Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Όταν το τεκμήριο αθωότητας γίνεται «τεκμήριο ενοχής»...


Σε ένα δημοκρατικό σύστημα δικαιοσύνης, κανένας δεν κηρύσσεται ένοχος αν δεν αποδειχθεί η ενοχή του. Στα ολοκληρωτικά συστήματα, όμως, το προς απόδειξη δεν είναι η ενοχή αλλά η αθωότητα. Το ίδιο, φαίνεται, πρεσβεύουν και κάποιες «δημοκρατικές» δυνάμεις στην Ελλάδα...

 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Το «τεκμήριο της αθωότητας» είναι μία από τις κατακτήσεις του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Σύμφωνα με αυτό, κάθε άνθρωπος που κατηγορείται για άδικες πράξεις θεωρείται αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Έτσι, είναι υποχρέωση της Πολιτείας να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου, όχι του κατηγορουμένου να αποδείξει την αθωότητά του. Και, μία απόδειξη ενοχής οφείλει να είναι απόλυτα τεκμηριωμένη. Δεν μπορεί να είναι ένα σύνολο από ενδείξεις που δεν οδηγούν σε βέβαιο συμπέρασμα. Ακόμα περισσότερο, η ενοχή δεν τεκμαίρεται από αναπόδεικτες καταγγελίες, όσο θόρυβο κι αν αυτές προκαλούν!

Η πιο πάνω αρχή υποχρεώνει το δικαστήριο να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου ακόμα και σε περίπτωση αμφιβολίας («in dubio pro reo»). Όσο έντονη, έτσι, κι αν είναι η υποψία για την ενοχή ενός δικαζόμενου, η καταδίκη του θα πρέπει πάντα να βασίζεται σε αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία.

Αυτή τη θεμελιώδη αρχή του δικαίου φαίνεται πως αγνοούν (ή περιφρονούν) οι σημερινοί εκπρόσωποι της λεγόμενης «ανανεωτικής(;) αριστεράς», οι οποίοι συχνά αυτοαναγορεύονται σε θεματοφύλακες των αρχών του Διαφωτισμού. Σε πρόσφατη συνέντευξή του σε τηλεοπτικό κανάλι, ο επικεφαλής του πολιτικού αυτού χώρου ακούστηκε να ισχυρίζεται το εξής απίστευτο: Ο βασικός πολιτικός του αντίπαλος είναι «ένοχος» ακραία αντιθεσμικής συμπεριφοράς, με βάση κάποιες κατηγορίες (προς το παρόν αναπόδεικτες) που δημοσιεύθηκαν εις βάρος του από κομματικά στρατευμένους δημοσιογραφικούς κύκλους. Και θα παραμείνει ένοχος «έως ότου αποδείξει την αθωότητά του»!

Το – ιερό για κράτος δικαίου – τεκμήριο της αθωότητας, λοιπόν, παύει να ισχύει. Υποκαθίσταται από ένα ηθικά και πολιτικά διαστροφικό «τεκμήριο ενοχής», βάσει του οποίου κάθε ύποπτος θεωρείται εξ ορισμού ένοχος μέχρις ότου αυτός ο ίδιος (και όχι η Δικαιοσύνη) αποδείξει πως είναι αθώος!

Γνωρίζουμε, ασφαλώς, ότι το τερατώδες αυτό δόγμα δεν είναι καινούργιο. Το υιοθέτησαν στο παρελθόν «προσωπικότητες» όπως ο Χίτλερ και ο Στάλιν. Έτσι, οδηγούμαστε σε δύο εξίσου θλιβερά ενδεχόμενα για τους πολιτικούς επιγόνους ιστορικών μορφών της Ανανεωτικής Αριστεράς:

Είτε βάλθηκαν συνειδητά να απογυμνώσουν την Αριστερά από όποιο δημοκρατικό ήθος τής είχε απομείνει μετά το εφιαλτικό καλοκαίρι τού '15 (*)...

Είτε, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, αποδεικνύουν καθημερινά την τραγική άγνοιά τους σε ό,τι αφορά τις στοιχειώδεις αρχές ενός φιλελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος.

Δεν ξέρω ποια από τις δύο εκδοχές είναι πιο επικίνδυνη για τη χώρα, τη στιγμή που κάποιοι φιλοδοξούν να την (ξανα)κυβερνήσουν...

(*) https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/kalokairi-2015-anamniseis-apo-enan-efialti/

KLIK

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022

Η Ευρώπη και τα φαντάσματα του «Μεγάλου Πολέμου»

Την ώρα που ο κ. Πούτιν και τα φερέφωνά του οραματίζονται τη διάλυση της Ενωμένης Ευρώπης, οι ίδιες οι χώρες της Ευρώπης δεν πρέπει να ξεχνούν τα διδάγματα της Ιστορίας. Και μάλιστα, τα πολύ παλιά...

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Η ναζιστικού τύπου εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία φάνηκε αρχικά να αναπτερώνει τις ελπίδες φανατικών αντιευρωπαϊκών κύκλων για τη δημιουργία συνθηκών διάλυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (σύντομα: Ε.Ε.). Αυτό, λόγω των διαφωνιών που αναμενόμενα θα ανέκυπταν ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών του πολέμου. Οι ελπίδες ευτυχώς διαψεύστηκαν.

Είχαν προηγηθεί δύο χαμένες ευκαιρίες «ξηλώματος του ευρωπαϊκού πουλόβερ». Η πρώτη ήταν η ελληνική χρεοκοπία και η ενδεχόμενη (με τις ευλογίες αφελών Ελλήνων ψηφοφόρων) αποχώρηση της χώρας από την Ε.Ε., το καλοκαίρι του 2015. Την κατάσταση (για την Ελλάδα, φυσικά) έσωσε την τελευταία στιγμή μια πολιτική «κωλοτούμπα».

Σύντομα ακολούθησε μία δεύτερη, ακόμα μεγαλύτερη ευκαιρία. Το βρετανικό δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2016 σήμανε την αρχή του τέλους της ευρωπαϊκής πορείας της χώρας εκείνης. Η «τρύπα στο ευρωπαϊκό πουλόβερ» φάνταζε τώρα τεράστια, και οι αντιευρωπαϊκές καμπάνες άρχισαν να ηχούν χαρμόσυνα. (Λίγοι υποπτεύονταν τότε ότι ένα μεγάλο μέρος από τις «κωδωνοκρουσίες» είχε την ευγενική χορηγία του κ. Πούτιν.) Το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα, τόσο για την Ευρώπη όσο και, κυρίως, για τη Βρετανία, το γνωρίζουμε ήδη...

Με αφορμή αυτές τις σκέψεις, θα ήθελα να παραθέσω ένα κείμενο ιστορικής μνήμης, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑ τον Ιούνιο του 2016, σύντομα μετά το βρετανικό δημοψήφισμα. Αν παραβλέψουμε τις διαφορές ανάμεσα στις συγκυρίες των δύο εποχών, τα ιστορικά διδάγματα είναι αναλλοίωτα και, υπό αυτή την έννοια, το κείμενο παραμένει επίκαιρο...

--------------------------------

Από μια πρόσφατη ανάρτηση ενός φίλου στο Facebook έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο, πρωτότυπα δημοσιευμένο σε πολιτική εφημερίδα, το οποίο χαιρέτιζε σε τόνους πανηγυρικούς το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος που οδηγεί στην αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το έντονα φορτισμένο – στα όρια του εμπαθούς – ύφος του κειμένου δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας: κάποιοι κυριολεκτικά μισούν την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης. Ή, για να γίνω ακριβέστερος, μισούν αυτή την Ευρώπη που γνωρίζουμε σήμερα.

Σταχυολογώ ενδεικτικά μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις από το κείμενο: «Φρένο στο 4ο Ράιχ»«νταβατζήδες των αγορών και του Βερολίνου»«αποκρουστικά μαντρόσκυλα της Καγκελαρίας»«ντόπια ζόμπι της ευρωλιγουριάς»«ξεχασμένοι βρυκόλακες της πολιτικής»...

Αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, υπάρχουν πράγματι λόγοι για να μην τρέφει κάποιος ιδιαίτερα θετικά αισθήματα για τη σημερινή Ε.Ε. Ο σημαντικότερος αφορά την οικονομική ηγεμονία του Βερολίνου και τις εμμονικές αγκυλώσεις της Γερμανίας στις πολιτικές λιτότητας που έχουν «γονατίσει» μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στις πιο αδύναμες, κυρίως, χώρες (μία από αυτές τη γνωρίζουμε από πρώτο χέρι!).

Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μεταναστευτική φιλοσοφία τής Ε.Ε., που ενθαρρύνει τον μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε πολυπολιτισμικές, τη στιγμή που οι κοινωνίες αυτές αισθάνονται να απειλούνται από τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης (και συχνά παράνομης) μετανάστευσης. Οι φόβοι, μάλιστα, αυξάνουν δραματικά μετά τα φαινόμενα έξαρσης του θρησκευτικού φανατισμού που έχουν προκαλέσει αμέτρητα θύματα ως τώρα και έχουν θέσει σε συναγερμό όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ο πολίτης μπορεί ίσως να μοιραστεί το λιγοστό ψωμί του, σε καμία περίπτωση όμως δεν διαπραγματεύεται το αίσθημα της ασφάλειάς του!

Οι αντιευρωπαϊκοί κύκλοι, λοιπόν, υποδέχθηκαν ως πράξη εθνικής αντίστασης την απόφαση του βρετανικού λαού ενάντια, υποτίθεται, σε ένα «αναδυόμενο 4ο Ράιχ» που ζητά να αμφισβητήσει εθνικές κυριαρχίες. Η ιδέα ότι η σημερινή Γερμανία αποτελεί πολιτική και ιστορική συνέχεια της ναζιστικής, δεν μπορεί ασφαλώς να σταθεί ως θέμα σοβαρής συζήτησης. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι, για κάποιους, η ιστορική περίοδος που διανύουμε παραπέμπει σε εκείνη του μεσοπολέμου (1919 – 1939), όταν η δημοκρατική Ευρώπη (και, ευρύτερα, ο δημοκρατικός κόσμος) ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του ναζισμού και του φασισμού. Με τη Γερμανία να παίζει και πάλι το ρόλο του απόλυτου κακού – τούτη τη φορά όχι με τα όπλα, αλλά με το χρήμα.

Φοβάμαι ότι αυτοί που οραματίζονται και με τόση θέρμη προπαγανδίζουν τη διάλυση «αυτής» της Ευρώπης, συγκρίνοντας ταυτόχρονα το «σήμερα» με τη μεσοπολεμική περίοδο της ανόδου του ναζισμού, εστιάζουν την προσοχή τους σε λάθος μεσοπόλεμο. Ένας κατακερματισμός της Ευρώπης, με πιθανή την αναβίωση του ακραίου εθνικισμού και την επανεμφάνιση εθνικών περιχαρακώσεων, ανταγωνισμών και γενικής καχυποψίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, παραπέμπει σε μία άλλη ιστορική περίοδο: εκείνη που μεσολάβησε ανάμεσα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870 – 71) και την έναρξη του εφιαλτικού «Μεγάλου Πολέμου» (1914).

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος φαντάζει σήμερα τόσο μακρινός που, για πολλούς μη-ιστορικούς δεν είναι παρά ένα αξιοσέβαστο θέμα ακαδημαϊκής μελέτης, το οποίο ελάχιστα πλέον επηρεάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ακόμα και έτσι να είναι, αποτελεί ένα ωφέλιμο δίδαγμα γι’ αυτούς που καλοδέχονται την προοπτική ενός εθνικού απομονωτισμού, θεωρώντας τον συνώνυμο της εθνικής ανεξαρτησίας και αφετηριακή προϋπόθεση εθνικών θριάμβων. Και προσφέρει ένα μάθημα για το πώς μία αλυσίδα λανθασμένων υπολογισμών και επιλογών μπορεί να οδηγήσει σε μαζική καταστροφή. Πολύ χειρότερη από αυτή που «απεργάζονται» σήμερα – σύμφωνα τουλάχιστον με το σχετικό αφήγημα – το Βερολίνο και τα «μαντρόσκυλά του»!

Έστω και για λόγους ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, λοιπόν, αξίζει να κοιτάξουμε πάνω από έναν αιώνα πίσω, λίγο πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Σε μια περίοδο που η Ευρώπη ήταν ένα συνονθύλευμα εθνικών εγωκεντρισμών και ad hoc συμμαχιών, και ένα πεδίο οικονομικών και στρατιωτικών ανταγωνισμών που υπαγορεύονταν από το αίσθημα εθνικού μεγαλείου και ιστορικής μοναδικότητας της κάθε πλευράς.

