Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Πολιτική ορθότητα και αμερικανικές εκλογές


1. Το μπούμερανγκ...

Με αφορμή ένα αποτρόπαιο ρατσιστικό έγκλημα στις ΗΠΑ, άνοιξε πάλι σε παγκόσμια κλίματα η συζήτηση για το τι είναι και τι δεν είναι «πολιτικά ορθό». Πρόσφατο θύμα της «ορθότητας» ήταν ένα κορυφαίο έργο του αμερικανικού κινηματογράφου (“Gone with the Wind”, 1939) για το οποίο όψιμα ανακαλύψαμε ότι εμπεριέχει μία δόση ρατσισμού!

Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι η πολιτική ορθότητα γίνεται συχνά μπούμερανγκ ενάντια στις ίδιες τις προθέσεις της. Αυτό το είδαμε ξεκάθαρα στις προηγούμενες αμερικανικές εκλογές. Και ίσως το ξαναδούμε στις επόμενες...

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός των Αμερικανών Δημοκρατικών, αντίβαρο αρχικά στον συντηρητικό υπερεθνικισμό των Ρεπουμπλικάνων, ανέδειξε στην πορεία του μία μορφή ιδεολογικής δικτατορίας που προσέδωσε στον όρο «φιλελεύθερος» τον χαρακτήρα οξύμωρου, αφού κατάργησε στην πράξη την ίδια την – ιερή για τους Αμερικανούς – ελευθερία του λόγου. Έτσι, το αμφιλεγόμενο δόγμα της πολιτικής ορθότητας (political correctness) αποδείχθηκε μία ιδέα όχι λιγότερο οπισθοδρομική από εκείνες ενάντια στις οποίες μάχεται.

Η ολοένα αυξανόμενη εμμονή με την πολιτική ορθότητα κόστισε, τελικά, ακριβά στους Δημοκρατικούς στις προηγούμενες εκλογές, τις οποίες έχασαν από έναν υπέρμετρα εξωστρεφή εκπρόσωπο του αντισυστημικού λαϊκισμού και φανατικό πολέμιο του δόγματος...

2. Γιατί νίκησε ο Trump

Πολλοί είπαν ότι ο Donald Trump νίκησε στις προηγούμενες εκλογές γιατί κατόρθωσε να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά το άγχος της εργατικής τάξης για την ανεργία που ολοένα επιδεινωνόταν από την μετανάστευση και την παγκοσμιοποίηση. Για άλλους, η νίκη του οφείλεται στο κάθε άλλο παρά δημοφιλές προφίλ της αντιπάλου του, Χίλαρι Κλίντον. Κάποιοι ακόμα ισχυρίστηκαν ότι είχε έρθει η ώρα να πετάξει η Αμερική την δημοκρατική της μάσκα και να αποκαλύψει το αληθινό της πρόσωπο!

Υπάρχει, όμως, και μία ιδιαίτερη παράμετρος της νίκης του Trump που θα ήταν λάθος να αγνοηθεί. Για κάποιους αναλυτές ήταν ίσως η σημαντικότερη. Αναφέρομαι στην κούραση μεγάλου μέρους της αμερικανικής κοινωνίας από την τυραννία της πολιτικής ορθότητας σε κάθε απόπειρα έκφρασης δημόσιας γνώμης, από την καφετέρια της γειτονιάς ως τη Βουλή των Αντιπροσώπων και το εθνικό δίκτυο τηλεόρασης. Ο Trump νίκησε, κατά τους πολιτικούς αναλυτές, επειδή ακριβώς έπεισε τον μέσο Αμερικανό ότι θα τον απάλλασσε μία και καλή από την πολιτική ορθότητα. Και η ιδέα αυτή ήταν, όπως αποδείχθηκε, ένα από τα κλειδιά της επιτυχίας του.

Από τη μεριά τους, οι Αμερικανοί φιλελεύθεροι (liberals) έκαναν ένα σοβαρό πολιτικό σφάλμα. Στην προσπάθειά τους να πολεμήσουν τον ρατσισμό, εισήγαγαν νέες μορφές του. Κατέταξαν τους πολίτες σε διακριτές κοινωνικές ομάδες και είπαν σε κάποιους από αυτούς – κυρίως τους λευκούς άντρες με σχετικά χαμηλό επίπεδο μόρφωσης – πως είναι οι «κακοί». Τους χλεύασαν ανελέητα χαρακτηρίζοντάς τους οπισθοδρομικούς και στιγματίζοντάς τους, συχνά αβάσιμα, ως ρατσιστές και σεξιστές. Ακόμα και τα video-παιχνίδια τους αποτέλεσαν αντικείμενο αφ’ υψηλού ειρωνείας.

Η αμφισβήτηση της ελευθερίας του λόγου έχει πάντα κόστος, ιδιαίτερα σε μία κοινωνία όπως η αμερικανική. Η προεδρία πήγε, τελικά, σε εκείνον που, κατά τους υποστηρικτές του, «δεν φοβόταν να πει ανοιχτά τη γνώμη του». Κάποιον που αντιπροσώπευε «όσα δεν μπορούσαν εκείνοι να πουν»...

3. Τι είναι «πολιτική ορθότητα»

Σε αντίθεση με μία συνήθη, μονομερή ερμηνεία του όρου, η πολιτική ορθότητα δεν περιορίζεται σε ζητήματα που άπτονται φυλετικών ή σεξουαλικών ευαισθησιών. Συνίσταται, γενικά, στον αποκλεισμό κοινών εκφράσεων ή πρακτικών που θα μπορούσαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να προσβάλουν οποιοδήποτε μέλος μίας πλουραλιστικής κοινωνίας. Βέβαια, το τι προσβάλλει κάποιον είναι κατά βάση προσωπική υπόθεση – αν κανείς εξαιρέσει ένα σύνολο αυτονόητα απορριπτέων συμπεριφορών που, κατά κοινή παραδοχή, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας.

Αν και οι προθέσεις της δείχνουν καταρχήν αγαθές (ποιος θεωρεί καλό πράγμα το να προσβάλλει κάποιος τον συνάνθρωπό του;) η πολιτική ορθότητα εξελίχθηκε με τον καιρό σε τυραννία ενάντια στην ελευθερία της έκφρασης και, σε ακραίες περιπτώσεις, φτάνει να στιγματίζει ανεξίτηλα τις υπολήψεις εκείνων που την παραβιάζουν. Επιβάλλει ένα ολοένα διευρυνόμενο «λεξικό» απαγορευμένων εκφράσεων που, αν κάποιος δεν ενημερώνεται έγκαιρα για τις τακτικές επικαιροποιήσεις του, κινδυνεύει να εκτεθεί στα μάτια μίας άτυπης «αστυνομίας σκέψης» και να αποκομίσει ετικέτες που κυμαίνονται από αυτή του οπισθοδρομικού έως εκείνη του ρατσιστή.

Σύμφωνα με προ τετραετίας στατιστικές, 60% των Αμερικανών – διπλάσιοι Ρεπουμπλικάνοι σε σύγκριση με τους Δημοκρατικούς – θεωρούν ότι η πολιτική ορθότητα είναι ένα από τα σημαντικά προβλήματα στις ΗΠΑ. Μόνο ένα 18% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι η χώρα τους δεν είναι όσο θα έπρεπε «πολιτικά ορθή»...

4. Πολιτική ορθότητα στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση

Στα αμερικανικά πανεπιστήμια η πολιτική ορθότητα έχει επιβάλει περιορισμούς στην έκφραση που προκαλούν ασφυξία στους φοιτητές και το καθηγητικό προσωπικό. Μέχρι το 2013, το «Γραφείο για τα Πολιτικά Δικαιώματα» του Υπουργείου Παιδείας των ΗΠΑ όριζε ότι η συμπεριφορά ενός ατόμου (κυρίως σε ό,τι αφορά τον λόγο) θα έπρεπε να κριθεί ως «αντικειμενικά προσβλητική» με βάση προκαθορισμένα κριτήρια, προτού κάποιος αποκτήσει το δικαίωμα να υποβάλει μία ανώνυμη καταγγελία εναντίον του ατόμου αυτού.

Το 2013, εν τούτοις, η κυβέρνηση Obama άλλαξε τα δεδομένα. Σύμφωνα με μία νέα αντίληψη, το τι είναι προσβλητικό καθορίζεται με βάση τις προσωπικές ευαισθησίες του καθενός και δεν υπόκειται σε αντικειμενική αξιολόγηση. Με άλλα λόγια, ο κάθε φοιτητής μπορεί να βασίζεται στα προσωπικά του – και, ως εκ τούτου, απόλυτα υποκειμενικά – κριτήρια για να ορίσει ως προσβλητικό ένα σχόλιο από έναν συμφοιτητή ή έναν καθηγητή του και να υποβάλει, έτσι, μία ανώνυμη καταγγελία. Πολλά πανεπιστήμια των ΗΠΑ έσπευσαν να συμμορφωθούν με αυτή την παράλογη απαίτηση από τον φόβο οικονομικών κυρώσεων.

Ποια είναι η τύχη ενός ατόμου που πέφτει θύμα ανώνυμης καταγγελίας για παραβίαση πολιτικής ορθότητας; Σύρεται ως κοινός κακούργος σε διάφορες εξεταστικές επιτροπές, χωρίς το δικαίωμα να αντικρίσει τον καταγγέλλοντα – ούτε καν να πληροφορηθεί το όνομά του – επειδή και μόνο κάποιος φοιτητής, ή κάποια ομάδα φοιτητών, θεώρησαν ένα σχόλιό του ως «μη αποδεκτό». Και, φυσικά, ας μην ξεχνούμε και τους αμείλικτους «δικαστές» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που πρόθυμα θα συνταχθούν με τους «θιγόμενους»!

Και ο παραλογισμός δεν έχει τέλος: Πριν το ξεκίνημα του ακαδημαϊκού τετραμήνου ο καθηγητής ενός μαθήματος οφείλει να προβλέψει ποια στοιχεία του μαθήματος θα μπορούσαν να προκαλέσουν τις προσωπικές ευαισθησίες ενός φοιτητή, και να εκδώσει σχετική προειδοποίηση. Αν αμελήσει να το πράξει, είναι θεωρητικά δυνατό να αντιμετωπίσει τις καθιερωμένες καταγγελίες ή να εισπράξει την οργή κάποιων φοιτητών του.

5. Υπερβολές της πολιτικής ορθότητας

Η πολιτική ορθότητα στην Αμερική συχνά φτάνει στα άκρα προκειμένου να υπηρετήσει τους σκοπούς της. Το ερώτημα «πού γεννηθήκατε;» πρέπει να αποφεύγεται επειδή μπορεί να εκληφθεί ως έμμεση αμφισβήτηση αμερικανικής καταγωγής. Το «πόσον καιρό εργάζεστε εδώ;» θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπαινιγμός για την ηλικία κάποιου. Το «πολίτης των ΗΠΑ» είναι προτιμότερο από το «Αμερικανός», αφού το δεύτερο υπονοεί ότι οι ΗΠΑ είναι η μόνη χώρα της αμερικανικής ηπείρου…

Για πολλούς Αμερικανούς, η κατάχρηση πολιτικής ορθότητας ακουμπά ενοχλητικά ακόμα και πάνω σε αγαπημένες παραδόσεις. Για παράδειγμα, το «Καλές Γιορτές» θεωρείται περισσότερο πολιτικά ορθό από το «Καλά Χριστούγεννα», αφού το δεύτερο προάγει διαχωρισμό των ανθρώπων με βάση τα θρησκευτικά τους «πιστεύω». Ένα σχολείο στο Connecticut επιχείρησε πριν μερικά χρόνια να απαγορεύσει τις αποκριάτικες στολές για το Halloween, θεωρώντας ότι κάποια παιδιά με διαφορετικές πολιτισμικές καταβολές θα μπορούσαν να αισθανθούν ξένα ως προς το έθιμο. Την πολιτική αυτή του σχολείου ανέτρεψαν, τελικά, μερικοί εξαγριωμένοι γονείς μαθητών!

