Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2023

Ο εχθρός εντός των τειχών...


Υπάρχει μία βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν αμυντικό και έναν ρατσιστικό πόλεμο: Το να σκοτώνεις τον "Χ" που σε απειλεί είναι άλλο από το να τον δολοφονείς επειδή και μόνο είναι ο "Χ"...

Το κείμενο που παρατίθεται πιο κάτω γράφηκε τον Δεκέμβριο του 2015, ένα μήνα μετά την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι. Το μήνυμα ήταν απλό: η Ευρώπη εκκολάπτει στο εσωτερικό της τους ίδιους τους εχθρούς της. Κι ο νέος αυτός "ναζισμός" δεν επιβάλλεται έξωθεν με "αστραπιαίο πόλεμο", αλλά καλλιεργεί μεθοδικά και ύπουλα τις συνθήκες για βίαιη κατάλυση του δυτικού πολιτισμού εκ των έσω. Και, στόχος του ρατσιστικού μαζικού εγκλήματος δεν είναι πλέον η φυλή αλλά η διαφορετικότητα στη θρησκευτική πίστη.

Ό,τι μισεί τον δυτικό τρόπο ζωής και τις δυτικές αξίες, και αδυνατεί να αφομοιωθεί και να συνυπάρξει μαζί τους, αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Ας το έχουν αυτό υπόψη οι "ευαίσθητοι" συμπολίτες που ζητούν ελεύθερες διελεύσεις και ανεξέλεγκτες "μεταναστεύσεις". Γιατί, αν ο πόλεμος ενάντια στο Ισραήλ γενικευτεί σε ιερό πόλεμο κατά της Δύσης, οι εχθροί θα βρίσκονται ήδη εντός των τειχών. Και δεν θα λυπηθούν ούτε εκείνους που τους καλοδέχτηκαν...


ΚΠ

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Το άλλο πρόσωπο της σκοτεινής κυρίας


Πώς μία περιήγηση στα «πέτρινα σπίτια», κάτω από τον λόφο του Φιλοπάππου, αποκάλυψε σχετικά άγνωστες πτυχές μίας από τις πιο σκοτεινές προσωπικότητες της νεοελληνικής Ιστορίας...

Η ελληνική Ιστορία είναι ένα χρονικό μεγάλων και αγεφύρωτων αντιθέσεων. Εμφύλιες συγκρούσεις ξέσπασαν ακόμα και κατά τη διάρκεια εθνικών αγώνων για ανεξαρτησία ή απελευθέρωση από ξένους κατακτητές. Αλλά, και σε καιρούς ειρήνης, το πολιτικό σκηνικό στη χώρα θα μπορούσε να περιγραφεί σαν μανιχαϊκό δίπολο όπου το «απόλυτο καλό» μαχόταν για την εξουσία ενάντια στο «απόλυτο κακό». Η ψύχραιμη και υπερβατική σύνθεση (φαινομενικά) αντίθετων πολιτικών θέσεων δεν ταίριασε ποτέ με τον εκρηκτικό μεσογειακό χαρακτήρα μας...

Η δεκαετία του ’60 χαρακτηρίστηκε από τέτοιες ακραίες αντιθέσεις. Κι αυτές γέννησαν πολιτικά τέρατα, με κορυφαίο τη δικτατορία των συνταγματαρχών. Σκοτεινός υπήρξε, αναμφίβολα, ο ρόλος των Ανακτόρων, με αποκορύφωμα την θεσμική κρίση του 1965 που οδήγησε στην πτώση μίας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης και προετοίμασε την έλευση της δικτατορίας.

Σκοτεινότερη όλων, την εποχή εκείνη, φαντάζει μία γυναικεία μορφή που, για ένα μεγάλο μέρος των δημοκρατικών συνειδήσεων, συμβόλισε και συνεχίζει να συμβολίζει το απόλυτο κακό στη νεότερη ελληνική Ιστορία. Η ιστορική απόσταση, εν τούτοις, μας επιτρέπει τώρα να υπερβούμε για μια στιγμή την δαιμονική εικόνα της και να αναδείξουμε, δίχως ταμπού, μία άλλη, λιγότερο γνωστή πλευρά της αμφιλεγόμενης αυτής προσωπικότητας. Έτσι τουλάχιστον όπως την πληροφορήθηκα μέσα από μία απρόσμενη συζήτηση κάτω από τον λόφο του Φιλοπάππου...

Περπατώντας στη «Συνοικία το Όνειρο»...

Η ταινία, γκρίζα και καταθλιπτική όσο λίγες στο είδος της, μου ασκεί πάντα μία παράξενη γοητεία. Και το μέρος που γυρίστηκε αποτελεί σταθερή πρόκληση για τους απογευματινούς περιπάτους μου. Μιλώ για το νεορεαλιστικό αριστούργημα του Αλέκου Αλεξανδράκη με τον μελαγχολικά ειρωνικό τίτλο «Συνοικία το Όνειρο» (1961).

Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στην περιοχή του «Ασύρματου», ανάμεσα στα Άνω Πετράλωνα και τον λόφο του Φιλοπάππου. Την εποχή των γυρισμάτων υπήρχαν ακόμα μερικές παράγκες από τον συνοικισμό των προσφύγων που είχαν έρθει το 1922 από την Αττάλεια, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Σιγά - σιγά οι παράγκες αντικαταστάθηκαν από τα «πέτρινα σπίτια», που χτίστηκαν με πρωτοβουλία της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης.

Οι παρεμβάσεις της Φρειδερίκης στην πολιτική ζωή του τόπου είναι ένα ζήτημα που έχει συζητηθεί εξαντλητικά, και δεν πρόκειται να μας απασχολήσει εδώ. Ας την κρίνει η Ιστορία... Θα μεταφέρω, απλά, αυτά που άκουσα το καλοκαίρι από κάτοικο της περιοχής, εγγονό προσφύγων από την Αττάλεια (τέτοια συναπαντήματα μου προκαλούν ιδιαίτερη συγκίνηση, αφού κι εγώ εγγονός προσφύγων είμαι).

Μία απρόσμενη «συνέντευξη»

Εκείνο το απόγευμα είχα πάει στα «πέτρινα», κάτω από τον περιφερειακό του Φιλοπάππου, για να βγάλω μερικές φωτογραφίες. Έξω από ένα σπίτι καθόταν ένας άντρας γύρω στα 75. Τον ρώτησα αν θα πείραζε να φωτογραφίσω το σπίτι του. «Βγάλε όσες φωτογραφίες θες», μου απάντησε πρόθυμα. Μετά πιάσαμε κουβέντα για την ιστορία του συνοικισμού. «Πρώτα ζούσαμε σε παράγκες και μετά μπήκαμε να ζήσουμε σαν άνθρωποι σ' αυτά τα σπίτια», ξεκίνησε να λέει. «Κι ας μείναμε φτωχοί... Ας είναι καλά η βασίλισσα που ενδιαφέρθηκε για μας!» 