Παραθέτουμε, όσο πιο συνοπτικά μπορούμε, το πλέγμα σκοπιμοτήτων και επιδιώξεων των ευρωπαϊκών χωρών που κατά κύριο λόγο ενεπλάκησαν στον πόλεμο, η έναρξη του οποίου ήταν το αποκορύφωμα ενός μοναδικού στην Ιστορία ντόμινο γεγονότων που άνοιξε τις πύλες της κολάσεως μετά το Σαράγεβο.

Για τη Γαλλία, έναν από τους κύριους πρωταγωνιστές του δράματος, πρωταρχικός στόχος ήταν να ξεπλύνει τη ντροπιαστική ήττα του 1871 από τους Γερμανούς και να ανακτήσει τις οικονομικά σημαντικές επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Η συμμαχία της με τη Ρωσία (1894) πρόσφερε στη Γαλλία ένα σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα αφού, σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία, η τελευταία θα έπρεπε να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα.

Η Ρωσία, από την άλλη μεριά, πίστευε πως η συμμαχία της με τη Γαλλία θα απέτρεπε μία επιθετική ενέργεια των Γερμανών εναντίον της. Αυτό θα της έλυνε τα χέρια στην επιδίωξη των δικών της επεκτατικών σχεδίων προς τον Νότο, που περιλάμβαναν την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, το ενδιαφέρον της για τις περιοχές αυτές έθετε τη Ρωσία σε τροχιά σύγκρουσης με τη βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, της οποίας τα εσωτερικά προβλήματα την ενέπλεκαν άμεσα με τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν κατά κύριο λόγο με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, στη Βοσνία το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Σλάβοι. Και, στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία, η εκεί στρατιωτική κλίκα που έλεγχε την κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Βοσνία «αυτοδίκαια» θα έπρεπε να ανήκει στη Σερβία.

Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (1908), με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε από τους Αυστριακούς, είχε αποτελέσει μεγάλη διπλωματική ταπείνωση και ήταν η αφετηρία εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο πόλεμος τότε είχε αποφευχθεί λόγω της δυναμικής παρέμβασης της Γερμανίας και της στρατιωτικής ανετοιμότητας της Ρωσίας. Η βοσνιακή κρίση έφερε, όμως, κοντύτερα τη Ρωσία με τη Σερβία, με την πρώτη να αναλαμβάνει ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η στάση της Βρετανίας ήταν αβέβαιη ως τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος. Τυπικά, η Entente Cordiale με τη Γαλλία (1904) ήταν απλά μια «συμφωνία κυρίων» που αντιμετώπιζε ζητήματα αποικιακών διαφορών και δεν υποχρέωνε τη χώρα να προστρέξει σε βοήθεια της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η πολιτική ηγεσία γνώριζε καλά, εν τούτοις, ότι η Βρετανία δύσκολα θα μπορούσε να μείνει ουδέτερη σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου.

Η Γερμανία πρόσφερε, τελικά, το αναγκαίο διπλωματικό άλλοθι στη Βρετανία, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα (της ουδετερότητας αυτής, η Βρετανία – όπως άλλωστε και η ίδια η Γερμανία! – ήταν εγγυήτρια). Στην πραγματικότητα, την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο υπαγόρευε το αμυντικό δόγμα της χώρας αυτής, σύμφωνα με το οποίο σε καμία εχθρική δύναμη δεν θα επιτρεπόταν να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης (πράγμα που πέτυχαν, τελικά, οι στρατιές του Χίτλερ αρκετά χρόνια αργότερα).

Πάμε τώρα στην ίδια τη Γερμανία. Ένας παράγοντας που καθόρισε τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε οικονομικά κίνητρα. Αναζητούσε κι αυτή μια θέση στις παγκόσμιες αγορές, όπου είχαν ήδη διεισδύσει και κυριαρχούσαν η Μεγάλη Βρετανία (στην ανατολική και νότια Αφρική και στη νότια Ασία), η Γαλλία (στη δυτική Αφρική, στα Βαλκάνια και στη Ρωσία) και οι Ηνωμένες Πολιτείες (στη Λατινική Αμερική, κυρίως). Σύντομα, η Ρωσία και η Ιαπωνία θα έμπαιναν κι αυτές στον οικονομικό ανταγωνισμό στην Άπω Ανατολή. Γερμανικά οικονομικά ανοίγματα στη βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνάντησαν σκληρό ανταγωνισμό από βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα που ήδη κατείχαν στρατηγικές θέσεις εκεί.

Παράλληλα, η στρατιωτική ελίτ της Γερμανία είχε κι αυτή τα δικά της προβλήματα να επιλύσει, καθώς έβλεπε τη χώρα να χάνει τη στρατιωτική της υπεροχή στην Ευρώπη. Η γαλλο-ρωσική συμμαχία σήμαινε για τη Γερμανία έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα. Η ανάγκη, τότε, να μοιράσει τις δυνάμεις της μεταξύ ανατολής και δύσης θα απέκλειε μία γρήγορη νίκη, ανάλογη με αυτήν του 1870 κατά των Γάλλων.

Ο συνδυασμός οικονομικής περικύκλωσης και στρατιωτικής ευαλωτότητας έκανε τη Γερμανία να σκέφτεται σοβαρά έναν πόλεμο κατά των Γάλλων και των Ρώσων. Κι αυτό θα έπρεπε να συμβεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, πριν η ολοένα αυξανόμενη αριθμητική δύναμη του γαλλικού στρατού ξεπεράσει αυτήν του γερμανικού, και προτού οι Ρώσοι ολοκληρώσουν τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας τους.

Η ευκαιρία για τους Γερμανούς παρουσιάστηκε, τελικά, στις 28 Ιουνίου του 1914, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε στο Σαράγεβο, πρωτεύουσα της αυστριακής επαρχίας της Βοσνίας, τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας και τη σύζυγό του. Για να ακολουθήσει το περίπλοκο ντόμινο των γεγονότων που οδήγησε στην κήρυξη του πολέμου και, στη συνέχεια, στην τετράχρονη εφιαλτική εμπειρία του ανθρωποσφαγείου των χαρακωμάτων σε ανατολή και δύση...

Ο λόγος για τον οποίο γυρίσαμε τόσο πίσω το ρολόι της Ιστορίας ήταν να ξαναδούμε μια διαιρεμένη Ευρώπη στις πιο σκοτεινές μέρες του εικοστού αιώνα (λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη, ασφαλώς, και τη μεταγενέστερη εμπειρία της ναζιστικής βαρβαρότητας). Ήταν αυτά ακριβώς τα διδάγματα, μαζί με την επιθυμία των ευρωπαϊκών λαών να μη διαπράξουν ξανά τα ίδια λάθη, που οδήγησαν στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Ένα οικοδόμημα που χτίστηκε βήμα – βήμα πάνω στην πεποίθηση ότι η γενική ευημερία θα έρθει ως αποτέλεσμα συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης, όχι εθνικών περιχαρακώσεων και ανταγωνισμών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρκετοί σήμερα ονειρεύονται τη διάλυσή της, γεννήθηκε από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών. Κάποιοι ίσως αντιτείνουν ότι και σήμερα υπάρχει ένας άνισος οικονομικός πόλεμος ανάμεσα στους ισχυρούς και τους αδύναμους, με θύματα κυρίως τους νέους. Αν αυτή είναι (και πράγματι είναι) μία παθογένεια του οικοδομήματος, θα πρέπει μέσα στο πλαίσιο του εφικτού να αναζητήσουμε τρόπους να τη θεραπεύσουμε.

Υπάρχει πάντα, βέβαια, ανοιχτός και ένας εναλλακτικός δρόμος: να αποφασίσουμε ελαφρά τη καρδία πως το μόνο που αξίζει στον συγκεκριμένο «ασθενή» είναι η ευθανασία. Στο άκουσμα της σκέψης, η Ιστορία χαμογελά ειρωνικά...

(Ιούνιος 2016. Όπως σήμερα...)

KLIK

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2022

Ηθικά πλεονεκτήματα, ή μήπως ηθικά μειονεκτήματα;

 Τον Οκτώβριο του 1944 έφυγαν οι τελευταίοι Γερμανοί από την Ελλάδα. Ύστερα ήρθε ο Εμφύλιος, που στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ. Και συζητούμε ως σήμερα για «ηθικά πλεονεκτήματα». Μήπως θα έπρεπε σωστότερα να μιλήσουμε για ηθικά μειονεκτήματα;

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Παρά την τελική εκλογική της πτώση, η λεγόμενη «ανανεωτική Αριστερά» πέτυχε κάτι εντυπωσιακό. Άσκησε απρόσκοπτα την εξουσία εν μέσω μνημονιακής λαίλαπας, έχοντας στο μεταξύ διαψεύσει τόσο τις ίδιες τις αριστερές αρχές (οι οποίες πάνω απ’ όλα καθιστούν την ευτέλεια του ακραίου λαϊκισμού ασύμβατη με το γενικότερο αριστερό ήθος) όσο και τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και (ανεδαφικές, εν τέλει) υποσχέσεις με τις οποίες είχε αρχικά σαγηνεύσει την ελληνική κοινωνία.

Μία δημοφιλής ερμηνεία της ανεκτικότητας που επέδειξε η κοινωνία αυτή τα περισσότερα από τέσσερα χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, κάνει αναφορά στο περίφημο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο εξ ορισμού, υποτίθεται, φέρει ως αποκλειστικό προνόμιο η ελληνική Αριστερά. Μία ιδέα που η ίδια η Αριστερά προπαγάνδισε συστηματικά και διακίνησε αποτελεσματικά ώστε να εξασφαλίσει την κατά το δυνατόν καλόπιστη αντιμετώπισή της από τους πολίτες.

Η παραπάνω ιδέα σχετίζεται κατά κύριο λόγο με τα γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου, καθώς και μετά από αυτόν. Αν, εν τούτοις, θέλουμε να είμαστε ακριβέστεροι, θα πρέπει να αναφερόμαστε όχι τόσο στο «ηθικό πλεονέκτημα» των ηττημένων του πολέμου, όσο στο «ηθικό μειονέκτημα» των νικητών. Είναι το δεύτερο που de facto στοιχειοθετεί το πρώτο! Και, για τις ανάγκες μίας ισόρροπης ανάλυσης, θα πρέπει εξίσου να εξετάσουμε και το ηθικό μειονέκτημα των ηττημένων. Αν μη τι άλλο, σε επίπεδο προθέσεων…

Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε επίσημα το 1945. Για την Ελλάδα το τέλος ήρθε λίγο νωρίτερα – οι τελευταίοι Γερμανοί έφυγαν τον Οκτώβριο του 1944. Λίγο αργότερα ήρθαν τα «Δεκεμβριανά», προανάκρουσμα του φοβερού εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε.

Ο Εμφύλιος, κατά τους ιστορικούς, τελείωσε το 1949 με νίκη των δυνάμεων του «αστικού» κοινοβουλευτικού συστήματος (της «Δεξιάς», όπως συνήθως λέγεται) και ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων (της «Αριστεράς», αν και ο όρος έχει σημαντικά διευρυνθεί εννοιολογικά και πολιτικά από τότε).

Αυτά λένε τα επίσημα ιστορικά συγγράμματα. Γιατί, η εμπειρία λέει άλλα: πως ο Εμφύλιος στην πραγματικότητα δεν τέλειωσε ποτέ! Το αναλλοίωτο πολιτικό λεξιλόγιό του, το οποίο μένει ζωντανό σε πείσμα του χρόνου, το καταδεικνύει. Όπως και το άσβεστο μίσος που άφησαν ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές οι εμφυλιοπολεμικές παρατάξεις, οι αυτόκλητοι πολιτικοί κληρονόμοι των οποίων διεκδικούν – κάθε πλευρά για τον εαυτό της – το αποκλειστικό δικαίωμα στην επίκληση της «ηθικής ανωτερότητας».