6. Η πολιτική μη-ορθότητα ως εργαλείο πολιτικής

Η ρητορική ενάντια στην πολιτική ορθότητα μπορεί να χρησιμεύσει ως εργαλείο αποπροσανατολισμού των Αμερικανών ψηφοφόρων από τα πραγματικά προβλήματα της χώρας τους, στοχεύοντας ευθέως στους βαθύτερους και σκοτεινότερους φόβους τους για ανθρώπους που είναι διαφορετικοί.

Την ώρα που μιλούν για τους «μετανάστες που κλέβουν τις δουλειές των Αμερικανών», κάποιοι πολιτικοί επιχειρούν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού από πραγματικά δεδομένα, όπως π.χ. το γεγονός ότι, σύμφωνα με υπολογισμούς ειδικών, η εισροή Λατίνων μεταναστών εργατών στις ΗΠΑ κατά τα τελευταία 30 χρόνια είχε πολύ μικρή επίπτωση στην ανεργία, σε σύγκριση με την μετακίνηση ενός σημαντικού αριθμού εργοστασίων στο εξωτερικό, ή τις επαναλαμβανόμενες υφέσεις της εθνικής οικονομίας. Έτσι, ενώ παρακολουθούσε κάποιος με ενδιαφέρον τον Trump, προ των εκλογών του ’16, να ζητά την κατασκευή τείχους που θα απέτρεπε την μετανάστευση, ελάχιστα πρόσεχε ότι οι πραγματικοί λόγοι απώλειας θέσεων εργασίας και οικονομικής αστάθειας δεν θίγονταν καν.

7. Συνοψίζοντας...

Η πολιτική ορθότητα είναι ένας άγραφος και συνεχώς εμπλουτιζόμενος κώδικας απαγορευμένης έκφρασης και πρακτικής. Για πολλούς Αμερικανούς ο κώδικας αυτός στραγγαλίζει την ελευθερία του λόγου, τιμωρώντας παράλληλα τους «παραβάτες» με την ρετσινιά της οπισθοδρομικότητας και της μισαλλοδοξίας. Η αντίδραση απέναντι στο φαινόμενο έφερε, έτσι, στην εξουσία κάποιον που υποσχέθηκε πως θα καταργήσει την πολιτική ορθότητα στην πράξη.

Πρόσφατα, με αφορμή ένα φρικτό έγκλημα με ρατσιστικά κίνητρα, το ζήτημα της πολιτικής ορθότητας ήρθε ξανά στην επιφάνεια ως πρωταρχικό θέμα συζήτησης και αντικείμενο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Και ίσως παίξει και πάλι ρόλο στις επικείμενες αμερικανικές εκλογές.

Με όλα τα παραπάνω δεν επιχειρούμε, φυσικά, να αποδείξουμε ότι η πολιτική ορθότητα υπήρξε ο μόνος – ή, έστω, ο πλέον καθοριστικός – παράγοντας στις προηγούμενες εκλογές στις ΗΠΑ. Είναι όμως κάτι που δεν πρέπει να αγνοείται αν κάποιος θέλει να έχει την πλήρη εικόνα των πραγμάτων και να δώσει την καλύτερη δυνατή ερμηνεία στο αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι, τώρα, κατά πόσον ο ίδιος αυτός παράγοντας εξακολουθεί να επηρεάζει τους Αμερικανούς ψηφοφόρους. Σύντομα θα γνωρίζουμε...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 21 Μαΐου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Κάμερα στην αίθουσα διδασκαλίας; Εξαρτάται…


Πολλή συζήτηση γίνεται τελευταία για τις κάμερες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας. Και, όπως συμβαίνει συχνά σε αυτό τον τόπο, τις δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για το ζήτημα έσπευσαν να υιοθετήσουν, αντίστοιχα, τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας. Το ένα επικαλείται «ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των μαθητών», ενώ οι υποστηρικτές του άλλου επιδίδονται καθημερινά στα social media στις συνήθεις, καθολικά αφοριστικές ρητορείες περί «τεμπέληδων και άχρηστων εκπαιδευτικών που φοβούνται την αξιολόγηση».

Προσπερνώντας τα αλληλοφαγώματα του δικομματικού συστήματος σε έναν ευαίσθητο χώρο όπως η Παιδεία, θα θέλαμε σε αυτό το σύντομο σημείωμα να επισημάνουμε κάποιες λεπτές υφές του ζητήματος, χωρίς να ισχυριζόμαστε, ασφαλώς, ότι οι σκέψεις που ακολουθούν συνιστούν επαναστατικές τομές ή χαρακτηρίζονται από εξαιρετική πρωτοτυπία (έχουν άλλωστε ήδη γραφεί και ακουστεί πάρα πολλά…).

Σαν βάση συζήτησης, θα διακρίνουμε δύο είδη διδασκαλίας:

1. Την διαδραστική (interactive) διδασκαλία, όπου ο διδάσκων αλληλεπιδρά με τον διδασκόμενο. Αυτό συμβαίνει κατά κύριο λόγο στην Πρωτοβάθμια, όπως και στο μεγαλύτερο μέρος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Ο δάσκαλος κάνει διάλογο με τους μαθητές, τους απευθύνει ερωτήσεις και σχολιάζει ανοιχτά τις απαντήσεις τους. Συχνά ασκεί παράλληλα και αυστηρή κριτική στις συμπεριφορές τους.

(Σημειώνω εδώ ότι διαδραστική διδασκαλία είναι δυνατό να εφαρμοστεί και σε ολιγομελή πανεπιστημιακά τμήματα, κυρίως μεταπτυχιακού επιπέδου. Είναι ίσως ο πιο γόνιμος τρόπος να διδάσκει κάποιος στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση!)

2. Την ρητορική διδασκαλία, όπου ο διδάσκων κάνει μία προετοιμασμένη παρουσίαση (διάλεξη) σε ένα πιο ώριμο κοινό, το οποίο καταγράφει και αργότερα επεξεργάζεται περαιτέρω τα δεδομένα που του εκτέθηκαν. Ο «διάλογος» μεταξύ διδάσκοντος και διδασκομένων περιορίζεται σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, κυρίως μετά το τέλος (και λιγότερο συχνά κατά τη διάρκεια) της παρουσίασης. Αυτού του είδους τη διδασκαλία συναντούμε στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων και, γενικά, σε αίθουσες ακαδημαϊκών διαλέξεων.

Η διαδραστική διδασκαλία είναι μάθηση «εν τω γεννάσθαι». Είναι μία δημιουργική διαδικασία που περιέχει ως θεμελιώδη δομικά στοιχεία την προσπάθεια, το λάθος, και την εκ νέου προσπάθεια έως την επίτευξη του επιθυμητού μαθησιακού και συμπεριφορικού στόχου. Όμως, το δικαίωμα στο λάθος (απαραίτητο συστατικό της παιδαγωγικής διαδικασίας) προϋποθέτει το αίσθημα ασφάλειας που παρέχει η προστασία του από κάθε εξωτερική παρατήρηση και καταγραφή. Σε απουσία αυτού του αισθήματος, το παιδαγωγικά ωφέλιμο λάθος θα κινδυνεύει να υποκαθίσταται από δισταγμό, αυτοσυγκράτηση και ανούσια επιτήδευση…

Η ρητορική διδασκαλία, από την άλλη μεριά, όχι μόνο δεν υπόκειται στους ηθικούς και παιδαγωγικούς περιορισμούς της έξωθεν παρατήρησης αλλά, συχνά, την παρατήρηση αυτή την επιζητά και την καλοδέχεται. Είναι φανερή, λ.χ., η «ερωτική» σχέση που είχε ο Δ. Λιαντίνης με την κάμερα που κατέγραφε τις διαλέξεις του, τα videos των οποίων έχουν ευτυχώς σωθεί και αναρτηθεί στο Διαδίκτυο. Και πολλά έχω αποκομίσει ο ίδιος ως παιδαγωγός παρακολουθώντας στο YouTube διαλέξεις καθηγητών Φυσικής σε αμερικανικά πανεπιστήμια όπως το MIT.

Το συμπέρασμα στο οποίο οδηγούμαστε είναι ότι η κάμερα βιντεοσκόπησης θα μπορούσε να είναι παιδαγωγικά χρήσιμη σε μία ρητορικού τύπου διδασκαλία, αλλά η παρουσία της σε μία διαδραστική εκπαίδευση απαιτεί προσεκτικότερη εξέταση. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της κάμερας στην αίθουσα διδασκαλίας δεν προσφέρεται ως εύκολο αντικείμενο κομματικών διενέξεων, ούτε ως (μία ακόμα) αφορμή εκφοράς κοινότοπης πολιτικής ρητορείας.

Σε ό,τι αφορά τις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης, έχει διατυπωθεί και η πρόταση δημιουργίας βιντεοσκοπημένων παρουσιάσεων των μαθημάτων από εκπαιδευτικούς, σε χώρους έξω από τις αίθουσες διδασκαλίας (ή εντός, χωρίς την παρουσία μαθητών). Ακούγεται καλή ιδέα, ας την έχει υπόψη το αρμόδιο Υπουργείο…

ΤΟ ΒΗΜΑ

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Θα ήταν φιλελεύθερο μέτρο ο περιορισμός των ηλικιωμένων;


Διάχυτη ήταν την περασμένη εβδομάδα η εντύπωση ότι η κυβέρνηση λάμβανε εισηγήσεις για εξαίρεση των «ηλικιωμένων» (κατά πληροφορίες, ως τέτοιοι ορίζονταν οι άνω των 65 χρόνων) από την χαλάρωση των μέτρων περιορισμού για τον COVID-19. Δεν είμαστε, φυσικά, σε θέση να αξιολογήσουμε τις εισηγήσεις αυτές από επιδημιολογική άποψη, καθώς δεν διαθέτουμε τις απαραίτητες γνώσεις. Μπορούμε, όμως, να σχολιάσουμε τις ιδεολογικές και πολιτικές διαστάσεις που θα είχε η υιοθέτησή τους από την πολιτεία, στην περίπτωση που η τελευταία είχε πειστεί να τις εφαρμόσει.

Με τον τρόπο, τουλάχιστον, που το ζήτημα είχε τεθεί δημοσίως, τα μέτρα (συνεχιζόμενου ή και διευρυμένου) περιορισμού των ηλικιωμένων δεν θα αφορούσαν την προστασία της υπόλοιπης κοινωνίας από τους ηλικιωμένους αλλά την προστασία των ίδιων των ηλικιωμένων, οι οποίοι ανήκουν στις λεγόμενες «ευπαθείς ομάδες» του πληθυσμού. Όπως διατυπώθηκε με σχεδόν ποιητικό τρόπο, οι άνθρωποι αυτοί «θα αργούσαν να αγκαλιάσουν τα εγγόνια τους για τη δική τους ασφάλεια και το δικό τους καλό».

