Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Μπορούμε ακόμα να εμπιστευόμαστε τα ΕΛΤΑ;

Την απίστευτη αυτή ιστορία μου μετέφερε αναγνώστρια που διαμένει σε δήμο της Αττικής. Μια ιστορία χάους, ανευθυνότητας, ακόμα και αλαζονείας στα Ελληνικά Ταχυδρομεία της περιοχής, που κατά πάσαν βεβαιότητα δεν αποτελεί τοπικό και μόνο φαινόμενο αλλά είναι δείγμα γραφής μιας ιδιαίτερα ανησυχητικής γενικότερης αποσύνθεσης στα ΕΛΤΑ.

Εδώ και αρκετό καιρό οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα με την αλληλογραφία τους. Συχνά οι επιστολές επιδίδονται σε λάθος διευθύνσεις και επαφίεται στην καλή θέληση ενός γείτονα η επιστροφή και η δια χειρός επίδοση μιας επιστολής στον πραγματικό της παραλήπτη. Ακόμα χειρότερα, ένας αριθμός επιστολών δεν φεύγουν ποτέ από το κέντρο διανομής της περιοχής αλλά πετιούνται απευθείας στο καλάθι με την «ανεπίδοτη» αλληλογραφία!

Θα περιοριστώ εδώ στην εμπειρία της αναγνώστριας. Ήταν η δεύτερη συνεχόμενη φορά που αργούσε να λάβει τον λογαριασμό τηλεφώνου. Την προηγούμενη φορά τον είχε λάβει λίγο πριν την εκπνοή της προθεσμίας πληρωμής. Κάποιοι παλιότεροι λογαριασμοί είχαν πάει σε λάθος διεύθυνση και τους είχε τελικά παραλάβει από ευγενικούς κατοίκους της περιοχής, ενώ άλλες επιστολές – μερικές εκ των οποίων ήταν σημειώματα πληρωμών με αυστηρές προθεσμίες – δεν είχαν φτάσει ποτέ σε εκείνη. Τούτη τη φορά αποφάσισε να μην το ρισκάρει...

Πήγε, λοιπόν, στο κατάστημα της τηλεφωνικής εταιρείας και ρώτησε αν της είχε αποσταλεί ο λογαριασμός. Της απάντησαν πως τον είχαν στείλει εδώ και πολλές μέρες και της συνέστησαν να διερευνήσει το θέμα στα τοπικά ΕΛΤΑ. Πηγαίνοντας εκεί, ζήτησε αμέσως να δει τον διευθυντή του καταστήματος. Με όλη την δικαιολογημένη αγανάκτηση του πολίτη που κατ’ επανάληψη βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανευθυνότητα και την αναξιοπιστία του συστήματος, του εξέθεσε τα διαρκή προβλήματα που αντιμετωπίζει η περιοχή σε ό,τι αφορά την διανομή της αλληλογραφίας.

Αντί εξηγήσεων – ή, έστω, δικαιολογιών – και χωρίς ίχνος από την οφειλόμενη κατανόηση προς έναν ταλαιπωρούμενο πελάτη που ζητά το δίκιο του, ο διευθυντής την αντιμετώπισε με απαξίωση, αν όχι και ειρωνεία, και μόνο που δεν την κατηγόρησε ότι ήταν εκείνη υπεύθυνη για τα προβλήματα δυσλειτουργίας του Ταχυδρομείου! Της υπέδειξε, πάντως, στο τέλος να απευθυνθεί στο κέντρο διανομής των ΕΛΤΑ της περιοχής.

Η αλήθεια είναι πως τόσο ο προϊστάμενος, όσο και η αρμόδια υπάλληλος του κέντρου διανομής, την αντιμετώπισαν με ευγένεια και φάνηκαν πρόθυμοι να ακούσουν το πρόβλημά της και να την εξυπηρετήσουν. Πίσω από την ευγένεια, εν τούτοις, η αναγνώστρια διέκρινε τον φόβο που γεννά η επίγνωση ευθύνης για τα κακώς κείμενα της υπηρεσίας...

Μετά από αμέτρητα βασανιστικά λεπτά, και αφού χρειάστηκε να εξετάσει μία-μία εκατοντάδες επιστολές που βρίσκονταν στοιβαγμένες σε κάποιον ειδικό χώρο, η φιλότιμη υπάλληλος κατόρθωσε τελικά να εντοπίσει τον λογαριασμό τηλεφώνου της πελάτισσας. Και όχι μόνο αυτόν, καθώς βρέθηκε αναπάντεχα και μια ειδοποίηση πληρωμής από ασφαλιστική εταιρεία, απευθυνόμενη στην κόρη της γυναίκας. Ευτυχώς έγκαιρα, αφού η προθεσμία έληγε σε μερικές μέρες...

Το ενδιαφέρον και ανησυχητικό συνάμα είναι ότι η συγκεκριμένη αλληλογραφία που εντοπίστηκε δεν θα αργούσε απλά να φτάσει στον προορισμό της, αλλά δεν επρόκειτο να φτάσει ποτέ! Τα γράμματα ήταν παραπεταμένα ανάμεσα σε δεκάδες ή εκατοντάδες άλλα που αντιμετωπίζονταν ως οιονεί ανεπίδοτη αλληλογραφία. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο απλά για αλληλογραφία που ήταν παρατημένη στο κέντρο διανομής, αφού δεν υπήρχε κάποιος να την επιδώσει στους παραλήπτες.

Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας έκανε μια φιλότιμη προσπάθεια να δώσει κάποιες εξηγήσεις, ήταν όμως φανερό από τον αμήχανο τρόπο του πως αυτές αποκάλυπταν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Μίλησε αόριστα για ανεύθυνους και ασυνείδητους εποχικούς διανομείς («πέρασαν διάφοροι από εδώ», είπε) που η υπηρεσία «δεν μπορεί να τους βρει» (πιθανολογώ πως κάνουν άτυπες διακοπές – μετ’ αποδοχών, ασφαλώς!) και ανέφερε ότι «από Σεπτέμβριο» θα λυθεί οριστικά το πρόβλημα με προσλήψεις μόνιμου προσωπικού.

Βέβαια, ως τον Σεπτέμβριο, οφειλές που έχουν μείνει ανεξόφλητες θα έχουν εν τω μεταξύ επιφέρει τις αναλογούσες συνέπειες (κάποιες μάλιστα ιδιαίτερα σοβαρές) σε ανυποψίαστους ανθρώπους που ουδόλως είχαν την πρόθεση να καταστούν εκπρόθεσμοι και να φανούν ασυνεπείς. Αλλά, το θέμα δεν αφορά μόνο τις οικονομικές υποχρεώσεις ή, εν γένει, τα γραφειοκρατικά ζητήματα των πολιτών. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο στην ηλεκτρονική εποχή των SMS, των email και των social media, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που επικοινωνούν στέλνοντας και περιμένοντας να λάβουν «ένα γράμμα». Που, αν και στάλθηκε, ίσως δεν φτάσει ποτέ...

Σε όλους αυτούς, τα ΕΛΤΑ χρωστούν εξηγήσεις (οι σκέτες απολογίες και οι αόριστες υποσχέσεις δεν επαρκούν). Ας μας πουν, τελικά, με κάθε ειλικρίνεια – ακόμα και με ψυχρό πραγματισμό, αν απαιτείται – αν μπορούμε ακόμα να τα εμπιστευόμαστε. Ή, τουλάχιστον, αν θα είμαστε κάποτε σε θέση να τα εμπιστευτούμε ξανά. «Από Σεπτέμβριο», ας πούμε...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Γιατί, τελικά, ο Χίτλερ είναι πιο κακός από τον Στάλιν;


Κατά αναπάντεχο(;) τρόπο ήρθε πρόσφατα στο προσκήνιο της εγχώριας πολιτικής επικαιρότητας ένα ιστορικό debate που έχει πάψει ίσως να απασχολεί ακόμα και τους ίδιους τους ιστορικούς. Τους περισσότερους, τουλάχιστον, και ιδιαίτερα εκείνους που εστιάζουν πλέον στην πραγματιστική (π.χ., πολιτική, οικονομική ή στρατιωτική) παρά στην ηθική διάσταση των ιστορικών γεγονότων.

Το debate αυτό έχει να κάνει με ένα ερώτημα ηθικής φύσης που, αν και ακούγεται απλοϊκό, αποδίδει την ουσία του ζητήματος: Ποιος ήταν, τελικά, πιο κακός, ο Χίτλερ ή ο Στάλιν; Την απάντηση αναζήτησε σχετικά πρόσφατα ο σημαντικός Αμερικανός ιστορικός Timothy D. Snyder [1,2], παίρνοντας ως βασικό κριτήριο αξιολόγησης τον αριθμό των άμαχων θυμάτων από κάθε πλευρά, ιδίως εκείνων που σχετίζονταν με τις εθνικές ή τις εθνοτικές πολιτικές των δύο δικτατόρων. Την έρευνα του Snyder είχαμε παρουσιάσει σε παλιότερο, εκτενές άρθρο μας σε αυτό το site [3].

Όμως, για την ηθική αποτίμηση ενός μαζικού εγκλήματος δεν αρκεί η καταμέτρηση των θυμάτων, που και στις δύο περιπτώσεις ανέρχονται σε πολλά εκατομμύρια. Θα πρέπει να εξεταστούν τόσο τα ιδεολογικά κίνητρα, όσο και τα μέσα τέλεσης του εγκλήματος. Σε ό,τι αφορά τα δεύτερα, δεν θα επιχειρήσω να εξετάσω κατά πόσον, π.χ., μια μαζική δολοφονία από προσχεδιασμένο λιμό είναι «λιγότερο κακή» από μια μαζική δολοφονία σε θαλάμους αερίων. Αυτό θα το αφήσω απόλυτα στην κρίση του αναγνώστη. Εκείνο που θα μας απασχολήσει εδώ είναι το «γιατί» των εγκλημάτων, κυρίως σε ό,τι αφορά όχι τις τυχόν πολιτικές ή πολεμικές σκοπιμότητες που τα υπαγόρευσαν, αλλά αυτό τούτο το ιδεολογικό υπόβαθρο που τα ενέπνευσε.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα (με μικρές, αναγκαίες τροποποιήσεις) ενός παλιότερου άρθρου μου στο «Βήμα». Έχω την αίσθηση ότι, ούτως ή άλλως, είναι τώρα πολύ περισσότερο επίκαιρο απ’ ό,τι ήταν τη στιγμή που πρωτο-δημοσιεύθηκε. Τότε ήταν μία ενδιαφέρουσα ακαδημαϊκή άσκηση. Σήμερα ίσως ρίξει λίγο παραπάνω φως σε μια χρονολογούμενη – αλλά σχετικά ξεθωριασμένη πλέον – ιδεολογική διαμάχη, στην οποία κάποιοι, για λόγους συγκυριακής πολιτικής σκοπιμότητας, αποφάσισαν να δώσουν καινούργια ζωή ανασύροντας σκελετούς από τα φριχτότερα ντουλάπια της νεότερης Ιστορίας...

