοφονιών «απίστων» από φανατικούς) και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματος.

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο δικαίωμα, η ασφυκτική πίεση ακραία συντηρητικών θρησκευτικών κύκλων στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τον κυνικό πολιτικό καιροσκοπισμό του τέως προέδρου της χώρας, Ντόναλντ Τραμπ, απέφεραν καρπούς. Το 2016, μία όχι κολακευτική για την Ιστορία των ΗΠΑ προεδρική εκλογή έφερε στην εξουσία εκείνον που, μεταξύ άλλων (π.χ., περιορισμό στη μετανάστευση και την «πολιτική ορθότητα» [1]) υποσχέθηκε σε ένα νεο-συντηρητικό και θρησκόληπτο τμήμα του εκλογικού σώματος την αλλαγή των ισορροπιών στη Δικαιοσύνη, με στόχο την κατάργηση αυτονόητων, ως τότε, ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ως αποτέλεσμα, το – με προεδρική φροντίδα – ανανεωμένο Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στην κατάργηση του δικαιώματος μίας γυναίκας να αρνηθεί να καταστεί αναγκαστικό μέσο αναπαραγωγής, ποινικοποιώντας, ουσιαστικά, την ελευθερία επιλογής της. Αν σκεφτούμε ότι το δικαίωμα αυτό είχε κατοχυρωθεί θεσμικά στις ΗΠΑ μισόν αιώνα πριν, αντιλαμβανόμαστε ότι η χώρα αυτή (η πλέον φιλελεύθερη Δημοκρατία του κόσμου, όπως την γνωρίζαμε κάποτε) έχει αρχίσει να εμφανίζει σημάδια επικίνδυνης οπισθοδρόμησης σε ό,τι αφορά τις ατομικές ελευθερίες.

Ό,τι συνέβη στις ΗΠΑ αποτελεί ξεκάθαρη προειδοποίηση για ολόκληρη την δημοκρατική Δύση, αφού αποδείχθηκε στην πράξη ότι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός έχει τη δύναμη να επιβληθεί ως δεύτερο επίπεδο εξουσίας ακόμα και στις (θεωρητικά) πιο φιλελεύθερες χώρες, θέτοντας σε κίνδυνο κεκτημένα ατομικά δικαιώματα. Και, η απειλή κατά της Δημοκρατίας δεν προέρχεται, τελικά, από την ανελεύθερη Ανατολή: επωάζεται στο εσωτερικό του ίδιου του δημοκρατικού συστήματος. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να βρεθούν τρόποι περιορισμού της θρησκείας στον πνευματικό της και μόνο ρόλο, έτσι ώστε αυτή να μην είναι σε θέση να επιβάλλει (έμμεσα, έστω) πολιτικές αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, ακόμα και εκείνων που δεν την ακολουθούν.

Το πρόβλημα είναι ότι, σε μια εκλογική διαδικασία σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, μία κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων με ισχυρούς δεσμούς με τη θρησκεία είναι δυνατό να κάνει πολιτικές επιλογές με βάση τον βαθμό ευθυγράμμισης των υποψηφίων με τις κατευθυντήριες γραμμές εκκλησιαστικών κύκλων. Και είναι επίσης δυνατό κάποιοι υποψήφιοι – ακόμα περισσότερο, κάποια πολιτικά κόμματα – να αναδειχθούν νικητές ή ηττημένοι ανάλογα με το εάν «χαϊδεύουν» ή όχι τα αυτιά των πιο πάνω κύκλων, όταν οι τελευταίοι αξιώνουν την επιβολή μέτρων που περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες. Το φαινόμενο της ωμής παρέμβασης της θρησκείας στην πολιτική το γνωρίσαμε πριν χρόνια και στη χώρα μας, με αφορμή το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας. Η ευθυγράμμιση με τη θρησκεία αποδείχθηκε, τελικά, πολιτικά επικερδής...