Αυτό δεν με εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Η συνέχεια, όμως, πραγματικά με ξάφνιασε:

«Το ξέρεις ότι ερχόταν εδώ κι επισκεπτόταν τους πρόσφυγες; Ούτε φωτογραφίες, ούτε δημοσιογράφοι, τίποτα! Μόνο δυο - τρεις σωματώδεις τύποι ήταν μαζί, που τη φυλάγανε. Πήγαινε στα σπίτια, έπινε καφέ και έπιανε κουβέντα, σαν να 'τανε γειτόνισσα. Να, εδώ πιο κάτω που είναι εκείνο το σπίτι πήγαινε πιο πολύ.»

Η ιστορία έχει και... αθλητικό ενδιαφέρον:

«Μια φορά είχε πάει στην αλάνα, να δει τα αγόρια που έπαιζαν μπάλα. Τι μπάλα, δηλαδή; Από κουρέλια την είχαν φτιάξει! Κάποια στιγμή η μπάλα ήρθε στα πόδια της. Ένας ψηλός πήγε να την πάρει, και τότε εκείνη του λέει: ‘Με τέτοια μπάλα παίζετε εδώ;’ Κάτι ψιθύρισε σε έναν από τη συνοδεία της, κι εκείνος έφυγε αμέσως. Όταν ξαναγύρισε κρατούσε τρεις μπάλες δερμάτινες. Ξέρεις τι σήμαινε δερμάτινη μπάλα εκείνη την εποχή; Τα παιδιά ένιωσαν σαν να έπαιζαν τώρα σε παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου!»

Ευχαρίστησα τον ευγενικό κύριο για την κουβέντα και συνέχισα την φωτογραφική περιδιάβαση στα «πέτρινα»...

Γνωρίζω τις ενστάσεις, είναι σαν να τις ακούω ήδη: «Η αποκατάσταση των προσφύγων στου Φιλοπάππου δεν ήταν πράξη φιλανθρωπίας. Εντάσσεται στην πολιτική ‘βιτρίνας’ του τότε καθεστώτος. Και, στο κάτω - κάτω, η βασίλισσα δεν τα έβαλε από την τσέπη της, λεφτά του ελληνικού λαού ήταν!»

Δεν προτίθεμαι να αποδυθώ σε αναδρομικές δίκες προθέσεων. Άλλωστε, δεν είμαι ιστορικός. Παρέθεσα κάποια πράγματα που άκουσα με τα ίδια μου τα αυτιά και τα μεταφέρω εδώ όσο πιστά μπορώ να τα θυμηθώ. Ίσως κι από μία ενδόμυχη ανάγκη να θέσω σε αμφισβήτηση τη μανιχαϊκή βεβαιότητά μας πως στην Ιστορία υπάρχει μόνο το απόλυτο καλό και το απόλυτο κακό.

Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ένιωσα ένα κάποιο αίσθημα συμπάθειας για τη Φρειδερίκη. Τη μόνη γυναίκα που δεν κατόρθωσε να δαμάσει με την προσωπική του γοητεία ο Καραμανλής. Αν και κάποιες γλώσσες λένε πως, πίσω από την παράλογη οργή ίσως να κρύβονταν – ένθεν και ένθεν – ανεκπλήρωτοι πόθοι...

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η αποσύνθεση ενός κόμματος και η φάρσα της Ιστορίας


Όταν ο μεγαλομανής ηγέτης που αδυνατεί να αποδεχθεί την ήττα του επιθυμεί να καταστρέψει εκείνο του οποίου ηγήθηκε. Είτε αυτό είναι ένας λαός που έχασε έναν πόλεμο, είτε ένα κόμμα που απώλεσε οριστικά την εξουσία...

Βερολίνο, 1945... Λίγο πριν αυτοκτονήσει στο Führerbunker, ο Άντολφ Χίτλερ, αδυνατώντας να αποδεχθεί την ήττα του Τρίτου Ράιχ και εμφορούμενος από τη μεγαλομανή ιδέα ότι «η Γερμανία είμαι Εγώ», είπε στους επιτελείς του: 

«Ο Γερμανικός λαός διέψευσε τις προσδοκίες μου και δεν είναι άξιος να υπάρχει!»

Και έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να συμπαρασύρει τη χώρα του και τον λαό της στη δική του καταστροφή...

Αθήνα, 2023... Ένας πρώην πρωθυπουργός και αρχηγός κόμματος, αδυνατώντας να αποδεχθεί ότι ο ελληνικός λαός τού γύρισε την πλάτη, και εμφορούμενος από τη μεγαλομανή ιδέα ότι «το κόμμα είμαι Εγώ», σκέφτηκε (όπως βάσιμα μπορούμε να εικάσουμε):

«Το κόμμα μου με απογοήτευσε. Δεν του αξίζει πλέον να υπάρχει!»

Και έβαλε σε εφαρμογή ένα σατανικό σχέδιο: Έντυσε με στολή υποψήφιου αρχηγού κόμματος και διαδόχου του μία καλογυαλισμένη και φανταχτερή μαριονέτα με μηδαμινό πολιτικό εκτόπισμα, που ήταν σίγουρο ότι θα έκανε «γκελ» σε επιπόλαια πλειοψηφικά κομμάτια τής (ας την πούμε) αριστεράς. Και έστειλε το κακέκτυπο αυτό αντίγραφό του να διεκδικήσει από το πουθενά την ηγεσία του κόμματος που εκείνος κάποτε δημιούργησε μα τώρα ήθελε να καταστρέψει. Γνωρίζοντας καλά ότι η επικράτηση του εκλεκτού του θα σήμαινε πολιτικό ευτελισμό και σχεδόν βέβαιη διάσπαση του χώρου...

Πώς το είπε ο Μαρξ εκείνο το ωραίο για την Ιστορία που επαναλαμβάνεται ως φάρσα;

Μόνο που, υπάρχει κίνδυνος η συγκεκριμένη αυτή «φάρσα» να έχει σοβαρές συνέπειες για τη χώρα, αφού το φαινόμενο μπορεί να εξελιχθεί σε trend που θα μολύνει ολόκληρο το πολιτικό της σύστημα. Να αναρριχηθούν, δηλαδή, σε ηγετικές θέσεις των κομμάτων άτομα με χαρισματική εξωστρέφεια αλλά μηδαμινό έως ανύπαρκτο αίσθημα πολιτικής ευθύνης. Και να γοητεύσουν εύκολα μία κοινωνία που, στην πλειοψηφία της, εντυπωσιάζεται περισσότερο από το επικοινωνιακό στυλ παρά από την πολιτική ουσία. Όπως περίτρανα (και εφιαλτικά) αποδείχθηκε το καλοκαίρι του 2015, όταν ένας νάρκισσος με μοτοσικλέτα έπεισε το 62% των Ελλήνων ψηφοφόρων ότι η γοητεία του ήταν από μόνη της αρκετή για να εξαφανίσει το χρέος της χώρας. Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε...

Τετάρτη 13 Σεπτεμβρίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Δικαιοσύνη: Ιδανικό ή ουτοπία;


Καθώς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διεκδικούν ρόλους λαϊκών δικαστηρίων, θα πρέπει να εξετάσουμε κατά πόσον αυτή τούτη η έννοια της δικαιοσύνης έχει αντικειμενική υπόσταση...