--------------------------------

Αν έκανε κάποιος μια δημοσκόπηση με ερώτημα: «ποιο, κατά τη γνώμη σας, ήταν το πιο κακό πρόσωπο του εικοστού αιώνα;», το αποτέλεσμα θα ήταν μάλλον προβλέψιμο: «ο Άντολφ Χίτλερ»! Κι αν ήθελε κανείς να αιτιολογήσει την απάντησή του, θα αναφερόταν στον πιο αιματηρό πόλεμο της Ιστορίας, στην απάνθρωπη σκληρότητα των Ες-Ες και στο Άουσβιτς.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι ο Χίτλερ έχει ταυτιστεί στις συνειδήσεις μας με την ίδια την έννοια του Κακού. Θα λέγαμε, αποτελεί μια πρωταρχική ενσάρκωση της έννοιας αυτής, της προσδίδει μορφή και ονοματεπώνυμο. Το «γιατί», όμως, που ερμηνεύει αυτή την ταύτιση απαιτεί βαθύτερες θεωρήσεις και σίγουρα δεν εξαντλείται στην απλή καταμέτρηση ιστορικών εγκλημάτων.

Πράγματι, ο Χίτλερ δεν ήταν ο μοναδικός μεγάλος εγκληματίας του εικοστού αιώνα. Τον συναγωνίστηκε επάξια ο σύγχρονός του Γιόζεφ Στάλιν, υπεύθυνος για εκατομμύρια θανάτους από λιμούς και εκτελέσεις στο πλαίσιο απάνθρωπων εθνικών και εθνοτικών εκκαθαρίσεων. Και όμως... η μορφή του Χίτλερ δεσπόζει πάντα ως η απόλυτη ενσάρκωση του Κακού!

Αναζητώντας κάποια εξήγηση στο φαινόμενο, καταλήγουμε στο επικό σύγγραμμα “Explaining Hitler” [4,5] του Αμερικανού δημοσιογράφου, λογοτέχνη και ιστορικού Ron Rosenbaum (γεν. 1946). Εκεί, ο συγγραφέας αναζητά τα αληθινά κίνητρα του Χίτλερ πίσω από το μαζικό έγκλημα του Ολοκαυτώματος. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, επιχειρεί μια κριτική εξέταση των ερμηνειών που έχουν δοθεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα. Το τελικό συμπέρασμα είναι μάλλον μελαγχολικό: Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Χίτλερ είναι εν δυνάμει εξηγήσιμος, η ευκαιρία να τον εξηγήσουμε έχει πια οριστικά χαθεί!

Στο βιβλίο του Rosenbaum, εν τούτοις, βρίσκει κανείς και μερικές πολύ αξιοπρόσεκτες φιλοσοφικές τοποθετήσεις πάνω στον χαρακτήρα του Χίτλερ και τη σχέση του με την ιδέα του Κακού. Μία από αυτές ανήκει στον Εβραίο φιλόσοφο και θεολόγο Emil Fackenheim (1916–2003). Σύμφωνα με αυτόν, ο Χίτλερ αντιπροσωπεύει ένα «θεμελιώδες Κακό», μια «έκρηξη δαιμονισμού στην Ιστορία», που τον τοποθετεί πέρα ακόμα και από το τελευταίο άκρο στο συνεχές της ανθρώπινης φύσης.

Κατά τον Fackenheim, ο Χίτλερ δεν είναι απλά ένας «πολύ, πολύ, πολύ κακός άνθρωπος», με τη συνήθη έννοια της ανθρώπινης κακίας, αλλά κάτι τελείως διαφορετικό και έξω από τα ανθρώπινα μέτρα, που το νόημά του δεν πρέπει να αναζητήσουμε στην Ψυχολογία αλλά στη Θεολογία (αφού η εξήγησή του, αν υπάρχει, μπορεί να είναι γνωστή μόνο στον Θεό). Υπάρχει, έτσι, ένας ριζικός διαχωρισμός ανάμεσα στην ανθρώπινη φύση και τη φύση του Χίτλερ, ανάμεσα στο συνηθισμένο Κακό και το ακραίο Κακό που αυτός αντιπροσωπεύει. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ίδιας της φύσης του Κακού, έτσι ώστε να περιλάβει τη μορφή του Κακού που επέφερε το καθεστώς του Χίτλερ.

Ποια είναι, όμως, η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στο «συνηθισμένο Κακό» και στο «Κακό του Χίτλερ»; Αν θέλαμε να δώσουμε μία εξήγηση (ενδεχομένως όχι τη μοναδική που υφίσταται) θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η διαφορά ανάμεσα στο Κακό που διαπράττει κάποιος που διατηρεί τη συναίσθηση της ανθρώπινης φύσης του, και στο Κακό που διαπράττει κάποιος άλλος που έχει απολέσει αυτή τη συναίσθηση και λειτουργεί ως οιονεί υποκατάστατο του ίδιου του Θεού!

Την ιδέα του Θεού την αντιλαμβανόμαστε εδώ ως μία Αρχή η οποία μπορεί να καθορίζει και να εκκινεί νόμους αιτιότητας, χωρίς η ίδια η Αρχή να υπόκειται σε αυτούς (κάτι ανάλογο με το αριστοτελικό μη-κινούμενο που κινεί). Η ανθρώπινη ύπαρξη, αντίθετα, υπόκειται στους αιτιατικούς νόμους που διέπουν τη Φύση, αφού αποτελεί μέρος της Φύσης και βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση από τις διεργασίες που συντελούνται μέσα σε αυτή. Έτσι, η ανθρώπινη αυτοσυντήρηση υπακούει στην αιτιότητα και είναι δυνατό να καθοδηγεί την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, από φιλοσοφική άποψη, παρουσιάζει η περίπτωση όπου ο άνθρωπος αποκτά κάποιας μορφής εξουσία που του δίνει τη δυνατότητα να αποφασίζει για τη ζωή ή το θάνατο του συνανθρώπου του. Ο στρατιώτης, για παράδειγμα, έχει a priori ένα τέτοιο είδος εξουσίας πάνω στον αντίπαλο στρατιώτη στη διάρκεια της μάχης, η οποία (εξουσία) σχετίζεται με το δικαίωμα στην αυτοσυντήρηση και την υποχρέωση υπεράσπισης της πατρίδας. Επίσης, η Πολιτεία είναι δυνατό, αν έτσι ορίζουν οι νόμοι της, να στέλνει στο απόσπασμα ή στην ηλεκτρική καρέκλα έναν κατά συρροή δολοφόνο ώστε να απαλλάξει την κοινωνία από ένα άτομο που την απειλεί και να αποθαρρύνει άλλους να το μιμηθούν.

Αλλά, ακόμα και ο Στάλιν, που έκανε εξίσου φριχτά μαζικά εγκλήματα με αυτά του Χίτλερ, τα διέπραξε μέσα σε μια – απάνθρωπη μεν, κτηνώδη ίσως, αλλά σε κάθε περίπτωση υπαρκτή – λογική «αυτοσυντήρησης» του καθεστώτος του.

Αντίθετα, στον ακραίο, δολοφονικό ρατσισμό του Χίτλερ, ο άνθρωπος (ο Χίτλερ ή οι Ναζί, γενικότερα) αναλαμβάνει να παίξει τον ίδιο το ρόλο του Θεού. Δεν περιορίζεται στην εξόντωση εκείνων που αντικειμενικά απειλούν την αυτοσυντήρηση τη δική του και του έθνους του αλλά αποφασίζει αυθαίρετα να εξοντώσει και όσους εκείνος κρίνει ότι δεν θα έπρεπε να υφίστανται ως είδος επί Γης. Κριτήριο που μόνο σε έναν Θεό αναλογεί!

Το επιχείρημα περί δήθεν ύπαρξης και κάποιων «αυτοσυντηρητικών» ελατηρίων στα εγκλήματα του Χίτλερ, είναι επιεικώς αφελές. Έστω κι αν δεχθούμε, π.χ., ότι ένας πάμπλουτος Γερμανο-εβραίος τραπεζίτης θα ήταν δυνατό (στο μυαλό του Χίτλερ) να αποτελεί ένα είδος «απειλής» για το ναζιστικό καθεστώς, πώς θα μπορούσε να απειλήσει την πανίσχυρη Γερμανία ένας φτωχός Εβραίος χωρικός κάπου στα βάθη της Τσεχίας, της Πολωνίας ή της Ουκρανίας;

Ο Χίτλερ, λοιπόν, επιφύλαξε για τον εαυτό του τον ρόλο ενός «θεού-τιμωρού» που μπορούσε να επιβάλλει την ποινή του θανάτου με κριτήρια αυθαίρετα, που δεν σχετίζονταν με μια αληθινή ανάγκη κοινωνικής ή εθνικής αυτοσυντήρησης αλλά αντανακλούσαν μια βαθιά πεποίθηση ότι ο Κόσμος δεν είχε εξαρχής σχεδιαστεί «σωστά». Έτσι, ένα υποσύνολο του ανθρώπινου είδους που δεν θα ‘πρεπε καν να είχε υπάρξει, όφειλε να αφανιστεί.

Ο Χίτλερ αυτο-χρίστηκε, θα λέγαμε, νέος «θεός» που βάλθηκε να τιμωρήσει τον Θεό των ανθρώπων για τα «λάθη» της Δημιουργίας. Δεν θα μπορούσε να δώσει κάποιος τελειότερο ορισμό του Κακού!

Τούτων λεχθέντων, δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε την ιστορική συν-ευθύνη των ίδιων των Γερμανών, απαλλάσσοντάς τους έτσι από τις ενοχές για το Ολοκαύτωμα και τα άλλα ναζιστικά εγκλήματα. Ένας επίγειος «θεός», για να κυριαρχήσει και να επιβάλει τις θελήσεις του, έχει ανάγκη από πιστούς που τον αποθεώνουν και, κυρίως, τον υπακούουν. Και αυτά τα προσέφερε γενναιόδωρα ο γερμανικός λαός στον Χίτλερ! Όμως, αυτό είναι ζήτημα που απαιτεί ξεχωριστή ανάλυση [6].

--------------------------------

Αναφορές:

[1] Timothy Snyder, “Bloodlands: Europe Between Hitler and Stalin” (Basic Books, 2010).

