Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Το «χθες» και το «αύριο» μέσα απ’ την τζαμόπορτα...

Απ’ την τζαμόπορτα της παλιάς ταβέρνας στου Κουκάκη (με ήτα!) μπορούσα να βλέπω τα δύο τραπέζια στον πεζόδρομο. Στο ένα καθόταν ένα νέο ζευγάρι – ίσως φοιτητές, ή λίγο μεγαλύτεροι. Ο τύπος ήταν απ’ αυτούς που αντλούν τον αυτοπροσδιορισμό τους από την προσοχή των άλλων. Πριν καθίσουν, είχε μπει στην ταβέρνα με ύφος υπερχειλίζουσας μαγκιάς που κάνει τη γη να τρίζει κάτω απ’ τα πόδια της, επιθεώρησε σχολαστικά τα φαγητά, και έδωσε την παραγγελιά του με σίγουρη και βροντερή φωνή, όπως ταιριάζει σε πραγματικούς επιβήτορες! Τη φωνή της «κότας» που τον συνόδευε, για να είμαι ειλικρινής, δεν την άκουσα ποτέ, φαινόταν όμως να απολαμβάνει την προστατευτική παρουσία του «μάτσο» ιδιοκτήτη της! Δεν αποτέλεσε έκπληξη για μένα το γεγονός ότι, όση ώρα εκών-άκων τους έβλεπα μέσα απ’ την τζαμόπορτα, δεν διέκρινα ούτε υποψία τρυφερότητας ανάμεσα στο αυτάρεσκο θεριό και το καθυποταγμένο φτερωτό του: Εκείνος απλά απολάμβανε το γεύμα του μ’ εκείνο το βαρβαρικό στυλ πρώην πρωθυπουργού στου Μπαϊρακτάρη, ενώ εκείνη κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια να μην τον ενοχλεί!

Στο άλλο τραπέζι το σκηνικό ήταν πολύ διαφορετικό. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έτρωγε αθόρυβα, φροντίζοντας να κάνουν την παρουσία τους όσο γινόταν πιο διακριτική. Κάθε τόσο, η γυναίκα έσκυβε προς το μέρος του συμπαθέστατου ανθρώπου που καθόταν δίπλα της και τον χάιδευε στοργικά στο κεφάλι και την πλάτη. Εκείνος τότε έγερνε απαλά στον ώμο της και δεχόταν με ευγνωμοσύνη ακόμα μια δόση απ’ τη στοργή της. Ήταν φανερό πως ο άνθρωπος υπέφερε από κάποιο πρόβλημα υγείας που τον καθιστούσε ευάλωτο. Και ήταν εξίσου φανερό πως η γυναίκα του τού πρόσφερε το καλύτερο γιατρικό που υπάρχει στον κόσμο: την αγάπη της!

Δεν ξέρω για ποιο πράγμα ένιωσα περισσότερη θλίψη... Για το ζευγάρι των απόμαχων της ζωής, που έμειναν μόνοι να στηρίζουν ο ένας τον άλλο μπροστά στο τρομαχτικό φάσμα μιας αβέβαιης επόμενης μέρας που κάθε της στιγμή φαντάζει σαν απειλή για το πολύτιμο «μαζί»; Για τον υπερφίαλο νεαρό που νομίζει πως θα βιώνει αιώνια την αυτάρεσκη αίσθηση της δύναμής του, αγνοώντας αφελώς τις σκληρές πραγματικότητες που αποκαλύπτει η ζωή στο διάβα της;

Καθώς έπαιρνα το δρόμο για το σπίτι, δεν απέφυγα τους συμβολικούς συνειρμούς με μια χώρα που, πάνω στην αλαζονική αφέλεια της αυτάρεσκης εθνικής «εφηβείας» της, μεθυσμένη από τη μαγική αυτοεικόνα της «οικονομικής υπερδύναμης των Βαλκανίων», βάδισε με σίγουρα βήματα ως το χείλος της καταστροφής της! Και τώρα, στην όψιμη, καταναγκαστική, αιφνίδια ενηλικίωσή της, θα πρέπει ν’ ανακαλύψει τις άγνωστες γι’ αυτήν αρετές της αυτοσυγκράτησης και της κοινωνικής αλληλεγγύης, σαν μόνους δρόμους για τη σωτηρία...

Και ξάφνου, ήρθαν στο νου μου τα «Αθέατα Σύννεφα», ποιητικό παραλήρημα ενός άγνωστου, «οιονεί ποιητή»:

Τρελοί κι ανυποψίαστοι
διαβήκαμε τους δρόμους του καιρού
έφιπποι στης αθανασίας τ’ αλαζονικό μας
το αυτονόητο,
με έπαρση πολλή κατάματα
τον ήλιο ατενίζοντας
μες στο γαλάζιο, άνεφο ουρανό...

Πώς δεν τα είδαμε που έρχονταν τα σύννεφα;
Πώς δεν ακούσαμε τον κεραυνό από μακριά;
Πώς δε μυρίσαμε στο χώμα τη βροχή;

Τώρα μένω πια μάταια ν’ αναζητώ
τ’ αυτάρεσκα χαμόγελα
της σίγουρής μου αυθάδειας,
τον κόσμο εκείνο το «μηδαμινό»
που έλεγαν μου ανήκε,
την πόρτα πάντα πρόθυμα
χωρίς να με ρωτά
ν’ ανοίγει σαν γυρνώ,
τις μυρωδιές απ’ το φαΐ
ποτέ που δεν ετοίμασα...

Όμως, σα δείτε τα παιδιά
μην τους χαλάτε τ’ όνειρο,
της αυταπάτης το άλογο
μην τ’ αγριεύετε
τόσο ωραίο που μοιάζει το ταξίδι!
Τρελά κι ανυποψίαστα
αφήστε να διαβαίνουνε
τους δρόμους του καιρού
μες στα δικά τους τ’ αλαζονικά
τα «αυτονόητα».
Ώσπου να δουν τα σύννεφα,
ν’ ακούσουν τη βροντή,
την πρώτη να μυρίσουν τη βροχή
κάποια στιγμή στο χώμα...

(Ντίνος Πυργιώτης, ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ...)

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός. Διδάσκει Φυσική σε μεγάλα «παιδιά» (αυτά που μπορούν να βλέπουν ταινίες με ένδειξη «ΧΧΧ»).

Aixmi.gr

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Ρατσισμός: Εννοιολογική προσέγγιση μιας ετικέτας

* Το άρθρο που ακολουθεί είναι μια απόπειρα εννοιολογικής προσέγγισης στον ρατσισμό. Δεν είναι ένα ακόμα ηθικολογικό κείμενο που λέει «τι κακό πράγμα είναι ο ρατσισμός» (αυτό είναι αυτονόητο), αλλά μια προσπάθεια – έστω ατελής – να οριστεί η έννοια κατά το δυνατόν γενικά, έτσι ώστε να μπορεί κάποιος να καθορίσει πότε μια συμπεριφορά είναι ή δεν είναι ρατσιστική. Το άρθρο αποτελεί ωρίμανση ιδεών που είχα δημοσιεύσει παλιότερα τόσο στην (παλιά) «Ελευθεροτυπία», όσο και στο «Βήμα»...

Στη χώρα της υπερβολής, η «ετικετοποίηση» της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι εύκολη υπόθεση! Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, για παράδειγμα, αν υιοθετούσες τις ρητορείες της Αριστεράς ήσουν «προοδευτικός», ενώ σε αντίθετη περίπτωση ήσουν «φασίστας». Αργότερα, αρκούσε να εκδηλώσεις συμπάθεια προς την λεγόμενη «Αλλαγή» για να χαρακτηριστείς «πρασινοφρουρός». Σήμερα, μια νέα ετικέτα – η πιο επικίνδυνη και δηλητηριώδης απ’ όλες – ήρθε για να μείνει στην πολυπολιτισμική Ελλάδα: αυτή του «ρατσιστή». Την τοποθετούν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, συχνά μάλιστα και χωρίς αίσθημα δικαιοσύνης, εκπρόσωποι μιας ιδιαίτερης πολιτικής και κοινωνικής αντίληψης, σε όλους ανεξαιρέτως όσους εκφράζουν ενστάσεις για το διογκούμενο κύμα μετανάστευσης στη χώρα, με τις γνωστές επιπτώσεις του στην ελληνική κοινωνία...