Εδώ προκύπτουν, καταρχάς, μερικά ερωτήματα πρακτικής φύσης:

1. Με ποιους τρόπους θα μπορούσε η πολιτεία να ελέγχει την συμμόρφωση των ηλικιωμένων με τα νέα μέτρα επιλεκτικού περιορισμού; Θα σταματούσε, π.χ., στους δρόμους η αστυνομία πεζούς και οδηγούς που «έδειχναν ηλικιωμένοι» για να κάνει έλεγχο του έτους γέννησης στις ταυτότητες; Και, τι ποινικές συνέπειες θα επέφερε η άρνηση κάποιων ηλικιωμένων να «αυτο-προστατευτούν»; Θα πλήρωναν απλό πρόστιμο ή θα σύρονταν και στα δικαστήρια;

2. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις οι ηλικιωμένοι ζουν μαζί με τα (ή διαμένουν κοντά στα) εγγόνια τους, τα οποία, λόγω της αυξημένης κινητικότητας των παιδιών, αποτελούν κατ’ εξοχήν δυνητικούς μεταδότες του ιού. Με ποιον τρόπο τα νέα μέτρα περιορισμού θα διασφάλιζαν την προστασία των ηλικιωμένων από πιθανή μετάδοση σε αυτούς; Θα απαγορευόταν δια νόμου η επαφή τους με τα παιδιά εντός της ίδιας της οικίας τους;

Όμως, το ζήτημα θα μπορούσε να λάβει σοβαρές διαστάσεις και από τη σκοπιά της ιδεολογικής και πολιτικής συνέπειας. Το παρόν σύστημα διακυβέρνησης ήρθε στην εξουσία κρατώντας τη σημαία του φιλελευθερισμού. Ερώτηση: Θα ήταν ο εκ μέρους της πολιτείας επιβαλλόμενος περιορισμός των ηλικιωμένων, με σκοπό τη δική τους προστασία, συμβατός με τις αρχές του φιλελευθερισμού; Αν όχι, τυχόν εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα αναδείκνυε την «αλά καρτ» υιοθέτηση μιας ιδεολογίας από το σύστημα εξουσίας, η πίστη στην οποία ιδεολογία θα έπρεπε, εν τούτοις, να αναδεικνύεται σε κάθε περίπτωση. Ιδιαίτερα μάλιστα υπό τις δυσχερέστερες των περιστάσεων…

Ζητώντας απαντήσεις στα πιο πάνω ερωτήματα, ανατρέχουμε σε ένα εξαιρετικό σύγγραμμα αναφοράς, το βιβλίο «Φιλελευθερισμός» του Αριστείδη Χατζή. Κι εκεί διαβάζουμε μία θεμελιώδη θέση αρχής («αρχή της βλάβης») όπως την διατύπωσε ο εκ των πατέρων του Φιλελευθερισμού, John Stuart Mill (1806–1873) στο σύγγραμμά του «Περί ελευθερίας»:

«Ο μοναδικός σκοπός χάριν του οποίου νομιμοποιείται το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου παρά τη θέληση του τελευταίου, είναι για να αποτρέψει τη βλάβη σε άλλα άτομα. Δεν νομιμοποιείται όμως το κράτος να περιορίσει την ελευθερία του ατόμου για το ‘δικό του καλό’ (σωματικό ή ηθικό). Δεν δικαιούται να το υποχρεώσει να κάνει ή να μην κάνει κάτι διότι υποτίθεται πως έτσι θα είναι καλύτερα γι’ αυτό (…). Το άτομο είναι κυρίαρχο πάνω στον εαυτό του, πάνω στο σώμα του και στο μυαλό του.»

Όταν, λοιπόν, ένα σύστημα εξουσίας διατείνεται ότι επιβάλλει μέτρα προστασίας σε μία κοινωνική ομάδα «για το δικό της καλό», παύει εκ των πραγμάτων να ονομάζεται φιλελεύθερο. Εκτός αν παραδεχθεί ανοιχτά ότι το επικαλούμενο «καλό» της ομάδας δεν είναι παρά σχήμα λόγου, του οποίου η χρήση γίνεται προσχηματικά με σκοπό να αποκρυβούν αδυναμίες του ίδιου του συστήματος.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ ότι τα μέτρα γενικού περιορισμού του πληθυσμού που προηγήθηκαν (σε αυτά περιλαμβάνεται και αυτό της αυστηρής καραντίνας σε κάποιες περιπτώσεις) δεν αντίκεινται προς τις αρχές του φιλελευθερισμού, αφού οι υφιστάμενοι τον περιορισμό (όλοι εμείς, δηλαδή) δεν ήταν μόνο υποψήφια θύματα αλλά και υποψήφιοι μεταδότες της νόσου. Για να το θέσουμε απλά, δεν κλείστηκαν μέσα «για το καλό τους» και μόνο αλλά και για να μη βλάψουν άλλους. Η παρούσα συζήτηση αφορά αποκλειστικά τον επιλεκτικό περιορισμό των ηλικιωμένων (καθώς και άλλων ευπαθών ομάδων) για δική τους και μόνο προστασία.

Πριν λίγες μέρες αποπειράθηκα να θέσω το εξής – όχι ρητορικό – ερώτημα σε γνωστό μέσο κοινωνικής δικτύωσης:

Έχει δικαίωμα ένα σύστημα εξουσίας να περιορίζει την ελευθερία κάποιου «για το καλό του»; Και αν ναι, δικαιούται το σύστημα αυτό να δηλώνει φιλελεύθερο;

Από χρήστη του μέσου έλαβα την εξής απάντηση:

«Το ίδιο δικαίωμα που έχει, για παράδειγμα, να επιβάλλει τη χρήση ζώνης ασφαλείας και κράνους. Είναι υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για τη ζωή των πολιτών.»

Το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος προφανώς προσπεράστηκε ως μη έχον σημασία, πράγμα αναμενόμενο υπό συνθήκες ακραίας υγειονομικής κρίσης όπου το αποτέλεσμα της αντιμετώπισης φέρει απείρως μεγαλύτερο βάρος από την ιδεολογική συνέπειά της. Εν τούτοις, το ζήτημα είναι δυνατό να προκαλέσει αμηχανία στους θεωρητικούς του Φιλελευθερισμού: Έχει ή όχι το κράτος την υποχρέωση να παρέμβει όταν ένας πολίτης δρα με τρόπο που θα μπορούσε να βλάψει την υγεία του ή να απειλήσει τη ζωή του;

Ο Α. Χατζής αφιερώνει ιδιαίτερη συζήτηση σε αυτό που ονομάζει κρατικό «πατερναλισμό». Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα όπου αναλύεται και καταρρίπτεται ένα σαθρό, κατά τον συγγραφέα, αντι-φιλελεύθερο επιχείρημα:

«Πολλοί ισχυρίζονται ότι το κράτος δικαιολογείται να είναι πατερναλιστικό γιατί εκπροσωπεί την κοινωνία που έχει συμφέρον στην προστασία των μελών της, ακόμα κι αν αυτά δεν την αποδέχονται. Μεταξύ των άλλων, διότι, όταν τα μέλη της θα υποστούν τις συνέπειες λανθασμένων επιλογών, η κοινωνία θα κληθεί να τους προσφέρει ένα δίχτυ ασφαλείας, αφού δεν μπορεί να τα εγκαταλείψει στις συνέπειες των καταστροφικών επιλογών τους.»

Και συνεχίζει:

«Αν δεν φοράς ζώνη ασφαλείας, θα πρέπει να σε περιθάλψει ένα δημόσιο νοσοκομείο αν εμπλακείς σε ατύχημα και τραυματιστείς. (…) Όμως, αν αυτό είναι ένα κριτήριο το οποίο θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη, τότε οπωσδήποτε θα πρέπει να απαγορεύσουμε ολοκληρωτικά το κάπνισμα. Διότι το κοινωνικό κόστος είναι τεράστιο σε ανθρώπινες ζωές αλλά και για το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Αν το καλοσκεφτούμε, θα πρέπει να απαγορεύσουμε επίσης το αλκοόλ, το κόκκινο κρέας, τις τηγανητές πατάτες και τα γλυκά.»

Και καταλήγει:

«Ο φιλελεύθερος δεν αρνείται ότι η ελευθερία έχει κόστος, αλλά τη θεωρεί τόσο συνυφασμένη με την προσωπικότητα του ανθρώπου, τόσο πολύτιμη, που είναι έτοιμος να αναλάβει αυτό το κόστος. Όχι όμως μόνο γιατί το όφελος από την ελευθερία είναι σχεδόν πάντα πολύ μεγαλύτερο από το κόστος, αλλά κυρίως γιατί η ελευθερία έχει μια αυτόνομη αξία.»

Γυρνώντας στο αρχικό μας θέμα, θα πρέπει να τονίσουμε και πάλι ότι σκοπός αυτού του σημειώματος δεν είναι να κρίνει κατά πόσον ένας επιβαλλόμενος από την πολιτεία περιορισμός στην ελευθερία μετακίνησης των ηλικιωμένων θα μπορούσε να είχε αποδειχθεί ευεργετικός για τη ζωή και την υγεία τους, αλλά να εξετάσει σε καθαρά θεωρητική βάση αν μία τέτοια περιοριστική πολιτική, με τον τρόπο που αυτή αιτιολογήθηκε, θα ήταν σύμφωνη με τις αρχές του ακραιφνούς φιλελευθερισμού, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το δηλωμένο ιδεολογικό στίγμα της παρούσας κυβέρνησης.

Και θεωρούμε ότι θα ήταν τεράστια ηθική – και, εν τέλει, πολιτική – ήττα για οποιαδήποτε κυβέρνηση να βγει να δηλώσει ότι οι ιδεολογίες καταργούνται στην πράξη κάτω από κρίσιμες περιστάσεις. Τουναντίον, είναι αυτές ακριβώς οι περιστάσεις που δοκιμάζουν τις αντοχές των ιδεολογιών και τις κάνουν να ξεχωρίζουν από μεγάλα λόγια εκ του ασφαλούς ειπωμένα!

Όμως, πέρα από τις όποιες φιλοσοφικές αναλύσεις, η δύση της ζωής είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και κάθε σύστημα εξουσίας, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού, οφείλει να την αντιμετωπίζει με σεβασμό και ευαισθησία. Ακόμα περισσότερο όταν την – λίγη ή πολλή – ζωή που απομένει έρχεται ξαφνικά να απειλήσει κάτι που ως λίγο πριν φαινόταν προνόμιο: η ελευθερία. Όση, έστω, η αμείλικτη Φύση επιτρέπει να υπάρχει ακόμα…

(Στη μνήμη της Ιφιγένειας Χ., που δεν πρόλαβε να ζήσει τη φρίκη…)

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το «σύνδρομο Μπεν-Χουρ», παλιό και νέο


Μία πρόσφατη επίσκεψη στο φαρμακείο της γειτονιάς μού έφερε στο νου ένα παλιότερο κείμενο [1] στο «Βήμα». Το κείμενο εκείνο αναφερόταν, συμβολικά, σε ένα «σύνδρομο Μπεν-Χουρ» για να περιγράψει την πολιτική εργαλειοποίηση του μίσους. Ήταν το μίσος (και το πάθος για εκδίκηση) εκείνο που κράτησε τον Ben-Hur στη ζωή. Και είναι το μίσος για τον πολιτικό αντίπαλο που, συχνά, ενσπείρουν κάποια κόμματα στον λαό για να εξασφαλίσουν την πολιτική τους επιβίωση...

Ξαναθυμήθηκα, λοιπόν, το «σύνδρομο» και την υπέροχη ταινία στην οποία αυτό παραπέμπει, όμως τούτη τη φορά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Όσοι γνωρίζουν το φιλμ θα θυμούνται μία τρομακτική σκηνή: Η μητέρα και η αδελφή του κεντρικού ήρωα βρίσκονται κλειδωμένες μέσα σε ένα σκοτεινό κελί, στο υπόγειο κάποιας ρωμαϊκής φυλακής. Υποφέρουν και οι δύο από την νόσο του Χάνσεν (είναι λεπρές). Το κελί είναι ερμητικά κλειστό, και το μόνο που συνδέει το εσωτερικό του με τον έξω χώρο είναι ένα μικροσκοπικό πορτάκι. Μία φορά τη μέρα ένας φρουρός το ανοίγει για λίγο για να περάσει στις δύο γυναίκες ένα πιάτο φαγητό, ίσα να μην πεθάνουν της πείνας.