Το να αναζητά κανείς ηθικά πλεονεκτήματα σε πολιτικούς χώρους που ενεπλάκησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο (ακόμα περισσότερο, αν πρόκειται για εκείνον από τους αντιπάλους που φέρει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το ξεκίνημα της σφαγής) φαντάζει οξύμωρο. Όπως αναφέραμε πιο πάνω, το ερώτημα που θα έπρεπε να τίθεται είναι όχι αν η Δεξιά ή η Αριστερά δικαιούται να διεκδικεί το ηθικό πλεονέκτημα στη μετεμφυλιοπολεμική Ιστορία, αλλά σε ποια από τις δύο πλευρές θα πρέπει να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα! Γιατί, η ηθική ήταν το πρώτο και μεγαλύτερο θύμα του δικού μας εμφυλίου. Ο οποίος ουσιαστικά δεν ξεκίνησε το 1946 – ούτε καν με τα «Δεκεμβριανά» – αλλά πολύ νωρίτερα, μέσα στα σκοτεινά χρόνια της Κατοχής…

Η τιμημένη Εθνική Αντίσταση, πάνω στην οποία αργότερα χτίστηκαν πολιτικές καριέρες – και χάριν της οποίας χορηγήθηκαν εθνικές συντάξεις – δεν ήταν πάντα μία πράξη αυθόρμητου πατριωτισμού και ανιδιοτελούς αυταπάρνησης. Ας δούμε τι γράφει (*) ο έγκριτος Βρετανός ιστορικός και καθηγητής νεοελληνικής Ιστορίας, Richard Clogg, στον οποίο μόνο μεροληψία ή ανθελληνικότητα δεν μπορεί να χρεωθεί:

«Στο τέλος του Ιουνίου 1941, λίγες μέρες μετά την έναρξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα – της επίθεσης του Χίτλερ εναντίον της Ρωσίας – συνήλθε η 6η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για να καθορίσει τη γραμμή του κόμματος, τώρα που ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος είχε μετατραπεί σε μεγάλο πατριωτικό πόλεμο για την άμυνα της μητέρας Σοβιετικής Ρωσίας. Η 6η Ολομέλεια αποφάσισε ότι το ουσιαστικό καθήκον των Ελλήνων κομμουνιστών ήταν να οργανωθούν για την άμυνα της Σοβιετικής Ένωσης και για την αποτίναξη του ξένου φασιστικού ζυγού. Για να επιτύχει αυτός ο σκοπός, ο ελληνικός λαός κλήθηκε να προσχωρήσει στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ), που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1941. (…) Η προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας μετά τον πόλεμο ήταν ένας εξίσου σημαντικός στόχος για τους κομμουνιστές, όσο και η αντίσταση ενάντια στον κατακτητή.»

Στον Εμφύλιο διαπράχθηκαν απίστευτες θηριωδίες και από τις δύο πλευρές και καταλύθηκε κάθε έννοια δικαιοσύνης, δημοκρατικού ήθους και ανθρώπινου πολιτισμού. Όμως, δεν πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι τον πόλεμο αυτό ξεκίνησε μία παράταξη που στόχο είχε να παραδώσει τη χώρα στην πιο στυγνή μορφή ολοκληρωτισμού που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα πριν καν ακόμα γνωρίσει την εφιαλτική βαρβαρότητα του ναζισμού. Το ότι τελικά δεν το πέτυχε (πράγμα που ούτως ή άλλως είχαν προδικάσει οι προηγηθείσες μυστικές συνεννοήσεις Τσώρτσιλ – Στάλιν για τις «σφαίρες επιρροής» στα Βαλκάνια) δεν αντανακλά απλά και μόνο το ιστορικό αποτέλεσμα ενός πολέμου αλλά αποτέλεσε, συμβολικά και ουσιαστικά, την αφετηρία μίας εντυπωσιακής αναγέννησης της χώρας. Για το αν οδηγήθηκε, τελικά, σε αποτυχία η «αστική» δημοκρατία, ασφαλώς δεν ευθύνεται το ίδιο το πολίτευμα αλλά ο τρόπος που το διαχειρίστηκαν οι πάντες, λαός και εξουσία…

Ας πάμε τώρα στους νικητές του Εμφυλίου. Έχουν καταρχήν κατηγορηθεί πως η στρατηγική τους έφερε την «ξενοκρατία» των Άγγλων και, στη συνέχεια, των Αμερικανών. Αν και αυτό είναι αληθές, αν το δούμε ψυχρά θα διαπιστώσουμε ότι αποτέλεσε αναγκαίο κακό. Ήταν αδύνατο να κερδίσει τον πόλεμο από μόνος του ένας αποδεκατισμένος τακτικός στρατός μίας κατεστραμμένης χώρας, ενάντια σε έναν «μπαρουτοκαπνισμένο» κι ετοιμοπόλεμο, καλά οργανωμένο και πειθαρχημένο, αλλά και σκληραγωγημένο σε αντίξοες φυσικές συνθήκες, ανταρτικό στρατό. Αν δεχθούμε ότι, για τη σωτηρία της χώρας από την ολοκληρωτική απειλή, ισχύει το δόγμα πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το ζήτημα της ξενοκρατίας θα πρέπει, τουλάχιστον για την ιστορική εκείνη περίοδο, να αποδαιμονοποιηθεί.

Όμως, υπάρχουν κάποια μέσα που δεν θα μπορούσαν να καθαγιαστούν, όσο ιερό και αν θεωρήσει κάποιος τον σκοπό. Για να φτάσει στη νίκη και, κυρίως, για να εδραιώσει στη συνέχεια την κυριαρχία της, η «αστική» παράταξη επιστράτευσε, μεταξύ άλλων, μερικά από τα χειρότερα κοινωνικά στοιχεία της περιόδου της Κατοχής, κάποιους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή επειδή έβλεπαν τον κομμουνισμό σαν μεγαλύτερη απειλή από τον ναζισμό! Τα άτομα αυτά όχι μόνο συγχωρήθηκαν για τα εγκλήματά τους και γλίτωσαν από το εκτελεστικό απόσπασμα, αλλά συχνά βρέθηκαν να κατέχουν και σημαντικές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Αντιγράφω και πάλι από τον Clogg:

«Μια από τις πιο απεχθείς πλευρές αυτής της νομοθεσίας ‘περί εκτάκτου ανάγκης’ ήταν η εμμονή σε ένα πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων για την απόκτηση θέσης στο δημόσιο, για δίπλωμα οδηγού, για διαβατήριο και για την εισαγωγή στα Πανεπιστήμια. Αυτά τα πιστοποιητικά τα χορηγούσε η αστυνομία, που δημιούργησε ένα μεγάλο σύστημα φακέλων όπου ήταν καταγεγραμμένα τα πραγματικά ή υποτιθέμενα πολιτικά φρονήματα εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Μερικοί από τους υπεύθυνους για την εφαρμογή αυτού του καταπιεστικού συστήματος είχαν αμφίβολο παρελθόν συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια του πολέμου.»

Όμως, πέρα και πάνω απ’ όλα, το ήθος του νικητή κρίνεται από τη στάση του απέναντι στον ηττημένο. Τα στρατοδικεία, οι φυλακίσεις και οι εκτελέσεις, αλλά και το παρακράτος – χωροφύλακας που αφέθηκε να θεριέψει (κυρίως στην περιφέρεια), παραπέμπουν στις χειρότερες δικτατορίες που γνώρισε ο εικοστός αιώνας. Και η Μακρόνησος, αυτό το μικρό «ελληνικό Νταχάου», θα συμβολίζει πάντα την οριστική απώλεια του δικαιώματος της Δεξιάς να επικαλείται ένα κάποιο δικό της «ηθικό πλεονέκτημα» μετά τον Εμφύλιο…

Εν κατακλείδι, το ερώτημα που θα πρέπει να τίθεται δεν είναι το ποιος έχει το ηθικό πλεονέκτημα σε έναν εμφύλιο που ως τα σήμερα (έστω με άλλους τρόπους) καλά κρατεί, αλλά το ποιος θα πρέπει, τελικά, να χρεώνεται το μεγαλύτερο ηθικό μειονέκτημα. Θα απογοητεύσω, ίσως, τον αναγνώστη μη δίνοντας απάντηση στο ερώτημα αυτό. Ομολογώ, όμως, πως ούτε κι εγώ την έχω βρει ακόμα…

(*) Richard Clogg, “A Short History of Modern Greece” (Cambridge University Press, 1979). Ελληνική έκδοση: «Σύντομη Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 1984).

(Το παρόν κείμενο βασίζεται σε άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2019 στο ΒΗΜΑ.)

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2022

Σε κορυφαίο γήπεδο επιβάλλεται να παίζει κορυφαία ομάδα!

 Καθώς έχουν σβήσει πια τα φώτα της υπέροχης τελετής των εγκαινίων του νέου Γηπέδου της, η ΑΕΚ θα πρέπει τώρα να ξαναχτίσει ομάδα αντάξια της Ιστορίας της!

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Πέρα από το εντυπωσιακά φαντασμαγορικό στοιχείο που παρέπεμπε σε τελετές έναρξης Ολυμπιακών Αγώνων(!), η τελετή των εγκαινίων του νέου Γηπέδου της ΑΕΚ ("OPAP Arena" ή, κατά κόσμον, "Αγιά Σοφιά") ήταν μια αληθινή γιορτή μνήμης και πολιτισμού. Από τα μάτια θεατών και τηλεθεατών παρέλασε ολόκληρη η Ιστορία του Ελληνισμού μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, που ήταν τραγωδία ανάμικτη με ευλογία για την Ελλάδα, αφού τη χώρα πλούτισε η έλευση Μικρασιατών Ελλήνων που μέσα στις λιγοστές αποσκευές τους έφεραν ένα τεράστιο κεφάλαιο πολιτισμού. (Η Πολίτισσα γιαγιά μου και ο – από λίγο πιο μακριά καταγόμενος – παππούς μου είχαν ιδέες που, ακόμα και με τα σημερινά δεδομένα θεωρούνται προοδευτικές!)

Από τα μάτια μας παρέλασαν επίσης όλες οι ποδοσφαιρικές δόξες του παρελθόντος (με "σημαιοφόρο" τον κατασυγκινημένο Κώστα Νεστορίδη) που έκαναν την ΑΕΚ μεγάλη, τόσο μέσα στα γήπεδα όσο και, με το απαράμιλλο ήθος τους, έξω από αυτά. Κάποιοι, δυστυχώς (όπως ο μεγάλος Στέλιος Σεραφείδης) δεν πρόλαβαν να δουν τη γιορτή από κοντά, όμως σίγουρα θα χαίρονταν από ψηλά καθώς άκουγαν τις ζητωκραυγές που συνόδευαν την αναφορά του ονόματός τους από τα μεγάφωνα του γηπέδου. Αισθητή, επίσης, η απουσία (για λόγους υγείας) τού – βάσει επίσημων διεθνών στατιστικών – κορυφαίου Έλληνα ποδοσφαιριστή του εικοστού αιώνα, Μίμη Παπαϊωάννου. («Είδες, πάλι το έβαλε το γκολ ο βλάχος!», θυμάμαι να μου λέει ο αείμνηστος θείος μου στις εξέδρες του ιστορικού γηπέδου στη Φιλαδέλφεια, τον καιρό που, παιδί ακόμα, δυσκολευόμουν να κατανοήσω τι στο καλό ήταν αυτό το οφσάιντ...)

Θα σταθώ και στους δύο παρουσιαστές της εκδήλωσης. Για τον Αντώνη Αντωνίου γνώριζα καλά, βέβαια, ότι είναι πιο Αεκτζής ακόμα κι από τον... γράφοντα! Δεν κατέβαλε την παραμικρή προσπάθεια να κρύψει την συγκίνηση που τον διακατείχε από την αρχή ως το τέλος της τελετής, αφού το γήπεδο ήταν όνειρο ζωής και για εκείνον. Αυτή, όμως, που με άφησε άφωνο με την απίστευτη ενέργεια που έβγαλε και την ολοφάνερη αγάπη της για την ΑΕΚ, ήταν η Ναταλία Δραγούμη. Μαζί με τον Αντώνη έδωσαν ένα ιδιαίτερα αυθεντικό χρώμα στη γιορτή, αφού ο λόγος τους παρέπεμπε περισσότερο σε αυθόρμητο αυτοσχεδιασμό που πηγάζει από την ψυχή, παρά σε – συνηθισμένες σε τέτοιες περιστάσεις – χολιγουντιανού τύπου προκάτ ρητορείες!

Κλείνω αυτό το πανηγυρικό σημείωμα με μία αναγκαία αναφορά στα δύσκολα... Όσο κι αν μας χαροποιεί η κατασκευή του γηπέδου μας στον ιστορικό του χώρο, δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ένα πράγμα: Η ΑΕΚ δεν έγινε μεγάλη επειδή η μοίρα την έφερε να παίζει στη Νέα Φιλαδέλφεια. Αντίθετα, η πόλη αυτή οφείλει ένα μεγάλο μέρος από το βάρος του ονόματός της στην παρουσία της ΑΕΚ! Έτσι, το γεγονός και μόνο ότι η ποδοσφαιρική ΑΕΚ ξαναγυρνά στο «σπίτι» της είναι αναγκαία αλλά όχι και ικανή συνθήκη για την αναγέννηση του συλλόγου, μετά από έναν ντροπιαστικό υποβιβασμό και, στη συνέχεια, μία πορεία μικρομεσαίας ομάδας που συμβιβάζεται με ένα αξιοπρεπές πλασάρισμα πάνω από τη μέση του βαθμολογικού πίνακα. Και, το δικαιότατο πρωτάθλημα (*) του 2018, που ούτως ή άλλως δεν είχε συνέχεια, δεν αρκεί για να αλλάξει τη μεγάλη εικόνα...