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι η ηθική αξιολόγηση των Ελλήνων με βάση το κατά πόσο ενυπάρχουν ή όχι σ’ αυτούς ρατσιστικές τάσεις (μια τέτοια ανάλυση θα απαιτούσε πολύ προσεκτική μελέτη των δεδομένων και, σε κάθε περίπτωση, θα υπερέβαινε κατά πολύ τις δυνατότητες του γράφοντος) αλλά, σε θεμελιωδέστερο επίπεδο, η προσπάθεια εύρεσης ενός κοινά αποδεκτού εννοιολογικού πλαισίου – πέραν αυτού που μας υποδεικνύουν τα λεξικά – βάσει του οποίου θα μπορούσε κάποιος να κρίνει αντικειμενικά αν μια δοσμένη συμπεριφορά είναι ή όχι ρατσιστική.

Συμπαγής και οικουμενικά αποδεκτός ορισμός της έννοιας του ρατσισμού δεν υφίσταται. Η έννοια ορίζεται συνήθως με τρόπο που να καλύπτει συγκεκριμένες συμπεριφορές διαχωρισμού με βάση, π.χ., φυλετικά, εθνικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, κλπ., χαρακτηριστικά. Αυτός ο εννοιολογικός κατακερματισμός είναι μεν χρήσιμος για τις ανάγκες κατηγοριοποίησης του προβλήματος, αφήνει όμως μια αίσθηση ανολοκλήρωτου σε όσους επιζητούν την ένταξη ενός συνόλου συμπεριφορών σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Με την απόλυτη επίγνωση ότι εκφράζουμε προσωπικές – και όχι κατ’ ανάγκη επαρκώς γενικές ή οικουμενικά αποδεκτές – θέσεις, προτείνουμε τον ακόλουθο ορισμό:

Ρατσισμός είναι κάθε ιδεολογία ή πρακτική που στοχεύει στον επιλεκτικό διαχωρισμό σε βάρος μιας ομάδας ανθρώπων, μελών μιας κοινωνίας, με βάση ένα σύνολο κοινών χαρακτηριστικών τα οποία τα μέλη της ομάδας φέρουν ακούσια και τα οποία, αντικειμενικά, δεν επηρεάζουν την δυνατότητα συμμετοχής των μελών της ομάδας στις θεμελιώδεις λειτουργίες της κοινωνίας. (Ως «θεμελιώδεις λειτουργίες» εννοούμε το σύνολο των δράσεων που απαιτούνται για την αυτοσυντήρηση της κοινωνίας και την πρόοδό της στην κατεύθυνση των κοινά αποδεκτών στόχων της.)

Προσέξτε τρεις βασικές προϋποθέσεις που θέτει ο ορισμός:

(1) Ο διαχωρισμός θέτει την ομάδα σε μειονεκτική θέση σε σχέση με την υπόλοιπη κοινωνία (είναι, δηλαδή, αρνητικός).

(2) Τα χαρακτηριστικά λόγω των οποίων η ομάδα υφίσταται διάκριση δεν είναι αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής των μελών της (είναι μη-επιλεγμένα).

(3) Τα εν λόγω χαρακτηριστικά δεν αποτελούν ανασταλτικούς υπαρξιακούς παράγοντες για την κοινωνία.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

1. Οι διώξεις των Ναζί κατά των Εβραίων ήταν ρατσιστικές, αφού βασίζονταν σε ένα μη-επιλεγμένο φυλετικό χαρακτηριστικό το οποίο με κανέναν αντικειμενικό τρόπο δεν θα μπορούσε να εμποδίσει την ομαλή συμμετοχή των διωκόμενων στην οικονομική, πνευματική, πολιτική, κλπ., ζωή της Γερμανίας.

2. Ο αποκλεισμός ενός παίκτη με ύψος 1.60μ από μια ομάδα μπάσκετ δεν είναι ρατσιστικός: μπορεί μεν το ύψος να είναι μια μη-επιλεγμένη ιδιότητα, επηρεάζει, εν τούτοις, την δυνατότητα του παίκτη να συμβάλει θετικά στην λειτουργία της ομάδας.

3. Ο αποκλεισμός ατόμων από δημόσια αξιώματα λόγω του φύλου τους ή των σεξουαλικών τους ιδιαιτεροτήτων – εφόσον η άσκησή τους, εννοείται, δεν παραβιάζει αυτονόητους νόμους κάθε πολιτισμένης κοινωνίας – είναι σαφώς ρατσιστικός. (Σημειώνουμε εδώ ότι, ειδικά, οποιαδήποτε ρατσιστική διάκριση με βάση το φύλο κωδικοποιείται με τον όρο «σεξισμός».)

4. Οι καπνιστές ακούγονται συχνά να αποκαλούν τον αποκλεισμό της συνήθειάς τους από δημόσιους χώρους «ρατσιστικό». Με βάση τον ορισμό που δώσαμε, αυτό είναι ανακριβές, για δύο λόγους: Πρώτον, το κάπνισμα αποτελεί μια επιλεγμένη συμπεριφορά. Δεύτερον, η συμπεριφορά αυτή είναι εν δυνάμει επιβλαβής ακόμα και γι’ αυτούς που, χωρίς να την επιλέγουν, την υφίστανται από τον διπλανό τους. Έτσι, η άσκηση της συνήθειας του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους καθιστά τον καπνιστή εξ ορισμού «αντικοινωνικό» στοιχείο και δικαιολογεί τον περιορισμό των ελευθεριών του.

5. Ας προσέξουμε τώρα μια «γκρίζα» περιοχή του θέματος. Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της γυναίκας στον εργασιακό στίβο, μια πολιτεία θεσπίζει την εξής πολιτική: Πρώτιστο κριτήριο για την επιλογή υποψηφίων για δημόσιες θέσεις είναι, φυσικά, τα προσόντα των υποψηφίων. Όμως, μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας με τα ίδια τυπικά προσόντα, επιλέγεται δια νόμου η γυναίκα. Εδώ, τόσο ο άντρας υποψήφιος, όσο και η γυναίκα, μπορούν να ισχυριστούν ότι πέφτουν θύματα διάκρισης λόγω ενός ρατσιστικού νόμου. (α) Ο άντρας θα ισχυριστεί, και δικαίως, ότι πληρώνει το τίμημα μιας μη-επιλεγμένης ιδιότητάς του (φύλο) η οποία, επιπλέον, δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της εργασίας για την οποία υπέβαλε υποψηφιότητα. (β) Η γυναίκα, αν και ευνοούμενη επαγγελματικά από τον νόμο, θα αισθανθεί ότι, σε ηθικό επίπεδο, ο νόμος αυτός την αντιλαμβάνεται ως πολίτη δεύτερης κατηγορίας (άρα, της επιφυλάσσει αρνητική διάκριση), αφού νιώθει (ο νόμος) την υποχρέωση να την «πριμοδοτήσει» κοινωνικά σαν να πρόκειται για άτομο με ειδικές ανάγκες! Το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει την δυσκολία στη διατύπωση ενός απόλυτα οριοθετημένου και ακριβούς ορισμού της έννοιας του ρατσισμού...