Ήρθα για μία στιγμή στη θέση των δύο λεπρών (τηρουμένων, φυσικά, των αναλογιών ανάμεσα σε περιπτώσεις μη-συγκρίσιμου μεγέθους!) καθώς έφτασα στο φαρμακείο και βρήκα την πόρτα κλειδωμένη. Η πόρτα – μάλλον πρόσφατης κατασκευής – ήταν βαριά και έδινε γενικά την εικόνα της ισχυρής θωράκισης. Όπως με αυστηρά νεύματα καθιστούσαν γνωστό οι φαρμακοποιοί, η επικοινωνία με τον πελάτη θα έπρεπε να γίνει μέσα από ένα μικροσκοπικό στρογγυλό φινιστρίνι που άνοιγε ίσα για να περάσει μία συνταγή ή μια συσκευασία φαρμάκου. Τούτη τη φορά οι δυνητικά «λεπροί» δεν βρίσκονταν μέσα αλλά έξω από τη «φυλακή»...

Κανείς, φυσικά, δεν μπορεί να ψέξει στο ελάχιστο τις πάντα ευγενέστατες φαρμακοποιούς της γειτονιάς μου, οι οποίες απλά ακολούθησαν τις οδηγίες αυτοπροστασίας που είχαν λάβει από τους αρμόδιους φορείς για την φονική επιδημία της εποχής. Το σημείωμα δεν σχολιάζει επαγγελματικές πρακτικές αλλά απλά καταγράφει, ίσως με μία δόση μελαγχολικού σαρκασμού, τα σημεία των καιρών. Ένας νέος και ανίκητος, ακόμα, ιός όρισε ξαφνικά μία καινούργια κοινότητα «λεπρών», της οποίας έχουμε όλοι γίνει εν δυνάμει μέλη.

Έτσι, φτάσαμε να αντιμετωπίζουμε την εγγύτητα ως απειλή κατά της ζωής, υποκαθιστώντας την φυσική επαφή με τις επικοινωνιακές δυνατότητες που παρέχει ένα ηλεκτρονικό λειτουργικό σύστημα. Και διαπιστώσαμε (χωρίς ιδιαίτερη έκπληξη, αφού τα κοινωνικά δίκτυα μας είχαν προ πολλού προϊδεάσει και προετοιμάσει) ότι το «από μακριά κι αγαπημένοι» είναι η χρυσή συνταγή για τη δημιουργία και τη διατήρηση φιλίας ανάμεσα σε άτομα με, κατά τα άλλα, πολύ διαφορετικά πρωτογενή χαρακτηριστικά προσωπικότητας.

Ορατός είναι τώρα ο κίνδυνος το νέο αυτό «σύνδρομο Μπεν-Χουρ», υπό τις θεσμικά κατοχυρωμένες, μάλιστα, ευλογίες της ίδιας της πολιτείας σε κάθε χώρα, να οδηγήσει και σε ένα είδος κοινωνικού διαχωρισμού (θα αποφύγω την ακραία λέξη «ρατσισμός») εις βάρος εκείνων που με γενικό (και μάλλον ασαφή) τρόπο αναφέρονται ως «ευπαθείς ομάδες». Αν, για παράδειγμα, μία πολιτεία θεσπίσει περιοριστικά μέτρα που αφορούν αποκλειστικά και μόνο τους «ηλικιωμένους», πώς ακριβώς θα προσδιοριστεί αυτή τούτη η έννοια του «ηλικιωμένου»;

Ο θείος μου ο Νικήτας (έχω αναφερθεί σε αυτόν σε παλιότερα κείμενα στο «Βήμα», αφού υπήρξε ίσως ο φανατικότερος αναγνώστης στην ιστορία αυτής της εφημερίδας!) έφυγε στα 94 χρόνια του. Μέχρι λίγο πριν το τέλος ήταν αρκετά υγιής, βάδιζε χιλιόμετρα καθημερινά σαν άσκηση (και μάλιστα πιο γρήγορα απ’ όσο θα μπορούσα να τον φτάσω!) και ήταν χρήσιμος – με όλη τη σημασία της λέξης – σε παιδιά, ανίψια και εγγόνια. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι να τον έριξε πολλές φορές στο κρεβάτι μία γρίπη, ενώ το απλό κρυολόγημα το περνούσε πάντα «στο πόδι». Αν υποτεθεί, λοιπόν, ότι ζούσε σήμερα κι ότι ερχόταν η πολιτεία να του ανακοινώσει επίσημα ότι «είναι πολύ γέρος» για να κυκλοφορεί στους δρόμους, θα ήταν σαν η ίδια αυτή πολιτεία να υπέγραφε την θανατική καταδίκη του. Ας σκεφτούμε τώρα ότι, σύμφωνα με όσα ακούγονται, αυτό το «πολύ γέρος» θα αφορά ίσως ακόμα και άτομα που, από άποψη ηλικίας, θα μπορούσαν να είναι παιδιά του...

Όμως, εκτός από τους «ηλικιωμένους», στις ευπαθείς ομάδες λογίζονται και τα άτομα με υποκείμενα χρόνια νοσήματα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι, απαραίτητα, απόμαχοι της ζωής. Πολλοί εργάζονται κανονικά και, γενικά, ζουν φυσιολογικές ζωές, εφαρμόζοντας απλά κάποια αναγκαία περιοριστικά μέτρα στην καθημερινότητά τους ή ακολουθώντας κατάλληλες θεραπευτικές αγωγές. Ερώτηση: Υπάρχει θεσμικά δόκιμος και – κυρίως – ηθικά αποδεκτός τρόπος να διαχωριστούν de jure από το υπόλοιπο σώμα της κοινωνίας σε ό,τι αφορά στοιχειώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία μετακίνησης και η δυνατότητα πρόσβασης στην εργασία; Πώς θα διασφαλιστεί στην περίπτωση αυτή το ιατρικό απόρρητο (ερώτημα μάλλον ρητορικό); Και, έχει άραγε υπολογιστεί το ψυχικό κόστος που θα επιφέρει αυτό το ιδιότυπο, και με επίσημη σφραγίδα προσδιοριστικό, «στίγμα» του νοσούντος, όταν μάλιστα η σύγχρονη ιατρική δεν παύει να τονίζει την σπουδαιότητα της θετικής αυτοεικόνας και της εν γένει αισιόδοξης στάσης ζωής ως ακέραιου μέρους μίας θεραπείας;

Ελπίδα όλων είναι, φυσικά, το νέο «σύνδρομο Μπεν-Χουρ» να μην μακροημερεύσει και σύντομα να ξαναγυρίσει η κανονικότητα στην κοινωνική ζωή. Το θλιβερό είναι ότι το παλιότερο (και, δυστυχώς, διαχρονικό στον τόπο μας) ομώνυμο «σύνδρομο» – εκείνο, δηλαδή, που χρησιμοποιεί το μίσος ως μέσο άσκησης πολιτικής – φαίνεται ότι καλά κρατεί. Γιατί, μετρώντας χαιρέκακα αριθμούς νεκρών, κάποια παραπολιτικά όργανα γκεμπελικής κοπής βγήκαν πρόσφατα στο προσκήνιο εξακοντίζοντας απειλές του τύπου «θα λογαριαστούμε», ή επιχειρώντας να σπιλώσουν την υπόληψη καταξιωμένων επιστημόνων που μάχονται νυχθημερόν για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της θανατηφόρου επιδημίας. Αλλά, και οι εξ επισήμων πολιτικών χειλέων ακουόμενες αναγγελίες «θα λογοδοτήσουν», οι οποίες τεχνηέντως υπεμφαίνουν πολιτική ενοχή, ελάχιστα συντελούν στο κλίμα σύμπνοιας που οι παρούσες δύσκολες περιστάσεις επιβάλλουν.

Η εντύπωση που τελικά μένει είναι ότι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο – παλιό και νέο – ο Μπεν-Χουρ έχει αγαπήσει τόσο αυτή τη χώρα ώστε αρνείται να την εγκαταλείψει. Και τρομάζουμε τώρα στη σκέψη ότι αυτός μπορεί να είναι και ο μόνος «τουρίστας» που θα μας έχει απομείνει για φέτος! Όμως, ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να σκεφτόμαστε θετικά. Μήπως κι αντέξουμε έτσι καλύτερα αυτό που μοιάζει με κακό όνειρο – μα δεν είναι...

[1] https://www.tovima.gr/2016/06/01/opinions/to-syndromo-mpen-xoyr-kai-to-politiko-systima/

ΤΟ ΒΗΜΑ

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Μια παραβολή και μία ιστορία για την πολιτική διαχείριση μιας κρίσης

Διαχείριση πολιτικού κόστους για μία σκληρή αλλά αναγκαία πολιτική απόφαση, με μετάθεση ευθυνών στον λαό...


Ξεκινώ με μία παραβολή βγαλμένη από τη φαντασία μου (και μόνο!) ως εκπαιδευτικού...

Ας κάνουμε την υπόθεση ότι κρίνω παιδαγωγικά ωφέλιμο για τους σπουδαστές μου να προσθέσω ένα ιδιαίτερα στρυφνό κεφάλαιο του βιβλίου στην εξεταστέα ύλη, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα τους εξαναγκάσω να το διαβάσουν. Όπως είναι φυσικό, εκείνοι αντιδρούν και προσπαθούν να με μεταπείσουν διαβεβαιώνοντάς με ότι θα το μελετήσουν ούτως ή άλλως, χωρίς να είναι απαραίτητο να αιωρείται από πάνω τους η δαμόκλειος σπάθη της αποτυχίας στο μάθημα στις τελικές εξετάσεις. Μέσα μου διαφωνώ, όμως θα ένιωθα πολύ καλύτερα αν μπορούσα να μεταθέσω το βάρος μιας – ούτως ή άλλως ειλημμένης – αντιδημοφιλούς απόφασής μου στους ώμους των σπουδαστών μου.

Έτσι, σκαρφίζομαι ένα τέχνασμα. Στην ουσία, τους στήνω μία παγίδα! Τους αναγγέλλω ότι το προσεχές πρόχειρο διαγώνισμα θα είναι παράλληλα ένα τεστ εμπιστοσύνης για εκείνους. Αν συμπεριφερθούν με εντιμότητα και δεν υπάρξουν φαινόμενα αντιγραφής ή όποιες άλλες εξεταστικές παρατυπίες, θα συμπεράνω ότι είναι άξιοι εμπιστοσύνης και θα δεχθώ ως ειλικρινή την υπόσχεσή τους να διαβάσουν το κεφάλαιο έστω και χωρίς να πρόκειται να εξεταστούν σε αυτό.

Την ώρα του διαγωνίσματος, κανονίζω να χτυπήσει κάποια στιγμή το κινητό μου έτσι ώστε να αναγκαστώ να βγω για λίγο από την αίθουσα όπου κάνω επιτήρηση. Οι περισσότεροι σπουδαστές (η συντριπτική πλειοψηφία) συνεχίζουν να γράφουν χωρίς να δώσουν σημασία. Ένας-δύο «έξυπνοι», μόνο, βρίσκουν την ευκαιρία να βγάλουν έξω το βιβλίο με σκοπό την αντιγραφή. Δεν γνωρίζουν όμως ότι τα πάντα που συμβαίνουν στην αίθουσα καταγράφονται από μία κάμερα ασφαλείας που βρίσκεται σε λειτουργία...