Έτσι, σε ένα από τα κορυφαία ευρωπαϊκά γήπεδα επιβάλλεται να παίζει μία κορυφαία ευρωπαϊκή ομάδα! Το νέο γήπεδο δεν είναι απλά και μόνο ένα μουσείο Ιστορίας κι ένα αρχιτεκτονικό θαύμα. Πάνω απ' όλα, οφείλει να γίνει ο αθλητικός χώρος μέσα στον οποίο η ΑΕΚ θα ξαναβρεί το μεγαλείο που της αναλογεί, τόσο στο ελληνικό όσο και στο διεθνές ποδοσφαιρικό στερέωμα. 

Εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας σε όλους εκείνους που μόχθησαν ώστε να αποκτήσουμε ένα τόσο ωραίο σπίτι. Εκείνη που θα το κατοικεί, όμως, θα πρέπει πλέον να είναι και αντάξιά του!

(*) https://www.tovima.gr/2018/05/08/opinions/xartinoi-mythoi-gia-ena-dikaio-prwtathlima/

KLIK

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

Κλασική Φυσική, ατομική θεωρία, και ο προφητικός Δρ. Μάξγουελ!

                                   


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Εκ πρώτης όψεως, η ατομική θεωρία φαίνεται να παραβιάζει τους νόμους του κλασικού ηλεκτρομαγνητισμού. Και όμως, η κλασική θεωρία της ακτινοβολίας βρίσκει χώρο ακόμα και μέσα σε μία κβαντική δομή όπως το άτομο. Αρκεί να την επανερμηνεύσουμε κατάλληλα...

Ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία: Ένας θρίαμβος της κλασικής Φυσικής!

Αν αναζητούσαμε την κορυφαία μορφή της θεωρητικής Φυσικής κατά τον δέκατο-ένατο αιώνα, θα καταλήγαμε χωρίς δυσκολία στον James Clerk Maxwell (1831-1879). Μεταξύ των πολλών επιτευγμάτων του, ο Maxwell ενοποίησε τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό σε μία ενιαία ηλεκτρομαγνητική θεωρία και πρόβλεψε την ύπαρξη των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, χωρίς τα οποία οι επικοινωνίες μας, αλλά ακόμα περισσότερο η ίδια μας η ζωή, θα ήταν αδύνατες. Δυστυχώς, ο Maxwell έφυγε από τη ζωή αρκετά νέος και δεν ευτύχησε να δει, λίγα χρόνια αργότερα, την πειραματική επαλήθευση της θεωρίας του για τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα...

Συχνά σκεφτόμαστε τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό σαν δύο ξεχωριστά φαινόμενα. Και, πράγματι, εμφανίζουν μία θεμελιώδη διαφορά: Ένα ηλεκτρικό φορτίο δέχεται ηλεκτρική δύναμη ανεξάρτητα από την κίνησή του, ενώ δέχεται μαγνητική δύναμη μόνο όταν κινείται. Αν ζούσαμε σε έναν εξωπραγματικό κόσμο όπου όλα τα ηλεκτρικά και τα μαγνητικά πεδία έμεναν αμετάβλητα μέσα στον χρόνο, δεν θα είχαμε επίγνωση ότι τα ηλεκτρικά και τα μαγνητικά φαινόμενα είναι αλληλένδετα και αμοιβαία εξαρτημένα. Από μαθηματική άποψη, οι περίφημες τέσσερις εξισώσεις του Maxwell θα έσπαζαν σε δύο ανεξάρτητα ζευγάρια, ένα για κάθε πεδίο (ηλεκτρικό και μαγνητικό).

Το 1831, όμως, σε μία σειρά πειραμάτων του, ο Michael Faraday ανακάλυψε κάτι ενδιαφέρον: κάθε φορά που ένα μαγνητικό πεδίο μεταβάλλεται χρονικά, ένα ηλεκτρικό πεδίο κάνει απαραίτητα την εμφάνισή του! Αν και δεν υπήρχαν τότε ανάλογες πειραματικές ενδείξεις, ο Maxwell πρόβλεψε πως και το αντίστροφο ήταν αληθές. Δηλαδή, ένα μαγνητικό πεδίο εμφανίζεται κάθε φορά που ένα ηλεκτρικό πεδίο αλλάζει χρονικά. Έτσι, δεν θα έπρεπε στο εξής να ξεχωρίζουμε απόλυτα τα ηλεκτρικά από τα μαγνητικά φαινόμενα, αφού το ηλεκτρικό και το μαγνητικό πεδίο μοιάζουν να είναι σε στενή εξάρτηση μεταξύ τους.

Από ιστορική άποψη, έχουμε εδώ την πρώτη θεωρία ενοποίησης φαινομενικά διαφορετικών δυνάμεων (αλληλεπιδράσεων) – των ηλεκτρικών και των μαγνητικών – σε μία ενιαία ηλεκτρομαγνητική αλληλεπίδραση. Ο εικοστός αιώνας θα διεύρυνε το «κάδρο» της ενοποίησης βάζοντας στο παιχνίδι την ασθενή και την ισχυρή αλληλεπίδραση, και κάνοντας μία ηρωική προσπάθεια να εντάξει στο σχήμα και την δύστροπη βαρύτητα…

Με την μαθηματική ιδιοφυΐα που τον διέκρινε, ο Maxwell κωδικοποίησε τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα με τέσσερις εξισώσεις που περιγράφουν την συμπεριφορά του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου στον χώρο και τον χρόνο. Από τις εξισώσεις αυτές προκύπτει το ενδιαφέρον συμπέρασμα ότι το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο έχει κυματικές ιδιότητες. Δηλαδή, μία μεταβολή (διαταραχή) του πεδίου σε κάποιο σημείο του χώρου δεν γίνεται ακαριαία αισθητή σε άλλα σημεία αλλά διαδίδεται μέσω ενός ηλεκτρομαγνητικού κύματος που ταξιδεύει με την ταχύτητα του φωτός. Ειδικά, το ίδιο το φως είναι ηλεκτρομαγνητικό κύμα που έχει την ιδιότητα να γίνεται αντιληπτό από εμάς για τον λόγο ότι ερεθίζει το αισθητήριο της όρασής μας.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, να τονίσω την σημασία των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων για τη ζωή μας! Μέσω αυτών λαμβάνουμε φως και ζέστη από τον Ήλιο (αλλά, δυστυχώς, και άλλες ακτινοβολίες που είναι βλαπτικές για εμάς), απολαμβάνουμε στερεοφωνική μουσική στο ραδιόφωνο, βλέπουμε ποδοσφαιρικούς αγώνες στην τηλεόραση, επικοινωνούμε με τα κινητά μας τηλέφωνα… Όμως, πώς παράγονται αυτά τα κύματα;

Καταρχήν, λίγη ορολογία: Η διάδοση ενέργειας μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων καλείται ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. (Στο εξής θα γράφουμε, σύντομα, «Η/Μ κύματα» και «Η/Μ ακτινοβολία».) Έτσι, ένα φυσικό σύστημα που εκπέμπει ενέργεια στη μορφή Η/Μ κυμάτων λέμε ότι εκπέμπει Η/Μ ακτινοβολία ή, απλά, ότι ακτινοβολεί. Παραδείγματα τέτοιων συστημάτων είναι τα άτομα, τα μόρια, οι πυρήνες, τα θερμά σώματα, οι κεραίες των ραδιοφωνικών σταθμών, κλπ.

Από μία προσεκτική εξέταση των εξισώσεων του Maxwell προκύπτει ότι η Η/Μ ακτινοβολία παράγεται με βασικά δύο τρόπους: (α) με επιταχυνόμενα μεμονωμένα ηλεκτρικά φορτία, και (β) με χρονικά μεταβαλλόμενα ηλεκτρικά ρεύματα. Ειδικά, ένα φορτίο που κινείται με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά) δεν ακτινοβολεί. Συνηθίζω να το εξηγώ αυτό στους μαθητές μου χρησιμοποιώντας την παρακάτω παραβολή:

Μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού πάτε ως το περίπτερο να αγοράσετε ένα παγωτό. Για να προλάβετε πριν λιώσει, αποφασίζετε να το φάτε στον δρόμο. Βαδίζετε αμέριμνοι σε ένα ευθύγραμμο μονοπάτι με σταθερό βήμα (άρα, με σταθερή ταχύτητα) χωρίς να πάρετε είδηση ένα σμήνος από μέλισσες που σας ακολουθούν πολιορκώντας το παγωτό σας! Όταν ξαφνικά τις αντιλαμβάνεστε, επιταχύνετε την κίνησή σας για να τους ξεφύγετε (είτε τρέχετε πιο γρήγορα προς τα μπρος, είτε απλά αλλάζετε κατεύθυνση πορείας). Τρομαγμένες, τότε, από την κίνησή σας αυτή, κάποιες μέλισσες αποκόπτονται από το σμήνος και πετούν μακριά, χωρίς ποτέ να επιστρέψουν...

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Το «παγωτό» είναι ένα ηλεκτρικό φορτίο που αρχικά κινείται με σταθερή ταχύτητα, μεταφέροντας στην κατεύθυνση της κίνησής του την ολική ενέργεια του Η/Μ πεδίου του (το «σμήνος των μελισσών»), η οποία ενέργεια μένει σταθερή. Όταν το φορτίο επιταχύνεται, ένα μέρος της ενέργειας αυτής (οι «μέλισσες» που πέταξαν μακριά) αποσπάται, κατά κάποιον τρόπο, και απομακρύνεται προς το άπειρο με την ταχύτητα του φωτός, υπό μορφή Η/Μ κύματος. Και, όσο πιο μεγάλη είναι η επιτάχυνση του φορτίου, τόσο πιο μεγάλη είναι και η ενέργεια της εκπεμπόμενης Η/Μ ακτινοβολίας στη μονάδα του χρόνου.

Εδώ, τώρα, μπορεί να τεθεί το εξής ερώτημα: Η επιτάχυνση είναι κάτι το σχετικό. Αν ένα φορτίο επιταχύνεται ως προς έναν «ακίνητο» παρατηρητή, αυτός θα βλέπει το φορτίο να εκπέμπει Η/Μ ακτινοβολία. Ένας παρατηρητής, όμως, που κινείται μαζί με το φορτίο – άρα το φορτίο είναι ακίνητο ως προς αυτόν – πώς θα εξηγήσει την ακτινοβολία που αντιλαμβάνεται;

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να θυμηθούμε την έννοια του αδρανειακού συστήματος αναφοράς. Είναι ένα σύστημα συντεταγμένων (ή αξόνων) ως προς το οποίο ένα ελεύθερο σωμάτιο (δηλαδή, ένα σωμάτιο που δεν του ασκούνται δυνάμεις) είτε κινείται με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά) είτε δεν κινείται καθόλου. Ο παρατηρητής που χρησιμοποιεί ένα τέτοιο σύστημα αναφοράς λέγεται αδρανειακός παρατηρητής. Με βάση τον Νόμο της Αδράνειας (πρώτο νόμο του Νεύτωνα), δύο αδρανειακοί παρατηρητές κινούνται με σταθερή ταχύτητα (δεν επιταχύνονται) ο ένας ως προς τον άλλον.

Αυτό που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι σε αδρανειακά και μόνο συστήματα αναφοράς ισχύουν οι νόμοι του Νεύτωνα, καθώς και οι νόμοι του ηλεκτρομαγνητισμού. Ειδικά, ένα ηλεκτρικό φορτίο εκπέμπει Η/Μ ακτινοβολία όταν επιταχύνεται ως προς έναν αδρανειακό παρατηρητή. Ο παρατηρητής που κινείται μαζί με το φορτίο αυτό δεν είναι αδρανειακός. Έτσι, αν και σε εκείνον το φορτίο φαίνεται ακίνητο, άρα μη-επιταχυνόμενο, δεν έχει το «δικαίωμα» να ερμηνεύει τα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα με βάση τις εξισώσεις του Maxwell και, αν επιμείνει να το κάνει, θα φτάσει στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι ακόμα και ένα ακίνητο φορτίο ακτινοβολεί! Στην πραγματικότητα, βέβαια, το φορτίο ακτινοβολεί επειδή επιταχύνεται ως προς τον αδρανειακό παρατηρητή.