[2] Timothy Snyder, “Hitler vs. Stalin: Who was worse?” (The New York Review of Books)
http://www.nybooks.com/blogs/nyrblog/2011/jan/27/hitler-vs-stalin-who-was-worse/

[3] Κ. Παπαχρήστου, «Χίτλερ-Στάλιν: Δύο τέρατα στο ζυγό της Ιστορίας»
http://www.aixmi.gr/index.php/hitler-stalin-dyo-terata-sto-zygo-tis-istorias/

[4] Ron Rosenbaum, “Explaining Hitler: The Search for the Origins of his Evil” (New York: Random House, 1998)

[5] Ελληνική Έκδοση: «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ» (Εκδόσεις Κέδρος, 2001)

[6] Κ. Παπαχρήστου, «Το Πείραμα του Stanford και οι δαίμονες του Goldhagen»
http://www.tovima.gr/opinions/useropinions/article/?aid=681064

Aixmi.gr

Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

Βαρέθηκα τους «ατσαλάκωτους» της διανόησης!


Δεν θα επικαλεστώ, όπως η Μαρία Χούκλη, τον Fernando Pessoa και τη γνωστή ειρωνεία του για τους δήθεν «αλάνθαστους» και «ατσαλάκωτους» ανθρώπους. Θα το πάω πολύ μακρύτερα: θα αμφισβητήσω αυτή τούτη τη βεβαιότητα ότι υπήρξε λάθος! Αναφέρομαι στον κανιβαλισμό που υπέστη δημοσιογράφος της τηλεόρασης για τη χρήση της έκφρασης «μουσουλμανική καταγωγή» αντί της (υποτίθεται ορθότερης) «μουσουλμανικό θρήσκευμα». Έκφραση, σημειώνω, για την οποία η ίδια η δημοσιογράφος απολογήθηκε κατόπιν, παραθέτοντας τις συνθήκες εξωπραγματικής πίεσης κάτω από τις οποίες ασκούσε την κρίσιμη εκείνη στιγμή το λειτούργημά της.

Το πρόβλημα είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τα νοήματα των λέξεων εστιάζοντας υπέρμετρα στους τύπους και πολύ λιγότερο στην ουσία. Τη στιγμή του ειδησεογραφικού πανικού, είναι παράλογη πολυτέλεια να ζητούμε από τον δημοσιογράφο – που δεν γράφει χαλαρά ένα κείμενο πίνοντας τον φραπέ του – να ξεδιπλώσει με γεωμετρική ακρίβεια την κάθε φράση του, λέγοντας π.χ. ότι κάποιος άνθρωπος «κατάγεται από μουσουλμανική οικογένεια» ή «κατάγεται από χώρα στην οποία κυρίαρχο είναι το μουσουλμανικό θρήσκευμα», κλπ. Το «μουσουλμανική καταγωγή», λοιπόν, είναι (ή τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι) απόλυτα κατανοητό σε οποιονδήποτε διαθέτει ένα σχετικά καλό επίπεδο νοημοσύνης και έναν επαρκή βαθμό καλών προθέσεων. Και, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να κριθεί ως αδόκιμο υπό τις περιστάσεις.

(Στο σημείο αυτό θα εκφράσω την ιδιαίτερα δυσάρεστη εντύπωση που μου προξένησε κάποιο άρθρο στο protagon.gr, στο οποίο ο αρθρογράφος χλευάζει την συνάδελφό του της τηλεόρασης – χωρίς ασφαλώς να την κατονομάζει – με εκφράσεις του τύπου «ογκώδης άγνοια για τον κόσμο στον οποίο ζούμε», ή, «τελευταία φορά που κοίταξα την υδρόγειο δεν βρήκα χώρα με το όνομα Μουσουλμανία», κλπ.)

Αλλά, οι κουλτουρο-ταλιμπάν του «ορθού λόγου» δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Μια ιστορία που μου έρχεται στο νου είναι ο κανιβαλισμός που υπέστη πριν χρόνια η γνωστή τραγουδίστρια Άντζελα Δημητρίου, με αφορμή τη δήλωσή της πως, για να διατηρεί τη σιλουέτα της, «τρέφεται με είδη υγιεινής». Κάποιοι μίλησαν χλευαστικά για δίαιτα με νιπτήρες, μπιντέδες και λεκάνες τουαλέτας! Θα παίξω και πάλι, εν τούτοις, τον «δικηγόρο του διαβόλου»:

Η μητέρα μου ήταν μικροβιολόγος. Ήταν επίσης ιδιαίτερα σχολαστική στη χρήση του λόγου (έτρεμα τα γλωσσικά σαρδάμ, γιατί δεν μου χαριζόταν ποτέ!). Την άκουγα, λοιπόν, συχνά να λέει σε κάποιον γνωστό: «Πέρασε από βδομάδα από το ΙΚΑ, να κάνουμε μια γενική.» Το «γενική» ακούγεται σαν ουσιαστικό, δεν είναι όμως παρά επιθετικός προσδιορισμός: «γενική αίματος» ή, πληρέστερα, «γενική εξέταση αίματος». Απλά, το ουσιαστικό («εξέταση») παραλείπεται ως αυτονόητο λόγω της καθιερωμένης ιατρικής χρήσης του όρου. Όμοια, συχνά ακούμε μια νοικοκυρά να λέει «σήμερα θα κάνω γενική στο σπίτι». Εννοώντας, φυσικά, «γενική καθαριότητα».

Πάμε πίσω στα «είδη υγιεινής». Αν το «υγιεινή» νοείται ως ουσιαστικό, τότε πράγματι υπάρχει πρόβλημα (δεν τρώγονται, ασφαλώς, οι μπανιέρες!). Ένας ευφυής άνθρωπος, εν τούτοις, θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι το «υγιεινή» λειτουργεί εδώ ως επιθετικός προσδιορισμός στη λέξη «διατροφή» («είδη υγιεινής διατροφής»), η οποία ως ευκόλως εννοούμενη παραλείπεται.

Η «Λαίδη» δεν σπούδασε, βέβαια, σε πανεπιστήμια, ούτε άλλωστε επιχείρησε ποτέ να πλασάρει τον εαυτό της ως «διανοούμενο». Αν κάποιοι πρέπει, έτσι, να κριθούν είναι εκείνοι και μόνο που την χρησιμοποίησαν κατά καιρούς ως μέσο ανάδειξης της σπουδαιοφάνειάς τους. Κυρίως, για το οξύμωρο και υποκριτικό της απαξίωσης εκείνου ακριβώς του προσώπου με το οποίο επιχείρησαν να αντιπαραβληθούν ώστε να αναδείξουν το... συγκριτικό τους πλεονέκτημα!

Όπως θα πρέπει να κριθούν και κάποιοι άλλοι που, από την ξαπλώστρα των διακοπών τους ή την άνετη ατμόσφαιρα των κλιματιζόμενων γραφείων τους – συχνά καλυπτόμενοι και από τη γνωστή θρασύδειλη ανωνυμία που (κακώς) απολαμβάνουν οι «σχολιαστές» του Διαδικτύου – έβγαλαν με ευκολία στα social media ή στα ειδησεογραφικά sites όση χολή τους περίσσευε κατά της δημοσιογράφου του ΣΚΑΪ, τη στιγμή που εκείνη περιέγραφε κάτω από συνθήκες αληθινού πολέμου ένα σκηνικό τρόμου στη γειτονιά μας.

Το αστείο της υπόθεσης είναι πως, επί της ουσίας, δεν φαίνεται καν να είχαν δίκιο!

Aixmi.gr

Τετάρτη 26 Ιουλίου 2017

Ομάδα αντάξια του γηπέδου της χρειάζεται η ΑΕΚ!


Υπάρχει ένα παλιό ανέκδοτο, από αυτά που τα αποκαλούσαμε κάποτε «ελαφρώς σόκιν»:

Σε κάποια γειτονιά, ανοίγει ένας «οίκος» παροχής ειδικών «υπηρεσιών», ο οποίος στεγάζεται σε ένα πολυώροφο κτίριο με περίπλοκη εσωτερική διαρρύθμιση. Ο οίκος αναγγέλλει ότι την πρώτη, δοκιμαστική μέρα λειτουργίας του οι υπηρεσίες θα προσφέρονται δωρεάν.

Μπαίνει ο πρώτος πελάτης και τον υποδέχεται χαμογελαστός ο μάνατζερ, κρατώντας ένα μπλοκ σημειώσεων κι ένα στυλό:

– Θέλουμε οι πελάτες μας να φεύγουν απόλυτα ευχαριστημένοι. Γι’ αυτό και τους ζητούμε να εξειδικεύουν εξαρχής τις προτιμήσεις τους. Εσείς, ας πούμε, προτιμάτε τις μελαχρινές ή τις ξανθιές;

– Μάλλον τις μελαχρινές...

– Ωραία! Ντόπιες ή αλλοδαπές;

– Τι να πω... Τις ντόπιες τις έχουμε φάει με το κουτάλι. Καμιά ξένη καλύτερα!

– Περίφημα! Σας τραβούν περισσότερο αυτές απ’ τα Βαλκάνια, από την κεντρική Ευρώπη, ή από την ανατολική; Ή μήπως από Ασία και Άπω Ανατολή;

– Ξέρω κι εγώ... Γι’ αυτές τις ανατολικές έχω ακούσει πολλά...

– Ωραιότατα! Πείτε μου τώρα αν θα προτιμούσατε...

Ο υποψήφιος πελάτης έχει αρχίσει πια να χάνει την υπομονή του:

– Εντάξει, αρκετά με την εξειδίκευση! Μήπως θα μπορούσα τώρα να... καταλαβαίνετε...

Για να ακούσει έκπληκτος τον μάνατζερ να απαντά:

– Ξέρετε... γυναίκες δεν διαθέτουμε ακόμα. Όμως, δεν μπορείτε να πείτε, από εγκαταστάσεις κι από οργάνωση σκίζουμε! Να το διαδώσετε παντού!

Θυμήθηκα το κλασικό ανέκδοτο καθώς βιώνω, τελευταία, μερικά γλυκόπικρα συναισθήματα για την ΑΕΚ. Από τη μία, το οριστικό, πλέον, ξεκίνημα των εργασιών για το χτίσιμο ενός αληθινά μεγαλοπρεπούς γηπέδου στον ιστορικό τόπο προσκυνήματος, τη Νέα Φιλαδέλφεια. (Έναν τόπο, εν τούτοις, που ποτέ δεν αγάπησε στ’ αλήθεια την ΑΕΚ, η οποία κατά μία πολύ ουσιαστική έννοια «έβαλε την πόλη στο χάρτη».)