Την άλλη μέρα αναγγέλλω περίλυπος στους σπουδαστές μου ότι πρόδωσαν την εμπιστοσύνη που τους έδειξα αφήνοντάς τους για λίγο χωρίς επιτήρηση. Έτσι, δεν τους κρίνω πλέον άξιους εμπιστοσύνης. Το στρυφνό κεφάλαιο θα περιληφθεί, τελικά, στην εξεταστέα ύλη!

Είναι περιττό να περιγράψω το αίσθημα αδικίας που βιώνουν οι συντριπτικά περισσότεροι σπουδαστές, καθώς πλήρωσαν αδιακρίτως το σφάλμα ελάχιστων επιπόλαιων συμφοιτητών τους. Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμα πιο σημαντικό: Οι περισσότεροι είχαν πράγματι την ειλικρινή πρόθεση να μελετήσουν ούτως ή άλλως το επίμαχο κεφάλαιο, και αισθάνονταν καλά με τον εαυτό τους στη σκέψη ότι η μελέτη αυτή θα ήταν προϊόν φιλομάθειας και όχι αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Τώρα, αυτό το αίσθημα προσωπικής τιμής καταργήθηκε στην πράξη από τον ίδιο τους τον δάσκαλο. Και ίσως φτάσουν ακόμα και να μισήσουν ένα μάθημα που, αντί ηθικής ανταμοιβής, τους επιφύλαξε αναίτια τιμωρία...

Αν μεταφέραμε αναλογικά την φανταστική αυτή ιστορία από τον χώρο της εκπαίδευσης σε εκείνον της πολιτικής, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε το τέχνασμα του δασκάλου ως εξής: Διαχείριση πολιτικού κόστους για μία αντιδημοφιλή αλλά αναγκαία πολιτική απόφαση, με μετάθεση ευθυνών στον λαό. Τονίζω την λέξη «αναγκαία» – αν θέλετε, αντικαταστήστε την με τη λέξη «αναπόφευκτη». Η παρακάτω ιστορία δεν είναι απαραίτητα προϊόν μυθοπλασίας:

Σκεφτείτε μία κυβέρνηση που, για λόγους αντιμετώπισης μείζονος εθνικού κινδύνου, βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να υποχρεωθεί να επιβάλει σοβαρούς περιορισμούς στις μετακινήσεις των πολιτών. Γνωρίζει καλά ότι αυτό είναι μέτρο εκ των ων ουκ άνευ, και έχει σχεδιάσει να το εφαρμόσει στην αρχή της επόμενης εβδομάδας. Την απασχολεί, όμως, και το πολιτικό κόστος που θα μπορούσε να έχει μία τέτοια, ευρέως αντιδημοφιλής απόφαση. Το κόστος θα μετριαστεί σημαντικά – σκέφτεται η κυβέρνηση – αν η ευθύνη του δυσβάσταχτου (αλλά απόλυτα αναγκαίου, το λέω ξανά) μέτρου πέσει, μερικώς τουλάχιστον, στους ώμους του ίδιου του λαού.

Έτσι, λίγο πριν την εκπνοή της τρέχουσας εβδομάδας, ο Πρωθυπουργός της χώρας απευθύνεται στους πολίτες και, με ύφος δασκάλου, τους ανακοινώνει ότι το ερχόμενο σαββατοκύριακο θα αποτελέσει τεστ καλής διαγωγής και εμπιστοσύνης για εκείνους. Αν συμπεριφερθούν σαν «καλά παιδιά» – που σημαίνει, αν αποφύγουν τις άσκοπες μετακινήσεις – υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αποφευχθεί η λήψη σκληρών μέτρων περιορισμού της ελευθερίας τους. Παράλληλα, περιορίζεται σε διδακτικού τύπου συμβουλές για την αποφυγή μαζικών εξόδων από την πόλη, ή συναθροίσεων σε δημόσιους χώρους όπως πλατείες, πάρκα ή παραλίες.

Θα ήταν πολύ εύκολο για την κυβέρνηση απλά να απαγορεύσει δια νόμου τις μαζικές εξόδους, κλείνοντας τα διόδια στις εθνικές οδούς για άπαντες πλην εκείνων που θα είχαν πραγματική ανάγκη να περάσουν. Επίσης δια νόμου θα μπορούσαν να απαγορευτούν όλες οι δημόσιες συναθροίσεις. Η κυβέρνηση, όμως, αφήνει μία μικρή μερίδα ανόητων πολιτών να πέσουν στην παγίδα. Και πρόθυμοι φωτογραφικοί και τηλεοπτικοί φακοί βρίσκονται εκεί που πρέπει τη στιγμή που πρέπει για να καταγράψουν ουρές αυτοκινήτων και ό,τι άλλο αναδεικνύει την ανθρώπινη βλακεία και ανευθυνότητα.

Το αποτέλεσμα αναμενόμενο: Η κυβέρνηση ανακοινώνει την επιβολή, τελικά, των σκληρών μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας, περιλαμβάνοντας ως μέρος της αιτιολόγησης της απόφασής της την ανεύθυνη στάση των ολίγων. Σημειώνεται ότι οι ανόητοι αυτοί πολίτες δεν κινήθηκαν εκτός νόμου, έστω και αν εξάντλησαν τα όρια της νομιμότητας. Τους νόμους, όμως, τους ορίζει η ίδια η πολιτεία. Και αυτή είναι που κλείνει τους δρόμους ή τους αφήνει ανοιχτούς. Το ερώτημα είναι γιατί επέλεξε το δεύτερο...

Όσο για την συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών που φέρθηκαν υπεύθυνα θέτοντας αυτόβουλα τον εαυτό τους σε περιορισμό, αυτοί μένουν με το αίσθημα της αδικίας πως «τιμωρούνται» για τις συμπεριφορές μιας θορυβώδους και ασύμμετρα προβαλλόμενης μειοψηφίας. Και το προσωπικό αίσθημα τιμής για μια αυτοθέλητη μικρή θυσία για λόγους συνείδησης μετατρέπεται μονομιάς σε αίσθημα δυσανεξίας για μία συνθήκη που κατέληξε να επιβληθεί άνωθεν, παραβιάζοντας, στην ουσία, ανοικτές θύρες...

Σε ό,τι αφορά την κυβέρνηση της ιστορίας μας, στην προσπάθειά της να μετριάσει το πολιτικό κόστος «κατορθώνει», τελικά, να του επιφέρει πρόσθετα βάρη δυσαρεστώντας ακόμα και πολίτες που την είχαν στηρίξει, αν μη τι άλλο για την ειλικρίνεια που απέπνεε το μέχρι τότε πολιτικό της ύφος. Τι θα ανέμεναν από εκείνη; Δύο απλά πράγματα: Πρώτον, να μην αρκεστεί σε διδακτισμούς και νουθεσίες αλλά να αυστηροποιήσει εγκαίρως τους νόμους που θα περιόριζαν τις άσκοπες μετακινήσεις προς την επαρχία, ή τις ανέμελες συναθροίσεις σε ανοιχτούς χώρους. Και, δεύτερον, να βγει να μιλήσει στους πολίτες όχι με ύφος «τιμωρητικού δασκάλου» αλλά με κατανόηση των πρωτόγνωρων δυσκολιών που καλούνται να αντιμετωπίσουν, και με προσπάθεια ηθικής εμψύχωσής τους.

Είναι διαφορετικό το να λες ξεκάθαρα στον λαό ότι «έχουμε ήδη αποφασίσει ότι από Δευτέρα θα πρέπει όλοι μας να μιμηθούμε υποχρεωτικά τους υπεύθυνους συμπολίτες μας που θέτουν εαυτούς σε αυτόβουλο περιορισμό, διότι έτσι επιβάλλουν οι τραγικές περιστάσεις που περνούμε», από το να υπονοείς ότι ο περιορισμός είναι μία μορφή «τιμωρίας» που, αν ήμασταν «καλά παιδιά», θα μπορούσε και να είχε αποφευχθεί.

Το τονίζουμε και πάλι, προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων: Ουδόλως αμφισβητούμε την αναγκαιότητα των περιοριστικών μέτρων! Αυτό που μας δυσαρεστεί είναι η επικοινωνιακή διαχείρισή τους. Και, η διαχείριση πολιτικού κόστους εν μέσω μείζονος εθνικού προβλήματος είναι ζήτημα που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς είναι δυνατό να γυρίσει μπούμερανγκ. Το διαπίστωσε με αρκούντως σκληρό τρόπο μετά το καλοκαίρι του 2018 η τότε εξουσία, με αφορμή ένα πολύνεκρο ολοκαύτωμα στην Ανατολική Αττική...

Aixmi.gr

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Απορίες αδαούς για τις ιατρικές μάσκες...

Μερικά καλοπροαίρετα ερωτήματα για μάσκες που "δεν" πρέπει να φοράμε...


Δεν προτίθεμαι να μακρηγορήσω σε αυτό το σημείωμα, αφού δεν έχω την παραμικρή πληροφορία ή άποψη να καταθέσω. Δεν διαθέτω γνώσεις ιατρικής και, όπως όλοι οι μη-ειδικοί περί τα ιατρικά, κρέμομαι από τα χείλη των ειδικών για να λάβω έγκυρες οδηγίες αυτο-διαχείρισης και κοινωνικής συμπεριφοράς στη διάρκεια αυτής της φοβερής επιδημίας που βιώνει η παγκόσμια κοινότητα.

Μπαίνω, λοιπόν, κατευθείαν στο θέμα. Και αυτό αφορά τις δυσεύρετες, πλέον, ιατρικές μάσκες. Από την έναρξη της επιδημίας έως σήμερα έχουμε καταγράψει τις ακόλουθες τοποθετήσεις εκ χειλέων κορυφαίων ιατρών:

1. Η μάσκα δεν χρησιμεύει σε τίποτα στους υγιείς, αφού ουδόλως τους προστατεύει από το να νοσήσουν. Απαιτείται να την φορούν μόνο οι νοσούντες για να προστατεύουν τους υγιείς.

2. Οι απλοί πολίτες να αποφεύγουν να κάνουν μαζικές αγορές ιατρικών μασκών, αφού έτσι τις στερούν από το νοσηλευτικό προσωπικό των νοσοκομείων, το οποίο τις έχει πολύ μεγαλύτερη ανάγκη για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

3. Ο κάθε πολίτης θα πρέπει να θεωρεί τον εαυτό του ως εν δυνάμει ασθενή και να αποφεύγει να εκθέτει τους συνανθρώπους του σε πιθανή μετάδοση της νόσου.