Ο Maxwell ήταν άτυχος που δεν πρόλαβε την θεωρία της σχετικότητας, αφού με βάση αυτήν είναι πολύ εύκολο να αποδειχθεί ότι ένα φορτίο που κινείται με σταθερή ταχύτητα ως προς έναν αδρανειακό παρατηρητή δεν ακτινοβολεί. Ας δούμε πώς:

Έστω φορτίο q που κινείται με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά) ως προς έναν αδρανειακό παρατηρητή Ο. Θεωρούμε και έναν παρατηρητή Ο΄ που κινείται μαζί με το φορτίο, άρα είναι κι αυτός αδρανειακός (αφού κινείται με σταθερή ταχύτητα ως προς τον Ο). Επειδή το q είναι ακίνητο ως προς τον Ο΄, ο παρατηρητής αυτός θα αντιλαμβάνεται απλά ένα στατικό ηλεκτρικό πεδίο και δεν θα καταγράφει εκπομπή Η/Μ ακτινοβολίας από το q (η Η/Μ ακτινοβολία προϋποθέτει χρονική μεταβολή του Η/Μ πεδίου).

Ας κάνουμε τώρα την υπόθεση ότι ο «ακίνητος» παρατηρητής Ο, ως προς τον οποίο το q κινείται με σταθερή ταχύτητα, βλέπει το q να ακτινοβολεί. Σύμφωνα με την αρχή της σχετικότητας, η Η/Μ ακτινοβολία διαδίδεται με την ίδια ταχύτητα c (ταχύτητα του φωτός) σε όλα τα αδρανειακά συστήματα αναφοράς. Έτσι, αν ο παρατηρητής Ο βλέπει ακτινοβολία που διαδίδεται με ταχύτητα c, τότε και ο παρατηρητής Ο΄ θα πρέπει να βλέπει την ίδια ακτινοβολία να διαδίδεται με την ίδια ταχύτητα. Όμως, όπως είπαμε προηγουμένως, ο παρατηρητής Ο΄ δεν βλέπει καμία ακτινοβολία! Γιατί οδηγηθήκαμε σε άτοπο; Διότι κάναμε μία λανθασμένη υπόθεση: ότι ο παρατηρητής Ο βλέπει το φορτίο q να ακτινοβολεί. Συμπέρασμα: το q δεν μπορεί να ακτινοβολεί αν κινείται με σταθερή ταχύτητα ως προς τον αδρανειακό παρατηρητή Ο.

Σημειώνουμε ότι η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιήσαμε καταρρέει αν το q επιταχύνεται ως προς τον Ο, αφού ο παρατηρητής Ο΄ που κινείται μαζί με το φορτίο δεν είναι τώρα αδρανειακός και, συνεπώς, η αρχή της σχετικότητας δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί για να συσχετίσει τις παρατηρήσεις των Ο και Ο΄.

Κλασική Φυσική και ατομική θεωρία: Μία δύσκολη σχέση...

Ένα ατομικό σύστημα αποτελείται από ένα πλήθος θετικά και αρνητικά φορτισμένων σωματιδίων (πυρήνας και ηλεκτρόνια, αντίστοιχα) τα οποία συγκρατούνται μεταξύ τους με ηλεκτρικές δυνάμεις έτσι ώστε το σύστημα να είναι ευσταθές (να διατηρεί την ταυτότητά του) για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα.

Όπως μπορεί να αποδειχθεί, ένα σύστημα φορτισμένων σωματιδίων δεν είναι δυνατό να βρίσκεται σε στατική ισορροπία κάτω από την επίδραση ηλεκτρικών δυνάμεων. Τα σωματίδια θα πρέπει να βρίσκονται σε κίνηση και, επειδή ο χώρος της κίνησής τους είναι περιορισμένος, η διεύθυνση της ταχύτητάς τους θα πρέπει να μεταβάλλεται συνεχώς. Με άλλα λόγια, τα σωματίδια θα έχουν (τουλάχιστον κεντρομόλο) επιτάχυνση.

Όμως, σύμφωνα με την κλασική θεωρία, κάθε επιταχυνόμενο φορτίο εκπέμπει Η/Μ ακτινοβολία χάνοντας διαρκώς ενέργεια. Έτσι, μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα το σύστημα θα πρέπει να συρρικνώνεται και να καταρρέει, χάνοντας τελικά την ταυτότητά του. Κάτι τέτοιο (ευτυχώς!) δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, αφού τα ατομικά συστήματα είναι ευσταθή.

Ένα άλλο φαινόμενο που απαιτεί εξήγηση είναι ότι τα ατομικά συστήματα εκπέμπουν και απορροφούν την Η/Μ ακτινοβολία με τρόπο επιλεκτικό. Δηλαδή, κάθε τέτοιο σύστημα απορροφά και εκπέμπει συγκεκριμένες μόνο συχνότητες ακτινοβολίας. Όπως λέμε, το φάσμα εκπομπής και απορρόφησης του συστήματος είναι γραμμικό. Αυτό η κλασική Φυσική επίσης αδυνατεί να το εξηγήσει.

Εκεί που αποτυγχάνει η κλασική θεωρία, αναλαμβάνει δράση η κβαντική. Ας εξετάσουμε πώς συμβαίνει αυτό, παίρνοντας σαν παράδειγμα το απλούστερο ατομικό σύστημα: το άτομο του υδρογόνου. Και, πριν απ’ όλα, ας δούμε και πάλι γιατί ένα τέτοιο σύστημα δεν είναι δυνατό να μελετηθεί με όρους κλασικής Φυσικής.

Μοντέλο του Rutherford: Μία σημαντική αρχή, με προβληματικά συμπεράσματα...

Το πρώτο σύγχρονο μοντέλο του ατόμου προτάθηκε το 1911 από τον Ernest Rutherford. Στην απλούστερη περίπτωση, αυτή του ατόμου του υδρογόνου, το μοναδικό ηλεκτρόνιο κινείται κυκλικά γύρω από τον πυρήνα (πρωτόνιο) με σταθερή γωνιακή ταχύτητα και αυθαίρετη ακτίνα τροχιάς.

Η εικόνα θυμίζει την κίνηση ενός πλανήτη γύρω από τον Ήλιο, ή ενός δορυφόρου γύρω από έναν πλανήτη. Με μία βασική διαφορά: στην περίπτωση του ατόμου, η κίνηση οφείλεται σε Η/Μ αλληλεπίδραση (την δύναμη Coulomb ανάμεσα σε πρωτόνιο και ηλεκτρόνιο) και όχι στη βαρύτητα, όπως συμβαίνει στα πλανητικά συστήματα. Και, επειδή το ηλεκτρόνιο έχει κεντρομόλο επιτάχυνση λόγω της συνεχούς μεταβολής στη διεύθυνση της κίνησής του, η κλασική θεωρία προβλέπει ότι το άτομο θα πρέπει να εκπέμπει συνεχώς Η/Μ ακτινοβολία χάνοντας ενέργεια, με αποτέλεσμα η ακτίνα της κυκλικής τροχιάς του ηλεκτρονίου να μειώνεται ολοένα ώσπου τελικά το ηλεκτρόνιο να μεταπέσει μέσα στον πυρήνα του ατόμου. Και η μετάπτωση αυτή, που θα σήμαινε ολική κατάρρευση του ατόμου, θα συνέβαινε μέσα σε απειροελάχιστο χρονικό διάστημα! Κάτι τέτοιο, βέβαια, δεν παρατηρείται στην πραγματικότητα: το άτομο του υδρογόνου – όπως και εκείνα των υπόλοιπων στοιχείων – είναι δομή ευσταθής.

Η ιστορία, όμως, έχει και συνέχεια. Καθώς θα μεταβάλλονταν συνεχώς η ακτίνα της τροχιάς του ηλεκτρονίου και η ενέργεια του ατόμου, με ομοίως συνεχή τρόπο θα μεταβαλλόταν και η συχνότητα της Η/Μ ακτινοβολίας που θα εξέπεμπε το άτομο. Όπως όμως αναφέραμε προηγουμένως, τα άτομα δεν φαίνεται να εκπέμπουν ακτινοβολία κατά τρόπο συνεχή, αλλά κάθε άτομο εκπέμπει επιλεκτικά συγκεκριμένες συχνότητες ακτινοβολίας, χαρακτηριστικές του ατόμου. Δηλαδή, τα φάσματα εκπομπής των ατόμων (όπως επίσης και των μορίων) είναι γραμμικά.

Το μοντέλο του Rutherford, λοιπόν, αν και αποτέλεσε ένα πρώτο σημαντικό βήμα στην κατανόηση της ατομικής δομής, δεν εξηγεί τόσο την ευστάθεια, όσο και την γραμμικότητα του φάσματος εκπομπής των ατόμων. Και εδώ μπαίνει στη σκηνή η κβαντική θεωρία. Με τις αρχικές αδυναμίες της κι αυτή...

Μοντέλο του Bohr: «Παντρεύοντας» κλασικές με κβαντικές ιδέες...

Το 1913 ο Niels Bohr επιχείρησε να «διορθώσει» τις αδυναμίες του μοντέλου του Rutherford για το άτομο του υδρογόνου, προτείνοντας ένα μοντέλο που συνδύαζε κλασικές έννοιες όπως η τροχιά ενός σωματιδίου, με νεωτεριστικές ιδέες όπως ο κβαντισμός της στροφορμής και της ενέργειας.

Ο Bohr εμπλούτισε το μοντέλο του Rutherford για το υδρογόνο, προσθέτοντας δύο αξιώματα:

1. Το ηλεκτρόνιο δεν επιτρέπεται να διαγράφει αυθαίρετες τροχιές γύρω από τον πυρήνα, αλλά πρέπει να κινείται σε κυκλικές τροχιές με αυστηρά καθορισμένες ακτίνες. Στις τροχιές αυτές το ηλεκτρόνιο δεν εκπέμπει Η/Μ ακτινοβολία, και η ενέργεια του ατόμου είναι καθορισμένη και σταθερή.

2. Το άτομο ακτινοβολεί μόνο όταν το ηλεκτρόνιο μεταπίπτει από μία τροχιά μεγαλύτερης ενέργειας σε μία τροχιά μικρότερης ενέργειας, με παράλληλη μείωση της ακτίνας της τροχιάς του ηλεκτρονίου. Η ενέργεια ακτινοβολείται στη μορφή ενός φωτονίου.

Η θεωρία του Bohr εξηγεί την γραμμικότητα του φάσματος εκπομπής του υδρογόνου, προβλέποντας σωστά και τις συχνότητες της εκπεμπόμενης ακτινοβολίας. Η γραμμικότητα αυτή εξηγείται με απλό τρόπο ως εξής: Σε μία μετάπτωση του ηλεκτρονίου από μία τροχιά ενέργειας E σε μία τροχιά μικρότερης ενέργειας , το άτομο εκπέμπει ενέργεια στη μορφή ενός φωτονίου συχνότητας ν=(E–E΄)/h, όπου h η σταθερά του Planck. Και, επειδή τα E και  παίρνουν διακριτές και όχι αυθαίρετες τιμές (δηλαδή, η ενέργεια του ατόμου είναι κβαντισμένη), το ίδιο θα ισχύει και για τις συχνότητες ν της εκπεμπόμενης Η/Μ ακτινοβολίας. Έτσι, ο κβαντισμός της ενέργειας είναι στενά συνδεδεμένος με την γραμμικότητα του ατομικού φάσματος εκπομπής.

Το μοντέλο του Bohr «πάσχει» σε δύο, κυρίως, σημεία:

1. Ενώ προβλέπει σωστά το φάσμα εκπομπής του ατόμου του υδρογόνου, αδυνατεί να κάνει το ίδιο για άτομα με δύο ή περισσότερα ηλεκτρόνια.

2. Αφήνει ανεξήγητο το ότι στις επιτρεπτές τροχιές του το ηλεκτρόνιο, αν και έχει κεντρομόλο επιτάχυνση, δεν ακτινοβολεί, παραβιάζοντας έτσι τους νόμους του κλασικού ηλεκτρομαγνητισμού.

Και στα δύο αυτά ζητήματα δίνει απαντήσεις η κβαντομηχανική. Θα επικεντρωθούμε εδώ στο δεύτερο.

Πώς η κβαντομηχανική συμφιλιώνει τον Maxwell με τον Bohr!