Ένα πεδίο έντονης πολιτικής και ιδεολογικής συζήτησης αφορά την σύγχρονη αντίληψη του ρατσισμού ως διάκριση στη βάση πολιτιστικών, μάλλον, παρά φυλετικών δεδομένων. Είναι ρατσιστική η απροθυμία μιας κοινωνίας να δεχθεί στους κόλπους της μετανάστες προερχόμενους από χώρες με διαφορετικά πολιτιστικά χαρακτηριστικά; Καταρχήν, κάθε μετανάστης φέρει αναπόφευκτα τα ιδιαίτερα στοιχεία του πολιτισμού μέσα στον οποίο «ζυμώθηκε» η προσωπικότητά του από την αρχή της ζωής του. Ως εκ τούτου, τέτοιες ιδιότητες δεν μπορούν να θεωρούνται εκούσια επιλεγμένες. Από την άλλη, η ένταξή του σε μια νέα κοινωνία προϋποθέτει έναν ελάχιστο βαθμό προσαρμογής σε ένα σύνολο θεσμών, μερικοί εκ των οποίων ενδέχεται να μην είναι συμβατοί με τις πολιτιστικές του καταβολές. Για παράδειγμα, σε κάποιες κοινωνίες μπορεί να είναι ανεκτή έως και θεμιτή η αυτοδικία για λόγους τιμής, κάτι που σε άλλες κοινωνίες είναι ανεπίτρεπτο. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι κατά πόσον ο μετανάστης είναι πρόθυμος να αναθεωρήσει μέρος των αυτονόητων, γι’ αυτόν, πολιτιστικών δεδομένων, προσαρμόζοντάς τα στα θεσμικά πλαίσια της νέας του πατρίδας. Και η προσαρμογή αυτή είναι θέμα επιλογής!

Συμπερασματικά, το αν η αρνητική στάση μιας κοινωνίας απέναντι στη μετανάστευση αποτελεί ή όχι ρατσιστική συμπεριφορά, εξαρτάται τόσο από την προσαρμοστικότητα των ίδιων των μεταναστών στο βαθμό που απαιτεί η συμβατότητα με τους θεσμούς της κοινωνίας, όσο και από το αίσθημα δικαιοσύνης της κοινωνίας στην αξιολόγηση αυτής της προσπάθειας. Η απουσία ενός τέτοιου αισθήματος, ως αποτέλεσμα βαθιά ριζωμένης προκατάληψης, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ρατσιστική.

Αναμφίβολα, ο ρατσισμός είναι μια απεχθής έννοια τόσο ως ιδεολογία, όσο και ως πρακτική (ποιος μπορεί να ξεχάσει τα 6,000,000 των νεκρών του Ολοκαυτώματος;). Το ίδιο ηθικά απαράδεκτη, όμως, είναι και η αβασάνιστη και ατεκμηρίωτη επικόλληση της ετικέτας του ρατσισμού σε όσους απλά και μόνο έχουν διαφορετική άποψη, π.χ., πάνω σε θέματα μετανάστευσης. Τα θύματα μιας τέτοιας μεταχείρισης θα μπορούσαν δίκαια να ισχυριστούν, με τη σειρά τους, πως υφίστανται αντιμετώπιση ανάλογη με εκείνη για την οποία και τα ίδια κατηγορούνται!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το «κλαμπ των αυτοκαταστροφικών» και η συνήθεια που σκοτώνει…

Το άρθρο που ακολουθεί έχει κάθε κακή πρόθεση να είναι προκλητικό απέναντι σε μια μεγάλη (δυστυχώς) μερίδα αναγνωστών. Πιο προκλητικό ακόμα κι από έναν ισχυρισμό, π.χ., ότι στην Ελλάδα θα έπρεπε δια νόμου να απολαμβάνουν πολιτικών δικαιωμάτων μόνο οι οπαδοί της ΑΕΚ (στους οποίους, όλως τυχαίως, ανήκει και ο γράφων)!

Βγαίνοντας από την πλαϊνή πόρτα του κτιρίου των διδακτηρίων στη σχολή όπου διδάσκω, θα συναντήσει κανείς στα διαλείμματα αυτό που έχω ονομάσει «το κλαμπ των αυτοκαταστροφικών». Είναι οι μαθητές μου που επιδίδονται στο σπορ του καπνίσματος. Όταν περνώ, με κοιτούν με νόημα περιμένοντας στωικά τις νουθεσίες μου που, όπως και δεκάδες προηγούμενες, είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό. Νουθεσίες που δεν σχετίζονται με διάθεση στείρας ηθικολογίας αλλά με επίγνωση εφιαλτικών στατιστικών δεδομένων…

Τα παρακάτω στοιχεία τα μεταφέρω από άρθρο του φίλου μου γιατρού Αλέξη Πολίτη:

- Μια μικρή ελληνική πόλη ξεκληρίζεται ετησίως στην Ελλάδα από το κάπνισμα (14.000 νεκροί από καρδιαγγειακά και αναπνευστικά νοσήματα, καθώς και διάφορα είδη καρκίνου συσχετιζόμενα με το τσιγάρο).

- Η πρόβλεψη για τον 21ο αιώνα είναι 1 δισεκατομμύριο θάνατοι παγκοσμίως αποδιδόμενοι στο κάπνισμα!

- Οι Έλληνες που καπνίζουν, αν ήταν κόμμα, με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο θα εκλέγονταν κυβέρνηση με αυτοδυναμία (42%)!

- Το 80% των παιδιών που έχουν γονείς καπνιστές, θα καπνίσουν.

- Η εξάρτηση από τη νικοτίνη είναι 10 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της ηρωίνης.

- Οι μισοί από τους εφήβους που ξεκίνησαν το κάπνισμα και συνεχίζουν για το υπόλοιπο της ζωής τους, θα πεθάνουν από τον καπνό…

Δυστυχώς, όπως μας διδάσκει η ίδια η πραγματικότητα, η γνώση αυτών των τρομακτικών δεδομένων δεν είναι αρκετή για να πείσει τον μέσο καπνιστή να διακόψει κάθε σχέση μ’ αυτή την καταστροφική συνήθεια, ακόμα κι όταν δει τις επιπτώσεις της σε πρόσωπα του κοντινού του περιβάλλοντος…

Επιστρατεύοντας «μαιευτική» μέθοδο και θέλοντας συνειδητά να προκαλέσω τον καπνιστή-αναγνώστη, παραθέτω τον ακόλουθο φανταστικό διάλογο μαζί του (τον οποίο κάνω συχνά με τους μαθητές μου):

Εγώ: Όποιος καπνίζει είναι ηλίθιος, κι αυτό μπορώ να σου το αποδείξω!

Αναγνώστης: Για πρόσεξε τα λόγια σου! Τι θες να πεις;

Εγώ: Λοιπόν, περίγραψέ μου πώς ακριβώς αισθάνθηκες όταν ήρθες για πρώτη φορά σε επαφή με το τσιγάρο. Αναφώνησες, μήπως, «ω, τι υπέροχη εμπειρία, πώς δεν την είχα ανακαλύψει τόσον καιρό»;

Αναγνώστης: Καλά, πλάκα μου κάνεις; Ξέρεις κανέναν που να του άρεσε το τσιγάρο από την πρώτη ρουφηξιά; Είχα όμως τη μαγκιά και επέμεινα μέχρι που, τελικά, κατάφερα να το συνηθίσω. Τώρα πια δεν κάνω χωρίς αυτό!

Εγώ: Ωραία! Πες μου τώρα αν γνωρίζεις έναν ευφυή άνθρωπο ο οποίος, ενώ δοκίμασε, υπό καθεστώς απόλυτης ελευθερίας, μια εμπειρία που δεν του φάνηκε ευχάριστη, επέλεξε εντούτοις να την ξαναβιώσει με σκοπό να εξαρτηθεί απ’ αυτήν!