Από την άλλη, η ΑΕΚ που βλέπουμε τώρα στους αγωνιστικούς χώρους ελάχιστη σχέση έχει με τη φοβερή ομάδα που τρόμαζε κάποτε κάθε αντίπαλο που «τολμούσε» να πατήσει το πόδι του στη Φιλαδέλφεια. Σύνολο μικρο-μεσαίων προδιαγραφών, με παίκτες ευκαιρίας και προπονητή που ολοένα «ψάχνεται», λες και ακόμα «μαθαίνει» την τέχνη του επιδιδόμενος σε συνεχείς πειραματισμούς (με τους παίκτες που του έχουν διαθέσει, θα αντιτείνει κάποιος)...

Καλό το γήπεδο, λοιπόν, αλλά μέσα σ’ αυτό θα πρέπει να αγωνίζεται μια ομάδα αντάξιά του. Και – ας μην κρυβόμαστε – για τη δημιουργία μιας τέτοιας ομάδας χρειάζεται το χέρι των ηγετών (εφόσον δικαιούνται να φέρουν τέτοιο βαρύ τίτλο σε έναν τόσο μεγάλο σύλλογο) να μπει βαθιά στην τσέπη!

Αλλιώς, η ΑΕΚ θα κινδυνεύει να θυμίζει το γνωστό ανέκδοτο του «οίκου» με τις τέλειες εγκαταστάσεις και την άψογη οργάνωση, μα δίχως «προσωπικό» της προκοπής. Ή, επί το σεμνότερον, να μοιάζει με τσιροπούλι του αγρού τοποθετημένο μέσα σε κλουβί πολυτελείας!

Aixmi.gr

Τρίτη 25 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Σπασμένες βιτρίνες στην οδό Ερμού: Ένα χρονικό κρίσης

Μερικά γεγονότα της εποχής:

1. Κουκουλοφόροι επιτίθενται πρόσφατα και τραυματίζουν τουρίστα στο κέντρο της Αθήνας, επειδή ψώνιζε ημέρα Κυριακή. Η αστυνομία ωσεί απούσα…

2. Την επόμενη μέρα, οι ίδιοι (προφανώς) κουκουλοφόροι καταστρέφουν βιτρίνες και μάρμαρα σε δεκάδες καταστήματα της οδού Ερμού υπό το «διακριτικό» – και εξ αποστάσεως – βλέμμα της Αστυνομίας, εκφράζοντας με τον τρόπο αυτό τη διαφωνία τους για κάποια μη-αρεστή σε αυτούς απόφαση της – καθυβριζόμενης από την κυβέρνηση – Δικαιοσύνης…

3. Σχεδόν καθημερινά, τα ίδια άτομα επιτίθενται απρόκλητα στις αστυνομικές δυνάμεις και προκαλούν ολικές καταστροφές σε δημόσια και ιδιωτική περιουσία στο κέντρο της πόλης, με «θύματα» ακόμα και μαζικά μέσα μεταφοράς τα οποία κατακαίουν...

Πριν σπεύσουμε να συνδέσουμε τα νοσηρά αυτά φαινόμενα αστικής βίας και κρατικής ολιγωρίας, με τη συγκυρία μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, ας θυμηθούμε ότι όλα αυτά δεν συμβαίνουν για πρώτη φορά στη χώρα. Τα είχαμε συνηθίσει από παλιά, και τα είδαμε μάλιστα να κορυφώνονται με την έναρξη των μνημονίων.

Το να αναζητούμε τα αίτια της διαχρονικής απάθειας της Πολιτείας απέναντι στην παράνομη βία του «κράτους των Εξαρχείων» είναι τόσο μάταιο όσο και το να αναρωτιόμαστε γιατί η ίδια αυτή Πολιτεία τόσα χρόνια δεν αντιμετωπίζει αποφασιστικά τη βία στο ποδόσφαιρο. (Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν ενδείξεις ότι οι δύο μορφές βίας είναι «συγκοινωνούντα δοχεία» και ότι πολλά πρόσωπα δραστηριοποιούνται και στους δύο χώρους ταυτόχρονα. Εμείς στην ΑΕΚ, τουλάχιστον, το γνωρίζουμε αυτό από παλιά...) Και λέω πως είναι μάταιο γιατί επίσημες απαντήσεις στα ζητήματα αυτά ούτε πήραμε, ούτε φαίνεται πως θα πάρουμε ποτέ...

Όμως, εκεί που απουσιάζει η πολιτική βούληση αφθονεί η πολιτική ρητορεία! Οι μη-αριστερές κυβερνήσεις καταδίκαζαν πάντοτε, ασφαλώς, την ιδεολογία και τη δράση των ακραίων ομάδων – άσχετα βέβαια αν ελάχιστα έπραξαν για να τις διαλύσουν οριστικά, απαλλάσσοντας το κέντρο της πρωτεύουσας από ένα χρονίζον πρόβλημα που γελοιοποιεί απόλυτα το κράτος.

Αυτό που ιδιαίτερα ενοχλεί, εν τούτοις, σε ό,τι αφορά την τρέχουσα διακυβέρνηση της χώρας είναι όχι τόσο η συνεχιζόμενη κρατική απάθεια απέναντι στα επικίνδυνα αυτά φαινόμενα κοινωνικής αυτονόμησης (είχαμε συνηθίσει, άλλωστε, αυτή την απάθεια από παλιά) όσο η εκνευριστικά προκλητική έκφραση «κατανόησης» και ανοχής στα εν λόγω φαινόμενα (αν όχι και η ευθεία πολιτική κάλυψή τους) όπως προκύπτει από επίσημες ή ανεπίσημες δηλώσεις στελεχών της Αριστεράς.

Αν και το ζήτημα αφορά περισσότερο την εικόνα και λιγότερο την ουσία των πραγμάτων, θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρήσουμε μια ανάλυση της πολιτικά οξύμωρης «φιλικής» στάσης της σημερινής κυβέρνησης προς εκείνους που έχουν κάνει σκοπό της ζωής τους την έμπρακτη αμφισβήτηση αυτής τούτης της ιδέας της εξουσίας. Προς το σκοπό αυτό, θα ήταν χρήσιμη μια επιγραμματική σταχυολόγηση γεγονότων από το «χρονικό της κρίσης»:

1. Ο υπέρμετρος δανεισμός της μεταπολιτευτικής περιόδου (για τον οποίο ενοχοποιείται, εν μέρει τουλάχιστον, η γιγάντωση του λεγόμενου «πελατειακού κράτους» από όλους, σχεδόν, όσους κυβέρνησαν) οδηγεί σε βαθμιαίο εκτροχιασμό της οικονομίας και, τελικά, σε κρίση χρέους. Περιστασιακές απόπειρες εξορθολογισμού και σχετικού «συμμαζέματος» της οικονομίας από σώφρονες (πλην όχι διαθέτοντες λαϊκιστικό χάρισμα) πολιτικούς ηγέτες, έχουν προσκρούσει στις λυσσώδεις αντιδράσεις των – ελεγχόμενων κυρίως από την Αριστερά – εργατικών συνδικάτων του δημόσιου τομέα και έχουν αποτύχει.

2. Μονόδρομος πλέον για την αποφυγή ολικής χρεοκοπίας της χώρας είναι η καταφυγή σε ad hoc πρόγραμμα σωτηρίας από τους ευρωπαίους εταίρους και το ΔΝΤ. Αυτονόητα, το πρόγραμμα συνοδεύεται από εκχώρηση δικαιώματος επιτήρησης της εθνικής οικονομίας στους δανειστές, το οποίο επισφραγίζεται με τα περίφημα (και υπέρμετρα δαιμονοποιηθέντα) μνημόνια.

3. Τα μνημόνια επιβάλλουν περιορισμούς στις δημόσιες δαπάνες και, όπως είναι φυσικό, περικόπτουν προνόμια στο Δημόσιο. Η Αριστερά κινητοποιεί και πάλι τα συνδικάτα που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της, ενώ ένα μέρος της (προς τιμήν του, όχι το πλέον παραδοσιακό κομμάτι της) επιδεικνύει πολιτική «κατανόηση» και ανοχή στη δράση κουκουλοφόρων εξτρεμιστών που, με κάθε ευκαιρία ψήφισης μνημονιακών νόμων, πυρπολούν και καταστρέφουν την πρωτεύουσα (σε μία τραγική περίπτωση, ακόμα και δολοφονούν νέους ανθρώπους που «τολμούν» να εργάζονται σε μέρα γενικής απεργίας).

4. Αντιλαμβανόμενοι ότι τα «αστικά» κόμματα δεν έχουν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις που υποκινεί η Αριστερά και να θεσμοθετήσουν τις μεταρρυθμίσεις που προβλέπουν τα μνημόνια, οι δανειστές «τραβούν το χαλί κάτω απ’ τα πόδια» της κυβέρνησης συνεργασίας ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, οδηγώντας μαθηματικά στην ανάληψη της εξουσίας από το υποτιθέμενα «εκσυγχρονιστικό» κομμάτι της Αριστεράς.

5. Παρά τους αρχικούς αντιμνημονιακούς λεονταρισμούς της, η Αριστερά γνωρίζει καλά ότι για να διατηρηθεί στην εξουσία, αλλά και για να μην κηλιδώσει ανεξίτηλα την Ιστορία της, δεν θα πρέπει να συνδέσει το όνομά της με την οριστική χρεοκοπία της χώρας αλλά, αντίθετα, με την τελική έξοδο από την κρίση. Αυτό εξ ορισμού προϋποθέτει επιτυχία του προγράμματος διάσωσης, πράγμα όμως που οδηγεί σε συνέχιση και διεύρυνση των μνημονιακών υποχρεώσεων.

6. Ώσπου φτάνουμε στο παρανοϊκό δημοψήφισμα του καλοκαιριού του 2015. Η κυβέρνηση κατά βάθος ελπίζει σε επικράτηση του «ΝΑΙ» έτσι ώστε να έχει δεδηλωμένη λαϊκή έγκριση για τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής, η οποία σύντομα θα επέφερε νέα σκληρά μέτρα. Πέφτει όμως μέσα στο λάκκο που η ίδια έσκαψε, αφού ο πάντα αφελής λαός κάνει τη δική του οιονεί επανάσταση ψηφίζοντας «ΟΧΙ»!