Σύμφωνα με τον κλασικό ηλεκτρομαγνητισμό, ένα σημειακό φορτίο που εκτελεί ομαλή κυκλική κίνηση εκπέμπει ακτινοβολία λόγω της κεντρομόλου επιτάχυνσής του. Αντίθετα, ένα κυκλικό ηλεκτρικό ρεύμα σταθερής έντασης δεν ακτινοβολεί, αφού το Η/Μ πεδίο που παράγει είναι απλά ένα στατικό μαγνητικό πεδίο. Και, όπως αναφέραμε νωρίτερα, η Η/Μ ακτινοβολία προϋποθέτει χρονική μεταβολή του Η/Μ πεδίου.

Όμως, στην κβαντομηχανική η εικόνα ενός σημειακού φορτίου που κινείται σε καθορισμένη τροχιά στερείται νοήματος, αφού η αρχή της αβεβαιότητας δεν επιτρέπει να γνωρίζουμε την ακριβή θέση και την ακριβή ταχύτητα ενός σωματιδίου του μικρόκοσμου. Στη θέση των τροχιών, η κβαντομηχανική μιλά για στάσιμες καταστάσεις με καλά καθορισμένες ενέργειες. Και, στη θέση της κίνησης ενός ηλεκτρονίου σε καθορισμένη τροχιά γύρω από τον πυρήνα, η θεωρία προτείνει ένα «ρεύμα πιθανότητας» που σχετίζεται με όλες τις θέσεις στις οποίες μπορεί να βρεθεί το ηλεκτρόνιο κατά την κίνησή του. Όταν το ηλεκτρόνιο βρίσκεται σε μία από τις στάσιμες καταστάσεις, το αντίστοιχο ρεύμα πιθανότητας είναι χρονικά σταθερό.

Επί πλέον – και αυτή είναι μία κρίσιμη υπόθεση – το ρεύμα πιθανότητας μπορεί να θεωρηθεί ως μαθηματικά ανάλογο ενός ηλεκτρικού ρεύματος γύρω από τον πυρήνα του ατόμου. Σε μία στάσιμη κατάσταση, το ηλεκτρικό ρεύμα αυτό είναι χρονικά σταθερό. Και, σύμφωνα με την κλασική θεωρία, ένα σταθερό ρεύμα δεν αποτελεί πηγή εκπομπής Η/Μ ακτινοβολίας.

Ας πάμε, ειδικά, στο άτομο του υδρογόνου. Οι επιτρεπτές τροχιές του Bohr, σε κάθε μία εκ των οποίων το ηλεκτρόνιο έχει καλά καθορισμένη ενέργεια, αντιστοιχούν στις στάσιμες καταστάσεις της κβαντομηχανικής. Και, όπως προαναφέραμε, στις καταστάσεις αυτές η κίνηση του ηλεκτρονίου είναι ισοδύναμη με ένα ηλεκτρικό ρεύμα σταθερής έντασης. Έτσι, στις «καταστάσεις Bohr» το άτομο δεν ακτινοβολεί, εκτός αν το ηλεκτρόνιο μεταπέσει από μία κατάσταση υψηλότερης ενέργειας σε μία κατάσταση χαμηλότερης ενέργειας, οπότε το άτομο θα εκπέμψει ένα φωτόνιο συχνότητας ανάλογης με τη διαφορά ενέργειας ανάμεσα στις δύο καταστάσεις.

Όταν, τώρα, το άτομο του υδρογόνου δεν υπόκειται σε εξωτερική διέγερση, το ηλεκτρόνιό του «προτιμά» να βρίσκεται στη στάσιμη κατάσταση με την χαμηλότερη δυνατή ενέργεια, αντίστοιχη της πρώτης (θεμελιώδους) τροχιάς του Bohr. Και, επειδή δεν υπάρχει δυνατότητα περαιτέρω μεταπτώσεων, το ηλεκτρόνιο παραμένει επ’ αόριστον στη θεμελιώδη κατάσταση, ενώ το άτομο δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να ακτινοβολεί. Η ενέργεια του ατόμου μένει, έτσι, σταθερή, και το άτομο αποφεύγει την κατάρρευση.

Αντικαθιστώντας, λοιπόν, τις ημι-κλασικές τροχιές Bohr με τις στάσιμες καταστάσεις της κβαντομηχανικής, και θεωρώντας ότι το κβαντικό ρεύμα πιθανότητας είναι ανάλογο ενός πραγματικού ηλεκτρικού ρεύματος που περιβάλλει τον πυρήνα του ατόμου, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το άτομο του υδρογόνου είναι ευσταθές σύστημα. Και, το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο με μία καθαρά κλασική αρχή: ότι ένα χρονικά σταθερό ηλεκτρικό ρεύμα δεν ακτινοβολεί ενέργεια. Παρά την αρχική αμηχανία τού Rutherford, ο Maxwell και ο Bohr μπορούν, τελικά, να γίνουν φίλοι!

Επίλογος

Από φιλοσοφική άποψη, θα λέγαμε ότι η κβαντομηχανική όχι μόνο δεν καταργεί τον Maxwell σε ό,τι αφορά τα φαινόμενα του μικρόκοσμου, αλλά κατ’ ουσίαν τον δικαιώνει. Αρκεί, βέβαια, να επανεξεταστούν «αυτονόητες» έννοιες της κλασικής Φυσικής, όπως η τροχιά ενός σωματιδίου ως γεωμετρικός τόπος επακριβώς καθορισμένων σημείων από τα οποία το σωματίδιο διέρχεται σε απόλυτα καθορισμένες χρονικές στιγμές. Η επανεξέταση αυτή επιβάλλεται λόγω της αρχής της αβεβαιότητας, σύμφωνα με την οποία δεν επιτρέπεται να γνωρίζουμε λεπτομέρειες του μικρόκοσμου σε τάξη μεγέθους συγκρίσιμη με (ή μικρότερη από) εκείνη της σταθεράς του Planck.

Αν σκεφτούμε ότι τον ηλεκτρομαγνητισμό του Maxwell δεν αμφισβήτησε ούτε η θεωρία της σχετικότητας (κάτι που έκανε για την νευτώνεια μηχανική), καταλαβαίνουμε γιατί ο μεγάλος αυτός επιστήμονας του 19ου αιώνα δικαίως μπορεί να χαρακτηριστεί ως ο κορυφαίος θεωρητικός Φυσικός πριν τον Αϊνστάιν!

* Το πιο πάνω κείμενο αποτελεί μεταφρασμένη και ελαφρά απλουστευμένη εκδοχή του παιδαγωγικού επιστημονικού άρθρου "But, how can the atom be so stable, Dr. Maxwell?" (https://arxiv.org/abs/2105.08421)

Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

Θα έπρεπε να μείνει απαθής η Ευρώπη μπροστά σε έναν βιασμό;

                  

Η Ευρώπη καλείται να πληρώσει βαρύ τίμημα για την ηθική και υλική συμπαράστασή της στην Ουκρανία. Θα έπρεπε, μήπως, να είχε μείνει απαθής μπροστά στον βιασμό μίας ευρωπαϊκής χώρας από μια άλλη που δεν επιθυμεί καν να ανήκει στην Ευρώπη; Το ερώτημα φαίνεται ρητορικό. Όμως σιγά - σιγά αρχίζει να αποκτά πραγματική διάσταση υπό το βάρος των αναμενόμενων δεινών για τον Ευρωπαίο πολίτη. Τελικά, ποιος νικά στη διελκυστίνδα της ηθικής με την επιβίωση;

Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

«Τι δουλειά είχε η Ευρώπη να μπλεχτεί με τον Πούτιν;» ρωτά, ρητορικά, ένας φιλήσυχος Ευρωπαίος πολίτης καθώς αντικρίζει το φάσμα ενός επερχόμενου δύσκολου χειμώνα που θα θέσει σε αμφισβήτηση το «αυτονόητο» προνόμιό του να μην κρυώνει, ακόμα και να μην πεινά. Δεν θα γλιτώναμε, άραγε, κάμποσα δεινά αν απλά γυρίζαμε το κεφάλι από την άλλη μεριά, κάνοντας πως δεν βλέπουμε τον βιασμό της Ουκρανίας από τους Ρώσους νεο-βαρβάρους; Μήπως, τελικά, αποδεικνύονται σοφότεροι οι κήρυκες του αριστερο-δεξιού φιλορωσικού λαϊκισμού, που συμβούλευαν εξαρχής να μην ανακατευτούμε στον «πόλεμο που κάνει το NATO ενάντια στη Ρωσία»;

Τα πιο πάνω ερωτήματα προβάλλουν ως ρητορικά – άρα εκ προοιμίου απαντημένα στην αρνητική τους εκδοχή – στη συνείδηση ενός σύγχρονου, δημοκρατικού Ευρωπαίου πολίτη που δεν έχει πέσει θύμα ευπιστίας απέναντι στη ρωσική προπαγάνδα. Για πολλούς Ευρωπαίους πολίτες, όμως (όχι αναγκαία διαπνεόμενους από φιλορωσικά αισθήματα) τα ερωτήματα αυτά έχουν ήδη αρχίσει να αποκτούν πραγματική (μη–ρητορική) διάσταση, μπροστά στην προοπτική (ή μάλλον, βεβαιότητα) δυσάρεστων αλλαγών στην ποιότητα ζωής τους. Για κάποιους, ακόμα και η ίδια η επιβίωση φαντάζει δύσκολη τους επόμενους μήνες, αν όχι τα επόμενα χρόνια.

Ας το δούμε, λοιπόν, ως πραγματικό ερώτημα: Πώς θα έπρεπε να είχε αντιδράσει η Ευρώπη (η Αμερική είναι μια άλλη ιστορία) μπροστά στην ναζιστικού τύπου εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία; Επειδή το ζήτημα είναι περίπλοκο στη μεγάλη γεωπολιτική κλίμακα, θα προσπαθήσουμε να το απλουστεύσουμε με τη βοήθεια μίας παραβολής.

Ας φανταστούμε το εξής σκηνικό:

Καθώς περπατάμε σε ένα δρομάκι κάποιου απομονωμένου χωριού όπου κυριαρχεί ο νόμος του ισχυρού, βρισκόμαστε ξαφνικά μπροστά στη σκηνή ενός βιασμού. Δράστης είναι ο μεγαλέμπορος του χωριού, που έχει το μονοπώλιο βασικών ειδών όπως το ψωμί, το λάδι, το πετρέλαιο, κλπ.

Η κοπέλα αμύνεται με όλες τις δυνάμεις της – ακόμα και με τα νύχια της –  για να ξεφύγει από τον βιαστή, όμως δεν έχει πολλές ελπίδες να γλιτώσει. Όπως είναι φυσικό, σπεύδουμε να της προσφέρουμε βοήθεια. Ο δράστης, τότε, μας προειδοποιεί να μην πλησιάσουμε, δείχνοντας μία χειροβομβίδα που κρατά και απειλώντας να την απασφαλίσει. Επί πλέον, απειλεί ότι θα μας απαγορεύσει την πρόσβαση στο μαγαζί του, με υπαρκτό τον κίνδυνο να πεινάσουμε και να ξεπαγιάσουμε τον χειμώνα.

Ερώτηση κρίσεως: Πώς αντιδρούμε σε αυτή την περίπτωση; Βοηθάμε το θύμα να αποφύγει τον βιασμό, με κίνδυνο να σκοτωθούμε επιτόπου ή να πεθάνουμε αργότερα από κρύο και ασιτία; Πετάμε από μακριά στο θύμα ένα πρόχειρο σουγιαδάκι που κρατάμε, για να αμυνθεί όπως - όπως; Ή μήπως απλά καμωνόμαστε πως δεν είδαμε τίποτα, και απομακρυνόμαστε βιαστικά από το σκηνικό σφυρίζοντας ανέμελα;

Αφού απαντήσουμε στην ερώτηση, ας βάλουμε στη θέση μας τις χώρες της δημοκρατικής Ευρώπης, στη θέση της κοπέλας την Ουκρανία, στη θέση των απαραίτητων προς επιβίωση εμπορευμάτων το σιτάρι και το φυσικό αέριο, και στη θέση της χειροβομβίδας τα πυρηνικά όπλα, για να καταλάβουμε το σκληρό δίλημμα απέναντι στο οποίο τέθηκε εκ των πραγμάτων η Ευρωπαϊκή Ένωση μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Το «σουγιαδάκι» – δηλαδή, η μάλλον συμβολική αποστολή κάποιου αμυντικού οπλισμού – και μερικές (κατά τα φαινόμενα ανεπαρκείς και αναποτελεσματικές) οικονομικές κυρώσεις προς τη Ρωσία ήταν, τελικά, οι μόνες εφικτές κινήσεις συμπαράστασης προς τον ουκρανικό λαό. Ήταν αρκετές, εν τούτοις, για να κινητοποιήσουν την ρωσική εκδικητικότητα. Με όλες τις τρομακτικές συνέπειες που η κατάσταση αυτή προοιωνίζεται για τους Ευρωπαίους πολίτες...