(Στο σημείο αυτό η συνομιλία διακόπτεται απότομα γιατί ο αναγνώστης θυμάται ξαφνικά πως πρέπει να πάει να πάρει την πεθερά του από το κομμωτήριο…)

Μια ένσταση που θα μπορούσε να διατυπωθεί στο παραπάνω «σόφισμα» είναι πως η ελευθερία είναι μια αμφιλεγόμενη έννοια. Πράγματι, η πρώτη επαφή με το τσιγάρο γίνεται σχεδόν πάντα (αν και γνωρίζω κάποιες -ελάχιστες πάντως- εξαιρέσεις) σε πολύ νεαρή ηλικία. Πόσο ελεύθερος, όμως, μπορεί να θεωρείται ένας νέος ο οποίος βομβαρδίζεται καθημερινά με πρότυπα «δημοφιλίας» και σύρεται σε συμπεριφορές μιμητισμού από ανάγκη και μόνο για κοινωνική αποδοχή;

Το υπό μορφή ρητορικού ερωτήματος διατυπωμένο επιχείρημα είναι κατά βάση σωστό, κι εδώ ακριβώς υπεισέρχεται ο ρόλος πρωτίστως του γονιού, και δευτερευόντως του δασκάλου: Θα πρέπει από μικρή ακόμα ηλικία να καλλιεργηθεί στο παιδί το αίσθημα της αυταξίας, βοηθώντας το έτσι να αναπτύξει αυτόνομη συνειδητότητα. Αυτό θα το θωρακίσει απέναντι σε κοινωνικές πιέσεις -συχνά ασφυκτικές- που θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε (συνειδητή ή όχι) συμμόρφωση με καθιερωμένα πρότυπα, με μοναδικό αντάλλαγμα την αποδοχή από τον κοινωνικό του περίγυρο. Ο εθισμός στο κάπνισμα είναι συνέπεια ενός τέτοιου τύπου συμμόρφωσης (δυστυχώς, όμως, έχουν μπει προ πολλού και άλλες «ουσίες» στο παιχνίδι…).

Ως εκπαιδευτικός αισθάνομαι πως απέτυχα να αρθρώσω αρκούντως πειστικό λόγο κατά του καπνίσματος στις αίθουσες διδασκαλίας. Αυτό πιστοποιείται από το γεγονός ότι ουδέποτε κατέγραψα μία, έστω, περίπτωση «σωτηρίας» ανάμεσα στους μαθητές μου για εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες. Πέρυσι επισκέφθηκε τη σχολή μας, συνοδευόμενος από δύο αξιόλογους ερευνητές γιατρούς, ο Αλέξης Πολίτης (στον οποίο αναφέρθηκα παραπάνω) και έδωσε μια εντυπωσιακή διάλεξη στους φοιτητές, παρουσιάζοντάς τους με ωμό ρεαλισμό τα εφιαλτικά δεδομένα που αφορούν τις επιπτώσεις του καπνίσματος. Η αλήθεια είναι πως αυτή ήταν η πρώτη φορά που τους είδα να προβληματίζονται στα σοβαρά πάνω στο θέμα αυτό, κάποιοι μάλιστα διέκοψαν τη συνήθεια για ένα διάστημα! Για να υποκύψουν, όμως, αργότερα και πάλι στην αμφίβολη σαγήνη της…

Ήδη φτάνουν στ’ αυτιά μου οι φωνές διαμαρτυρίας πολλών αναγνωστών για το θέμα που επέλεξα και για τον διδακτισμό με τον οποίο το προσεγγίζω. Θα παρακαλέσω, εν τούτοις, τον αναγνώστη, πριν κλείσει οριστικά και με ένα ειρωνικό χαμόγελο αυτή τη σελίδα, να ξαναδιαβάσει τα στοιχεία που μας δίνει παραπάνω ο γιατρός. Μπορεί να υπάρχει ακόμα ανοιχτή γι’ αυτόν η έξοδος από το δικό του «κλαμπ των αυτοκαταστροφικών». Κι αν όχι γι’ αυτόν, ίσως για τα παιδιά του!

*Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός. Διδάσκει Φυσική σε μεγάλα «παιδιά» (αυτά που μπορούν να βλέπουν ταινίες με ένδειξη «ΧΧΧ»).

Aixmi.gr

Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Τραγωδία στη Θύρα 7: Οι νεκροί δεν έχουν «χρώμα»...

Ρίχνοντας μια ματιά στο «Σαν Σήμερα», το μάτι μου έπεσε στην 8η Φεβρουαρίου 1981. Αποφράδα ημέρα για τον Ολυμπιακό και το ελληνικό ποδόσφαιρο, κάτι σαν ειρωνική, μακάβρια φάρσα της μοίρας, θαρρείς για να μας διδάξει πως η απόσταση ανάμεσα στη μέθη του θριάμβου και το θρήνο της καταστροφής μπορεί και να 'ναι πολύ πιο μικρή απ' όσο νομίζουμε...

Η Τραγωδία της Θύρας 7 δεν έχει προηγούμενο στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Τα γεγονότα είναι γνωστά, και είναι μάλλον περιττό να τα παραθέσουμε αναλυτικά. Αρκεί να αναφέρουμε πως 21 νέα παιδιά πέθαναν από ασφυξία κατά την έξοδό τους από τη Θύρα 7 του Σταδίου Καραϊσκάκη μετά το τέλος ενός θριαμβευτικού, για τους ερυθρόλευκους, ντέρμπι με την ΑΕΚ. Τους θρήνησε όλη η φίλαθλη Ελλάδα, ανεξάρτητα από συλλογικά χρώματα και ποδοσφαιρικές συμπάθειες (ο κυρ-Σωκράτης δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του στα ποδοσφαιρικά πράγματα, κι ο Ολυμπιακός ήταν τότε για μας τους άλλους απλά ένας αντίπαλος - όχι ο ορισμός του απόλυτου κακού!).

Αν και βρέθηκα πολύ κοντά στο χώρο της τραγωδίας, ευτύχησα να μην έχω άμεσες εικόνες της φρίκης. Ήταν η χρονιά που τελείωνα το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα και ετοιμαζόμουν για υπερατλαντικά ταξίδια. Εκείνη την Κυριακή συναντήθηκα, μετά από καιρό, με έναν αγαπητό μου καθηγητή από τα χρόνια του σχολείου, φανατικό Ολυμπιακό. Είχα δύο εισιτήρια για το "Καραϊσκάκη", και τον κάλεσα να πάμε να δούμε μαζί το ντέρμπι, ως φίλοι κι αντίπαλοι μαζί! Αν θυμάμαι καλά, ήμασταν στη Θύρα 1, σχεδόν δίπλα από το πέταλο που βρισκόταν απέναντι από την "7".

Ο νεαρός Στέλιος Μανωλάς έκανε τότε τα πρώτα του βήματα στην ΑΕΚ. Με την απειρία του, "κατόρθωσε" να αποβληθεί, αφήνοντας από νωρίς την ομάδα με 10. Το αποτέλεσμα είναι σε όλους γνωστό: 6-0 (ένα αποτέλεσμα που κανένας φίλος του Ολυμπιακού δεν πανηγύρισε, αφού επισκιάστηκε από το τραγικό συμβάν...). Για να αποφύγουμε το συνωστισμό, αφήσαμε να αδειάσει το γήπεδο πριν κατέβουμε τα σκαλιά προς την έξοδο.

Από την άλλη μεριά του "Καραϊσκάκη" ακούγονταν σειρήνες και υπήρχε η αίσθηση της γενικής αναστάτωσης. Υποθέσαμε όμως πως θα ήταν κάποιοι "θερμόαιμοι" φίλαθλοι που πανηγύριζαν. Το αυτοκίνητο βρισκόταν μακριά απ' την "7", κι έτσι δεν περάσαμε από κει φεύγοντας.

Μετά από μια βόλτα για καφέ, πήρα το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι. Θα ήταν βραδάκι όταν έφτασα. Ανοίγοντας την πόρτα, είδα τους γονείς μου σε κατάσταση αλλοφροσύνης, να μιλούν στο τηλέφωνο με κάποιον απ' την αστυνομία, στον οποίο προσπαθούσαν να εξηγήσουν ότι ήμουν αγνοούμενος! Βλέπετε, εκείνοι είχαν πληροφορηθεί από την τηλεόραση αυτό που εγώ, αν και παρών στον τόπο της τραγωδίας, αγνοούσα...

Ας θυμόμαστε πάντα τα παιδιά που χάθηκαν τόσο άδικα. Ευχόμενοι παράλληλα το -στερεότυπο πλην ουσιαστικό- «ποτέ ξανά»!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πάρσιφαλ: Η σοφία μέσα απ’ τη συμπόνια

Μιλώντας τις προάλλες με ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο, συνειδητοποίησα πόσο μάταιη είναι η προσπάθεια ερμηνείας των ανθρώπινων συναισθημάτων με όρους κοινής λογικής και ηθικής του δικαίου. Πριν χρόνια, η συνομιλήτριά μου έχασε τον πατέρα της μετά από μακροχρόνια ασθένεια. Την ίδια εποχή βρισκόταν στη διαδικασία ενός διαζυγίου που έμελλε ν’ αποδειχθεί ιδιαίτερα οδυνηρό γι’ αυτήν, λόγω της εκδικητικής συμπεριφοράς του συζύγου της...