Ζούμε σε έναν δίκαιο κόσμο; Είναι δίκαιη η ζωή; Δύο ερωτήματα – ένα φαινομενικά πραγματιστικό και ένα μάλλον μεταφυσικό – στα οποία ακόμα και οι κορυφαίοι φιλόσοφοι της Ιστορίας δεν μπόρεσαν να δώσουν ξεκάθαρες απαντήσεις. Ο λόγος είναι πως, αυτή τούτη η έννοια της δικαιοσύνης ως αξίας με αντικειμενική υπόσταση, είναι θολή, ίσως ακόμα και στερούμενη ουσιαστικού περιεχομένου. Και αυτή είναι μία πραγματικότητα με την οποία ο Άνθρωπος θα πρέπει να συμβιβαστεί αν θέλει να γλιτώσει από την παραφροσύνη!

Την εποχή που, στα μέσα κοινωνικού αποπροσανατολισμού, στήνονται αυτοσχέδια «λαϊκά δικαστήρια» που εκδίδουν άμεσες ετυμηγορίες ενοχής ή αθωότητας, για κάθε υπόθεση νομικής ή πολιτικής φύσης που απασχολεί την επικαιρότητα, θα ήταν χρήσιμο να επανεξετάσουμε προσεκτικότερα τις βεβαιότητές μας για το τι καθορίζει ως «δίκαιη» και τι ως «άδικη» μία ανθρώπινη πράξη. Αλλά ακόμα και μία κατάσταση που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης δυνατότητας επιλογής...

Πάμε λίγα χρόνια πίσω... Αισθήματα συμπάθειας αλλά και αγανάκτησης είχαν προκαλέσει σε μέρος, τουλάχιστον, της κοινής γνώμης δύο περιστατικά με θύματα ηλικιωμένες γυναίκες, τα οποία ήρθαν τότε στο φως της δημοσιότητας.

Περιστατικό πρώτο: Μία 90χρονη συνελήφθη σε λαϊκή αγορά της Θεσσαλονίκης μετά από καταγγελία των εκεί πωλητών, και σύρθηκε ως κοινή κακοποιός στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής όπου, μάλιστα, υπέστη απρεπείς συμπεριφορές δυσανάλογες προς την ηλικία της. Ο λόγος: Πουλούσε τερλίκια χωρίς να διαθέτει την απαιτούμενη άδεια, ίσα για λίγα ευρώ που θα εξασφάλιζαν το ψωμί της μέρας για εκείνη και τον επίσης υπερήλικα και ανήμπορο σύζυγό της. (Σημείωση: Τα τερλίκια είναι μάλλινα πλεχτά παπουτσάκια για μες στο σπίτι. Φοριούνται ειδικά τον χειμώνα.)

Περιστατικό δεύτερο: Μία 80χρονη συνελήφθη και παραπέμφθηκε σε δίκη επειδή, δίχως να διαθέτει άδεια μικροπωλητή, πουλούσε στις παρυφές λαϊκής αγοράς της Κατερίνης λίγα χόρτα που είχε μαζέψει μόνη της. Και πάλι, μετά από καταγγελία των εκεί εργαζομένων.

Και στις δύο περιπτώσεις, η Αστυνομία δήλωσε ότι «τηρήθηκε το γράμμα του νόμου» και ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να τον εφαρμόσει, τη στιγμή που υπήρχαν σχετικές καταγγελίες. (Αν μου επιτραπεί η πολυτέλεια μίας σταγόνας χιούμορ, θα έλεγα ότι υπάρχει εδώ ένας ρόλος που διέφυγε από τον συμπαθέστατο – και άκρως παρεξηγημένο – Αρτέμη Μάτσα!)

Την ίδια εποχή, σε κακόφωνη αντίστιξη με την πιο πάνω επίδειξη άτεγκτης εφαρμογής του γράμματος του νόμου, στους δρόμους γύρω από την πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα έθαλλε ανενόχλητα το εμπόριο της «πρέζας» και των «μεταχειρισμένων» – διάβαζε, κλεμμένων – κινητών τηλεφώνων. (Καταθέτω και προσωπικές μαρτυρίες, μια και είχα τότε την διαστροφή να περπατώ συχνά στο Κέντρο.)

Και, μια και αναφερθήκαμε σε ηλικιωμένες γυναίκες, αναφέρω παρενθετικά ότι θα μου μείνει αξέχαστη η τοποθέτηση γνωστού «προοδευτικού» τραγουδοποιού, πριν μερικά χρόνια, ότι ακόμα και η γιαγιά που έχει ένα ραδιοφωνάκι να της κρατά συντροφιά στο συνοικιακό περίπτερό της, θα πρέπει να καταβάλλει τίμημα πνευματικών δικαιωμάτων για τη μουσική που ακούγεται (η οποία, προφανώς, λειτουργεί ως επιπρόσθετο κίνητρο ώστε να προσέρχονται οι υποψήφιοι πελάτες στο περίπτερο)! Η «προοδευτικότητα» των ηθικών πλεονεκτημάτων είχε ανέκαθεν το μονοπώλιο της αίσθησης της δικαιοσύνης στον, κατά τα άλλα, στερούμενο δικαίου και ηθικής αστικό κόσμο μας...

Όμως, ας δούμε μερικές ιστορίες ακόμα:

Αθήνα, Φθινόπωρο 2012. Σε μία μονάδα ημερήσιας θεραπείας κάποιου νοσοκομείου, ένα μικρό παιδί σταμάτησε να κλαίει και τώρα χαμογελά ευτυχισμένο. Η βελόνα με το σκιαγραφικό έχει μόλις βγει από το χεράκι του, και τώρα περιμένει τις καραμέλες που του υποσχέθηκαν. Για τις ακτινοβολίες που υποβλήθηκε στη συνέχεια, του είπαν πως το έβγαζαν φωτογραφία, να τη στείλουν στη γιαγιά και τον παππού…

Σαντιάγκο, Χιλή, Δεκέμβριος 10, 2006. Πεθαίνει πληρέστατος ημερών ο Αουγκούστο Πινοσέτ (Augusto Pinochet), ένας από τους πλέον αιμοσταγείς δικτάτορες του εικοστού αιώνα. Έζησε 91 ένδοξα χρόνια, χωρίς ποτέ μέσα σ’ αυτά να δικαστεί ουσιαστικά και να τιμωρηθεί για τα εγκλήματά του…

Κόρινθος, Μάρτιος 30, 2013. Μια νεαρή γυναίκα πέφτει νεκρή στη διάρκεια πολύωρης καταδίωξης ληστών από αστυνομικούς. Η άτυχη 25χρονη βρέθηκε εν μέσω διασταυρούμενων πυρών στα Ίσθμια, την ώρα που οδηγούσε αμέριμνη το αυτοκίνητό της. Τραυματίστηκε θανάσιμα από σφαίρα καλάσνικοφ που χρησιμοποιούσαν οι ληστές. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Κορίνθου, όπου λίγη ώρα αργότερα εξέπνευσε…