Η έκβαση του άνισου πολέμου είναι, δυστυχώς, προδιαγεγραμμένη. Ο βιαστής δεν θα εγκαταλείψει το σκηνικό του βιασμού προτού εξασφαλίσει έναν βαθμό ικανοποίησης για τον εαυτό του. Μετά θα αναζητήσει το επόμενο θύμα – αν δεν το έχει επιλέξει ήδη. Έχει μάθει καλά το μάθημα από τον φημισμένο δάσκαλο που είχε ξεκινήσει την καριέρα του ως δεκανέας. Το Μόναχο, το 1938, ήταν μεγάλο σχολείο τακτικισμού για μελλοντικούς δικτάτορες...

Από την αρχή του αυτός ο αιώνας δεν πορεύεται καλά. Όπως ακριβώς κι ο προηγούμενος. Και αυτό το τελευταίο είναι που τρομάζει περισσότερο...

KLIK

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2022

Νόμιμη παρακολούθηση, ή απλά νομότυπη;


Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Μεγάλη σύγχυση προκάλεσε μία πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού, σύμφωνα με την οποία η παρακολούθηση, από κρατικές υπηρεσίες, του κινητού τηλεφώνου ενός πρώην ευρωβουλευτή και νυν αρχηγού κόμματος της αντιπολίτευσης, ήταν «νόμιμη αλλά πολιτικά εσφαλμένη». Αν μάλιστα εκείνος (ο πρωθυπουργός) το είχε πληροφορηθεί εγκαίρως, δεν θα το είχε επιτρέψει!

Και εύλογα γεννήθηκε το ερώτημα: Είναι δυνατόν, μία ενέργεια που είναι σύμφωνη με τον νόμο (άρα, κατά μία έννοια, την απαιτεί ο ίδιος ο νόμος) να ματαιώνεται για «πολιτικούς» λόγους - ή, για να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους, για λόγους αποφυγής πολιτικού κόστους; Αυτό τότε δεν καθιστά de facto παράνομη πράξη τη ματαίωση αυτή;

Με βάση τις τοποθετήσεις έγκριτων νομικών (όπως, π.χ., ο Ε. Βενιζέλος), αυτό στο οποίο θα πρέπει να εστιάσουμε την προσοχή μας είναι το κατά πόσον η πράξη της παρακολούθησης ήταν όντως νόμιμη, ή απλά νομότυπη. Γιατί, η πρώτη ιδιότητα περιλαμβάνει την δεύτερη, αλλά το αντίστροφο δεν ισχύει πάντα...

Μία διαδικασία είναι νομότυπη όταν τηρούνται τα τυπικά του νόμου (όπως λέμε, υπάρχουν στα σχετικά έγγραφα όλες οι απαιτούμενες «σφραγίδες και υπογραφές»). Σε μία νόμιμη διαδικασία, όμως, εκτός από τα τυπικά (τα οποία ούτως ή άλλως οφείλουν να τηρούνται) λαμβάνεται υπόψη και ο λόγος για τον οποίο πρέπει να εφαρμοστεί ο νόμος - π.χ., για ποιον λόγο απαιτείται να αρθεί το απόρρητο μίας συνομιλίας - πράγμα που ο ίδιος ο νόμος καθορίζει ώστε να αποφεύγεται τυχόν κατάχρησή του. Και αυτό είναι που διαχωρίζει το γράμμα από το πνεύμα του νόμου.

Ας δώσω ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι ένας αστυνομικός, που έχει καθαρά προσωπικές διαφορές μαζί μου, καταφέρνει να αποσπάσει την απαιτούμενη εισαγγελική εντολή ώστε να εισβάλει στο σπίτι μου, να το κάνει άνω - κάτω ψάχνοντας δήθεν για κάποιο παράνομο υλικό, να με σύρει στο αστυνομικό τμήμα για ανάκριση και, λίγο πριν καταρρεύσω σωματικά και ψυχικά, να με αφήσει να γυρίσω σπίτι μου δίχως άλλες εξηγήσεις. Φυσικά, σπεύδω να καταθέσω μήνυση για την άσκοπη ταλαιπωρία που υπέστην. Ο αστυνομικός, τότε, ισχυρίζεται ότι οι ενέργειές του ήταν «νόμιμες», επιδεικνύοντας τα σχετικά έγγραφα που το «αποδεικνύουν»!

Όπως είναι προφανές, η διαδικασία που περιέγραψα δεν είναι νόμιμη, παρά το γεγονός ότι ο αστυνομικός είχε τυπικά εξασφαλίσει εκ των προτέρων την άδεια ανώτερων αρχών για να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε. Καταρχάς, με ποια κριτήρια δόθηκε εισαγγελική εντολή για έρευνα στο σπίτι μου και εν συνεχεία μεταφορά μου στο τμήμα; Είτε ο αστυνομικός παραπλάνησε τον εισαγγελέα δηλώνοντας ψευδώς ότι ήμουν ύποπτος τέλεσης παράνομων πράξεων, είτε κι ο ίδιος ο εισαγγελέας, για δικούς του προσωπικούς λόγους, ήταν στο «κόλπο» της ψυχοσωματικής εξόντωσής μου. Σε κάθε περίπτωση, αν και η όλη διαδικασία ήταν οριακά νομότυπη, παρέβλεπε την ουσία του νόμου που καθιστά μη-αποδεκτή την καταχρηστική του εφαρμογή (πρέπει να υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παρανομίας ενός πολίτη ώστε να δοθεί η εντολή για σχετική έρευνα και/ή ανάκριση).

Για να γυρίσουμε στην πρόσφατη περίπτωση του πρώην ευρωβουλευτή και νυν αρχηγού κόμματος, η παρακολούθηση του κινητού τηλεφώνου του από κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας ήταν μεν νομότυπη πράξη, δεν είναι όμως δεδομένο, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, ότι ήταν και νόμιμη. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να δοθούν οι δέουσες εξηγήσεις σε ό,τι αφορά τους λόγους εθνικής σημασίας που κατέστησαν την παρακολούθηση αυτή αναγκαία.

Τώρα, για να μην αγνοήσουμε και την πολιτική διάσταση του θέματος, ο εν λόγω αρχηγός θα πρέπει να αισθάνεται μάλλον ικανοποιημένος παρά οργισμένος για την εξέλιξη αυτή. Παρά το γεγονός ότι, τουλάχιστον ως τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, το προσωπικό του πολιτικό στίγμα παραμένει ακαθόριστο, αποκομίζει εκ των πραγμάτων σημαντικό πολιτικό όφελος μέσω της ίντριγκας. Αν και, φοβάμαι, κάποιος άλλος που τώρα φωνασκεί (σιγά μην έχανε τέτοια ευκαιρία!) είναι εκείνος που θα «κάνει ταμείο» στο τέλος της μέρας...

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2022

Κριτική σκέψη στην εκπαίδευση: Παράγουμε μαθητές που φοβούνται να σκεφτούν;


Το έλλειμμα κριτικής σκέψης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης είναι φανερό. Το ερώτημα είναι ποιος έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη: ο μαθητής ή ο δάσκαλος...

 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Θέλοντας να πειράξω τους φοιτητές μου, τους λέω συχνά πως οι ερωτήσεις κρίσεως ονομάστηκαν έτσι επειδή τους προκαλούν κρίση κάθε φορά που τίθενται ως θέματα στις εξετάσεις! Το πείραγμα έχει μια δόση αλήθειας, αφού αποτελεί προϊόν εμπειρίας που εκτείνεται σε βάθος χρόνου...

Η σκηνή στην αίθουσα διδασκαλίας, σε μέρα εξετάσεων. Οι σπουδαστές διαβάζουν τα θέματα που μόλις τους έχουν δοθεί, καλούμενοι να διατυπώσουν τυχόν απορίες. Με απόλυτα φυσικό τρόπο, ένας εξ αυτών (εκπροσωπώντας πιθανότατα και τους περισσότερους από τους υπόλοιπους) σηκώνει το χέρι και κάνει την εξής ερώτηση: «Στο δεύτερο θέμα, θέλετε αυτά που γράφει το βιβλίο στην πρώτη παράγραφο πάνω δεξιά όπως το κοιτάζουμε, ή εκείνα που γράφει κάτω από το σχήμα στην απέναντι σελίδα;»

Όμως, το πρόβλημα έχει ήδη γίνει φανερό από πριν. Δίνοντας κατευθύνσεις για τη μελέτη του μαθήματος εν όψει εξετάσεων, τους λέω ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να διατυπώσουν το τάδε θεώρημα που αναφέρεται στην τάδε σελίδα του βιβλίου, χωρίς να απαιτείται να γνωρίζουν την απόδειξη του θεωρήματος (που επίσης παρατίθεται εκεί). Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που δέχομαι την ερώτηση: «Δηλαδή, από πού μέχρι πού πρέπει να ξέρουμε, και τι μπορούμε να παραλείψουμε στη σελίδα αυτή;»

Δεν υπονοώ, φυσικά, ότι ένας ευφυέστατος σπουδαστής που έχει αριστεύσει σε πανελλήνιες εξετάσεις δεν είναι σε θέση να κρίνει πού αρχίζει και πού τελειώνει η απόδειξη ενός θεωρήματος! Αυτό που θέλω να αναδείξω είναι ο φόβος που τον διακατέχει μπροστά στην ανάγκη να εμπιστευτεί την ίδια του την κρίση, ακόμα και για κάτι τόσο στοιχειώδες. Προτιμά, έτσι, την ασφάλεια που του παρέχει η κατά γράμμα εκτέλεση των οδηγιών του δασκάλου. Το ερώτημα είναι: Μήπως η εκπαίδευσή μας παράγει μαθητές που φοβούνται να σκεφτούν; Ή, στην λιγότερο δραματική εκδοχή, που είναι απρόθυμοι να σκεφτούν;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσοστό μαθητών και σπουδαστών, η «φωτογραφική» απομνημόνευση αποτελεί βασικό μέσο μάθησης. Η «παπαγαλία» θεωρείται μαθησιακό εργαλείο εκ των ων ουκ άνευ, ενώ η κριτική σκέψη αντιμετωπίζεται ως ελιτίστικη πολυτέλεια δίχως πρακτική αξία.

Ως εκπαιδευτικός ομολογώ ότι θεωρώ τους μαθητές σαν τους λιγότερο υπεύθυνους γι’ αυτό το φαινόμενο. Από την πρώτη μέρα του σχολείου διδάσκονται την αποστήθιση ως βασικό (αν όχι μοναδικό) τρόπο μάθησης και αναγκάζονται να την αποδεχθούν ως κριτήριο αξιολόγησης της επίδοσής τους. Βέβαια, ως ένα βαθμό, η αποστήθιση είναι αναπόφευκτο συστατικό της εκπαιδευτικής διαδικασίας, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την πρώτη καταγραφή αντικειμενικών δεδομένων όπως, π.χ., ιστορικές χρονολογίες, γεωγραφικά ονόματα ή κανόνες της αριθμητικής. Το ζήτημα είναι κατά πόσον, παράλληλα με την (όποια) αναγκαιότητα της απομνημόνευσης, οι μαθητές διδάσκονται την σημασία της κριτικής σκέψης και τους ανοίγεται ο δρόμος για να την αναπτύξουν.

Και, για να μη φανεί ότι επιχειρώ να επιρρίψω ευθύνες κατά κύριο λόγο στους φιλότιμους συναδέλφους των δύο πρώτων βαθμίδων της εκπαίδευσης, σπεύδω να τονίσω ότι τις ίδιες, τουλάχιστον, ευθύνες φέρουμε και όσοι παίρνουμε τη σκυτάλη από τα χέρια τους. Συνηθίζουμε να φορτώνουμε τους σπουδαστές μας με τεράστιες ποσότητες εξεταστέας ύλης που δεν αφήνουν χώρο στον προβληματισμό, παρά μόνο στην απομνημόνευση δεδομένων και μεθόδων. Έτσι, το διδακτικό βιβλίο και τα συναφή βοηθήματα καταντούν τυφλοσούρτες φοιτητικής επιβίωσης, αντί για εργαλεία ανάπτυξης επιστημονικής σκέψης.