Σε καμία περίπτωση, επαναλαμβάνω, δεν θα αμφισβητήσω την αυθεντία των ειδικών! Το μόνο που επιτρέπω στον εαυτό μου είναι να διατυπώνω απορίες για πράγματα που δεν κατανοώ επαρκώς. Τις παραθέτω:

1. Αφού η μάσκα δεν προστατεύει τους υγιείς όταν την φορούν οι ίδιοι, αλλά μόνο όταν την φορούν οι νοσούντες, γιατί απαιτείται να την φορά το νοσηλευτικό προσωπικό στο βαθμό που αυτό είναι υγιές; Μήπως για την προστασία των ίδιων των νοσηλευόμενων (ή εξεταζόμενων);

 2. Αφού όλοι είμαστε εν δυνάμει νοσούντες, και αφού οι νοσούντες είναι που πρέπει να προστατεύουν τους υγιείς φορώντας μάσκα, γιατί συνιστά αντικοινωνική συμπεριφορά εκ μέρους των απλών πολιτών η αθρόα αγορά ιατρικών μασκών;

3. Και, ένα ακόμα ερώτημα: Πρόσωπο του οικογενειακού μου χώρου θεωρείται ιατρικώς ανοσοκατασταλμένο λόγω χρόνιας χρήσης φαρμάκου για αυτοάνοσο νόσημα (το ίδιο φάρμακο που ανοήτως εξαφάνισαν από τα φαρμακεία άνθρωποι που δεν το χρειάζονται, με βάση κάποιες φήμες ότι θεραπεύει τον COVID-19!). Από την αρχή της θεραπείας η οδηγία του λοιμωξιολόγου ήταν σαφής και αυστηρή: σε κανέναν δημόσιο χώρο (σινεμά, θέατρο, μέσα μαζικής μεταφοράς, σούπερ-μάρκετ, κλπ) χωρίς την προστασία μάσκας! Να υποθέσω ότι ο εν λόγω ιατρός (διεθνώς διακεκριμένος επιστήμων) συνέστησε μία περιττή πρόληψη που, εκτός των άλλων, στερεί από τον ασθενή τη χαρά της ξένοιαστης απόλαυσης σε μια σειρά από κοινωνικές δραστηριότητες;

Δεν θα επεκταθώ άλλο στο ζήτημα. Άλλωστε, τέτοιες στιγμές απαγορεύεται να μιλούν οι μη γνωρίζοντες. Το να ρωτούν, όμως, όχι μόνο επιτρέπεται αλλά και επιβάλλεται... Καλή δύναμη σε όλους!

Aixmi.gr

Τρίτη 17 Μαρτίου 2020

Κβαντική κοινωνιολογία στον καιρό μιας επιδημίας

Όταν η ίδια η Φύση δίνει παραδείγματα και αντιπαραδείγματα κοινωνικής συμπεριφοράς. Σκέψεις με αφορμή μια επιδημία...


Ένα από τα βασικά πράγματα που εξηγούμε στους σπουδαστές μας στο πλαίσιο των μαθημάτων της Κβαντικής Φυσικής είναι η διαφορά ανάμεσα στα φερμιόνια και τα μποζόνια. Με πολύ απλά λόγια, τα στοιχειώδη σωμάτια της ύλης (π.χ., ηλεκτρόνια) είναι φερμιόνια, ενώ τα κβάντα της ακτινοβολίας (φωτόνια) είναι μποζόνια.

Τα φερμιόνια έχουν την τάση να είναι «μοναχικά»: δύο όμοια φερμιόνια, σε ίδιες ακριβώς κβαντικές καταστάσεις (όπως ενέργεια ή στροφορμή) απαγορεύεται να βρίσκονται στο ίδιο κβαντικό σύστημα (άτομο, μόριο, κλπ.). Αντίθετα, τα μποζόνια είναι πολύ «κοινωνικά»: τους αρέσει να συναθροίζονται σε ομάδες όμοιων σωματίων με ίδιες κβαντικές ιδιότητες. Και μάλιστα, όσο πιο πολλά μαζεύονται, τόσο πιο πολλά «θέλουν» να μπουν στην παρέα!

Τα παραπάνω δεν είναι τυχαίες επιλογές της Φύσης. Αν τα ηλεκτρόνια ήταν μποζόνια δεν θα υπήρχε η δομή του ατόμου όπως την ξέρουμε και, σαν συνέπεια, ολόκληρος ο κόσμος θα ήταν μία εξαιρετικά συμπυκνωμένη και ουσιαστικά «νεκρή» μάζα. Από την άλλη, αν τα φωτόνια ήταν φερμιόνια δεν θα έφταναν ποτέ στη Γη οι ηλιακές ακτίνες που μεταφέρουν φως και ζέστη, στοιχεία απαραίτητα για τη ζωή.

Θέλοντας να εξηγήσω στους φοιτητές μου τη συμπεριφορά των μποζονίων, τους προτείνω το εξής απλό πείραμα: Ας σταθεί κάποιος κάτω από μία πολυκατοικία κοιτάζοντας επίμονα και δείχνοντας προς την κατεύθυνση οποιασδήποτε μπαλκονόπορτας. Σε λίγο, όταν ένας περαστικός κοντοσταθεί για να ρωτήσει τι συμβαίνει, η απάντηση να είναι ότι ακούστηκε μία κραυγή από εκείνη την κατεύθυνση. Περνώντας κάποιος άλλος και βλέποντας δύο να κοιτάζουν επίμονα προς την πολυκατοικία, σίγουρα θα σταθεί κι αυτός να δει τι συμβαίνει. Ο επόμενος, που θα δει τρεις μαζεμένους, θα είναι ακόμα πιο περίεργος να μάθει, και όσο μεγαλώνει ο αριθμός των συναθροισμένων, τόσο θα μεγαλώνει και η περιέργεια των νέων περαστικών. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερο γίνεται το πλήθος, τόσο αυξάνει και η τάση να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο! Με αυτό τον μηχανισμό συναθροίζονται και τα φωτόνια για να δημιουργήσουν μία πανίσχυρη ακτίνα λέιζερ.

Με ανάλογο τρόπο διαδίδεται ο πανικός σε μία κοινωνία που βρίσκεται υπό το κράτος του φόβου για κάποιο επικείμενο δεινό, όπως π.χ. μια οικονομική κατάρρευση. Αρκεί ένας να κάνει την αρχή τηλεφωνώντας σε κάποιον γνωστό και λέγοντας, π.χ., «η Μαρία, που γνωρίζει καλά την ιδιαιτέρα γραμματέα του τάδε υπουργού, μου είπε εμπιστευτικά και με απόλυτη σιγουριά ότι την άλλη Δευτέρα οι τράπεζες δεν θα ανοίξουν γιατί την Κυριακή το βράδυ θα ανακοινωθεί αιφνιδιαστικά η χρεοκοπία της χώρας»! Δεν χρειάζεται να εξηγήσω πόσο εύκολα τέτοιες αρχικά περιορισμένης κλίμακας διαδόσεις μπορεί να αποκτήσουν εκρηκτικές διαστάσεις οδηγώντας την κοινωνία σε πανικό, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να αδειάσουν από ρευστό και να κινδυνέψουν στ' αλήθεια να καταρρεύσουν. Έτσι, μία επιπόλαιη διάδοση μπορεί να γίνει, τελικά, αυτοεκπληρούμενη προφητεία με ανυπολόγιστες συνέπειες. (Παρεμπιπτόντως, ένα τέτοιο τηλεφώνημα περί «Μαρίας που γνώριζε πολλά» είχα δεχθεί κι εγώ από συγγενικό μου πρόσωπο, μεσούσης της οικονομικής κρίσης. Ευτυχώς αντιστάθηκα τότε στον πειρασμό να διακινήσω περαιτέρω την «πληροφορία». Πολύ αργότερα, βέβαια, κάποιος υπουργός με κακόγουστα ανορθόγραφο όνομα έκλεισε στ’ αλήθεια τις τράπεζες...)

«Μποζονικά» χαρακτηριστικά εμφανίζει, δυστυχώς, και η εξάπλωση μίας επιδημίας σε μια χώρα, ή ακόμα και σε μια ήπειρο. Το επιβεβαιώνουν τούτες τις μέρες με τρομακτικές προγνώσεις οι λοιμωξιολόγοι, που μιλούν χωρίς περιστροφές για μία κατάσταση που τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη σε ό,τι αφορά τον διαβόητο, πλέον, κορωνοϊό. Δεν γνωρίζω πόσο ακριβής είναι ο χρησιμοποιούμενος όρος «εκθετική αύξηση» για τον ολοένα διογκούμενο αριθμό των κρουσμάτων, όμως σε κάθε περίπτωση το σενάριο είναι εφιαλτικό. Και, όπως συμβαίνει σε ένα κβαντικό σύστημα μποζονίων, όσο αυξάνουν τα κρούσματα τόσο αυξάνει και η τάση τους να γίνουν ακόμα περισσότερα!

Ίσως ακούγεται κυνικό, όμως το μόνο που θα μπορούσε να βοηθήσει στον έλεγχο της εξάπλωσης της επιδημίας είναι ο ίδιος ο φόβος, ο οποίος επιβάλλει περιορισμό στην κινητικότητα και μεγαλύτερη υπευθυνότητα σε θέματα υγιεινής. Το κακό είναι ότι ο φόβος οδηγεί σε λανθασμένες συμπεριφορές όταν δεν συνοδεύεται από ορθολογισμό. Και, σε συλλογικό επίπεδο, αυτή η απουσία ορθολογισμού έχει σαν αποτέλεσμα τον πανικό. Από την άλλη, εξίσου επικίνδυνη είναι η απουσία του φόβου όταν και πάλι δεν υπαγορεύεται από τη λογική. Και στις δύο περιπτώσεις η συμπεριφορά ενός κοινωνικού υποσυνόλου μπορεί να αποδειχθεί προβληματική έως καταστροφική για ολόκληρη την κοινωνία.

Ας πάρουμε πρώτα την περίπτωση όπου ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας λειτουργεί υπό το κράτος ακραίου φόβου. Τα φαινόμενα που συνοδεύουν τον πανικό τα βιώνουμε ήδη στις γειτονιές μας. Μεταξύ άλλων, παράλογος αγοραστικός παροξυσμός που οδηγεί σε εξαφάνιση βασικών αγαθών στα σούπερ-μάρκετ και σε ελλείψεις φαρμακευτικού υλικού στα φαρμακεία, σε είδη μάλιστα που για κάποιους ασθενείς (ιδιαίτερα τους ανοσοκατασταλμένους) είναι απόλυτα αναγκαία για την προστασία τους από την επιδημία.

Στο άλλο άκρο, περιφρονώντας ή και χλευάζοντας τον κίνδυνο – η αίσθηση του οποίου είναι «για τις κότες»! – πολλοί νέοι βρέθηκαν πρόσφατα να συναγελάζονται αμέριμνα σε πλατείες και κοσμοβριθείς τόπους διασκέδασης, ενώ και οι μεγαλύτεροι ελάχιστα έδωσαν το καλό παράδειγμα στοιβαγμένοι σε ατέλειωτες ουρές στα σούπερ-μάρκετ ή, ακόμα χειρότερα, συρρέοντας απτόητοι στα καρναβάλια και τις παραλίες και δηλώνοντας με ύφος αύθαδες, «εμάς δεν μας πιάνει τίποτα»! Μέχρι, φυσικά, να βρει κάποιον το κακό, το οποίο δυστυχώς δεν θα περιοριστεί σε εκείνον και μόνο...

Αγνοώντας, λοιπόν, το αίσθημα της ατομικής ευθύνης (ή, τουλάχιστον, διαχέοντάς το μέσα στον ιστό μίας απρόσωπης κοινωνικής μάζας) πολλά μέλη της κοινωνίας, μικρά και μεγάλα, συμπεριφέρονται απέναντι σε έναν ακραίο κίνδυνο με ομαδική ανευθυνότητα της οποίας το μέγεθος αυξάνει με ανάλογο τρόπο όπως το πλήθος ενός κβαντικού συστήματος μποζονίων: όσο μεγαλύτερη η ομάδα, τόσο πιο ανεύθυνα αυτή τείνει να συμπεριφέρεται.