Ας έρθουμε στο «σήμερα». Οι πρόσφατες εθνικές εκλογές ανέδειξαν, ως κεραυνό εν αιθρία, ένα ως χθες άγνωστο πολιτικό(;) κόμμα με ισχυρούς δεσμούς με υπερσυντηρητικούς εκκλησιαστικούς κύκλους (αλλά όχι με την επίσημη Εκκλησία της Ελλάδος). Χρησιμοποιώντας μεθόδους «Φιλικής Εταιρείας», το κόμμα αυτό κατόρθωσε να στρατολογήσει ικανό αριθμό ψηφοφόρων ώστε να πλησιάσει απειλητικά το όριο εισόδου στην ελληνική Βουλή. Αν ο στόχος αυτός επιτευχθεί μελλοντικά, το κόμμα θα αποκτήσει το προνόμιο να αρθρώνει τον ακραία οπισθοδρομικό και αντι-φιλελεύθερο λόγο του [2] εντός του ελληνικού κοινοβουλίου. Σημαντικό μέρος του οποίου λόγου αποτελεί η αμφισβήτηση ατομικών ελευθεριών και η απαίτηση συμμόρφωσης της κοινωνίας με κανόνες που δεν απορρέουν από τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος, αλλά υπαγορεύονται από τη θρησκεία.

Θα ήταν λάθος εκ μέρους του δημοκρατικού συστήματος να αντιμετωπιστεί το κόμμα αυτό ως πολιτική γραφικότητα (με το σκεπτικό, λ.χ., ότι οι θέσεις του απηχούν, μεταξύ άλλων, σε φανατικούς αντιεμβολιαστές και αφελείς συνωμοσιολόγους) και να υποτιμηθεί, έτσι, η επιρροή που θα μπορούσαν να ασκήσουν τα σκοταδιστικά μηνύματά του σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Για τον λόγο αυτό, καλό είναι να μην ξεχνούμε πώς εκκολάφθηκε κοινωνικά, και απέκτησε εκρηκτικές διαστάσεις πολιτικά, το φαινόμενο «Τραμπ» στις ΗΠΑ. Ή, ακόμα εφιαλτικότερα, πόσο μεθοδικά και ύπουλα εκτροχιάστηκε από την – σύντομη, έστω – δημοκρατική πορεία της η Γερμανία του Μεσοπολέμου. Και μάλιστα, με την επίφαση δημοκρατικής νομιμότητας ως αφετηρία της εκτροπής...



Πέμπτη 30 Ιουνίου 2022

Όταν ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός απειλεί τα κοινωνικά δικαιώματα...


 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Θεωρητικά, η εξελικτική πορεία του Ανθρώπου είναι στην κατεύθυνση της προόδου. Και, σε κοινωνικό επίπεδο (εξαιρώντας, δηλαδή, την επιστήμη και την τεχνολογία) θεμελιώδες συστατικό της προόδου είναι η διεύρυνση της ατομικής ελευθερίας και των ατομικών δικαιωμάτων.

Τον 21ο αιώνα, εν τούτοις, εμφανίζονται ανησυχητικά σημάδια οπισθοδρόμησης, με κοινό παρονομαστή τη θρησκεία (στις διάφορες εκδοχές της). Ένας αναδυόμενος θρησκευτικός φονταμενταλισμός που, σε κάποιες περιπτώσεις, προσεγγίζει τον ακραίο ριζοσπαστισμό, δείχνει να απειλεί ανοιχτά τον φιλελεύθερο κόσμο (κυρίως τον Δυτικό), θέτοντας σε αμφισβήτηση τα πλέον αυτονόητα ανθρώπινα δικαιώματα. Μεταξύ αυτών, την ελευθερία στη θρησκευτική πίστη (γίναμε μάρτυρες ακόμα και φρικιαστικών δολοφονιών «απίστων» από φανατικούς) και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του σώματος.

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο δικαίωμα, η ασφυκτική πίεση ακραία συντηρητικών θρησκευτικών κύκλων στις ΗΠΑ, σε συνδυασμό με τον κυνικό πολιτικό καιροσκοπισμό του τέως προέδρου της χώρας, απέφεραν καρπούς. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ προέβη πρόσφατα στην αδιανόητη κατάργηση του δικαιώματος μίας γυναίκας να αρνηθεί να καταστεί αναγκαστικό μέσο αναπαραγωγής, ποινικοποιώντας, ουσιαστικά, την ελευθερία επιλογής της. Αν σκεφτούμε ότι το δικαίωμα αυτό είχε κατοχυρωθεί θεσμικά στις ΗΠΑ μισόν αιώνα πριν, αντιλαμβανόμαστε ότι η χώρα αυτή (η πλέον φιλελεύθερη Δημοκρατία του κόσμου, όπως την γνωρίζαμε κάποτε) εμφανίζει σημάδια επικίνδυνης οπισθοδρόμησης σε ό,τι αφορά τις ατομικές ελευθερίες. Και, ο κίνδυνος να περάσει το θλιβερό αυτό φαινόμενο τον Ατλαντικό και να φτάσει ως την Ευρώπη, είναι ήδη υπαρκτός.