Μόναχο, Νοέμβριος 9, 1923. Το «Πραξικόπημα της Μπυραρίας» λήγει με την αιματηρή καταστολή του. Ο εκ των πραξικοπηματιών, Max Scheubner-Richter, πέφτει χτυπημένος στα πνευμόνια από σφαίρα και πεθαίνει ακαριαία, παρασύροντας στο έδαφος και τραυματίζοντας ελαφρά τον παρακείμενό του, Άντολφ Χίτλερ, του οποίου έτσι σώζεται η ζωή. Η εκλεκτική σφαίρα μάλλον προτίμησε να πάρει έμμεσα αντί γι' αυτή τη ζωή, τις ζωές κάποιων εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων…

Ο αναγνώστης εύλογα θα μπει στον πειρασμό να αναφωνήσει πως «η ζωή είναι άδικη»! Όμως, πώς ακριβώς ορίζεται αυτή τούτη η αμφιλεγόμενη έννοια της δικαιοσύνης; Η νομική επιστήμη την αντιλαμβάνεται, ρεαλιστικά, ως ένα σύνολο θεσπισμένων συμβάσεων, οι οποίες διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας και δεν σχετίζονται απαραίτητα με το λεγόμενο «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Έτσι, η δικαιοσύνη στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί απόλυτη έννοια, αφού οι συμβάσεις μπορεί να ποικίλουν ανάλογα με την κοινωνία ή την ιστορική εποχή. Ας δούμε τι γράφει ο Hans Kelsen (*), ένας εκ των σημαντικότερων φιλοσόφων του δικαίου:

«Αν έχει κάτι να μας διδάξει η ιστορία της ανθρώπινης γνώσης, αυτό είναι πόσο μάταιη είναι η προσπάθεια να βρει κανείς με ορθολογικό τρόπο έναν απόλυτα έγκυρο κανόνα για τη δίκαιη συμπεριφορά, δηλαδή έναν κανόνα που να αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθεί δίκαιη και η αντίθετη συμπεριφορά. (...) Ο ανθρώπινος λόγος μπορεί να συλλάβει μόνο σχετικές αξίες, και αυτό σημαίνει ότι η κρίση με την οποία κάτι ανακηρύσσεται δίκαιο δεν μπορεί ποτέ να αποκλείει τη δυνατότητα μιας αντίθετης αξιολογικής κρίσης. Η απόλυτη δικαιοσύνη είναι ένα ανορθολογικό ιδεώδες.»

Στον αντίποδα της ορθολογικής, από τη φύση της, νομικής επιστήμης, η θρησκεία αποφεύγει να εξετάσει με κριτικό (και εν δυνάμει αναθεωρητικό) πνεύμα τέτοια φιλοσοφικά ζητήματα. Θεωρεί ως εξ ορισμού «δίκαιους» εκείνους που ασπάζονται τα δόγματά της και προσαρμόζουν απόλυτα τη ζωή τους σε αυτά, ενώ τους «άδικους» αναμένει αιώνια τιμωρία σε έναν άλλο κόσμο που ελάχιστη σχέση έχει με εκείνον μέσα στον οποίο διέπραξαν τις «αδικίες» τους! Εν τούτοις, γεγονότα ιστορικά, όπως η Ιερά Εξέταση, και σύγχρονα, όπως η ευλογία της Εκκλησίας στα όπλα ενός δικτάτορα που δολοφονεί μαζικά αμάχους τούτο τον καιρό, μας κάνουν να υποπτευόμαστε ότι η Κόλαση ίσως να μην είναι, τελικά, τόσο μακριά από τη Γη, όσο μας βεβαιώνει η θρησκεία...

Για κάποιους διανοούμενους, η ιδέα της δικαιοσύνης είναι κατά βάση ουτοπική, αφού δεν αντιπροσωπεύει καμία φυσική πραγματικότητα. Στο φημισμένο βιβλίο του «Οι Περιοχές των Σφαλμάτων σας» (“Your Erroneous Zones”) ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής και φιλόσοφος Wayne Dyer γράφει:

«Αν ο κόσμος ήταν οργανωμένος με τρόπο ώστε καθετί να είναι δίκαιο, κανένα ζωντανό πλάσμα δεν θα επιβίωνε ούτε μια μέρα. Τα πουλιά δεν θα έπρεπε να τρώνε σκουλήκια και τα συμφέροντα όλων θα ‘πρεπε να εξυπηρετούνται.» Και, κάπου παρακάτω: «(Το να αποζητάμε τη δικαιοσύνη στη ζωή) θα ήταν εξίσου ανεδαφικό (με το να) αποζητάμε την πηγή της αιώνιας νιότης ή κάποιον παρόμοιο μύθο. Δικαιοσύνη δεν υπάρχει. (…) Ο κόσμος, απλούστατα, δεν συγκροτήθηκε κατά τέτοιο τρόπο.»

Ποιος μας βεβαιώνει, λοιπόν, ότι η σφαίρα που σκότωσε τον Scheubner-Richter αντί για τον Χίτλερ, όπως και εκείνη που έβαλε τέλος στη ζωή της άτυχης κοπέλας στην Κόρινθο, θα ήταν πιο «δίκαιες» αν είχαν ξαστοχήσει;

Με τον έμφυτο ηθικό κώδικα μέσα μας, εν τούτοις, επαναστατούμε μπροστά σε τέτοιες κυνικές προσεγγίσεις. Το νιώθουμε καλά πως ήταν άδικο για την ανθρωπότητα να γλιτώσει ο Χίτλερ στο Μόναχο το 1923. Και ήταν εξίσου άδικο να σκοτωθεί η νεαρή γυναίκα στην Κόρινθο το 2013. Και όμως, για χάρη κάποιας άγνωστης συμπαντικής σκοπιμότητας, και οι δύο αυτές αδικίες συνέβησαν στ' αλήθεια...

Αυτό που απομένει, τελικά, είναι να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι ο όρος «δικαιοσύνη» στερείται απόλυτου και οικουμενικού νοήματος. Και να συνειδητοποιήσουμε ότι, στην ηθική της διάσταση, η δικαιοσύνη αφορά μία καθαρά εξατομικευμένη σχέση του ανθρώπου με την ίδια του τη συνείδηση. Φωτεινό παράδειγμα ο Σωκράτης, ο μεγαλύτερος Δάσκαλος των αιώνων, που δίδαξε την αξία της αυτογνωσίας. Έφυγε από τον κόσμο βγάζοντας τη γλώσσα στην κοσμική «δικαιοσύνη» των ανθρώπινων κοινωνιών. Ίσως γιατί γνώριζε καλά πως η μόνη αληθινή δικαιοσύνη είναι αυτή που κουβαλούμε μέσα μας. Εκείνη που μας επιτρέπει να αντικρίζουμε τον καθρέφτη δίχως να χαμηλώνουμε το φως…

(*) Χανς Κέλσεν, «Τι είναι Δικαιοσύνη;» (Εκδόσεις Αντίποδες, 2019).

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2023

Ο Βύρωνας, η Κυρά-Μαλαίνα, και οι γειτονιές τού χθες...