Είναι άραγε κακό, σε κάθε περίπτωση ανεξαιρέτως, οι άνθρωποι να λειτουργούν «σαν μποζόνια»; Εξαρτάται... Όχι, αν πρόκειται για εκδηλώσεις συνεργασίας και πράξεις αλληλεγγύης με σκοπό το κοινό καλό. Ναι, όμως, αν πρόκειται για κινήσεις εκτός λογικής που έχουν την τάση να συμπαρασύρουν όλο και περισσότερους σε συμπεριφορές καταστροφικές για το σύνολο. Και ακόμα: Ναι, αν πρόκειται για ομαδοποιήσεις κλειστών συμφερόντων και δημιουργία «συντεχνιακών» στεγανών που αποσαθρώνουν το κοινωνικό συνεχές. Και, ναι, αν πρόκειται για συσπειρώσεις γύρω από επικίνδυνα δημαγωγικά καλέσματα πολιτικών καιροσκόπων (ποιος ξεχνά το εθνικά αυτοκαταστροφικό καλοκαίρι του 2015;).

Και τα φερμιόνια, με την εξ ορισμού μοναχική τους πορεία; Θα πρέπει ή όχι οι άνθρωποι να τα μιμούμαστε στη συμπεριφορά μας ως κοινωνικές μονάδες; Εξαρτάται και πάλι... Ναι, όταν οφείλουμε να αναγνωρίζουμε και να αναλαμβάνουμε την ατομική μας ευθύνη απέναντι στον άλλο. Ναι, όταν ο καθένας μας επιλέγει να ακολουθήσει τις επιταγές της συνείδησής του ενάντια στις περιρρέουσες ευτέλειες των πολλών. Όχι, όταν λειτουργούμε σαν ανώριμα εγωκεντρικά παιδιά που δεν είναι σε θέση να σκεφτούν οτιδήποτε έξω από την προσωπική τους βολή και το ατομικό τους συμφέρον.

Η δραματική συγκυρία των ημερών είναι ένα κρίσιμο τεστ για όλους μας. Ίσως και μία μοναδική ευκαιρία να μάθουμε, τελικά, ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε...

Aixmi.gr

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Γενοκτονία των Ρομά: Το ξεχασμένο Ολοκαύτωμα

Μία αξιόλογη ιστορική μελέτη που φωτίζει άγνωστες πτυχές ενός ναζιστικού εγκλήματος


Διάβασα με ενδιαφέρον το πολύ αξιόλογο πρόσφατο βιβλίο της Αναστασίας Γκότοβου, «Το ξεχασμένο Ολοκαύτωμα» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2017). Πρόκειται για ιστορική μελέτη πάνω σε μία λιγότερο γνωστή πτυχή του ναζιστικού εγκλήματος του Ολοκαυτώματος: την γενοκτονία των Ρομά. Δευτερευόντως, αποτελεί παιδαγωγική πρόταση για αναμόρφωση της διδασκόμενης ύλης στο σχολείο, έτσι ώστε ο μαθητής να εκτεθεί από νωρίς σε ιστορικά ζητήματα που καταδεικνύουν την δηλητηριώδη επίδραση του ρατσισμού στην κοινωνία.

Όπως επισημαίνει η συγγραφέας, η διαχείριση της ετερότητας είναι βασικό μέλημα μίας διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Ακόμα περισσότερο, μάλιστα, όταν στερεότυπα και προκαταλήψεις για τον «άλλο» συνεχίζουν να εμφανίζονται στην ελληνική κοινωνία. Είναι υποχρέωση, λοιπόν, του σχολείου να αναχαιτίσει από νωρίς την όποια τάση δημιουργίας τέτοιων στερεότυπων που οδηγούν σε κοινωνικές διακρίσεις.

Ειδικότερα, το ζήτημα της γενοκτονίας των «Τσιγγάνων» από το χιτλερικό καθεστώς αποτελεί παραμελημένο αντικείμενο στην εκπαίδευση, και θα ήταν ωφέλιμη για τους μαθητές η αποκατάσταση της παράλειψης αυτής.

Στο βιβλίο παρακολουθούμε την ανάπτυξη «τσιγγανολογικής επιστήμης» στη ναζιστική Γερμανία, με αντικείμενο την διαπίστωση τσιγγάνικης ταυτότητας ανάμεσα στον γερμανικό πληθυσμό και τη σύνδεσή της με «κληρονομικές» κοινωνικές συμπεριφορές (κατά κύριο λόγο, παραβατικότητα) που χαρακτηρίζουν, υποτίθεται, τους Ρομά στο σύνολό τους. Σημαίνων καθεστωτικός «τσιγγανολόγος» αναδείχθηκε ο Δρ. Robert Ritter (1901–1951). Αποτέλεσμα των «επιστημονικών» εισηγήσεών του προς το καθεστώς υπήρξε η σύλληψη δεκάδων χιλιάδων Τσιγγάνων που ζούσαν στη Γερμανία, και η μεταφορά τους στα (κατ’ ευφημισμόν ονομαζόμενα) «στρατόπεδα εργασίας», με γνωστότερο και πλέον διαβόητο το Άουσβιτς.

Ο ακριβής συνολικός αριθμός των Ρομά που έχασαν τη ζωή τους ως αποτέλεσμα της ρατσιστικής πολιτικής των Ναζί δεν είναι γνωστός. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, ο αριθμός αυτός κυμαίνεται από 200,000 έως 500,000.

Ο Ritter δεν ξεκίνησε την σταδιοδρομία του σαν ένας ακόμα επιστημονικός συνεργάτης του καθεστώτος που, απλά, δημιουργούσε καθ’ υπαγόρευση βιολογικές θεωρίες βολικές για το σύστημα. Πίστευε βαθιά στην ορθότητα των ρατσιστικών ιδεών του και, κατ’ ουσίαν, βρήκε στο ναζιστικό καθεστώς έναν πρόθυμο χρηματοδότη για τις έρευνές του πάνω στην υποτιθέμενη φυλετική συμπεριφορική κληρονομικότητα των Ρομά. Αργότερα, εν τούτοις, η έρευνά του ξέφυγε από το καθαρά ακαδημαϊκό επίπεδο και κατέστη όργανο καθεστωτικής πολιτικής που οδήγησε, τελικά, σε αναγκαστικές στειρώσεις, εκτοπίσεις και μαζικές δολοφονίες σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

Όπως σημειώνει η συγγραφέας, η επιστημονική μέθοδος του Ritter είναι διάτρητη, καθώς τα στοιχεία στα οποία βασίζεται αποτελούνται κυρίως από πληροφορίες σε ό,τι αφορά τους προγόνους και όχι σε πραγματικές βιολογικές μετρήσεις και συγκρίσεις. Πρόκειται, δηλαδή, για βιολογικό ντετερμινισμό χωρίς βιολογικά δεδομένα.

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η διάκριση που κάνει ο Ritter μεταξύ του «γνήσιου» (καθαρόαιμου) και του μιγάδα Τσιγγάνου. Αντίθετα με ό,τι θα νόμιζε κανείς, ο Ritter θεωρεί ότι ο γνήσιος Τσιγγάνος δεν είναι τόσο επικίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο όσο ο μιγάς Τσιγγάνος, επειδή ο δεύτερος συνδυάζει – υποτίθεται – τις πλέον αρνητικές ιδιότητες από τις δύο κληρονομικές καταβολές και τις αντίστοιχες καταγωγικές παραδόσεις των γεννητόρων του.

Αποδεχόμενο τις θεωρίες του Ritter, το ναζιστικό καθεστώς διαφοροποιεί την πολιτική του απέναντι στους Ρομά ανάλογα με το αν αυτοί είναι «καθαρόαιμοι» ή «μιγάδες». Και είναι η δεύτερη κατηγορία που, κατά μείζονα λόγο, θα υποστεί τις δολοφονικές πολιτικές εγκλεισμού και εξόντωσης (κυρίως στο Άουσβιτς) τις οποίες οι Ναζί εφάρμοσαν και στους Εβραίους. Έτσι, ένα μικρότερο Ολοκαύτωμα θα λάβει χώρα παράλληλα με ένα σημαντικά μεγαλύτερο και πιο γνωστό...

Ένα ενδιαφέρον θέμα προς συζήτηση, το οποίο θίγεται και στο βιβλίο, είναι το κατά πόσον το Ολοκαύτωμα των Ρομά είναι συγκρίσιμο με το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, σε ό,τι αφορά τις αντίστοιχες ρατσιστικές ιδεολογικές αφετηρίες και τις μεθόδους με τις οποίες τα δύο αυτά μαζικά εγκλήματα συντελέστηκαν (χωρίς, φυσικά, να λαμβάνεται υπόψη ο σαφώς μη-συγκρίσιμος αριθμός των δολοφονιών στις δύο περιπτώσεις). Οι ίδιοι οι Ναζί ισχυρίστηκαν ότι οι διώξεις των Ρομά δεν σχετίζονταν με γενοκτονικές προθέσεις αλλά στόχευαν στην καταπολέμηση του εγκλήματος. Το γεγονός, εν τούτοις, ότι συνέδεσαν το έγκλημα με φυλετικές καταβολές αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι οι διώξεις αυτές είχαν ρατσιστικά κίνητρα.

Από την άλλη, η εξόντωση των Εβραίων ήταν καθολική και έλαβε χώρα χωρίς διακρίσεις όσον αφορά την «φυλετική καθαρότητα» των θυμάτων. Αντίθετα, η δολοφονική πολιτική των Ναζί απέναντι στους Ρομά στράφηκε κατά κύριο λόγο κατά των «μιγάδων» και όχι κατά των «καθαρόαιμων» εκπροσώπων της φυλής. Η επισήμανση αυτή φαίνεται να δικαιώνει την άποψη σημαντικών μελετητών του Ολοκαυτώματος (όπως, π.χ., ο Yehuda Bauer) σχετικά με την μοναδικότητα του εβραϊκού Ολοκαυτώματος (χωρίς, ασφαλώς, να υποτιμάται κατ’ ελάχιστον οποιαδήποτε άλλη γενοκτονική πολιτική του χιτλερικού καθεστώτος).

Θα αποφύγω να δώσω περισσότερες λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του ενδιαφέροντος βιβλίου της Αναστασίας Γκότοβου, για να μην προδώσω τα μυστικά μιας συναρπαστικής αφήγησης – χάρισμα σπάνιο για μία επιστημονική μελέτη. Θα περιοριστώ να προτείνω στον αναγνώστη να αναζητήσει το βιβλίο, η απόλαυση της ανάγνωσης του οποίου είναι εξασφαλισμένη!

ΤΟ ΒΗΜΑ

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2020

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το νόμιμο και το ηθικό μίας αφίσας

Λίγες σκέψεις με αφορμή μία αφίσα στο μετρό της Αθήνας...


Πολλή συζήτηση και έντονες αντιπαραθέσεις προκάλεσε πρόσφατα η (προσωρινή, τελικά) ανάρτηση μίας αφίσας στους χώρους του μετρό της Αθήνας. Η πληρωμένη αυτή διαφήμιση κατ’ ουσίαν έθετε, με μάλλον άκομψο τρόπο, σε ευθεία αμφισβήτηση την ηθική διάσταση μίας νομικά κατοχυρωμένης ελευθερίας αυτοδιαχείρισης της γυναίκας. Οι υπέρμαχοι της διαφήμισης επικαλέστηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, την ελευθερία της έκφρασης γνώμης και διαφώνησαν με τις κοινωνικές αντιδράσεις που οδήγησαν στην απομάκρυνση της αφίσας.

Αποφεύγοντας να υπεισέλθουμε στην ουσία της αντιπαράθεσης σχετικά με ένα ευαίσθητο κοινωνικό ζήτημα, θα καταθέσουμε επιγραμματικά μερικές σκέψεις πάνω στο γενικό πλαίσιο αρχών μέσα στο οποίο κινήθηκε η αντιπαράθεση αυτή. Έστω και αν τελικά κριθεί ότι μεροληπτούμε...