Ό,τι συμβαίνει τώρα στις ΗΠΑ αποτελεί ξεκάθαρη προειδοποίηση για ολόκληρη την δημοκρατική Δύση, αφού αποδεικνύεται στην πράξη ότι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός έχει τη δύναμη να επιβληθεί ως δεύτερο επίπεδο εξουσίας ακόμα και στις (θεωρητικά) πιο φιλελεύθερες χώρες, θέτοντας σε κίνδυνο τα πλέον θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Και η απειλή κατά της Δημοκρατίας δεν προέρχεται, τελικά, από την Ανατολή: επωάζεται στο εσωτερικό του ίδιου του δημοκρατικού συστήματος. Είναι, λοιπόν, αναγκαίο να βρεθούν τρόποι περιορισμού της θρησκείας στον πνευματικό της και μόνο ρόλο, έτσι ώστε αυτή να μην είναι σε θέση να επιβάλλει (έμμεσα, έστω) πολιτικές αποφάσεις που επηρεάζουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, ακόμα και εκείνων που δεν την ακολουθούν.

Το πρόβλημα είναι ότι, σε ένα δημοκρατικό καθεστώς, μία κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων με ισχυρούς δεσμούς με τη θρησκεία είναι δυνατό να κάνει πολιτικές επιλογές με βάση τον βαθμό «συμμόρφωσης» των υποψηφίων με τις κατευθυντήριες γραμμές εκκλησιαστικών κύκλων. Και είναι επίσης δυνατό κάποιοι υποψήφιοι – ακόμα περισσότερο, κάποια πολιτικά κόμματα – να αναδειχθούν νικητές ή ηττημένοι σε μία εκλογική μάχη, ανάλογα με το εάν «χαϊδεύουν» ή όχι τα αυτιά των πιο πάνω κύκλων όταν αυτοί αξιώνουν την επιβολή μέτρων που περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες. Στη χώρα μας βιώσαμε πριν χρόνια μία ανόσια συμμαχία θρησκείας και πολιτικής με αφορμή το ζήτημα της αναγραφής ή όχι του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας. Πιο πρόσφατα, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, μία ντροπιαστική για την Ιστορία των ΗΠΑ προεδρική εκλογή έφερε στην εξουσία εκείνον που υποσχέθηκε σε ένα νεο-συντηρητικό και θρησκόληπτο εκλογικό σώμα την αλλαγή των ισορροπιών στο Ανώτατο Δικαστήριο, με στόχο την κατάργηση αυτονόητων, ως χθες, ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και δυστυχώς, απ' ό,τι φαίνεται, έπεται συνέχεια...

Η μόνη άμυνα απέναντι στον σκοταδισμό που επιχειρεί να επιβάλει η θρησκεία στη σύγχρονη δημοκρατική κοινωνία, είναι η ανοιχτή αμφισβήτηση του μεταφυσικού χαρακτήρα της ίδιας της θρησκείας. Δηλαδή, η αποδόμηση της εικόνας που έχει μεθοδικά φιλοτεχνήσει η τελευταία για τον εαυτό της ως μοναδικού δρόμου που οδηγεί από το γήινο στο Υπερβατικό. Κυρίως, η κριτική εξέταση της βλάσφημης, κατά τη γνώμη μας, απαίτησης της θρησκείας να δεχόμαστε ως αξίωμα ότι εκείνη και μόνο είναι σε θέση να γνωρίζει την Βούληση μίας Ανώτερης Αρχής, της οποίας η υπόσταση ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας και της ανθρώπινης διάνοιας.