Εικόνες από μια γειτονιά της Αθήνας, σε κάποια άλλη εποχή που έφυγε χωρίς να προλάβει να μας αποχαιρετήσει...

Το πιο κάτω χρονογράφημα θα μπορούσε να είχε γραφτεί χθες. Στην πραγματικότητα, δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ τον Απρίλιο του 2011. Ήταν, αν θυμάμαι καλά, το πρώτο κείμενό μου στους (θα τους χαρακτήριζα ιστορικούς) «Διαλόγους», που το αρχείο τους - πόσο κρίμα! - χάθηκε με το κλείσιμο της εφημερίδας.

Το κείμενο απηχεί το γενικό αίσθημα μελαγχολίας της εποχής εκείνης, για μια Αθήνα που είχε αλλάξει πολύ κάτω από την σαρωτική επέλαση της «πολυπολιτισμικότητας». Τελικά, η πόλη δεν ξαναβρήκε ποτέ τον παλιό, γνώριμο εαυτό της. Απλά, εμείς έχουμε πια συνηθίσει το καινούργιο της πρόσωπο.

Οφείλω εδώ να σημειώσω την δημοκρατικότητα του Α.Π., αρχισυντάκτη των «Διαλόγων» της Ελευθεροτυπίας. Αν και συχνά διαφωνούσε 100% με τις απόψεις που εξέφραζα, δεν διανοήθηκε ποτέ να τις λογοκρίνει...

--------------------------------

Κάποτε έμενα στον Άγιο Νικόλαο, στα Κάτω Πατήσια (πριν ακόμα η περιοχή μετεξελιχθεί σε διεθνές πολυπολιτισμικό κέντρο). Στη μικρή πλατεία ήμασταν όλοι γνωστοί. Δύο μορφές, όμως, ξεχώριζαν. Έστω και για διαφορετικούς λόγους...

Πρώτος, λόγω στεντόρειας φωνής, έκανε αισθητή την παρουσία του ο Βύρωνας ο φιλόσοφος. Υπέρβαρος αλλά με αεικίνητο πνεύμα, μόνιμα τοποθετημένος δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο του ισόγειου διαμερίσματός του, δεν χρησιμοποιούσε ποτέ αναπτήρα για ν’ ανάψει τσιγάρο, αφού κάθε επόμενο άναβε με την καύτρα του προηγούμενου! Όταν αρρώστησε και χρειάστηκε να παίρνει οξυγόνο, παραπονιόταν ότι η μάσκα που του έδωσαν ήταν ελαττωματική γιατί δεν είχαν προβλέψει τρύπα για να μπαίνει το... τσιγάρο! Ήταν και προφήτης: «Αυτό το κοριτσάκι, η κόρη τής τάδε, κάποια μέρα ή θα καταλήξει στον Κορυδαλλό, ή θα γίνει εισαγγελέας!» Δεν γνωρίζω αν έγινε, τελικά, εισαγγελέας, όμως δεν έχω ακούσει κάτι και για φιλοξενία στον Κορυδαλλό...

Στον αντίποδα του θορυβώδους φιλόσοφου, η γλυκιά κι αθόρυβη μορφή της Κυρά-Μαλαίνας. Σεμνή και ταπεινή, όπως όριζε και η πολιτική ιδεολογία που με απόλυτη συνέπεια υπηρέτησε για μια ολόκληρη ζωή, πληρώνοντάς το μάλιστα και με πολυετή φυλάκιση (νέα μητέρα ακόμα) τα σκοτεινά χρόνια του Εμφύλιου, δεν σε άφηνε καν να υποπτευτείς - αν δεν το γνώριζες ήδη - πως δεν ήταν άλλη από τη γνωστή Μεγάλη Κυρία του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ακόμα κι αν το αγνοούσες, όμως, πάλι θα την ξεχώριζες από τη λεπτότητα και την ευγένειά της. Προσωπικά, είχα έναν ακόμα λόγο να την ξεχωρίζω: την αγάπη της για τα ζώα.

Καθώς είχαν περάσει τα χρόνια, δεν θυμόταν εύκολα ονόματα. Έτσι, για να μη λαθεύει, με φώναζε πάντα «ο κύριος με το περιστέρι», αφού της είχα πάει κάποτε ένα τραυματισμένο περιστέρι που βρήκα στο δρόμο, για να το περιθάλψει (πού αλλού να το πήγαινα;). Μία σκηνή που θα μου μείνει αξέχαστη ήταν κάποια φορά που τη συνάντησα στην πλατεία να ταΐζει έναν αδέσποτο σκύλο της γειτονιάς, τον Ρόκυ. Έτεινα το χέρι να τη χαιρετήσω, όπως πάντα. Μου λέει: «Θα ήθελα να σας χαιρετήσω, αλλά φοβάμαι θα σας λερώσω.» Και τότε πρόσεξα πως το χέρι της είχε μόλις βγει από μία κονσέρβα με σκυλοτροφή, από την οποία τάιζε στο στόμα τον ολοφάνερα ευγνώμονα Ρόκυ!

Ο Βύρωνας και η Κυρά-Μαλαίνα έχουν φύγει εδώ και χρόνια από την πλατεία που έμενα κάποτε. Έχουν φύγει κι από αυτόν εδώ τον κόσμο, που γίνεται όλο και πιο αφιλόξενος για φιλόσοφους και καλλιτέχνες κάποιας ηλικίας. Από μια άποψη, ίσως και να στάθηκαν τυχεροί που δεν είδαν με τα μάτια τους την τωρινή πολυπολιτισμική παρακμή της Αθηναϊκής γειτονιάς. Ακόμα περισσότερο, που δεν πρόλαβαν να βιώσουν το διαρκές αίσθημα ανασφάλειας και φόβου, μέσα στο οποίο είναι αναγκασμένοι σήμερα να ζουν αδιαμαρτύρητα όλοι σχεδόν οι απλοί και μη-προνομιούχοι αυτής της πόλης.

Όμως, κάπου εδώ θα πρέπει να σιωπήσω. Το να θυμάται κάποιος καλύτερες εποχές σε μία πόλη που αργοπεθαίνει, είναι μαζοχιστική διαστροφή. Το είπε άλλωστε κι ο ίδιος ο Δάντης, βλέποντας με συμπόνια το μαρτύριο της Φραντσέσκα ντα Ρίμινι στην Κόλαση...

(Απρίλιος 2011)

Πέμπτη 31 Αυγούστου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Γυναικοκτονία: Το κακό δεν ξορκίζεται αν αρνηθούμε τη λέξη!


Αρνούμαστε τη λέξη «γυναικοκτονία» επειδή κατά βάθος δεν έχουμε το θάρρος να κοιτάξουμε το φαινόμενο κατάματα. Δείγμα απλού στρουθοκαμηλισμού, ή μήπως έμμεση ομολογία ενοχής μιας «μάτσο» πατριαρχικής κουλτούρας;

Καμία λέξη ή έκφραση δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Τα λεξικά δεν προϋπήρξαν του ανθρώπου, τα έγραψαν ανθρώπινες κοινότητες μετά από μακραίωνες πορείες διαμόρφωσης γλωσσικών συμβάσεων. Και, κάθε λεξικό εμπλουτίζεται συνεχώς με νέα λήμματα, πολλά από τα οποία αντιστοιχούν σε λέξεις που κυκλοφορούν ανεπίσημα για ένα διάστημα ως νεολογισμοί. Ένας τέτοιος νεολογισμός, προϊόν ενός αποκρουστικού κοινωνικού φαινομένου της εποχής, είναι ο όρος «γυναικοκτονία».