Το κρίσιμο ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι ο βαθμός επικοινωνίας του διδάσκοντος με τον διδασκόμενο στην αίθουσα διδασκαλίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε την μαθησιακή λειτουργία σαν μονόδρομη διαδικασία όπου κάποιος «πομπός», εφοδιασμένος με κάποιας μορφής εξουσία, μεταδίδει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ως γνώση σε κάποιους «δέκτες» που καλούνται να την αφομοιώσουν χωρίς να τους δοθεί η δυνατότητα να την αξιολογήσουν. Μερικές φορές, μάλιστα, η μετάδοση της πληροφορίας παίρνει τη μορφή αληθινού βομβαρδισμού κάτω από το άγχος της απαίτησης «να καλύψουμε την ύλη», πράγμα που δεν μας αφήνει χρόνο να προβληματιστούμε κατά πόσον αυτά που διδάξαμε συνέβαλαν στη διεύρυνση πνευματικών οριζόντων ή οδήγησαν, απλά, στην αποθήκευση δεδομένων (τη σπουδαιότητα των οποίων – για να μην παρεξηγηθώ – δεν έχω την πρόθεση να αμφισβητήσω). Και, στο τέλος του εξαμήνου αξιολογούμε την επίδοση του μαθητή/σπουδαστή με βάση το πόσο πιστά μπορεί να αναπαραγάγει μέσα σε λίγη ώρα την πληροφορία με την οποία τον βομβαρδίσαμε!

Αναπόφευκτα, πολλοί μαθητές βρίσκουν καταφύγιο στη στείρα απομνημόνευση, τον πλέον θνησιγενή τρόπο μάθησης, αφού, στις περισσότερες περιπτώσεις (πλην των απολύτως αναγκαίων) τα προϊόντα της εξανεμίζονται δίχως να αφήσουν αξιόλογο στίγμα. Εδώ όμως υπάρχει μία υποσημείωση την οποία εμείς οι εκπαιδευτικοί συχνά παραβλέπουμε: Ακόμα και οι μαθητές στους οποίους με ευκολία τοποθετούμε την ετικέτα του «παπαγάλου», δείχνουν τελείως διαφορετική μαθησιακή συμπεριφορά όταν πρόκειται για αντικείμενο που τους ενδιαφέρει. Και το ενδιαφέρον αυτό είναι, τελικά, που θα τους ωθήσει να επενδύσουν στην εκμάθησή του κάτι περισσότερο από τον μόχθο μίας πρόσκαιρης απομνημόνευσης.

Η πιο πάνω παρατήρηση δείχνει την ευθύνη μας, ως εκπαιδευτικών, για την ανάπτυξη δημιουργικής σκέψης στους μαθητές μας. Για να θελήσουν να εμβαθύνουν σε οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο θα πρέπει πρώτα να τους κεντρίσουμε το ενδιαφέρον γι’ αυτό. Και, γενικότερα, να τους πείσουμε ότι ο χρόνος που θα διαθέσουν και ο κόπος που θα καταβάλουν θα τους ανταμείψει. Όχι απλά με ένα ψυχρό ενδεικτικό νούμερο που λέγεται «βαθμός» (αυτό το αμφιλεγόμενο κίνητρο είναι, εξ άλλου, ο κύριος υπεύθυνος για το φαινόμενο της αποστήθισης) αλλά, κυρίως, με την απόκτηση γνώσεων που θα είναι χρήσιμες για τη ζωή τους. Και – γιατί όχι; – με την ίδια την απόλαυση της ενασχόλησης με κάτι που σ’ εμάς τους ίδιους εναπόκειται να κάνουμε να φανεί συν τοις άλλοις και ευχάριστο!

Ξεκινώντας στην αρχή της ακαδημαϊκής χρονιάς το μάθημα της Φυσικής με τους πρωτοετείς μου, ρωτώ συχνά σε ποιους η Φυσική ήταν το αγαπημένο μάθημα στο Λύκειο και την μελετούσαν από ενδιαφέρον γι' αυτή, καθώς και ποιοι τυχόν την αντιπαθούσαν με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να «παπαγαλίζουν» για να επιβιώσουν. Σηκώνονται χέρια ένθεν και ένθεν, οπότε θέτω το ερώτημα κατά πόσον τα θετικά αισθήματα για το μάθημα σχετίζονται με την ίδια τη Φυσική ή, κατά βάθος, με τον δάσκαλο ο οποίος την δίδαξε. Μετά από σύντομη παύση, παίρνω τελικά την απάντηση που εύκολα μαντεύει ο αναγνώστης…

Αναλογεί, εν τούτοις, και ένα σημαντικό ποσοστό ευθύνης σε έναν ώριμο, πλέον, σπουδαστή για την ανάπτυξη κριτικής σκέψης, ανεξάρτητα από τις όποιες ευθύνες δασκάλων που προηγήθηκαν ή έπονται (οι οποίες, μαζί με εκείνες των γονιών, συχνά λειτουργούν ως βολικό άλλοθι για την αναβολή της ωρίμανσης). Ο σπουδαστής αυτός, λοιπόν, καλείται με δική του θέληση να ξεπεράσει τον εφησυχασμό που προσφέρει η επεξεργασμένη τροφή της απομνημόνευσης, αποδεχόμενος την λιγότερο βολική πρόκληση της δημιουργικής σκέψης. Γιατί, η πρώτη είναι μία επικίνδυνη μορφή πνευματικής οκνηρίας που αργά ή γρήγορα θα τον καταστήσει ευάλωτο στην πνευματική, ηθική και ιδεολογική κηδεμόνευση. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ρόλο του ως ανεξάρτητου κι ελεύθερου μέλους μίας δημοκρατικής κοινωνίας…

Ο μέγας Καζαντζάκης γράφει στο κορυφαίο φιλοσοφικό του έργο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω!» Κι ακόμα: «Καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτερος. Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο…»

Ίσως και να υπάρχει, τελικά, διδασκαλία. Μα ο δάσκαλος δεν είναι απαραίτητα ο λυτρωτής που ανοίγει δρόμους. Είναι κυρίως το φανάρι που τους φωτίζει. Και, ξεπερνώντας τις όποιες δικές του ματαιοδοξίες, οφείλει να δείξει στον μαθητή του πώς να πάρει το βλέμμα από το ίδιο το φανάρι και να το στρέψει κατά κει που πέφτει το φως. Οδηγώντας τον από την άκριτη αποδοχή προς τη γόνιμη σκέψη. Ακόμα και την αμφισβήτηση!

KLIK

Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Παραβιάζει ο υποχρεωτικός εμβολιασμός τα ατομικά δικαιώματα;


 Γράφει: Κώστας Παπαχρήστου

Σε προηγούμενο σημείωμα [1] αναφερθήκαμε σε μία πρόσφατη, μεσαιωνικού χαρακτήρα απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, με την οποία κατ' ουσίαν καταργείται ένα θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα της γυναίκας: η αυτοδιάθεση του σώματός της σε ό,τι αφορά τον αναπαραγωγικό του ρόλο.

Από πρώην φοιτητή μου (εκ των αρίστων) έλαβα την εξής ένσταση: Αν υποστηρίζουμε την αυτοδιάθεση του σώματος ως δικαίωμα, τότε είναι σαν να «ρίχνουμε νερό στον μύλο» των αντιεμβολιαστών, οι οποίοι επικαλούνται αυτό ακριβώς το δικαίωμα για να αποφύγουν δίχως συνέπειες τον εμβολιασμό, στις περιπτώσεις όπου η πολιτεία τον καθιστά υποχρεωτικό.

Ομολογώ ότι η απάντηση στο επιχείρημα δεν είναι «γραμμική» και μονοδιάστατη, ούτε οποιαδήποτε τέτοια απάντηση μπορεί να γίνει οικουμενικά αποδεκτή (το ζήτημα του εμβολιασμού έχει διχάσει τη χώρα όπως κάποτε τα μνημόνια!). Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να εκθέσω κάποιες προσωπικές απόψεις, χωρίς ασφαλώς να διεκδικώ το αλάθητο.

Σε ένα φιλελεύθερο καθεστώς, η αυτοδιάθεση του σώματος είναι αυτονόητο δικαίωμα ενός ατόμου, στον βαθμό που δεν επηρεάζει το αντίστοιχο δικαίωμα κάποιου άλλου ατόμου. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον πολύπαθο αντικαπνιστικό νόμο. Δεν αφαιρεί από κάποιον το δικαίωμα να ασκεί την αυτοκαταστροφική συνήθεια του καπνίσματος, αν το επιθυμεί. Του απαγορεύει όμως να το πράττει σε δημόσιους χώρους όπου υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν να μην εκτίθενται στον καπνό του τσιγάρου. Έτσι, ο αντικαπνιστικός νόμος δεν συνιστά παραβίαση αλλά μάλλον προστασία ατομικών δικαιωμάτων!

Το θέμα του υποχρεωτικού εμβολιασμού είναι πιο σύνθετο. Ας δεχθούμε ως αφετηρία συζήτησης ότι, σε μία περίοδο υγειονομικής κρίσης, μία κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να λάβει σοβαρά υπόψη τις εισηγήσεις της ιατρικής επιστήμης για την κατά το δυνατόν καλύτερη αντιμετώπιση του προβλήματος. Στην περίπτωση του εμβολιασμού κατά της πανδημίας του Covid, το σύνολο, σχεδόν, των έγκριτων επιστημόνων τόνισε εξαρχής ότι με τον εμβολιασμό επιτυγχάνονται κυρίως δύο πράγματα:

1. Το εμβολιασμένο άτομο μολύνεται δυσκολότερα από τον ιό (χωρίς όμως να αποκλείεται εντελώς η περίπτωση μόλυνσής του) και, στην περίπτωση που έχει υποστεί μόλυνση, δεν την μεταδίδει σε άλλους με την ίδια ευκολία όπως ένα ανεμβολίαστο άτομο.

2. Ακόμα και αν νοσήσει, το εμβολιασμένο άτομο θα εμφανίσει ελαφρότερα συμπτώματα και είναι έτσι λιγότερο πιθανό να επιβαρύνει το δημόσιο σύστημα υγείας.

Οι πιο πάνω επισημάνσεις δικαιολογούν τα μέτρα που πήρε η πολιτεία κατά την πρώτη φάση του εμβολιαστικού προγράμματος, σχετικά με τον αποκλεισμό ανεμβολίαστων ατόμων από συγκεκριμένες κοινωνικές δραστηριότητες (π.χ., πρόσβαση στο εσωτερικό καφετεριών, παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων, κλπ) όπως και από επαγγελματικές ενασχολήσεις που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών υγείας. Σε κάθε περίπτωση, ο εμβολιασμός δεν κατέστη υποχρεωτικός (με την έννοια ότι θα αποτελούσε παρανομία η αποφυγή του) αλλά, απλά, τέθηκαν κάποια όρια στη δυνατότητα ενός ατόμου να έρχεται σε επαφή με άλλα άτομα σε μερικές πολύ ειδικές περιπτώσεις.

Ο υποχρεωτικός εμβολιασμός των ηλικιωμένων ατόμων υπό την απειλή προστίμου είναι μία εντελώς διαφορετική περίπτωση. Εδώ δεν εφαρμόζεται καν το κριτήριο της κοινωνικής επαφής, και δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης από την υποχρεωτικότητα ακόμα και η απόλυτη κοινωνική απομόνωση του ατόμου. Η αυτοδιαχείριση του ανθρώπινου σώματος ουσιαστικά καταργείται ως ατομικό δικαίωμα, δίνοντας τη θέση της σε μία υποχρέωση με νομική ισχύ και ποινικές συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Όσο και αν η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη αποφυγής μιας πρόσθετης επιβάρυνσης στο σύστημα υγείας λόγω της αυξημένης ευπάθειας των ηλικιωμένων, πρόκειται για θεσμική στάση που ελάχιστα συνάδει με τη φιλοσοφία του πολιτικού φιλελευθερισμού [2] και συνιστά σαφή εκτροπή από τις διακηρυγμένες αρχές του παρόντος συστήματος διακυβέρνησης!

Ας συνοψίσουμε: Σε αντίθεση με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που αποτελεί ξεκάθαρη περίπτωση κατάργησης ατομικών δικαιωμάτων, το ζήτημα του υποχρεωτικού εμβολιασμού δεν προσφέρεται ως αντικείμενο μονοδιάστατης ανάλυσης αλλά θα πρέπει να εξετάζεται κάτω από τις ποικίλες επιστημονικές, κοινωνικές και πολιτικές παραμέτρους του. Και αυτό είμαι βέβαιος ότι το αντιλαμβάνεται απόλυτα ο ευφυέστατος πρώην φοιτητής μου που έδωσε την ιδέα για τούτο το σημείωμα!

[1] https://www.klik.gr/gr/el/brain-storm/otano-thriskeutikos-fontamentalismos-apeilei-ta-koinonika-dikaiomata-2-2/

[2] https://www.tovima.gr/2020/04/30/opinions/tha-itan-fileleythero-metro-o-periorismos-ton-ilikiomenon/