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα από ένα άρθρο μου του 2012 στο ΒΗΜΑ, το οποίο (άρθρο) υπήρξε αφορμή για μία πολύ γόνιμη ανταλλαγή απόψεων με σκεπτόμενους αναγνώστες, ακόμα και αν μερικοί από αυτούς διαφώνησαν:

--------------------------------

Βλέποντας την Ιστορία των θρησκειών διαχρονικά, έχει κάποιος την αίσθηση ότι καμία δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο της κριτικής σε ό,τι αφορά τη στάση της απέναντι στην αντίθετη άποψη. Και πώς να συμβιβαστεί, αλήθεια, ο (συχνά φανατικός) δογματισμός με την ελευθερία της σκέψης που προϋποθέτει το δικαίωμα στην αμφισβήτηση; Όμως, υπάρχουν δύο ακόμα πιο θεμελιώδη και κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν αυτή τούτη την ιδέα της θρησκείας, γενικά: (1) Μπορεί ο Άνθρωπος να κατέχει μέσω της θρησκείας την απόλυτη Αλήθεια περί της Ουσίας του Θείου; (2) Συνεπάγεται οπωσδήποτε η άρνηση στη θρησκεία την άρνηση στην ίδια την ιδέα του Θεού; Με απλά λόγια, είναι ο άθρησκος (αυτός που δεν δηλώνει θρησκευτική πίστη ως μέρος του αυτοπροσδιορισμού του) εξ ορισμού άθεος;

Το ότι ένας άθεος είναι άθρησκος, είναι, ασφαλώς, αυτονόητο. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον ισχύει το αντίστροφο. Δηλαδή, κατά πόσον αυτός που αρνείται να περιχαρακώσει την πίστη του στα δογματικά στεγανά οποιασδήποτε θρησκείας, είναι αναγκαία άθεος. Ή, κατά λογική ισοδυναμία, κατά πόσον ο μη-άθεος (αυτός που δεν αρνείται την πίστη σε ένα Υπέρτατο Ον) είναι αναγκαία θρήσκος (δηλώνει πίστη σε κάποια θρησκεία). Κάτι τέτοιο προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστον, ότι η ίδια η ιδέα της θρησκείας είναι συμβατή με την πίστη σε μία Αρχή που κωδικοποιείται από τον άνθρωπο – και την ίδια τη θρησκεία – με το όνομα «Θεός».

Το ερώτημα που θέτουμε είναι αν αυτή η προϋπόθεση συμβατότητας καταρχήν πληρούται. Ερώτημα κρίσιμο, αφού μία αρνητική απάντηση οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα δεύτερο, ακόμα σοβαρότερο ερώτημα: Κατά πόσον θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την ίδια τη θρησκεία ως «βλάσφημη»!

Θα περιοριστούμε σε δύο, μόνο, σημεία που θεωρούμε ως βασικότερα:

1. Σύμφωνα με τη θρησκεία, ο άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίζει (μερικώς, τουλάχιστον) τη φύση του Θεού. Για παράδειγμα, η Χριστιανική θρησκεία αναφέρεται στο τρισυπόστατο της φύσης αυτής (Τριαδικό Δόγμα). Συσχετίζει, έτσι, μία υπερβατική έννοια (Θεός) με έναν φυσικό αριθμό (τρία). Οι φυσικοί αριθμοί, όμως (οι οποίοι, εκτός των άλλων, υπόκεινται στον περιορισμό του διακριτού) είναι εφεύρημα των ανθρώπων για πρακτικούς, κυρίως, σκοπούς (π.χ., καταμέτρηση αντικειμένων). Έτσι, μία έννοια που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης διάνοιας μοιάζει να συρρικνώνεται ώστε να προσαρμοστεί στα ανθρώπινα μέτρα. Πόσο απέχει ο εξορθολογισμός αυτός της έννοιας του Θεού από την βλασφημία;

2. Στο πλαίσιο της ανθρωπομορφικής εικόνας του Θεού, όπως την περιγράφει η θρησκεία (και όχι μόνο η Χριστιανική), Εκείνος εμφανίζεται με τις πλέον απεχθείς ανθρώπινες αδυναμίες: ματαιοδοξία, ζηλοτυπία, μνησικακία, σκληρότητα, εκδικητικότητα… Στον αντίποδα, και καθ’ υπέρβαση των ορίων τόσο της κοινής λογικής, όσο και της διαλεκτικής του μεταφυσικού, υπάρχει ταυτόχρονα η αγάπη Του για τον Άνθρωπο (κορυφαίο – υποτίθεται – δημιούργημά Του)! Πόσο μακριά βρίσκεται ο οξύμωρος αυτός ανθρωπομορφισμός του Θεού από την βλασφημία;