Μετά από κάπου μια εικοσαετία, ο ίδιος ο σύζυγος αρρώστησε σοβαρά. Δεν απαιτείται, ίσως, πολλή φαντασία για να μαντέψει κανείς ποιο πρόσωπο βρέθηκε να τον συντρέξει τη δύσκολη αυτή ώρα! Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη φαινομενική αντινομία στο συναισθηματικό ισοζύγιο: Όπως μου ομολόγησε, στον πατέρα της, με τον οποίο την συνέδεαν βαθιά αισθήματα αγάπης, δεν είχε προσφέρει ούτε πολλοστημόριο –τόσο ψυχικά, όσο και πρακτικά– αυτών που με εντελώς αυθόρμητο τρόπο κατέθετε σε έναν άνθρωπο που της είχε συμπεριφερθεί για χρόνια σαν δυνάστης!

Στη λογική απορία μου, η απάντησή της ήταν αφοπλιστική: «Όταν έχασα τον πατέρα μου, ήμουν ακόμα ένα ανώριμο, εγωκεντρικό πλάσμα, ανίκανο να νιώσει αληθινή συμπόνια. Σιγά-σιγά, όμως, η ζωή με προσγείωσε, μου έδειξε την τραγική πλευρά της ματαιότητας, με έκανε σοφότερη. Τώρα μπορώ και συμπονώ ακόμα κι αυτούς που με έβλαψαν, επειδή και μόνο είναι άνθρωποι!» Η σοφία, λοιπόν, χέρι-χέρι με τη συμπόνια! Μια ιδέα που με παραπέμπει στη μεγαλύτερη πνευματική κληρονομιά που άφησε πίσω του ένας μεγάλος μουσικός και διανοητής που αγάπησε πολύ την Ελλάδα...

Ο «Πάρσιφαλ» (Parsifal) υπήρξε το τελευταίο – και κατά πολλούς κορυφαίο – μουσικό δράμα του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Έμελλε να επηρεάσει πολλούς κατοπινούς συνθέτες, είτε δήλωναν ευθέως τη συμπάθειά τους για τον Βάγκνερ (όπως, π.χ., ο Πουτσίνι), είτε επιδίδονταν σε μάταιες ασκήσεις άρνησής του (π.χ., Ντεμπυσσύ). Θα προσθέσω στις επιδράσεις (καθαρά προσωπική άποψη) και την προ-τελευταία (και ίσως σημαντικότερη) όπερα του Τσαϊκόφσκι, τη «Ντάμα Πίκα» (Queen of Spades), όπου το κοντράστ διατονικού και χρωματικού αρμονικού ύφους συμβολίζει τη διαλεκτική συνύπαρξη του καλού με το κακό.

Η όπερα, με χαρακτήρα σκηνικής τελετουργίας, πρωτοπαρουσιάστηκε το 1882 στο δεύτερο Φεστιβάλ του Μπαϋρώυτ (Bayreuth). Ο Βάγκνερ ανέθεσε τη μουσική διεύθυνση στον στενό του φίλο Χέρμαν Λεβί (Hermann Levi), έναν σημαντικό γερμανοεβραίο μαέστρο του οποίου το ταλέντο ο συνθέτης θαύμαζε ιδιαίτερα. Το λιμπρέτο του Βάγκνερ βασίζεται εν μέρει σε επικό ποίημα του Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, γραμμένο τον 13ο αιώνα. Κεντρική ιδέα στο μουσικό δράμα είναι η κατάκτηση της σοφίας (θα έλεγα, της αυτοσυνειδησίας) μέσω της συμπόνιας για τον συνάνθρωπο, του βιώματος, δηλαδή, του αλλότριου πόνου. Η ιδέα δεν ανήκει, φυσικά, στον ίδιο τον Βάγκνερ, αλλά είναι αποτέλεσμα της επίδρασης του Σοπενχάουερ πάνω στον συνθέτη-φιλόσοφο.

Σύμφωνα με το λιμπρέτο (του οποίου τις λεπτομέρειες θεωρώ δευτερεύουσες για τους σκοπούς της παρούσας ανάλυσης και δεν θα παραθέσω), ο Πάρσιφαλ, ένας αφελής αλλά καλόψυχος νέος, ανακαλύπτει τις βαθύτερες αλήθειες της ύπαρξης όταν, μετά από μια μακρά πορεία μύησης («περιπλάνηση»), κατορθώνει να υπερβεί τα τείχη του «εγώ» και να βιώσει τον πόνο του συνανθρώπου (Αμφόρτας) σαν δικό του πόνο.

Στο ποιητικό κείμενο του λιμπρέτου υπάρχει μια φράση που θα μπορούσε να κινήσει την περιέργεια των Φυσικών (αν και ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο, τουλάχιστον εξ όσων γνωρίζω). Λίγο πριν το υπέροχο ορχηστρικό ιντερλούδιο της Πρώτης Πράξης, ακούγεται ο παρακάτω διάλογος ανάμεσα στον Πάρσιφαλ και τον Γκούρνεμαντς(*):

ΠΑΡΣΙΦΑΛ: «Μόλις και μετά βίας βαδίζω, κι όμως νιώθω πως ήδη έχω πάει πολύ μακριά!»

ΓΚΟΥΡΝΕΜΑΝΤΣ: «Βλέπεις, γιε μου, σ’ αυτό εδώ το μέρος ο χρόνος γίνεται χώρος!»

Όσο κι αν θέλει κανείς να αποφύγει τη σκέψη ως παράλογη, δεν μπορεί να μη διερωτηθεί ως πού, άραγε, θα μπορούσε να φτάσει η ικανότητα του Βάγκνερ να βλέπει μπροστά από την εποχή του. Η όπερα πρωτοπαρουσιάστηκε 23 ολόκληρα χρόνια πριν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν προτείνει την (Ειδική) Θεωρία της Σχετικότητας. Κι ο παραπάνω διάλογος παραπέμπει αναπόφευκτα στους χωροχρονικούς μετασχηματισμούς που επιτρέπει η σχετικιστική θεωρία. Περίπτωση επιστημονικής προφητείας; Ή μήπως θα πρέπει να συμβιβαστούμε, βολικότερα, με την πιο «πεζή» φιλοσοφική ερμηνεία περί ιδεατού ή υποκειμενικού χώρου και χρόνου, γυρίζοντας με ανακούφιση πίσω στον Καντ και τον Σοπενχάουερ;

Την απάντηση ίσως δεν την μάθουμε ποτέ. Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι πως το μήνυμα του Πάρσιφαλ δεν υπόκειται στη φθορά του χρόνου ή στους περιορισμούς του χώρου: Είναι τόσο παλιό όσο ο άνθρωπος, και φτάνει τόσο μακριά όσο η σκέψη μας για το Σύμπαν!

(*) Δείτε το video

ΤΟ ΒΗΜΑ

Αγαπητέ Αλέξη…

Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια ανοιχτή επιστολή στον εκ των κορυφαίων αρθρογράφων του aixmi.gr, Αλέξη Πολίτη.

Αγαπητέ Αλέξη,

Εδώ και πάνω από ένα χρόνο παρακολουθώ με ενδιαφέρον την αρθρογραφία σου στο αξιόλογο site aixmi.gr. Ομολογώ πως σαν αρθρογράφος είσαι ιδιαίτερα χαρισματικός! Το χιούμορ σου σπάει κόκαλα, ενώ η πρωτοτυπία της ευρηματικής σου σκέψης είναι βέβαιο ότι εγείρει αισθήματα ζήλιας σε πολλούς (του γράφοντος μη-αυτοεξαιρουμένου a priori…).