Μορφή χιονοστιβάδας έχουν πάρει τα περιστατικά φρικιαστικών δολοφονιών γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής - όπως πιστεύουν - σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε κάποτε το λάθος να συσχετίσει μαζί τους τη ζωή της. Πρόκειται για έναν απόλυτα διακριτό τύπο κακουργήματος, ξέχωρο από άλλες εγκληματικές συμπεριφορές. Είναι, επομένως, αναγκαίο να περιγράφεται με έναν ειδικό όρο που να αποδίδει συμβολικά την ιδιαίτερη σημασία του.

Στο πλαίσιο του παρόντος σημειώματος, και με την επίγνωση ότι υπάρχουν εναλλακτικές απόψεις από ακαδημαϊκούς πολύ ειδικότερους του γράφοντος, ως γυναικοκτονία εννοούμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία. Θα μπορούσε, εν τούτοις, να περιλάβει τα σεξουαλικά εγκλήματα, αφού η πράξη του βιασμού συνίσταται σε de facto μετατροπή της γυναίκας σε «αντικείμενο», το οποίο ο βιαστής πρόσκαιρα θεωρεί ως «ιδιοκτησία» του και, σε ακραίες περιπτώσεις, είναι δυνατό ακόμα και να του αφαιρέσει τη ζωή.

Έχει αναπτυχθεί έντονη επιχειρηματολογία (κυρίως από νομικούς κύκλους) σύμφωνα με την οποία ο όρος «γυναικοκτονία» είναι περιττός και, ως εκ τούτου, μη δόκιμος, αφού μπορούμε να εντάξουμε αυτό το είδος εγκλήματος κατά γυναικών στην γενικότερη ανθρωποκτονία - ή, έστω, στην συζυγοκτονία (χωρίς προσδιορισμό φύλου). Αν, εν τούτοις, υιοθετήσουμε, ηθικά ή νομικά, μία τέτοια άποψη, αυτό που θα επιτύχουμε θα είναι να απορροφήσουμε μία πολύ ιδιαίτερη εγκληματική πράξη σε ένα ευρύτερο κακουργηματικό πλαίσιο, υποβαθμίζοντας και, τελικά, ακυρώνοντας το ειδικό βάρος της.

Παραδείγματα τέτοιων προσδιοριστικών λεκτικών επιμερισμών υπάρχουν πολλά. Μιλούμε, λ.χ., ειδικά για μισογυνισμό και δεν εντάσσουμε το φαινόμενο στην γενικότερη μισανθρωπία. Αναφερόμαστε σε ξενοφοβία αντί, γενικά, σε ανθρωποφοβία. Μιλάμε για κυνοφιλία όταν η λέξη «ζωοφιλία» δεν προσδιορίζει επαρκώς την ειδική αγάπη μας για τους σκύλους...

Η γυναικοκτονία, λοιπόν, αξίζει να προαχθεί από νεολογισμό σε δόκιμο όρο της γλώσσας μας και να βρει μία θέση στις νεότερες εκδόσεις των ελληνικών λεξικών και - γιατί όχι; - στις σελίδες των νομικών συγγραμμάτων.

Θα θέλαμε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε έναν αρκετά διαδεδομένο ορισμό τον οποίο, εν τούτοις, θεωρούμε λανθασμένο. Σύμφωνα με αυτόν, ως γυναικοκτονία (θα πρέπει να) θεωρείται η αφαίρεση της ζωής μίας γυναίκας επειδή ακριβώς είναι γυναίκα.

Τις προφανείς αδυναμίες του ορισμού αυτού επικαλούνται, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων, όσοι και όσες αρνούνται τον όρο «γυναικοκτονία». Διότι, αν η ίδια η γυναικεία φύση είναι το αίτιο των φόνων, τότε κάθε γυναίκα είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, εν δυνάμει θύμα κάποιου γυναικοκτόνου, ανεξάρτητα από την όποια σχέση μαζί του. Έτσι, από ιδιαίτερο και σαφώς περιγεγραμμένο τύπο εγκλήματος που διαπράττεται στο πλαίσιο διαπροσωπικών σχέσεων, η γυναικοκτονία καταλήγει να εντάσσεται στα γενικότερα εγκλήματα ρατσισμού (στην προκειμένη περίπτωση, σεξισμού, αφού η ιδιότητα που διαχωρίζει το θύμα από τον θύτη αφορά το φύλο). Ποιος ο λόγος, λοιπόν - επιχειρηματολογούν οι αρνητές - να επιβαρύνουμε το υπέρμετρα φορτωμένο νομικό σύστημα (αλλά και τα ίδια τα λεξικά της ελληνικής γλώσσας) με έναν ακόμα τύπο αδικήματος που προβλέπεται ήδη από υπάρχοντες νόμους;

Σημειώνουμε ότι στην Κύπρο [1] η γυναικοκτονία είναι πλέον ιδιώνυμο αδίκημα [2] που επισύρει αυστηρότατες ποινές (μία πολιτική επιλογή με ισχυρά συμβολική σημασία, πέραν της όποιας ποινικής). Σημειώνουμε επίσης ότι δύσκολα μπορεί κάποιος να κατανοήσει το έντονο (για να μην πω σχεδόν εμπαθές) ύφος κάποιων νομικών που αρθρογραφούν στο Διαδίκτυο εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη χρήση (νομική ή ακόμα και εννοιολογική) του όρου «γυναικοκτονία». Χωρίς μάλιστα να απουσιάζουν από τη γραφή τους και κάποιοι λαϊκιστικοί χαρακτηρισμοί (π.χ., ως «φεμινιστών») εκείνων που χρησιμοποιούν τον όρο.

Σε κάθε περίπτωση, το να αρνούμαστε να αρθρώσουμε τη λέξη «γυναικοκτονία», προσδοκώντας ότι έτσι θα αφαιρέσουμε το ηθικό βάρος από την πράξη, αποτελεί ξεκάθαρο δείγμα στρουθοκαμηλισμού. Και αυτό το κλείσιμο των ματιών απέναντι σε ένα αδιαμφισβήτητο κοινωνικό φαινόμενο ίσως μαρτυρά κάποιο αίσθημα ενοχής μιας «μάτσο» πατριαρχικής κουλτούρας που αρνείται - ή μάλλον, φοβάται - να κοιτάξει τον εαυτό της στον καθρέφτη...