Οι παραπάνω επισημάνσεις – και άλλες που θα μπορούσαν να αναφερθούν σε ένα εκτενέστερο κείμενο – θέτουν το ερώτημα, κατά πόσον ο δογματικός εξορθολογισμός και η κατ’ ουσίαν «εκκοσμίκευση» του υπερβατικού, που επιχειρεί να επιβάλει με αδιαπραγμάτευτη βεβαιότητα η θρησκεία, είναι σε αρμονία με την πίστη σε ένα Υπέρτατο Ον και δεν αποτελούν, αντίθετα, πράξεις βλασφημίας εκ μέρους του Ανθρώπου. Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται και η συμβατότητα της θρησκείας με την ίδια την ιδέα του Θεού.

Με άλλα λόγια, η ζητούμενη απάντηση θα δικαιώσει ή θα καταρρίψει, ανάλογα, τη μομφή της εξ ορισμού «αθεΐας» προς όσους δεν δηλώνουν υποταγή σε προκατασκευασμένα δόγματα που επιβάλλουν την πίστη, αντί να την εμπνέουν...

--------------------------------

Κλείνω με ένα αναγκαίο υστερόγραφο, προς αποφυγή τυχόν παρερμηνείας των προθέσεων αυτού του κειμένου. Τα όσα αναφέραμε αποτελούν καθαρά ακαδημαϊκούς προβληματισμούς πάνω σε ένα ζήτημα τόσο πολιτικό, όσο και μεταφυσικό. Σε καμία περίπτωση δεν θα θέλαμε, εν τούτοις, να αμφισβητήσουμε ή να υποβαθμίσουμε τον κοινωνικό ρόλο της Εκκλησίας, στον βαθμό που αυτός δεν υπερβαίνει τα σαφώς καθορισμένα και αποδεκτά όριά του. Και οφείλω να σημειώσω εδώ ότι υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμα και αν δεν έχουν έντονα ανεπτυγμένο το θρησκευτικό αίσθημα, βρίσκουν στην Εκκλησία ένα ζεστό καταφύγιο από τα προβλήματα και τα αδιέξοδα της ζωής. Γνώρισα αρκετούς από αυτούς. Κάποιοι, μάλιστα, ήταν πολύ κοντινοί σε εμένα...

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Η Σώτη Τριανταφύλλου και οι Ταλιμπάν της «πολιτικής ορθότητας»


Το Ολοκαύτωμα είναι, αναμφίβολα, το μεγαλύτερο μαζικό έγκλημα στην Ιστορία. Και προσωπική άποψη του γράφοντος είναι ότι όσοι διακινούν απόψεις του τύπου «καλά τους έκαναν» ή «μακάρι να τους είχαν ξεκάνει όλους» δικαιούνται μιας θέσης στα εδώλια των κατηγορουμένων στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Από την άλλη, το να ισχυρίζεται κάποιος ότι «το Ολοκαύτωμα δεν συνέβη ποτέ» δεν είναι υπόθεση της Δικαιοσύνης αλλά της Ψυχιατρικής! Εξ άλλου, εκτός από ψυχιάτρους υπάρχουν και έγκριτοι ακαδημαϊκοί οι οποίοι μπορούν να γελοιοποιήσουν τις απόψεις κάθε ανιστόρητου. Για να μην αναφερθώ σε σοβαρούς δημοσιογράφους, ακόμα και σε επισκέπτες των social media.

Εν τούτοις, η σύγχρονη «αντιρατσιστική» (sic) υστερία, με κορυφαία έκφανση την λεγόμενη «πολιτική ορθότητα», έχει εκχωρήσει μέρος της αρμοδιότητας των ιστορικών και των ψυχιάτρων στους δικαστές. Με αποτέλεσμα, αν πω δημόσια ότι, π.χ., «πετάει ο γάιδαρος» (το λέω συμβολικά), να είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσω μήνυση από τους φιλόζωους, παρά να παραπεμφθώ σε ειδικούς με άσπρες μπλούζες για περαιτέρω εξέταση!