Όμως, το χάρισμα του λόγου δεν εξασφαλίζει απαραίτητα και την ορθότητα των θέσεων. Και, σε ό,τι αφορά τις τελευταίες, έχω να σου επισημάνω τα εξής:

1. Ο λόγος σου είναι μεστός θυμού. Αν ήσουν ποιητής, θα με παρέπεμπες αναπόφευκτα στην Κατερίνα Γώγου! Δεν λέω, ύφος ελκυστικό και «πιασάρικο» για την πλατεία Εξαρχείων (αυτή των «Αγανακτισμένων» μας άφησε χρόνους!) το οποίο, όμως, ελάχιστα αξιόπιστο σε καθιστά ως εκφραστή γνώμης (διάβασε, π.χ., τι λέει ο Wayne Dyer για τον θυμό στις «Περιοχές των Σφαλμάτων σας»). Αν ήσουν λίγο πιο νηφάλιος, ίσως και να με έπειθες περισσότερο!

2. Το ιδεοληπτικό αντιμνημονιακό σου «κόλλημα» μου θυμίζει τον (κατά τα άλλα συμπαθή συν-Αεκτζή) Δημήτρη Στρατούλη: Σε κάθε δύο προτάσεις που αρθρώνει, η μία τουλάχιστον θαρρείς και οφείλει να περιέχει απαρέγκλιτα τη λέξη «Μνημόνιο» ή κάποιο απ’ τα παράγωγά της! Όπως λένε κι οι μαθητές μου, «ξεκόλλα»!

3. Δεν γνωρίζω κατά πόσον σε επηρεάζει η συνωνυμία σου μ’ εκείνον, προκαλεί απορία, όμως (αν όχι κατάπληξη) το πώς ένα ευφυές άτομο και δη επιστήμων, σαν εσένα, μπορεί να διάκειται θετικά απέναντι σε ένα παιδαρέλι της πολιτικής που δεν γνωρίζει καν τη διαφορά ανάμεσα στο sheet και το shit! Χάθηκαν οι έμπειροι και γλωσσομαθείς πολιτικοί; (E.g., Avramopoulos!)

4. Στο πλαίσιο της μανιχαϊκής αντίληψής σου για τον κόσμο, συνηθίζεις να χωρίζεις την κοινωνία σε δύο, περίπου αντίπαλες τάξεις: τους γιατρούς και τους μη-γιατρούς, επιφυλάσσοντας, φυσικά, τους αντίστοιχους ρόλους του «καλού» και του «κακού» σε κάθε μία απ’ αυτές! Τι θα ‘λεγες αν χωρίζαμε τον κόσμο σε (καλούς) Φυσικούς και (κακούς) μη-Φυσικούς, για παράδειγμα;

5. Το θεωρώ ιδιαιτέρως κιτς ένας διανοούμενος να είναι οπαδός του Ολυμπιακού! Οι πραγματικοί αντισυστημικοί ιδεολόγοι υποστηρίζουν ομάδες του περιθωρίου, ακόμα κι όταν αυτές οδεύουν προς αφανισμό! Αν θες να σε μυήσω στο ζήτημα, πάμε για καφέ στη Νέα Φιλαδέλφεια. Κερνάω εγώ!

Επειδή στόχος μου είναι να σε προβληματίσω και όχι να σε βομβαρδίσω, περιορίζομαι (προς το παρόν) σ’ αυτό το μικρό αλλά ενδεικτικό κοκτέιλ ενστάσεών μου για το προφίλ σου ως ανθρώπου (γενικά) και ως αρθρογράφου (ειδικότερα). Το γάντι έπεσε, φίλτατε. Όποιος έχει άποψη και την πιστεύει, το σηκώνει!

Ο φίλος σου,

Κώστας Παπαχρήστου

* Ο Κώστας Παπαχρήστου είναι εκπαιδευτικός. Διδάσκει Φυσική σε μεγάλα «παιδιά» (αυτά που μπορούν να βλέπουν ταινίες με ένδειξη «ΧΧΧ»).

Aixmi.gr

Απάντηση Α. Πολίτη 

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η γυναίκα στην κουπαστή και ο συμβολικός κόσμος του «Τριστάνου»

Το αεράκι που φυσούσε στο κατάστρωμα μετρίαζε κάπως την αυγουστιάτικη ζέστη. Την πρόσεξα καθώς ήταν ακουμπισμένη στην κουπαστή κοιτώντας μάλλον αφηρημένα προς το πέλαγος. Ήταν ωραία γυναίκα, ίσως η ωραιότερη που έχω δει! Κάποιος τη φώναξε, κι έτσι έμαθα τ’ όνομά της. Είχε κάτι από θάλασσα...

Από δύο ηλικιωμένες κυρίες που «κουτσομπόλευαν» μεγαλόφωνα στον απέναντι πάγκο έμαθα την ιστορία της: «Αυτή που βλέπεις, Μαρία μου, την πάντρεψαν μικρή με έναν πολύ πλούσιο. Δεν ήξερε τι είχε, σου λέω! Και κάποιο καλοκαίρι γνώρισε εκεί στο νησί έναν μουζικάντη. Μπατίρης, δηλαδή! Εκείνη όμως ξετρελάθηκε. Πήγε η άμυαλη στον άντρα της ευθύς και του ζήτησε διαζύγιο. Εκείνος την έδιωξε, κρατώντας το παιδί. Δεν το ξανάδε από τότε... Όσο για τον προκομμένο, τη βαρέθηκε και μετά από δυο χρόνια γνώρισε μια αρτίστα και την παράτησε. Λένε πως έχασε τα λογικά της και πηγαινοέρχεται μόνη της χειμώνα-καλοκαίρι στο νησί, η δόλια...»

Η τραγική ιστορία της ωραίας γυναίκας που ταξίδευε σαν χαμένη στις θάλασσες πληρώνοντας το τίμημα του έρωτα, μου έφερε αυτόματα στο νου την αγαπημένη μου όπερα. Ίσως η σπουδαιότερη μουσική που γράφτηκε ποτέ, το μουσικό δράμα «Τριστάνος και Ιζόλδη» (Tristan und Isolde) είναι ένα έργο πολύ σύνθετο για να χωρέσει σε μια σύντομη ανάλυση. Το ορχηστρικό πρελούδιο της πρώτης πράξης(*) θεωρήθηκε επανάσταση που γκρέμισε τα στεγανά της κλασικής μουσικής αρμονίας - αν και δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα προφητικά κουαρτέτα του Μότσαρτ τα αφιερωμένα στον Χάυδν (όπου μάλιστα σε ένα απ’ αυτά, K 428, ακούγεται το ίδιο το θέμα του «Τριστάνου»!), όπως και τα πιανιστικά πρελούδια του Σοπέν με τις αρμονικές τους τολμηρότητες.

Το πρελούδιο του «Τριστάνου» αφήνει άφωνο τον ακροατή και με την δεξιότητα της αντιστικτικής γραφής του Βάγκνερ που, όπως γράφει σε μια ανάλυσή του ο Λέοναρντ Μπερνστάιν, «κάνει τις τρίχες να σηκωθούν»! (Πιστεύω θα συμφωνούσε και ο Μπαχ αν μπορούσε να το ακούσει.) Στην κορύφωση της δραματικής έντασης της μουσικής, ιδιαίτερα, χτίζεται ένα απίστευτα περίπλοκο αρμονικό οικοδόμημα με μουσικά θέματα που εισάγονται διαδοχικά, με κάθε νέα «φωνή» να εμπλουτίζει αντί να υπονομεύει τις ευαίσθητες αρμονικές ισορροπίες των υπολοίπων! Αρκετά, όμως, με τη μουσική ανάλυση, γιατί η όπερα του Βάγκνερ δεν εξαντλεί τη μεγαλοσύνη της στην ωραιότητα της μουσικής.

Ο «Τριστάνος» είναι και ποίηση και –κυρίως– φιλοσοφία. Είναι μια διαλεκτική σύγκρουση ανάμεσα στα σύμβολα της μέρας και της νύχτας, του φωτός και του σκότους. Και, για τους μυημένους, το φως εδώ δεν είναι το «καλό», ούτε το σκοτάδι το «κακό». Ίσως ακριβώς το αντίθετο! «Αυτό το φως... πάρτε αυτό το φως!», φωνάζει ο Τριστάνος καθώς αργοπεθαίνει...

Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη τη μέρα ζουν στον ψεύτικο και υποκριτικό κόσμο των συμβάσεων, όπου η «τιμή» είναι η ανταμοιβή για την τυφλή υποταγή στους κανόνες. Εκείνη πρέπει να δείχνει σαν την πιστή σύζυγο του περίλαμπρου βασιλιά Μάρκε... Εκείνος, σαν ο πιστός υπερασπιστής της τιμής του μονάρχη-θείου του... Το σκοτάδι της νύχτας, όμως, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς εαυτούς των δύο εραστών: υπάρχει μόνο ο Τριστάνος και η Ιζόλδη, και τίποτ’ άλλο στον κόσμο! Κι όταν ακόμα η συμβατική τιμή του Τριστάνου χαθεί για πάντα, εκείνη θα διαλέξει και πάλι να τον ακολουθήσει στον δικό του, αιώνια σκοτεινό κόσμο, ίσαμε το θάνατο...

Το πλοίο έφτανε στην ακτή. Θυμήθηκα το καράβι που πήγαινε την Ιζόλδη νύφη νεκροζώντανη στην Κορνουάλη, στην πρώτη πράξη της όπερας. Μια «Ιζόλδη» που έβλεπα τώρα μπροστά μου ακουμπισμένη στην κουπαστή, χαμένη κάπου στο χθες, αιώνια θλιμμένη... Γιατί ο έρωτας δεν είναι δώρο που μας δίνεται: Εμείς είμαστε δώρα που δίνονται στον έρωτα! Αυτό το ήξερε καλά ο Βάγκνερ...

...Στον οποίο θα επανέλθουμε σύντομα εδώ στο «Βήμα», κάνοντας μια αναφορά στο τελευταίο και κορυφαίο έργο του, με το οποίο μας διδάσκει πώς κατακτάται η σοφία μέσω της συμπόνιας για τον συνάνθρωπο. Μιλώ, φυσικά, για τον «Πάρσιφαλ»!

(*) Δείτε το video

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Έκπτωση, επιτέλους, στην κάρτα απεριορίστων... απεργιών!

Όλοι εμείς οι αθεράπευτα ηλίθιοι (άντε μην το πω αλλιώς!) που εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε τα κρατικά μέσα μαζικής μεταφοράς αγοράζοντας μηνιαίες κάρτες, βιώνουμε φέτος ένα πραγματικό όργιο καταλήστευσής μας λόγω των αλλεπάλληλων –και με το αζημίωτο γι’ αυτούς– αρνήσεων μιας μειοψηφίας δικτατορίσκων του κρατικού συνδικαλισμού να τιμήσουν ένα ακριβοθώρητο, πλέον, προνόμιο που τους έχει (ενδεχομένως μάλιστα μη-αξιοκρατικώς) παραχωρηθεί από την πολιτεία: να έχουν τη δυνατότητα να εργάζονται!

Επειδή, όμως, κι εμείς οι υπόλοιποι που υφιστάμεθα την σαδιστική επαναστατική γυμναστική τους είμαστε –όσοι ακόμα είμαστε– εργαζόμενοι, και τα 45 euros μηνιαίως της προπληρωμένης καρτο-κοροϊδίας τους δεν μας περισσεύουν (για να μην συνυπολογίσω και τα συχνά αναγκαία έξοδα μίσθωσης ιδιωτικών μεταφορικών μέσων), καλό θα ήταν η πολιτεία να κάνει για μια φορά, επιτέλους, το αυτονόητο: να μας αποζημιώσει για μία, έστω, από τις αμέτρητες φορές που είδαμε τα ακριβοπληρωμένα αυτά παλιόχαρτα με τις υπογραφές και τις φωτογραφίες μας να χάνουν de facto την χρηστική τους αξία!

Για να μην πλατειάζω: Η κάρτα «απεριορίστων διαδρομών» (sic) του Φεβρουαρίου να πωληθεί σε σημαντικά μειωμένη τιμή με την απλή επίδειξη του κουπονιού του Ιανουαρίου (όσοι δεν διαθέτουν το κουπόνι θα καταβάλλουν, φυσικά, το πλήρες αντίτιμο της κάρτας). Κατά τα λοιπά, τα όψιμα και επιλεκτικά ενεργοποιημένα «φιλεργατικά» ανακλαστικά των δύο τρίτων των πολιτικών δυνάμεων της συγκυβέρνησης υπέρ των απεργών των ΜΜΜ, προκαλούν θυμηδία –αν όχι οργή– στους απόκληρους και τους μη-προνομιούχους της κοινωνίας: τους άνεργους που πρέπει καθημερινά να «οργώνουν» την πόλη αναζητώντας δουλειά, τους μικρο-συνταξιούχους που δεν τους περισσεύει ούτε ευρώ για ταξί, τους χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα που κάνουν οικονομία ακόμα και στο φαΐ της οικογένειας για να περισσέψουν τα χρήματα για την fucking την κάρτα (ελπίζω οι μαθητές μου να μη διαβάζουν σήμερα το «Βήμα»!)...

Πλανάστε κύριοι της «πεφωτισμένης» αριστεράς αν νομίζετε ότι η μνήμη όλων των ανωτέρω είναι βραχεία!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - Στο καλό και να μας γράφετε, κύριοι συνδικαλιστές!

Ξεκινώ με μια απαραίτητη δήλωση: Δεν ανήκω ιδεολογικά στον λεγόμενο «νεοφιλελεύθερο» χώρο. Αντιπαθώ τα μάλα τους Ρεπουμπλικάνους, ενώ έχω στηλιτεύσει κατ’ επανάληψη και όσους δαιμονοποιούν συλλήβδην τους δημόσιους λειτουργούς. (Οι φαν του Θοδωρή Ζαρέτου εδώ στο «Βήμα» θα με επιβεβαιώσουν, έχοντας δαπανήσει αμύθητα ποσά εν μέσω κρίσης για την αγορά γιαουρτιών προς εκτόξευση εναντίον μου!)

Τούτων λεχθέντων προχωρώ στο παρασύνθημα, τονίζοντας εξαρχής ότι οι απόψεις που ακολουθούν είναι απολύτως προσωπικές... Δεκαετίες τώρα η αριστερίζουσα παραφιλολογία της (αείμνηστης) μεταπολιτευτικής περιόδου μιλάει για τα «δικαιώματα των εργαζομένων». Είτε για λόγους πολιτικού καιροσκοπισμού σε καθεστώς δικτατορίας του κρατισμού (το πιθανότερο), είτε κι από απλή ελαφράδα της πολιτικής σκέψης, αποφεύγει να πει τα πράγματα με τ’ όνομά τους: «τα δικαιώματα των κρατικοδίαιτων εργαζομένων»! Αξιοσημείωτη, άλλωστε, είναι η απουσία των όρων «δικαιώματα των ανέργων» και «δικαιώματα των μη-προνομιούχων του ιδιωτικού τομέα» από τα πολιτικά λεξικά της αριστεράς.

Είδαμε έτσι συντεχνιακές κινητοποιήσεις βολεμένων να βαφτίζονται «δημοκρατικοί λαϊκοί αγώνες», λες και η απεργία, π.χ., των εργαζομένων στα μέσα μαζικής μεταφοράς γινόταν και για το δίκιο μιας γραμματέως ιδιωτικής εταιρείας ή μιας ταμία κάποιου σούπερ-μάρκετ, οι οποίες θα έπρεπε να πληρώσουν το δυσβάσταχτο γι’ αυτές κόμιστρο ενός ταξί –αν το εύρισκαν κι αυτό- προκειμένου να δώσουν παρουσία στο χώρο εργασίας τους ώστε να μη βρεθούν στο δρόμο. (Ξέρετε, οι εργοδότες δεν δείχνουν ιδιαίτερα κατανοητικοί κι ευαίσθητοι σε δικαιολογίες του τύπου «δεν υπήρχαν συγκοινωνίες»!)