7. Οι δανειστές ούτε εξοργίζονται (παρά την «αγανάκτηση» Γιούνκερ) ούτε ανησυχούν. Γνωρίζουν ότι εκείνοι έχουν το πάνω χέρι και, επί πλέον, καλοδέχονται την επιβολή των capital controls, αφού έτσι αφενός ελέγχεται η εκροή κεφαλαίων από τις τράπεζες, αφετέρου ανοίγει ένας δρόμος αποτελεσματικότερου ελέγχου της φοροδιαφυγής μέσω της χρήσης πλαστικού χρήματος.

8. Η κυβερνώσα Αριστερά καλείται τώρα να διαχειριστεί ένα δικό της, εσωτερικό πρόβλημα πολιτικής αυτοσυντήρησης. Έχοντας ήδη απολέσει το ακραίο κομμάτι της, το οποίο την εγκατέλειψε μετά το «δικό της» μνημόνιο, έχει να αντιμετωπίσει και την έλλειψη αντοχών των βουλευτών της, που επικρίνονται από την κοινωνία για την αδιαμαρτύρητη ψήφιση όλων των μνημονιακών νόμων (η οποία κοινωνία, εν τούτοις, έχει αναδείξει και πάλι στην εξουσία την «μνημονιακή», πλέον, Αριστερά σε νέες εκλογές!).

9. Το μόνο που θα μπορούσε να σώσει τα προσχήματα και να αμβλύνει τις αντιδράσεις της ακραίας πτέρυγας του κόμματος είναι η διατήρηση (αν όχι η ενίσχυση) ενός αριστερού επαναστατικού προφίλ. Επανέρχεται η παραδοσιακή αριστερή δαιμονοποίηση του όρου «νόμος και τάξη» και επιβάλλεται ένα ιδιότυπο καθεστώς ανοχής στην ανομία, αν αυτή μπορεί να «σερβιριστεί» ως κοινωνικός ακτιβισμός που προωθεί τα επαναστατικά οράματα της Αριστεράς.

10. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, η αριστερή κυβέρνηση αντιμετωπίζει με σχεδόν προκλητική χαλαρότητα τη δράση ομάδων «αντιεξουσιαστών», όχι μόνο αφήνοντάς τους να καίνε, να καταστρέφουν και να βιαιοπραγούν ανενόχλητα (το ίδιο έκαναν, ουσιαστικά, και οι προηγούμενες κυβερνήσεις) αλλά δίνοντάς τους επιπροσθέτως και πολιτική κάλυψη, αφού η ίδια η εξουσία αρνείται να καταδικάσει ευθέως ως εγκληματική τη δράση τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, ακόμα και η ίδια η τρομοκρατία (που, ας μην κρυβόμαστε, έχει τις αφετηρίες της κυρίως στον «αντιεξουσιαστικό» χώρο) βαφτίζεται ως «πολιτική δράση» με «κοινωνικά» κίνητρα...

Ως αντίβαρο, λοιπόν, στην εκ των πραγμάτων «αστικοποίησή» της, και για λόγους διατήρησης της έξωθεν «καλής» μαρτυρίας, η Αριστερά έχει επιδείξει, ως εξουσία, μία προκλητικά ανεκτική (αν όχι ξεκάθαρα φιλική) στάση απέναντι σε έναν υποτιθέμενα αριστερό κοινωνικό εξτρεμισμό. Ως ανταπόδοση των καλών προθέσεων της εξουσίας απέναντί τους, οι ακραίες αυτές ομάδες περιορίζουν τη δράση τους σε πράξεις εντυπωσιασμού, κυρίως, που, όσο βίαιες και «κοστοβόρες» για την Πολιτεία κι αν είναι, δεν στρέφονται ευθέως κατά του πυρήνα του κυβερνητικού έργου. Πρόκειται, δηλαδή, για πράξεις αντιπερισπασμού που κατά βάθος διευκολύνουν την κυβέρνηση να προωθήσει το μνημονιακό μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα, διατηρώντας παράλληλα σχετικά ατσαλάκωτο το αριστερό της προφίλ!

Επιστρατεύοντας τώρα όσον κυνικό πραγματισμό διαθέτουμε, θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι λαός και δανειστές είχαν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο εκδοχές εξουσίας:

Από τη μία, ένα γνώριμο και σχετικά ευπρεπές – αλλά πολιτικά και ιστορικά φθαρμένο – «αστικό» καθεστώς, το οποίο θα αδυνατούσε να φέρει εις πέρας τις εκ των μνημονίων απορρέουσες μεταρρυθμίσεις, κάτω από τις κλιμακούμενες αντιδράσεις της κοινωνίας αλλά και την απειλή του χάους και της βίας οργανωμένων περιθωριακών ομάδων.

Από την άλλη, ένα νεανικό, άφθαρτο, συμπαθητικά λαϊκιστικό «αντισυστημικό» καθεστώς, το οποίο διέθετε την έξωθεν καλή μαρτυρία και, κυρίως, την απαιτούμενη ανοχή τόσο από την κοινωνία, όσο και από τους περιθωριακούς – οι οποίοι, άλλωστε, ανέκαθεν συγγένευαν ιδεολογικά με το αριστερό άκρο της παθογενούς αυτής εκδοχής της Αριστεράς. (Προς τιμήν της – το λέω και πάλι – η παραδοσιακή Αριστερά ουδέποτε επεδίωξε ή αποδέχθηκε τέτοιου είδους πολιτικές συγγένειες!)

Οι δανειστές γνώριζαν καλά ποιοι θα μπορούσαν να περάσουν αναίμακτα τους σκληρούς μεταρρυθμιστικούς νόμους που απαιτούσε το πρόγραμμα σωτηρίας. Το πολύ-πολύ, ίσως να καίγονταν πάλι λίγα τρόλεϊ, ή να γίνονταν θρύψαλα μερικές ακόμα βιτρίνες καταστημάτων, έτσι, για να τηρηθεί το έθιμο (εξ άλλου, τι ανάγκη έχει από λίγα σπασμένα κρύσταλλα η οδός Ερμού, το σύμβολο του πλουτοκρατικού καταναλωτισμού στη λαϊκή συνείδηση του Έλληνα;). Ή ίσως, για λόγους πολιτικής επίφασης, να έπρεπε να μπουν προσωρινά στο συρτάρι μερικές αληθινά προοδευτικές κατακτήσεις του «αστικού» συστήματος εξουσίας, όπως π.χ. ο εκσυγχρονισμός της ανώτατης εκπαίδευσης (και, ειδικά, η ουσιαστική κατάργηση του «πανεπιστημιακού ασύλου» της ανομίας).

Δεν φαντάζομαι πως θα χρειαστεί να εκπονηθούν διδακτορικές διατριβές για να αναλυθεί ένα φαινομενικό κοινωνιολογικό παράδοξο. Πώς στο καλό, δηλαδή, ένας λαός που τόσο μίσησε τον Σόιμπλε, έκανε εκείνες ακριβώς τις επιλογές που θα διευκόλυναν τους σχεδιασμούς του! Χωρίς πάντως να ανήκω ο ίδιος σε εκείνους που θα ονόμαζαν αυτούς τους σχεδιασμούς «σκοτεινούς» ή, έστω, αθέμιτα ιδιοτελείς...

Όση απέχθεια κι αν τρέφει κανείς, λοιπόν, για τον (συχνά χυδαίο) λαϊκισμό του παρόντος συστήματος εξουσίας, δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί πως άλλος δρόμος δεν υπήρχε για να αλλάξει πορεία η συγκεκριμένη χώρα με τον συγκεκριμένο λαό. Το μόνο που τώρα μένει να ελπίζουμε είναι πως, ίσως μαζί με τη χώρα, «μεταρρυθμιστεί» κάποτε και εκσυγχρονιστεί και το πολιτικό της σύστημα στο σύνολό του. Αυτό όμως μόνο η θέληση του ίδιου του λαού μπορεί να το επιβάλει. Τόσο αυτού που ψωνίζει στην οδό Ερμού, όσο κι εκείνου που απλά κοιτάζει τις βιτρίνες...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κυβέρνηση και εξουσία: μύθοι και πραγματικότητες

Όπως ακούω και διαβάζω, το αφήγημα ανθίσταται στο χρόνο: η Αριστερά, λένε, έχει την κυβέρνηση αλλά όχι (απόλυτα, τουλάχιστον) την εξουσία! Και, αν κρίνουμε από επίσημες και ανεπίσημες κυβερνητικές δηλώσεις, τούτο οφείλεται κατά μείζον μέρος στο ότι κάποιοι «ενοχλητικοί» θεσμοί (δεν χρειάζεται, νομίζω, να αναφέρω ποιοι) επιμένουν να διατηρούν την ανεξάρτητη λειτουργία τους. Αν και κορυφαίοι εκπρόσωποί τους, λίαν προσφάτως αποστρατευθέντες, κατάργησαν όλα τα προσχήματα αναλαμβάνοντας υψηλές κομματικές θέσεις στο κυβερνητικό στρατόπεδο...

Σε ό,τι αφορά τις έννοιες καθαυτές, θα λέγαμε ότι αυτός που κυβερνά χαράσσει πολιτικές αλλά αυτός που εξουσιάζει έχει και τη δύναμη να τις εφαρμόσει. Αν σήμερα την εξουσία της κυβερνώσας Αριστεράς «απειλούν» θεσμοί που επιμένουν να είναι ανεξάρτητοι, καλό θα είναι να θυμηθούμε και τι εμπόδια συνάντησε η εξουσία των «αστικών» κομμάτων της μεταπολιτευτικής περιόδου, στα οποία χρεώνεται καθ’ ολοκληρία από την Αριστερά η οικονομική καταστροφή που βιώνουμε. (Το ποιοι ευθύνονται για τον πολιτιστικό αφανισμό της χώρας μας θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ενός ξεχωριστού σημειώματος...)

Αναμφίβολα, τα μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν ως την αρχή της κρίσης είναι απολύτως υπεύθυνα για τη δημιουργία και τη γιγάντωση του λεγόμενου «πελατειακού κράτους». Το ατόπημα των μαζικών, πολιτικά υστερόβουλων διορισμών δεν το διέπραξε, ασφαλώς, η πάντοτε αντιπολιτευόμενη Αριστερά!

Όμως, υπήρξαν ιστορικά και περιπτώσεις όπου ο αστικός χώρος προσπάθησε, αν μη τι άλλο, να περιορίσει τις συνέπειες των δικών του λαθών. Δύο πρωθυπουργοί με όμοιο όνομα αλλά σημαντικές διαφορές ως προς τον σωματότυπο και την κομματική προέλευση, έδειξαν να αντιλαμβάνονται την καταστροφική πορεία που είχε πάρει η οικονομία και προσπάθησαν να συμμαζέψουν την κατάσταση πριν αυτή γίνει μη αναστρέψιμη. Βρήκαν όμως μπροστά τους τούς πανίσχυρους στρατούς των οργανωμένων μειοψηφιών: τα φοβερά, κομματικά ελεγχόμενα συνδικάτα του δημόσιου τομέα. Εκεί όπου η «μάχιμη» Αριστερά όχι μόνο αμφισβητούσε, αλλά και καταργούσε στην πράξη την εξουσία της αστικής δημοκρατίας!