Η «αντιρατσιστική» τάση της εποχής όχι μόνο επιχειρεί να ποινικοποιήσει την (έστω, εξωφρενική) άποψη ακόμα κι αν αυτή δεν επιδοκιμάζει – ή δεν εξωθεί σε – εγκληματικές πράξεις, αλλά προωθεί και μία (σκόπιμη;) σύγχυση εννοιών, με βάση την οποία μια έκφραση (ακραίου, αν θέλετε) ιδεολογικού αρνητισμού απέναντι σε μια θρησκεία να βαφτίζεται «ρατσιστική ενέργεια».

Διαβάσαμε πρόσφατα ότι η συγγραφέας και δημοσιογράφος κ. Σώτη Τριανταφύλλου σύρεται σε δίκη διότι, σε προ διετίας άρθρο της με αφορμή την πρόσφατη, τότε, σφαγή στο Παρίσι από θρησκευτικούς φονταμενταλιστές, είχε επικαλεστεί μια άποψη ιστορικού προσώπου για το εν λόγω θρήσκευμα. Το κατηγορητήριο αφορά κυρίως ένα ζήτημα ιστορικής ακρίβειας. Το κατά πόσον, δηλαδή, το ιστορικό αυτό πρόσωπο όντως διατύπωσε την άποψη που του αποδίδεται!

Μηνυτής δεν είναι, εν τούτοις (πώς θα μπορούσε άλλωστε;) η εν λόγω ιστορική προσωπικότητα, αλλά ο διαχειριστής ενός blog που ειδικεύεται στον εντοπισμό όσων κατά την άποψή του παραβιάζουν την «ιερή» πολιτική ορθότητα. Και δικαστής δεν είναι – ως θα όφειλε να είναι – ο ακαδημαϊκός ιστορικός, αλλά ο Πρωτοδίκης!

Για τους Ταλιμπάν της «πολιτικής ορθότητας» έχω κακά νέα. Βέβαια, τα γνωρίζουν ήδη: Πρόκειται για το αποτέλεσμα των τελευταίων αμερικανικών εκλογών και την εγκατάσταση στον Λευκό Οίκο του πιο επικίνδυνου εθνικιστή που γνώρισε η υφήλιος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τι του εξασφάλισε τον «θρόνο» είναι κι αυτό γνωστό. Το είχαμε αναλύσει εδώ:

http://www.aixmi.gr/index.php/otan-i-politiki-oryhotita-ginetai/

Το πού μπορεί να οδηγήσουν – και σε όφελος ποιων να αποβούν – οι καταχρήσεις της «πολιτικής ορθότητας» στη χώρα μας, είναι μάλλον προφανές και ούτε που θα ‘θελε κανείς να το σκέφτεται! Μια χώρα που ανοίγει διάπλατα τα σύνορά της ενώ, την ίδια στιγμή, θεωρεί πράξη «ρατσισμού» την προστασία της ελευθερίας του λόγου των πολιτών της (στο βαθμό που ο λόγος αυτός, επαναλαμβάνω, δεν εγκωμιάζει εγκληματικές πράξεις και δεν εξωθεί σε αυτές!), είναι ευάλωτη σε κάθε είδους αυτόκλητους «προστάτες». Το έχουμε ήδη δει να συντελείται. Και φοβάμαι πως αυτό θα μπορούσε να είναι μόνο η αρχή...

Aixmi.gr

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2015

Η Θρησκεία σε ερωτήσεις (δίχως απαντήσεις)...

Φίλες και φίλοι αναγνώστες του Aixmi.gr, Καλή Χρονιά! Εγκαινιάζω την προσωπική αρθρογραφία του 2015 σε μια στιγμή που η ανθρωπότητα (τουλάχιστον, το κομμάτι της που δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του πολιτισμένο) συγκλονίζεται από ένα ακόμα αποτρόπαιο έγκλημα θρησκευτικού φανατισμού. Και ο χρονικός ορίζοντας της λέξης «ακόμα» είναι βραχύς, αφού πρόσφατες είναι οι εφιαλτικές εικόνες αποκεφαλισμών και άλλων πράξεων θηριωδίας στο όνομα κάποιας θρησκευτικής πίστης...