Με κίνδυνο τώρα οι εναντίον μου εκτοξεύσεις γαλακτοκομικών προϊόντων να προέρχονται από τους φαν του Αλέξη, προχωρώ στην ακόλουθη δημόσια τοποθέτηση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως πρόταση προς την πολιτεία: Το μόνο δικαίωμα που έχει κάποιος που πληρώνεται από το υστέρημα του ελληνικού λαού για να του προσφέρει υπηρεσίες, είναι να παραιτηθεί από τη θέση του, αποδεσμεύοντάς την για κάποιον άλλον εργαζόμενο που θα την βρει πιο ελκυστική.

Το με χρόνια συνευθύνη του κρατικού συνδικαλισμού κατεστραμμένο ελληνικό κράτος, τόσα μπορεί να δώσει, τόσα δίνει. Στο πλαίσιο άσκησης των συνταγματικών δικαιωμάτων του, ο εργαζόμενος είναι απόλυτα ελεύθερος να επιλέξει να μην εργάζεται στον δημόσιο τομέα και να αναζητήσει μια καλύτερη τύχη στον ιδιωτικό. Ως εκ τούτου, ουδεμία άρνηση προσφοράς εργασίας εκ μέρους δημόσιων λειτουργών νομιμοποιείται για καθαρά οικονομικούς λόγους, παρά μόνο για λόγους που αφορούν την ασφάλεια, την υγεία και την αξιοπρεπή μεταχείρισή τους στους χώρους εργασίας. Παραβίαση της παραπάνω συνθήκης θα πρέπει αυτόματα να οδηγεί σε απόλυση.

Λυπάμαι αν γίνομαι δυσάρεστος σε μια δράκα καλοβολεμένων με εξουσίες δικτατόρων, σκέφτομαι όμως πολύ περισσότερο τους μη-προνομιούχους που υποφέρουν εξαιτίας των στυγνών εκβιαστικών παιγνίων τους! Και, απευθυνόμενος προς το ιερατείο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που χρησιμοποιεί (τι πρωτότυπο!) τον κρατικό συνδικαλισμό ως πέμπτη φάλαγγα για την κατάληψη της εξουσίας, τους κρούω τον αυτονόητο κώδωνα: Αν και όταν με το καλό έρθετε, θα τα βρείτε μπροστά σας!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΒΗΜΑ - «Πινακίδες από Κερί»: όταν το blogging είναι Τέχνη!

Πριν κάμποσο καιρό, με αφορμή την προκλητική συμπεριφορά ενός ανώνυμου blogger εναντίον επώνυμων δημοσιογράφων της τηλεόρασης, ο Σεραφείμ Φυντανίδης είχε κάνει παρορμητικά μια καθολικά απαξιωτική δημόσια τοποθέτηση για την οποία είμαι σίγουρος πως έχει προ πολλού μετανιώσει: Αποκάλεσε το blogging «εκδίκηση της γυφτιάς» ενάντια στην επαγγελματική δημοσιογραφία!

Τον κατά τα άλλα συμπαθή βετεράνο δημοσιογράφο διαψεύδει εύκολα, ασφαλώς, μια απλή περιδιάβαση στον αχανή κόσμο των blogs, εγχώριων και διεθνών. Αποτελώντας κι ο ίδιος μέρος αυτού του κόσμου, δεν θα αποδυθώ σε περιττές προσπάθειες υπεράσπισης του χώρου μου. Θα εστιάσω μόνο την προσοχή μου σε ένα από τα ποιοτικότερα blogs της χώρας, προτείνοντας στους αναγνώστες του «Βήματος» να βιώσουν τη μαγεία του! Θα πάνε δύο χρόνια τώρα που ανακάλυψα –τυχαία, ομολογώ– τις «ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ» (http://waxtablets.blogspot.gr/).

Με σχετική έκπληξη διαπίστωσα ότι το blog αυτό ήταν δημιούργημα μιας παλιάς συμφοιτήτριας, την οποία είχα –και εξακολουθώ να έχω– χρόνια να δω: της Πόλυς Χατζημανωλάκη. Κορυφαία επιστήμων αλλά και χαρισματική προσωπικότητα, κάποια στιγμή έκανε μια γενναία στροφή που τελικά τη δικαίωσε: Ανέδειξε τη σπουδαία λογοτέχνη που κρυβόταν μέσα της! Καταξιωμένη πλέον συγγραφέας με σημαντικό δημοσιευμένο έργο, δεν σταματά να μας προσφέρει συγκινήσεις που μόνο η Τέχνη μπορεί να χαρίσει, ακόμα και μέσα από τον (άδικα κατασυκοφαντημένο) χώρο του blogging...

Στις «ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ» ο αναγνώστης θα ανακαλύψει απίστευτης ομορφιάς λογοτεχνικά κείμενα, αλλά και φιλολογικές και ιστορικές μελέτες εξαιρετικού αναλυτικού βάθους. Θα επισημάνω ιδιαίτερα τα άρθρα που αφορούν τον Παπαδιαμάντη, κείμενα αναφοράς για όποιον ενδιαφέρεται να γνωρίσει βαθύτερα το έργο και τη ζωή του «άγιου των γραμμάτων». Ακόμα περισσότερο, όμως, θα σταθώ στην ποίηση της Χατζημανωλάκη. Μια ποίηση που άρχισε να κάνει την εμφάνισή της κάπως διστακτικά στις πρώτες ιστορικές φάσεις του blog, για να καταλήξει σε έναν αληθινό δημιουργικό πυρετό μέσα στο 2012 – με πολλά υποσχόμενους ρυθμούς και στις αρχές του 2013!

Το ποιητικό ύφος είναι μοναδικό, και είναι νομίζω μάταιο να αναζητά κανείς «επιρροές». Αυτό που εντυπωσιάζει ιδιαίτερα είναι η δεξιοτεχνία στην υπαινικτική γραφή. Θα έλεγα πως η ποίηση της Χατζημανωλάκη ανάγει τον υπαινιγμό σε τέχνη! Ο αναγνώστης παίρνει όσα στοιχεία χρειάζονται για να αποκτήσει προσωπική βιωματική σχέση με το ποίημα σε συνάρτηση με τον δικό του εμπειρικό κόσμο, μένοντας παράλληλα με την σαγηνευτικά ανεκπλήρωτη επιθυμία να ανακαλύψει τα μυστικά μονοπάτια που οδηγούν στις εσώτερες στιβάδες της σκέψης της ίδιας της δημιουργού. Έτσι, το ποίημα φαντάζει τόσο οικείο, και ταυτόχρονα τόσο άγνωστο! Μια αληθινή πρόκληση για διαρκή διερεύνηση, που κάνει την ποίηση να φαίνεται φρέσκια κι ανανεωμένη σε κάθε καινούργια ανάγνωση!

Όπως και άλλες μεγάλες γυναικείες μορφές της λογοτεχνίας (θα αναφέρω ενδεικτικά τη Μάρω Βαμβουνάκη), η Χατζημανωλάκη είναι αληθινή ανατόμος της γυναικείας ψυχής. Και η μορφή της γυναίκας ιχνογραφείται στο έργο της με μια διαχρονικότητα που καταργεί το «χθες» και το «σήμερα». Έτσι, μια ιστορική γυναικεία μορφή, μια ηρωίδα ενός κλασικού μυθιστορήματος και μια απλή γυναίκα της καθημερινότητάς μας, αναδύονται μέσα από τα κείμενα ως απλές εκφάνσεις μιας μοναδικής, αιώνιας γυναίκας – έστω κι αν η εποχή μας έχει κατακερματίσει και διαφοροποιήσει επιφανειακά την εικόνα της... Δεν προτίθεμαι να κουράσω τον αναγνώστη.

Ελπίζω το σύντομο αυτό εισαγωγικό σημείωμα να του έχει ήδη δώσει το ερέθισμα για να εξερευνήσει τον γοητευτικά αινιγματικό κόσμο των «Κέρινων Πινακίδων» της Πόλυς Χατζημανωλάκη. Θα ξαναγυρίσουμε στην μέσω του «Βήματος» περιπλάνηση στον κόσμο αυτό, με μερικές πιο εξειδικευμένες ματιές σε κάποια μικρά αριστουργήματα από το μοναδικής ποιότητας κι αισθητικής αυτό blog!

ΤΟ ΒΗΜΑ