Μεταφέρω ενδεικτικά ένα σκηνικό εποχής, από εκείνα που έχουν καταγραφεί πιο έντονα στη μνήμη μου:

Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μια ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία επιχειρεί να νομοθετήσει ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων που, με τα σημερινά δεδομένα, φαντάζουν σαν χάδι από τη μύτη μιας καρφίτσας! Βρίσκεται όμως αντιμέτωπη με τις πανίσχυρες συντεχνίες του δημοσίου, οι οποίες έχουν παραλύσει τη χώρα με σκληρές (θα έλεγα, απάνθρωπες για το κοινωνικό σύνολο) απεργίες.

Καθημερινές, πολύωρες διακοπές στην ηλεκτροδότηση έχουν φέρει σε απόγνωση τόσο τα νοικοκυριά, όσο και πάμπολλες μικρο-επιχειρήσεις. Χαλασμένα κρέατα και γαλακτοκομικά προϊόντα πετιούνται κυριολεκτικά στα σκουπίδια, ενώ η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη λόγω της αφόρητης θερινής ζέστης. Οι συγκοινωνίες είναι ανύπαρκτες ή, στην καλύτερη περίπτωση, υπολειτουργούν. Και η μερική ιδιωτικοποίησή τους ελάχιστα έχει επιλύσει το πρόβλημα λόγω των βίαιων αντιδράσεων των συνδικάτων, που φτάνουν ως την απόλυτη κτηνωδία δημόσιων (και μάλιστα υπό τηλεοπτική κάλυψη) βιασμών!

Η Αριστερά, όπως και ένα σημαντικό κομμάτι της τότε «αστικής» αξιωματικής αντιπολίτευσης (για να μην ξεχνάμε!), βαφτίζουν τις συντεχνίες «λαό» και τις εκβιαστικές κινητοποιήσεις «κοινωνικούς αγώνες». Προσφέρουν αμέριστη πολιτική στήριξη στις απεργίες, ενώ την ίδια στιγμή αγνοούν επιδεικτικά τους αληθινά μη προνομιούχους που εργάζονται κατά κύριο λόγο στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς συνδικαλιστική προστασία και με ελάχιστες δυνατότητες διεκδίκησης εργασιακών δικαιωμάτων.

Αξιοσημείωτο είναι ότι, με βάση τα συνδικαλιστικά ήθη της εποχής, η λύση μιας απεργίας στον δημόσιο τομέα έθετε συχνά ως προϋπόθεση την καταβολή των «δεδουλευμένων» (sic) για την περίοδο της απεργίας. Για την πολύπαθη κοινωνία, αυτό ήταν σαν να έχει υποστεί βιασμό και να της ζητείται να πληρώσει κι από πάνω τα έξοδα για την κοινωνική αποκατάσταση των βιαστών της!

Μέσα σε αυτό το χάος, η τότε πρόεδρος του «Συνασπισμού της Αριστεράς» δήλωσε προκλητικά (ή έτσι μου φάνηκε, τουλάχιστον) ότι η κυβέρνηση θα επιθυμούσε μια «κοινωνία χωρίς αντιστάσεις». Όπου ο όρος «κοινωνία» σήμαινε, στο δικό της λεξικό εννοιών, «συντεχνία» ή «οργανωμένη μειοψηφία». Όπως και «δημοκρατικός» πολίτης, στην «προοδευτική» γλώσσα της εποχής, θεωρείτο ο κομματικά συνδικαλιζόμενος πολίτης. Δεν αποτέλεσε έκπληξη το γεγονός ότι ο αρχι-συνδικαλιστής εκείνης της περιόδου ανταμείφθηκε αργότερα για τους «αγώνες» του με υπουργική θέση!

Λαμβάνοντας υπόψη, λοιπόν, την προηγούμενη πολιτική εμπειρία, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι καμία κυβέρνηση της μεταπολιτευτικής περιόδου δεν απόλαυσε μια τόσο αδιατάρακτη εξουσία όσο η παρούσα κυβέρνηση. Κυρίως, γιατί κατόρθωσε να θέσει υπό έλεγχο τόσο τις αντιδράσεις μιας ούτως ή άλλως κουρασμένης κοινωνίας, όσο και ενός στρατού οργανωμένων συμφερόντων ο οποίος κατά το παρελθόν αμφισβήτησε σθεναρά – κάποιες φορές ακόμα και βίαια – την εξουσία δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων.

Και εδώ φαίνεται πόσο αναγκαία για την ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος είναι η πολυαναμενόμενη τροποποίηση του συνδικαλιστικού νόμου. Θα λέγαμε, είναι προαπαιτούμενο οποιασδήποτε σοβαρής μεταρρυθμιστικής προσπάθειας στη χώρα. Γι’ αυτό, ίσως τα πάντα θα έπρεπε να είχαν ξεκινήσει από κει!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Αγανακτώντας (δημιουργικά) με τη Μαρία!


Ένα μαζοχιστικό σύνδρομο που διαχρονικά με διακατέχει είναι να επιλέγω να διαβάζω πράγματα που με κάνουν να αγανακτώ! Παλιότερα, ήταν τα κείμενα του φίλου μου γιατρού Αλέξη Πολίτη στο Aixmi.gr. Τώρα, τη θέση του Αλέξη πήρε η πολύ αξιόλογη, όπως μπορώ να εκτιμήσω, Μαρία Παναγοπούλου.

Μόνο που, αν στον Αλέξη με εκνεύριζε αφάνταστα ο αριστοτεχνικός πολιτικός λαϊκισμός του και μια αίσθηση χιούμορ τραβηγμένη στα άκρα, η περίπτωση της Μαρίας είναι εντελώς διαφορετική. Εδώ συναντά κανείς μια ολοφάνερη απέχθεια για το καθιερωμένο ανδρικό πρότυπο και μια δύσκολα αποκρυπτόμενη πικρία για τον – υποτιθέμενα – γενικά και καθολικά θυματικό ρόλο της γυναίκας, ιδίως μέσα στους θεσμούς.

Θα έλεγε κανείς πως, στα περισσότερα κείμενα της αρθρογράφου, πάνω από το κεφάλι της γυναίκας βρίσκεται μόνιμα τοποθετημένο ένα φωτοστέφανο που την καθαγιάζει και την απενοχοποιεί για κάθε πιθανή αποτυχία μιας σχέσης (συνήθως θεσμικής). Υπεύθυνος είναι πάντα ο άνδρας, ο οποίος συγκεντρώνει (αν όχι ενσαρκώνει απόλυτα) όλα τα ελαττώματα του ανθρώπινου είδους! Κι αν κάπου-κάπου αναφέρεται ένα θετικό ανδρικό παράδειγμα, τούτο μάλλον προβάλλεται ως «εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα». Για να μην πω ότι και αυτή τούτη η θετική όψη του παραδείγματος στοιχειοθετείται με βάση το βαθμό ικανοποίησης των γυναικείων αναγκών και τη συμμόρφωση με πρότυπα που η ίδια η γυναίκα καθορίζει.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω ένα εκτενές απόσπασμα από ένα παλιό άρθρο μου στο «Βήμα» («Ο Διογένης, η πάλη των φύλων και η Ελλάδα της κρίσης», Σεπτέμβριος 2012) για το οποίο δέχθηκα αμέτρητες ενστάσεις και επικρίσεις από εκπροσώπους του κατ’ ουσίαν ισχυρού φύλου (και δεν εννοώ εδώ τον άνδρα!). Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια έμμεση, ετεροχρονισμένη «απάντηση» σε κάποιες από τις απόψεις της Μαρίας. Για κάποιες άλλες, επιφυλάσσομαι...

------------------------------------------------

Η κουβέντα είχε φουντώσει για τα καλά στη γυναικοπαρέα, στην προαστιακή καφετέρια. Κάποια – η μόνη που έδειχνε να έχει επίπεδο – διηγόταν με ενθουσιασμό μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας με το λεωφορείο, που κατέληξε σε ένα ευχάριστο γεύμα και μια υπέροχη συζήτηση με τον σύντροφό της σε κάποιο ψητοπωλείο των Εξαρχείων.

Για να δεχθεί την επιτιμητική παρέμβαση της πιο «προχωρημένης» της παρέας: «Εμένα, χρυσό μου, αν κάποιος έστω και μία φορά με πήγαινε με το λεωφορείο για σουβλάκια, να μη σου πω πότε θα με ξανάβλεπε!» Εν μέσω μείζονος οικονομικής κρίσης, η παραπάνω φράση αποκτά ιδιαίτερη συμβολική σημασία...

Μια εφιαλτική παρενέργεια της εν λόγω κρίσης είναι η κατακόρυφη αύξηση των αυτοκτονιών. Γνωρίζει κανείς τον επιμερισμό της αύξησης αυτής στα δύο φύλα; Η απάντηση είναι, νομίζω, αυταπόδεικτη: ο άντρας ήταν – και εξακολουθεί να είναι – αυτός που πλήρωσε και πληρώνει με τη ζωή του την κρίση! (Προσοχή: δεν εννοώ ότι η γυναίκα δεν υπέστη τις συνέπειές της, αλλά πως το ακραίο υπαρξιακό τίμημα το κατέβαλε ο άντρας.) Γιατί, όμως, η κρίση αυτή βρήκε τον άντρα τόσο πιο ευάλωτο συναισθηματικά σε σχέση με τη γυναίκα;

Εδώ θα δικαιώσω τον Αύγουστο Στρίντμπεργκ: στην «πάλη των φύλων», ο άντρας είναι ο συντριπτικά πιο αδύναμος από τους «εμπολέμους». Για την ακρίβεια, είναι ο αδιαφιλονίκητος loser! Γιατί, η σχέση των δύο φύλων είναι μια αδυσώπητη, μονόπλευρη επικυρωτική διαδικασία όπου, σχεδόν κατά κανόνα, εκείνος πασχίζει αδιάκοπα να αποδείξει ότι είναι άξιος για εκείνη! Και ο πήχης της «αξιοσύνης» ολοένα ανεβαίνει από το ισχυρό μέρος, δίνοντας στη σχέση διαστάσεις υπαρξιακής αγωνίας για το ανίσχυρο...