Βλέποντας την ιστορία των θρησκειών διαχρονικά, έχω την αίσθηση (και ας με διορθώσουν οι αναγνώστες) ότι καμία δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο της ιστορικής κριτικής σε ό,τι αφορά τη στάση της απέναντι στην αντίθετη άποψη. Και πώς να συμβιβαστεί, αλήθεια, ο (συχνά φανατικός) δογματισμός με την ελευθερία της σκέψης που προϋποθέτει το δικαίωμα στην αμφισβήτηση; Όμως, υπάρχει ένα πιο θεμελιώδες και κρίσιμο ερώτημα που αφορά αυτή τούτη την ιδέα της θρησκείας, γενικά: Πόσο συμβατή είναι αυτή με την αναζήτηση (ακόμα περισσότερο, την εύρεση και την απόλυτη γνώση) της Αλήθειας περί της Ουσίας του Θείου;

Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να μεταφέρω στους αναγνώστες του Aixmi.gr κάποιους προβληματισμούς που είχαμε διατυπώσει παλιότερα σε ένα σύντομο άρθρο στο «ΒΗΜΑ». Γνωρίζω ότι το θέμα είναι ευαίσθητο για πολλούς. Σκοπός αυτής της συζήτησης, όμως, δεν είναι να προκαλέσει αντιδράσεις και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, αλλά να λειτουργήσει ως αφετηρία ενός γόνιμου διαλόγου. Έστω και ανάμεσα σε διαφωνούντες...

Παραθέτω (με τροποποιήσεις και βελτιώσεις) το κείμενο που δημοσιεύθηκε στο «ΒΗΜΑ» στις 11/10/2012:

------------------------------------------------------

Οι απόψεις που εκτίθενται σ’ αυτό το σύντομο άρθρο ούτε πρωτότυπες είναι, ούτε συνιστούν βαθιά ανάλυση πάνω σε ένα δύσκολο κι ευαίσθητο θέμα. Εξαιρετικές αναλύσεις μπορεί να βρει άφθονες ο επισκέπτης του Διαδικτύου (ακόμα και στην ελληνική γλώσσα), για να μην αναφερθώ στα κλασικά δοκίμια μεγάλων φιλοσόφων όπως ο Bertrand Russell. Ταπεινός σκοπός αυτού του κειμένου είναι η ελάχιστη συμβολή του στην αποτροπή μιας δεδομένης «ετικετοποίησης» ανθρώπων με βάση τις επιλογές τους σε θέματα θρησκείας. Έτσι όπως εύκολα τοποθετούνται, γενικά, οι ετικέτες σ’ αυτό τον τόπο...

Έχουμε συνηθίσει να δεχόμαστε την δήλωση θρησκευτικής πίστης ως μέρος του αυτοπροσδιορισμού ενός ατόμου. Η απουσία, δε, μιας τέτοιας δήλωσης οδηγεί εξ ορισμού στον χαρακτηρισμό του ατόμου ως «άθεου».

Το ότι ένας άθεος είναι άθρησκος, είναι, ασφαλώς, αυτονόητο. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον ισχύει το αντίστροφο. Δηλαδή, κατά πόσον ο άθρησκος (αυτός, δηλαδή, που αρνείται να περιχαρακώσει την πίστη του στα δογματικά στεγανά οποιασδήποτε θρησκείας) είναι αναγκαία άθεος. Ή, κατά λογική ισοδυναμία, κατά πόσον ο μη-άθεος (αυτός που δεν αρνείται την πίστη σε ένα Υπέρτατο Ον) είναι αναγκαία θρήσκος (δηλώνει πίστη σε κάποια θρησκεία). Κάτι τέτοιο προϋποθέτει, κατ’ ελάχιστον, ότι η ίδια η ιδέα της θρησκείας είναι συμβατή με την πίστη σε μία Αρχή που κωδικοποιείται από τον άνθρωπο – και την ίδια τη θρησκεία – με το όνομα «Θεός».

Το ερώτημα που θέτουμε είναι αν αυτή η προϋπόθεση συμβατότητας καταρχήν πληρούται. Ερώτημα κρίσιμο, αφού μια αρνητική απάντηση οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα δεύτερο, ακόμα σοβαρότερο ερώτημα: Κατά πόσον θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει την ίδια τη θρησκεία ως «βλάσφημη»!