Τρίτη 29 Αυγούστου 2023

Ο κρυφός ρατσισμός της πρωτιάς

 Σε μία κοινωνία όπου κυριαρχεί ο ανταγωνισμός, ο ταλαντούχος νέος βρίσκεται κάτω από τη διαρκή πίεση να πρωτεύει. Γιατί, ο ηττημένος ανήκει εξ ορισμού σε «κατώτερο» είδος...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε συνέντευξή της μετά από ένα ανεπιτυχές αποτέλεσμα σε διεθνή αγώνα τένις, γνωστή Ελληνίδα τενίστρια δήλωσε, ξεσπώντας σε λυγμούς:

«Νιώθω ότι έχω ντροπιάσει τον εαυτό μου, έχω ντροπιάσει τους ανθρώπους μου, ότι ντροπιάζω όλους τους Έλληνες...»

 Στην ταινία «Ο Σολίστας» (Shine, 1996), ένας αυταρχικός πατέρας φωνάζει οργισμένα στον νεαρό Ντέιβιντ: «πρέπει πάντα να κερδίζεις!», επειδή ο τελευταίος έκανε το «λάθος» να έρθει δεύτερος σε έναν διαγωνισμό πιάνου...

Πριν κάποια χρόνια, καλός φίλος και εκπαιδευτικός μού είχε αποκαλύψει τι είχε συστήσει στα παιδιά του την εποχή που προσπαθούσαν να πάρουν αποφάσεις για το ακαδημαϊκό και επαγγελματικό τους μέλλον:

«Κάντε όποια επιλογή επιθυμείτε, υπό έναν όρο: ό,τι κι αν κάνετε, να είστε πάντα οι πρώτοι!»

Παραδείγματα όπως τα παραπάνω μαρτυρούν την πίεση κάτω από την οποία βρίσκεται συχνά ένας ταλαντούχος νέος άνθρωπος προκειμένου να αποδείξει την αξία του σε συνθήκες συναγωνισμού. Μία πίεση που ασκείται πρωτίστως από την οικογένεια («τους ανθρώπους μου», λέει η αθλήτρια) αλλά μπορεί να προέρχεται και από ολόκληρη την κοινωνία, που προσδοκά μόνο νίκες («όλους τους Έλληνες», συμπληρώνει η ίδια).

Σύμφωνα με το κυρίαρχο δόγμα ενός κοινωνικού υποσυνόλου που ασπάζεται την άποψη ότι νόμος απαράβατος της Φύσης είναι ο ανταγωνισμός, στη ζωή δεν υπάρχουν απόλυτες αξίες. Τα πάντα αξιολογούνται μέσω της σύγκρισης και αποκτούν υπόσταση μόνο αν αυτή οδηγεί στην πρωτιά. Και, όταν η σύγκριση αφορά αντιπαράθεση ανθρώπινων επιδόσεων, τότε ισχύει το δόγμα του Γαλάτη αρχηγού Βρέννου: «Ουαί τοις ηττημένοις!»

Με βάση αυτή την αντίληψη, ο ηττημένος ανήκει de facto σε κατώτερο είδος, αφού το «ταβάνι» των δυνατοτήτων του αποδεικνύεται στην πράξη υποδεέστερο του αντιπάλου του. Δεν έχει τόση σημασία το ευ αγωνίζεσθαι, όση το επικρατείν. Πρόκειται, δυστυχώς, για μία υποκρυπτόμενη μορφή ρατσισμού που δεν έχει διεγείρει όσο θα 'πρεπε τις - κατά τα άλλα - ευαίσθητες αντιρατσιστικές κεραίες μας...

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να μοιραστώ ένα παλιό κείμενό μου στο «Βήμα», γραμμένο τον Ιανουάριο του 2012 εν μέσω γενικευμένης μνημονιακής κατάθλιψης στη χώρα. Αν αφαιρέσει κάποιος την ιστορική συγκυρία, το κείμενο παραμένει επίκαιρο...

Ο Αριθμόδουλος Άνθρωπος

Ανοίγω το πρωί με σχεδόν μαζοχιστική διάθεση τη σελίδα του «Βήματος» για να πάρω την καθημερινή μου δόση εθνικής καταστροφής. Και, όπως πάντα, όλα τα άρθρα σε ένα πράγμα συμφωνούν: η εθνική μας δυστυχία είναι κατ’ ουσίαν υπόθεση δυστυχίας των αριθμών! Το ερώτημα που βασανίζει τις συνειδήσεις μας είναι το μερίδιο ευθύνης του ανθρώπου στην ίδια του τη δυστυχία...

Δεν ευτύχησα να ζήσω την απαρχή του ανθρώπινου είδους. Μπορώ όμως με σχετική σιγουριά να υποθέσω τους λόγους που έκαναν τον άνθρωπο να εφεύρει τους αριθμούς: χρειαζόταν μία φυσική γλώσσα κωδικοποίησης κι ανταλλαγής πληροφορίας για κάθε τι σχετιζόμενο με την ποσότητα. Έτσι, για παράδειγμα, αν δανειζόταν τρία μήλα από τον γείτονά του, ήξερε ποιο κριτήριο θα χρησιμοποιούσε ώστε να ξεπληρώσει δίκαια το χρέος του.

Ο άνθρωπος, όμως, κατέστη βαθμιαία υπόδουλος στο ίδιο το αγαθό που εφηύρε για να τον υπηρετεί. Και κατάντησε να ζει για τους αριθμούς, αντί - όπως θα ήταν φυσικότερο - με τη βοήθεια των αριθμών. Μετεξελίχθηκε, δηλαδή, σε Αριθμόδουλο ον που ανήγαγε την ποσότητα σε υπέρτατη θεότητα και έφτασε να προσκυνήσει τα παράγωγα της ίδιας του της διάνοιας!

Οι συνέπειες της ανθρώπινης αριθμοδουλείας ήταν συχνά τραγικές, όπως μας διδάσκει η Ιστορία. Μία βασική αιτία του ναυαγίου του Τιτανικού, το 1912, ήταν η υπέρβαση των ασφαλών ορίων ταχύτητας με ευγενή στόχο το πλοίο να φτάσει στη Νέα Υόρκη λίγες ώρες νωρίτερα, καταρρίπτοντας το ρεκόρ υπερατλαντικών ταξιδιών της εποχής. Λίγα χρόνια αργότερα, εκατοντάδες χιλιάδες νέων παιδιών στέλνονταν εν ψυχρώ να σφαγιαστούν σε μία και μόνο μάχη στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, για το αμφίβολο κέρδος λίγων μόλις εκατοντάδων μέτρων λασπωμένης γης...

Η αριθμοδουλεία μπορεί να μολύνει ακόμα και τις όποιες καλές προθέσεις, όπως περίτρανα αποδεικνύεται στον χώρο της διαχείρισης των κοινών. Το βλέπουμε κατά κόρον στους (συχνά σκληρούς και βίαιους) ανταγωνισμούς πολιτικών σχηματισμών, όπου τα κόμματα ενδιαφέρονται να ανεβάσουν τα μαθηματικά ποσοστά τους με σκοπό την κατάληψη ή την διατήρηση της εξουσίας, έχοντας ελάχιστα κατά νου την προσφορά στην πατρίδα.