Τι καθορίζει το ύψος του πήχη; Μήπως η ευφυΐα και η πνευματικότητα; Η καλλιέργεια και η ευαισθησία; Ο χαρακτήρας και η πίστη σε αρχές; Όχι πάντα! Ο πήχης είναι συχνά φτιαγμένος από τα πιο ευτελή υλικά: ματαιοδοξία, επιδειξιομανία, φτηνή μαγκιά, υπερκαταναλωτισμό... Και η ανάγκη υπερπήδησής του οδηγεί σε αδιάκοπο ανταγωνισμό, απ’ όπου εκείνος πρέπει καθημερινά να αποδεικνύεται στα μάτια της αξιότερος από τους άλλους. Και αξιότερος σημαίνει, κατ’ ουσίαν, πάροχος καλοζωίας. Σε αντίθετη περίπτωση, του επικολλάται ελαφρά τη καρδία η ετικέτα του «αποτυχημένου»... Για κάποιους, η ντροπή μιας ήττας σ’ αυτή τη μάχη ξεπλένεται μόνο με θάνατο – τον δικό τους θάνατο!

Ελάχιστες από τις σημερινές γυναίκες θα ερωτεύονταν τον λιτό και φιλοσοφημένο «Διογένη». Μάλλον λατρεύουν τον κενόδοξο και σπάταλο «Νάρκισσο», κι ας εκτοξεύουν κάθε τόσο μύδρους κατά του ανδρικού αυτού προτύπου! Όμως, η ναρκισσιστική αυτοεικόνα δεν επιβιώνει χωρίς την επικύρωσή της από την ίδια τη γυναίκα. Κι αυτή ακριβώς η ανταμοιβή είναι το δόλωμα που κάνει τον μέσο άντρα να παίρνει μέρος και να πασχίζει να αναδειχθεί νικητής στο σατανικό παιχνίδι με τον πήχη. Γιατί, δεν αντέχει ποτέ να περάσει από κάτω...

------------------------------------------------

Το θέμα είναι ανεξάντλητο και δεσμεύομαι να επανέλθω με νέες σκέψεις, προσβλέποντας παράλληλα σε έναν γόνιμο διάλογο με τους αναγνώστες. Των οποίων οι ενστάσεις είναι αναμενόμενες και απόλυτα καλοδεχούμενες!

Προτίθεμαι, πάντως, να συνεχίσω να «αγανακτώ» με τα κείμενα της Μαρίας. Γιατί, απόλυτες αλήθειες υπάρχουν μόνο στα Μαθηματικά. Στις ανθρώπινες σχέσεις οι έννοιες του «καλού» και του «κακού» συχνά διαπλέκονται, κάποιες φορές ακόμα και εναλλάσσονται. Η αντίθετη άποψη, λοιπόν, αν μη τι άλλο μας βάζει να σκεφτούμε πέρα και πάνω από τις προκαταλήψεις μας. Είμαι βέβαιος πως σ’ αυτό θα συμφωνήσει και η Μαρία!

Aixmi.gr

Σάββατο 1 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολιτικές κοκορομαχίες και ενημέρωση

Η πληροφορία είναι μία από εκείνες τις έννοιες που δύσκολα ορίζονται. Όπως, ας πούμε, η Τέχνη ή το χιούμορ. Θα μπορούσαμε, για παράδειγμα, να δώσουμε τον παρακάτω ορισμό:

Πληροφορία είναι κάθε απόκλιση από την ομοιομορφία στο χώρο ή στο χρόνο.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

Μία απέραντη λευκή επιφάνεια δεν περιέχει πληροφορία. Την ομοιομορφία της επιφάνειας στο χώρο μπορούμε, όμως, να σπάσουμε αν τοποθετήσουμε σε κάποιο σημείο μία μαύρη τελεία. Τώρα, αν η τελεία αυτή μένει ακίνητη για άπειρο χρόνο, το σκηνικό εμφανίζει χρονική ομοιομορφία, έτσι και πάλι δεν προσφέρει αξιόλογη πληροφορία. Το αντίθετο συμβαίνει αν η τελεία μετακινείται πάνω στη λευκή επιφάνεια.

Σαν άλλο παράδειγμα, φανταστείτε την καμπάνα μιας εκκλησίας, η οποία (καμπάνα) χτυπά πάντα την ώρα, κάθε ώρα. Μπορεί προς στιγμή να ενημερώνει κάποιον που ξέχασε το ρολόι του στο σπίτι, αν όμως δει κανείς το φαινόμενο μακροσκοπικά, θα παρατηρήσει μία διαρκώς επαναλαμβανόμενη (άρα χρονικά ομοιόμορφη) ακολουθία καταστάσεων που, σε μεγάλη κλίμακα χρόνου, δεν μαρτυρά την ύπαρξη κάποιου ξεχωριστού γεγονότος. Αυτό που πράγματι θα καταγραφεί ως πληροφορία είναι το υποθετικό γεγονός η καμπάνα για μία και μοναδική φορά να σιγήσει πάνω στην ώρα. Μια πιο δραματική περίπτωση θα ήταν αν ο Ήλιος «ξεχνούσε» κάποια μέρα να ανατείλει!

Στο χώρο της ειδησεογραφίας, πληροφορία είναι εξ ορισμού κάτι το μη προβλέψιμο. Έτσι, πληροφορία δεν συνιστά το αναμενόμενα επαναλαμβανόμενο, όπως, π.χ., οι επετειακές «ειδήσεις» στο ραδιόφωνο σε εθνικές ή θρησκευτικές εορτές, όπου ακούγονται στερεότυπες φράσεις του τύπου «με λαμπρότητα / κατάνυξη γιορτάζεται σήμερα...».

Ανοίγουμε, λοιπόν, το ραδιόφωνο πάνω στην ώρα του δελτίου. Και τι ακούμε ως πρώτη είδηση; Αυτή που ακούσαμε και χθες. Και προχθές. Και αντιπροχθές (και πάει λέγοντας, για να μη σας κουράζω). Δηλαδή; Ρητορικές κοκορομαχίες, συχνά σε ύφος που παραπέμπει σε ποδοσφαιρικά γήπεδα, ανάμεσα σε κατέχοντες την εξουσία και σε φιλοδοξούντες να την κατακτήσουν:

«Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κατηγόρησε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ότι... Απαντώντας ο εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι...»

Ο όρος «κατηγόρησε» δεν αντιστοιχεί εδώ σε ανταλλαγή πολιτικών επιχειρημάτων μέσα στο πλαίσιο της λεκτικής ευπρέπειας, αλλά σε αντιπαράθεση χαμηλής ευρηματικότητας κι αισθητικής ευφυολογημάτων, κάποιες φορές δε ακόμα και ύβρεων (ακούσαμε πρόσφατα τον χαρακτηρισμό «πολιτικός απατεώνας»!).

Έτσι, η μόνη «είδηση» – με την έννοια της πληροφορίας – σε ό,τι αφορά τον πολιτικό λόγο στη χώρα είναι η συγκυριακή επιλογή των λέξεων που συνθέτουν την καθημερινή ανταλλαγή ανούσιων, εντυπωσιοθηρικών, πολιτικών κενολογιών ανάμεσα στους πόλους του δικομματισμού. Δεν γνωρίζω πόσους ακροατές, πλέον, ενδιαφέρουν τέτοιες λεπτομέρειες. Η γενική εικόνα, πάντως, μένει θλιβερά αναλλοίωτη – αν δεν επιδεινούται κιόλας εν όψει πιθανολογούμενων πρόωρων εκλογών...

Μία είναι η λύση ώστε οι σταθμοί να προασπίσουν τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία τους προσφέροντας ποιοτική ειδησεογραφία, αλλά και να προστατέψουν το λαό από τις δόλιες, δηλητηριώδεις, εθνικά διχαστικές μεθοδεύσεις των «μεγάλων» κομμάτων: Να μη μεταδίδουν κομματικές ανακοινώσεις αν αυτές δεν περιέχουν χρήσιμη πληροφορία για το κοινωνικό σύνολο. Και να μη γίνονται – άθελά τους – διαφημιστικά όργανα κομματικού τσαμπουκά που στοχεύει κατά κύριο λόγο (αν όχι αποκλειστικά) στη συσπείρωση εκλογικής «πελατείας» εκατέρωθεν!

Αν, εν τούτοις, οι ακροατές (ή οι τηλεθεατές) επιμένουν, λόγω εθισμού ή λόγω διαστροφής, να παίρνουν την καθημερινή δόση κομματικών ανακοινώσεων, υπάρχει κι εκεί η λύση. Αμέσως μετά το δελτίο (πραγματικών) ειδήσεων, ας μεταδίδεται και μία σατιρική «ενημερωτική» εκπομπή με όλα τα παραλειπόμενα της πολιτικής. Εξ άλλου, λένε πως το χιούμορ κάνει καλό σε τέτοιους καιρούς. Και κάνει πιο υποφερτό τον καύσωνα της εποχής...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 28 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΒΗΜΑ - Φιλοσοφώντας μέσα στα σκουπίδια...

Στο τελευταίο και βαθύτερα φιλοσοφημένο μουσικό του δράμα, τον «Πάρσιφαλ», ο συνθέτης, ποιητής και φιλόσοφος Ρίχαρντ Βάγκνερ (επηρεασμένος, ασφαλώς, και από τον Σοπενχάουερ) περιγράφει την κατάκτηση της σοφίας μέσω της συμπόνιας, της βίωσης, δηλαδή, του αλλότριου πόνου.

Η ιδέα, αν και αληθινά ελκυστική από φιλοσοφική άποψη, αποτελεί προϊόν αφαιρετικής εξιδανίκευσης αφού δεν λαμβάνει υπόψη, στο βαθμό που θα έπρεπε, την αμφίδρομη δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων. Προϋποθέτει, δηλαδή, έναν σαφή διαχωρισμό ανάμεσα στον ρόλο του «πάσχοντος» και εκείνον του «συμπάσχοντος», τοποθετώντας υπεμφατικά τον δεύτερο σε θέση σχετικής ισχύος. Τι συμβαίνει, όμως, όταν καλούμαστε να συμπάσχουμε με εκείνους που ευθύνονται για μέρος των δικών μας δεινών;

Δεν ξέρω πόσο σοφότεροι γίναμε (με την «Παρσιφαλική» έννοια) ακούγοντας πρόσφατα τους απεργούντες συμβασιούχους στην καθαριότητα των δήμων να μιλούν με αγωνία για το αβέβαιο εργασιακό τους μέλλον και ό,τι σκοτεινό απορρέει από την ανασφάλεια αυτή. Κάτω από διαφορετικές συνθήκες, αν, δηλαδή, δεν βιώναμε από κοντά και για μία ακόμα φορά τη φρικιαστική εμπειρία πόλεων που μοιάζουν με απέραντους σκουπιδότοπους, ίσως κατορθώναμε να υπερβούμε για μια στιγμή τα τείχη του «εγώ» μας και να βιώσουμε τις καταστάσεις μέσα από τα μάτια της ψυχής του συνανθρώπου μας. Ίσως ακόμα και να κατεβαίναμε στους δρόμους διαδηλώνοντας πλάι του. Και δεν αποκλείεται ακόμα και να βγαίναμε σοφότεροι από αυτή τη συμπόρευση (για να θυμηθούμε τον Βάγκνερ).