Θα περιοριστούμε σε δύο, μόνο, σημεία που θεωρούμε βασικότερα:

1. Σύμφωνα με τη θρησκεία, ο άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίζει (μερικώς, τουλάχιστον) τη φύση του Θεού. Για παράδειγμα, η Χριστιανική θρησκεία αναφέρεται στο τρισυπόστατο της φύσης αυτής (Τριαδικό Δόγμα). Συσχετίζει, έτσι, μια υπερβατική έννοια (Θεός) με έναν φυσικό αριθμό (τρία). Οι φυσικοί αριθμοί, όμως (οι οποίοι, εκτός των άλλων, υπόκεινται στον περιορισμό του διακριτού) είναι εφεύρημα των ανθρώπων για πρακτικούς, κυρίως, σκοπούς (π.χ., καταμέτρηση αντικειμένων). Έτσι, μια υπερβατική έννοια που ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης διάνοιας, εμπειρίας και λογικής, μοιάζει να συρρικνώνεται ώστε να προσαρμοστεί στα ανθρώπινα μέτρα. Πόσο απέχει ο εξορθολογισμός αυτός της έννοιας του Θεού από την βλασφημία;

2. Στο πλαίσιο της ανθρωπομορφικής εικόνας του Θεού, όπως την περιγράφει η θρησκεία (και όχι μόνο η Χριστιανική), Εκείνος εμφανίζεται με τις πλέον απεχθείς ανθρώπινες αδυναμίες: ματαιοδοξία, ζηλοτυπία, μνησικακία, σκληρότητα, εκδικητικότητα… Στον αντίποδα, και καθ’ υπέρβαση των ορίων τόσο της κοινής λογικής, όσο και της διαλεκτικής του μεταφυσικού, υπάρχει ταυτόχρονα η αγάπη Του για τον άνθρωπο (κορυφαίο – υποτίθεται – δημιούργημά Του)! Πόσο μακριά βρίσκεται ο οξύμωρος αυτός ανθρωπομορφισμός του Θεού από την βλασφημία;

Οι παραπάνω επισημάνσεις – και άλλες που θα μπορούσαν να αναφερθούν σε ένα εκτενέστερο άρθρο – θέτουν το ερώτημα, κατά πόσον ο δογματικός εξορθολογισμός και η κατ’ ουσίαν «εκκοσμίκευση» του υπερβατικού, που επιχειρεί να επιβάλει με αδιαπραγμάτευτη βεβαιότητα η θρησκεία, είναι σε αρμονία με την πίστη σε ένα Υπέρτατο Ον και δεν αποτελούν, αντίθετα, πράξεις βλασφημίας εκ μέρους του ανθρώπου. Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται και η συμβατότητα της θρησκείας με την ίδια την ιδέα του Θεού.

Με άλλα λόγια, η ζητούμενη απάντηση θα δικαιώσει ή θα καταρρίψει, ανάλογα, τη μομφή της εξ ορισμού «αθεΐας» προς όσους δεν δηλώνουν υποταγή σε προκατασκευασμένα δόγματα που επιβάλλουν την πίστη, αντί να την εμπνέουν...

Προσθέτω ένα αναγκαίο υστερόγραφο στην παρούσα, αναθεωρημένη εκδοχή του άρθρου: Τα όσα αναφέραμε αποτελούν ακαδημαϊκούς και μόνο προβληματισμούς, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρούν να υποβαθμίσουν τον κοινωνικό ρόλο και την κοινωνική σημασία της Εκκλησίας! Υπάρχουν άνθρωποι που, ακόμα κι αν δεν έχουν έντονα ανεπτυγμένη θρησκευτική πίστη, βρίσκουν στην Εκκλησία ένα ζεστό καταφύγιο από τα προβλήματα και τα αδιέξοδα της ζωής. Και, καθώς το γράφω αυτό, μου έρχεται στο νου η εικόνα της μητέρας μου να περιμένει ανυπόμονα τον πρώτο ήχο της καμπάνας, τις Κυριακές των καλοκαιριών στην Εύβοια...

Aixmi.gr