Οι υπέρμαχοι της διαφήμισης διατείνονται ότι στόχος της αφίσας ήταν η συνειδησιακή εγρήγορση του κοινού και όχι η αμφισβήτηση της νομιμότητας ενός κοινωνικού δικαιώματος. Εξωτερικά, αυτό δείχνει ορθό. Υπάρχει όμως μία λιγότερο ευδιάκριτη αλλά ουσιαστική διάσταση στο ζήτημα: Όταν το (θεωρούμενο ως) ηθικό στρέφεται κατά του νόμιμου, ουσιαστικά το καταγγέλλει ως «ανήθικο» και στρώνει τον δρόμο για την απο-νομιμοποίησή του! Το είδαμε να συμβαίνει στην Αμερική, τόσο εκείνη του Ronald Reagan όσο και αυτήν του Donald Trump.

Όταν, λοιπόν, στο όνομα της ελευθερίας της έκφρασης γίνεται προπαγάνδα αμφισβήτησης της ηθικής υπόστασης ενός νομικά κατοχυρωμένου δικαιώματος, στην ουσία αμφισβητείται αυτός τούτος ο νόμος που το διασφαλίζει και έμμεσα προτρέπεται ο νομοθέτης να τον – και άρα να το – καταργήσει. Ίσως μάλιστα η προτροπή αυτή να είναι κάτι λιγότερο από έμμεση, αν προσέξει κανείς ότι η παρακλητική κραυγή «αφήστε με να ζήσω!» δεν συνιστά απλή παραίνεση προς ελεύθερους ανθρώπους αλλά, στο βάθος, καταγγέλλει μία επιλογή αυτοδιαχείρισης ως εν δυνάμει εγκληματική πράξη κατά της ζωής!

Δευτερευόντως, η ανάρτηση καθαυτή της διαφήμισης, οι υπερασπιστές της οποίας επικαλούνται την ελευθερία της γνώμης, εγείρει και ένα ζήτημα ασύμμετρης κατανομής αυτής της ελευθερίας. Εξηγώ: Η ανάρτηση της αφίσας ήταν, ασφαλώς, δικαιωματική και νόμιμη πράξη. Εν τούτοις, η δυνατότητα εκείνων που θίγονται ηθικά, να υπερασπιστούν τον εαυτό τους με ανάλογο τρόπο στο ίδιο δημόσιο βήμα, περιορίζεται από το τεράστιο κόστος που συνεπάγεται η διαφήμιση στο μετρό της Αθήνας. Κόστος το οποίο, ως φαίνεται, δεν ήταν απαγορευτικό για εκείνους που είχαν λόγους να οργανώσουν την καμπάνια. Αυτό καταργεί στην πράξη την ισότητα απέναντι στην ελευθερία της έκφρασης, αφού η ελευθερία αυτή συναρτάται με την οικονομική δυνατότητα του φορέα της γνώμης. Αν και θεμιτή σε ένα οικονομικά φιλελεύθερο κράτος, η ανισότητα αυτή δημιουργεί ένα κάποιο ζήτημα ηθικής τάξης...

Εν κατακλείδι, η ιδεολογική αντιπαράθεση γύρω από την επίμαχη αφίσα στο μετρό θέτει, στην ουσία, την ελευθερία της έκφρασης απέναντι στην ελευθερία της αυτοδιαχείρισης. Όπως αναφέραμε στην αρχή, πρόθεση του σημειώματος δεν είναι η βαθύτερη διερεύνηση αυτού τούτου του ζητήματος (άλλωστε, έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλά) αλλά η συμβολή στην εξισορρόπηση των όρων με τους οποίους λαμβάνει χώρα η συζήτηση. Με κίνδυνο, λοιπόν, να απογοητεύσουμε τον αναγνώστη, δεν θα υπεισέλθουμε στην ουσία του ζητήματος και δεν θα λάβουμε μέρος στο σχετικό debate.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία, όμως, είναι να κρατηθεί μακριά η πολιτεία από τέτοιες ιδεολογικές συγκρούσεις. Ο πειρασμός τής (ίσως ακόμα και θεσμικά αναθεωρητικής) απόπειρας παρέμβασής της είναι, ασφαλώς, υπαρκτός και θα μπορούσε να οδηγήσει σε χειραγώγηση της πολιτείας από μειοψηφικές ομάδες με ισχυρές επικοινωνιακές δυνατότητες. Κάτι τέτοιο δίχως αμφιβολία θα συνιστούσε πολιτική και κοινωνική οπισθοδρόμηση. Γιατί, όσο και αν οι λέξεις δεν αρέσουν, περί αυτού ακριβώς θα πρόκειται...

ΤΟ ΒΗΜΑ

Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019

ΤΟ ΒΗΜΑ - Μουσική κρυπτογραφία και μινιμαλισμός στην "Πέμπτη Συμφωνία"

Λίγες σκέψεις για ένα μουσικό έργο που περιέχει πολύ περισσότερα από ένα δημοφιλές μουσικό μοτίβο...


Έτος Μπετόβεν το 2020, με την συμπλήρωση 250 χρόνων από την γέννηση του μεγάλου μουσικού. Έτσι, ένα μικρό μουσικολογικό αφιέρωμα είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε αυτόν...

Ο Τιτάνας έγραψε εννέα συμφωνίες. Πολλοί θεωρούν, ίσως όχι άδικα, ως κορυφαία την τελευταία του, την Ένατη. Ήταν αυτή, άλλωστε, που άνοιξε το δρόμο στον Σούμπερτ, τον Μπραμς, τον Μπρούκνερ, τον Βάγκνερ, τον Μάλερ, ακόμα και τον Σοστακόβιτς.

Κάποια άλλη συμφωνία του, η Πέμπτη, είναι ιδιαίτερα δημοφιλής λόγω του χαρακτηριστικού εναρκτήριου θέματός της. Ένα θέμα κατά βάση ρυθμικό (όχι μελωδικό) που θα το κωδικοποιούσαμε με την έκφραση «3-1». Δηλαδή, ένα γκρουπ από τρεις νότες (ή, αν προτιμάτε, τρία χτυπήματα) ακολουθούμενο από μία τέταρτη (ίδιας ή μεγαλύτερης διάρκειας) η οποία τονίζεται κάπως, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από τις άλλες τρεις:

«παμ-παμ-παμ-ΠΟΜ» ή «παμ-παμ-παμ-ΠΟΟΟΜ»

Αυτό που είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει κάποιος σε πρώτο άκουσμα είναι ότι η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ένα αριστούργημα μινιμαλιστικής κυκλικής γραφής! Θα τολμούσα να πω, μία σχεδόν μονοθεματική συμφωνία όπου το θέμα, δίκην έμμονης ιδέας (για να θυμηθούμε τον Μπερλιόζ) επαναλαμβάνεται σε όλη την έκταση του έργου. «Μα, όχι», ίσως πει ο αναγνώστης, «το θέμα ακούγεται μόνο στο πρώτο μέρος και – κάπως παραλλαγμένο – στο σκέρτσο, πριν το φινάλε!»

Απαιτούνται πολλές, πάρα πολλές ακροάσεις της «Πέμπτης» για να εντοπίσει κανείς όλες τις παρουσίες αυτού του δαιμονικού «3-1» θέματος, που εμφανίζεται με όλες τις δυνατές του μεταμφιέσεις σε κάθε μέρος, σε κάθε απόσπασμα της φοβερής συμφωνίας. Ακόμα κι εκεί, όμως, που δεν ακούγεται στην κυριολεξία, ο ακροατής το «ακούει» ως αφαίρεση, προβάλλοντάς το ο ίδιος, σχεδόν ασυνείδητα, μέσα από το περιρρέον ορχηστρικό περιβάλλον.

Πολλοί μουσικολόγοι έχουν αμφισβητήσει αυτή την σχεδόν μεταφυσική διάσταση της Πέμπτης Συμφωνίας του Μπετόβεν, με τον ισχυρισμό ότι το βασικό ρυθμικό θέμα της είναι μάλλον κοινότοπο και ακούγεται σε πολλά μουσικά έργα (αναφέρω, ενδεικτικά, το γνωστό γαμήλιο εμβατήριο του Μέντελσον, την Τέταρτη Συμφωνία του Τσαϊκόφσκι, καθώς και την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ). Προσωπικά πιστεύω ότι οι αναλυτές διστάζουν κατά βάθος να αναγνωρίσουν μία πολύ ιδιαίτερη αρετή σε κάποιο έργο του Μπετόβεν, η οποία θα έδινε στο έργο αυτό ένα μοναδικό συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με την ιερή Ένατη Συμφωνία!

Με την μινιμαλιστική γραφή του στην Πέμπτη Συμφωνία, ο Μπετόβεν διδάσκει την τέχνη της μουσικής κρυπτογραφίας. Άνοιξε έτσι τον δρόμο για τις θεματικές μεταμορφώσεις του Λιστ, του Βάγκνερ (τα περίφημα Leitmotiv), του Φρανκ, του Τσαϊκόφσκι, του Στράους (του Ρίχαρντ, φυσικά), ακόμα και του Ραχμάνινοφ.

Η περίπτωση του Τσαϊκόφσκι αξίζει ιδιαίτερη προσοχή. Χτίζει την όπερα «Ντάμα Πίκα» πάνω σε τρία μόλις βασικά θέματα (Leitmotiv), τα οποία όμως μετασχηματίζονται κατά τρόπο ιδιοφυή κατά τη διάρκεια του έργου, σε αντιστοιχία με τον μετασχηματισμό των χαρακτήρων του δράματος (το φινάλε της δεύτερης πράξης είναι ένας μουσικός χαρακτηρισμός της διχασμένης προσωπικότητας). Από μία διαφορετική άποψη, η μουσική κρυπτογραφία ήταν υπαρξιακή ανάγκη για τον Τσαϊκόφσκι, αφού μόνο μέσω των κωδικοποιημένων μηνυμάτων που πρόσφερε μπορούσε ο συνθέτης να εκφράσει ελεύθερα πτυχές της προσωπικότητάς του με τις οποίες δεν ήταν συμφιλιωμένος (και, κατά μία εκδοχή, οδήγησαν στην αυτοκτονία του).

Σημειώνουμε, τέλος, ότι ο μινιμαλισμός του Μπετόβεν στην «Πέμπτη» βασίζεται σε συνεχή μετασχηματισμό μίας πολύ απλής θεμελιώδους ιδέας, και κατά τούτο διαφέρει από τον επαναληπτικό μινιμαλισμό που αναπτύχθηκε κατά τον εικοστό αιώνα (βλ., π.χ., https://www.academia.edu/3490009/REPETITIVE_MINIMALISM_A_HISTORICAL_STYLE_OR_A_PERSPECTIVE_IN_MUSIC). Είναι, θα λέγαμε, μία εμμονική αναζήτηση ψυχικής λύτρωσης που δεν βρίσκει δικαίωση παρά μόνο στις τελευταίες νότες του θριαμβευτικού φινάλε της συμφωνίας.

Χωρίς, λοιπόν, να αμφισβητούμε κατ' ελάχιστον την σημασία της Ένατης Συμφωνίας του Μπετόβεν για την μετέπειτα εξέλιξη της Μουσικής, πιστεύουμε ότι η Πέμπτη Συμφωνία αξίζει να εκτιμηθεί περισσότερο για την επαναστατική πρωτοτυπία της και λιγότερο για την αναμφισβήτητη δημοφιλία της. Ή, τουλάχιστον, όχι απλά και μόνο γι' αυτήν...


ΤΟ ΒΗΜΑ