Όμως, η υπέρβαση του «εγώ» σταματά εκεί που αρχίζει η τυραννία που επιβάλλει το «εγώ» του άλλου. Και οι «τύραννοι» στην περίπτωση που συζητούμε, όπως και σε πολλές ανάλογες, δεν είναι άλλοι από τις οργανωμένες ομάδες συμφερόντων που χρησιμοποιούν την κοινωνία ως όμηρο και μέσο εκβιασμού στην αντιπαράθεσή τους με την (όχι λιγότερο ένοχη) πολιτεία. Αυτές που – δόκιμα ή όχι – αποκαλούνται συχνά «συντεχνίες» του δημόσιου τομέα.

Αν κάποιον οφείλουμε, έτσι, να συμπονέσουμε είναι ο ανώνυμος, συνδικαλιστικά ανοργάνωτος, μη-προνομιούχος μέσος άνθρωπος της καθημερινότητας, σε ένα κράτος που αποδεικνύεται διαχρονικά και διακομματικά ανίκανο να προστατέψει τα πλέον θεμελιώδη και αυτονόητα δικαιώματα του πολίτη. Όπως το αίσθημα της ασφάλειας απέναντι στην εγκληματική δράση εισαγόμενων κακοποιών και ανεξέλεγκτων εγχώριων περιθωριακών ομάδων. Ή, η πρόσβαση σε μία σύγχρονη, αξιοκρατική και ποιοτική παιδεία. Ή ακόμα, η αδιάλειπτη παροχή κοινωνικών αγαθών όπως οι δημόσιες συγκοινωνίες, το δημόσιο σύστημα υγείας και – εν προκειμένω – η καθαριότητα στους δρόμους των πόλεων.

Ο άνθρωπος της γειτονιάς, που με κάθε «κινητοποίηση» (sic) των εργαζομένων στους δήμους πνίγεται στα σκουπίδια και απειλείται από τα τρωκτικά και τα βλαττοειδή, λίγο ενδιαφέρεται, εν τέλει, αν η οριστική (όχι εμβαλωματική, ως συνήθως) λύση του προβλήματός του – στο βαθμό που αυτή δεν θα υπερβαίνει τις οικονομικές του δυνατότητες – θα έρθει από τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα. Ήδη, μάλιστα, κάποιοι δήμοι ξεπέρασαν τέτοια διλήμματα και γκρέμισαν τα σχετικά ταμπού. Γιατί, τους τοπικούς άρχοντες τους εκλέγουν πολίτες, όχι συνδικαλιστές. Και στα συμφέροντα και τις ανάγκες των πρώτων θα πρέπει οι άρχοντες αυτοί να δίνουν προτεραιότητα. Εξ άλλου, από το υστέρημα, συχνά, των πολιτών προέρχονται οι αναγκαίοι πόροι που εξασφαλίζουν θέσεις εργασίας.

Δεν μου είναι δύσκολο, λοιπόν, να προβάλω την αντίδραση μιας μερίδας αναγνωστών, που θα μπορούσε κάλλιστα να εκφράζεται με λόγια όπως τα παρακάτω:

«Καλός είναι ο Βάγκνερ σου και η συμπόνια που μας ζητά να δείξουμε στον εργαζόμενο συνάνθρωπο. Όμως μεγαλώνω παιδιά σ’ αυτή τη βρώμικη γειτονιά, τη γεμάτη σκουπίδια που σαπίζουν. Και έχασα κι εγώ πρόσφατα τη δουλειά μου. Τώρα με τρώνε οι δρόμοι στο ψάξιμο, και είμαι μόνος στον αγώνα για επιβίωση. Είναι κι αυτή η απαίσια μυρωδιά παντού, να πάρει...»

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

Δωροδοκώντας με φουντούκια τον ταχυδρόμο!



Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύθηκε στο "Βήμα" πριν ακριβώς πέντε χρόνια. Εξαιρουμένων κάποιων αυτοβιογραφικών στοιχείων, θα μπορούσε να είχε γραφτεί πριν 55 χρόνια, ή ακόμα και πριν 155. Το ερώτημα είναι: Μετά από πόσα χρόνια τα διδάγματα που περιέχει ένα τέτοιο κείμενο θα παραβιάζουν, πλέον, ανοικτές θύρες σε ό,τι αφορά αυτήν εδώ τη χώρα;

------------------------------------------------

Είναι κοινό μυστικό ότι στην Ελλάδα πολλοί νόμοι ψηφίζονται για να κοσμούν τα ράφια των νομικών βιβλιοθηκών, η δε εφαρμογή τους συχνά απαιτεί την ψήφιση νέων νόμων που επιβάλλουν την... εφαρμογή των παλιών! Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο οι κυβερνήσεις, στην προσπάθεια να επιδείξουν νομοθετικό έργο, να κατεβάζουν προς ψήφιση νομοσχέδια που θεραπεύουν προβλήματα τα οποία κάλλιστα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με ήδη υπάρχοντες – πλην όμως, ανενεργούς – νόμους.

Το πρόβλημα στη χώρα είναι πως, πολλοί αντιδημοφιλείς νόμοι καταργούνται στην πράξη από τους ίδιους τους πολίτες, ενώ οι κυβερνήσεις δεν τολμούν να τους εφαρμόσουν φοβούμενες το πολιτικό κόστος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο αντικαπνιστικός νόμος, ο οποίος ουδέποτε εφαρμόστηκε και του οποίου η παράβαση ουδέποτε επέσυρε ποινές.

Υπάρχουν, βέβαια, και «οπισθοδρομικά» μέρη του κόσμου όπου τα «σκουριασμένα» μυαλά των πολιτών και των κρατικών λειτουργών επιμένουν να παίρνουν τους νόμους του κράτους στα σοβαρά. Κάποιες φορές, μάλιστα, μέχρι σημείου υπερβολής!

Ο ταχυδρόμος στην κωμόπολη της Utah ήταν πάντα φιλικός και ευπροσήγορος, παρά την φιλοπαίγμονα διάθεση του σκύλου μου απέναντί του, την οποία δεν έδειχνε να συμμερίζεται! Όταν ερχόταν αλληλογραφία από Ελλάδα, άκουγα από μακριά τη φωνή του να αναγγέλλει χαρούμενα: “Hey, Papachristou, letter from Greece!” 

Στα πακέτα που μου έστελναν οι δικοί μου, συχνά τρύπωναν και λίγους ξηρούς καρπούς, αγαπημένο σνακ ανθρώπων και σκύλου σ’ εκείνο το σπίτι. Κάποια φορά έκανα κάτι που θεωρούσα, τότε, εντελώς φυσικό. Από καθαρή ευγένεια, ετοίμασα ένα μικρό σακουλάκι φουντούκια και πήγα να το προσφέρω στον φιλότιμο ταχυδρόμο.

Ξάφνου, η γνώριμη φιλική του έκφραση εξαφανίστηκε και το ύφος του πήρε μια απρόσμενη τροπή προς το αυστηρό: «Αν δεν σε εκτιμούσα τόσο, Papachristou, θα μπορούσα να σε αναφέρω στις αρχές!» Καθώς έμεινα εμβρόντητος, μου εξήγησε: «Η χειρονομία σου θα μπορούσε να εκληφθεί ως απόπειρα δωροδοκίας κρατικού λειτουργού!» Διακρίνω ήδη την ειρωνική έκφραση στο πρόσωπο του αναγνώστη...

Φαντάζομαι πως, ίσως ακόμα κι αρκετοί Αμερικανοί θα εύρισκαν μια τέτοια στάση ιδιαίτερα τυπολατρική. Το περιστατικό, όμως, είναι ενδεικτικό της προσήλωσης μιας κοινωνίας στους νόμους που οι ίδιοι οι εκπρόσωποί της ψηφίζουν. Μιας κοινωνίας στην οποία η φοροδιαφυγή αποτελεί μέγιστο αδίκημα και επισύρει βαρύτατες ποινές, όπως και η οδήγηση κάτω από συνθήκες μέθης (στη χώρα μας, μόνο οι «ξενέρωτοι» οδηγούν πάντα ξεμέθυστοι!).

Η παρακάτω ερώτηση κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διδακτορικής διατριβής για μαθηματικούς και στατιστικολόγους: Σε πόσα κιλά (ή μάλλον, πόσους τόνους) φουντουκιών αντιστοιχούν τα «φακελάκια» που έχουν κατά καιρούς εισπράξει επίορκοι Έλληνες γιατροί, εφοριακοί, υπάλληλοι της πολεοδομίας, ή όσοι άλλοι κρατικοί «λειτουργοί» θα κουραζόμουν να αναφέρω;

Το χειρότερο όμως είναι πως, σαν κοινωνία, έχουμε εθιστεί επικίνδυνα στην ιδέα ότι η παράβαση των νόμων δεν είναι σπουδαία υπόθεση, «αρκεί να μη μας πιάσουν»! Γιατί, λίγο-πολύ, όλοι κάποτε χρειάστηκε να δώσουμε «φουντούκια» για να κάνουμε πιο εύκολα τη δουλειά μας, συναλλασσόμενοι με ένα σύστημα όπου οι συνειδήσεις είναι διάτρητες και οι νόμοι αφορούν αποκλειστικά την συμπαθή, πλην όμως απαξιωμένη, τάξη των «κορόιδων»...

Κλείνω το σημείωμα με μία ιδιαίτερα σοβαρή ομολογία: Αν ήμουν περισσότερο δίκαιος, στους δωροδοκούμενους με φουντούκια θα έπρεπε να συμπεριλάβω και τον ίδιο το σκύλο μου! Πράγματι, οι εν λόγω ξηροί καρποί αποτελούσαν το σύνηθες διαπραγματευτικό μέσον για να καταδεχθεί να σηκώσει το μπροστινό της πόδι για «χειραψία». Αλλά, είπαμε: για κάποιους προνομιούχους, οι νόμοι δεν ισχύουν παρά μόνο για τους... άλλους!

Aixmi.gr