Όμως, η υποδούλωση στους αριθμούς συχνά μπορεί να αποδειχθεί και ανθυγιεινή. Χιλιάδες αθλητές θέτουν σε θανάσιμο κίνδυνο την υγεία τους (αλλά και το ίδιο το αθλητικό ιδεώδες που είναι ταγμένοι να υπηρετούν) καταναλώνοντας επικίνδυνες χημικές ουσίες, με στόχο την έστω και οριακή κατάρριψη ενός ρεκόρ (έχοντας, φυσικά, ως δέλεαρ και το όχι ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό που συνοδεύει το αθλητικό επίτευγμα).

Η αριθμοδουλεία καταστρέφει τη μαγεία στον έρωτα, αφού τον υποβιβάζει σε αθλοπαιδιά όπου οι «επιδόσεις» αποτελούν ευτελές υποκατάστατο της ερωτικής μέθεξης. Αλλά, και στον χώρο της επιστήμης η συλλογή περγαμηνών συχνά καταντά αυτοσκοπός, με τον ψυχρό, απόλυτο αριθμό δημοσιευμένων ερευνητικών εργασιών και βιβλιογραφικών αναφορών να αποτελεί κύριο (αν όχι μοναδικό) κριτήριο επιστημονικής δημιουργικότητας, εις βάρος τού κατά πολύ σημαντικότερου στοιχείου της ποιότητας και της πρωτοτυπίας.

Πίσω από κάθε ενδεικτικό παράδειγμα που αναφέρθηκε θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει το σαρκαστικό χαμόγελο του παραλογισμού. Ο άνθρωπος ανάλωσε τη δύναμη της διάνοιάς του για να κατασκευάσει τις ίδιες του τις φυλακές. Και βάφτισε το δικαίωμα να ζει μέσα σ’ αυτές με το παραπλανητικά ελκυστικό όνομα «επίτευξη στόχων». Έμαθε πώς να διανύει όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις, χάνοντας στην πορεία το μέτρο... Έμαθε πώς να επιμηκύνει τον χρόνο, ξεχνώντας να τον γεμίσει με ποιότητα...

Και, μια και μιλούμε για την αποθέωση των αριθμών και το ουτοπικό - και συχνά αυτάρεσκο - κυνήγι των στόχων, αγαπητέ αναγνώστη, σου αναγγέλλω υπερηφάνως ότι ένας ακόμα επετεύχθη καθώς τοποθετώ την καταληκτική τελεία στο κείμενο!

(Ιανουάριος 2012)

KLIK

Σάββατο 15 Ιουλίου 2023

Αγάπη μέσα απ' τον καθρέφτη...


Μήπως αυτό που αγαπάμε δεν είναι παρά ένα κάτοπτρο που απλά και μόνο αντανακλά τα ίδια μας τα συναισθήματα; Μήπως, τελικά, είναι η ανάγκη μας να αγαπάμε;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

 Στο «Βιβλίο της Ανησυχίας», ο Φερνάντο Πεσσόα (Fernando Pessoa) θέτει σε αμφισβήτηση την αντικειμενική υπόσταση του ωραιότερου ανθρώπινου συναισθήματος. Όπως ισχυρίζεται ο ποιητής με τις πολλαπλές περσόνες, αυτό που ονομάζουμε «αγάπη» δεν είναι παρά μία μη-συνειδητοποιημένη μορφή  αυτοπάθειας:

«Ποτέ δεν αγαπάμε κανέναν. Αγαπάμε αποκλειστικά την εικόνα που διαμορφώνουμε για κάποιον. Αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας κατασκευή, στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας.»

Ο αφορισμός ακούγεται τρομακτικός! Μοιάζει να θέλει να ισοπεδώσει την πίστη μας στην ιδέα ενός «άλλου» που, ως αυτόνομη κι αντικειμενική αξία, κερδίζει δίκαια ένα κομμάτι της ψυχής μας. Μας βάζει τη δύσκολη άσκηση συνείδησης να αναθεωρήσουμε εκ βάθρων, και τελικά να ακυρώσουμε, ό,τι «νομίσαμε» πως είχε αληθινή σημασία στη ζωή μας. Στην ουσία, μετατρέπει ένα μέρος από τη βιωμένη ευτυχία μας σε ψευδαίσθηση!

Όμως, πόσο μακριά από την αλήθεια βρίσκεται το δόγμα τού Pessoa για την κατά βάθος αυτοπαθή φύση της αγάπης («στην ουσία δεν αγαπάμε παρά τον εαυτό μας»); Στην αναζήτηση της απάντησης θα μας βοηθήσει μία αναλογία από την καθημερινότητά μας:

Όταν κοιτάζουμε τον καθρέφτη, αυτό που αντικρίζουμε είναι το είδωλο του εαυτού μας. Μοιάζει με αληθινό πρόσωπο με αυτόνομη υπόσταση, ανεξάρτητη από την παρουσία μας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται απλά για αντανάκλαση της δικής μας μορφής: το φως που φεύγει από εμάς πέφτει στον καθρέφτη και ξαναγυρνά σ' εμάς. Η ενέργεια, δηλαδή, που παίρνουμε από τον καθρέφτη δεν είναι παρά εκείνη που του στέλνουμε εμείς!

Η αγάπη, τώρα, στις διάφορες εκδοχές της πολυμορφίας της – τις οποίες θα θέσουμε εδώ σε ενιαίο πλαίσιο για να αποφύγουμε την πολυπλοκότητα της περιπτωσιολογίας – είναι μορφή ψυχικής ενέργειας που εκπέμπεται από ένα πρόσωπο και εισπράττεται από ένα άλλο. Ιδανικά, σε μία σχέση αμοιβαιότητας η ενέργεια αυτή είναι αντικείμενο ανταλλαγής: κάθε ένα από τα δύο μέρη προσφέρει και παίρνει αγάπη ταυτόχρονα. Όμως, όπως σε κάθε έκφανση της ζωής, το ιδανικό δεν είναι απαραίτητα ο κανόνας...

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις μονόπλευρης αγάπης. Είναι αυτό που ακούμε συχνά να λέγεται, με πνεύμα πικρής ειρωνείας:

«Δεν πειράζει που δεν με αγαπάς. Αγαπώ εγώ και για τους δυο μας!»

Το μόνο που παίρνει πίσω αυτός που αγαπά είναι η αντανάκλαση της αγάπης που στέλνει στον αποδέκτη. Ο τελευταίος έχει έναν ρόλο «καθρέφτη» συναισθημάτων, δίχως τη δυνατότητα πρωτογενούς εκπομπής τους. Κατά μία έννοια, είναι σαν να αγαπάμε κάποιον που στην πραγματικότητα «δεν υπάρχει», αφού απουσιάζει εκείνο που θα τον καθιστούσε «υπαρκτό»: η αυτοδύναμη ικανότητά του να αγαπά!

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να αγαπά χωρίς ανταπόκριση; Μονοσήμαντη απάντηση δεν φαίνεται να υπάρχει. Θα μπορούσαμε, εν τούτοις, να διακρίνουμε δύο βασικές αιτίες:

1. Μειωμένο αίσθημα αυταξίας, σε συνδυασμό, πιθανώς, με έναν βαθμό ειδωλοποίησης του άλλου: Αγαπάμε κάποιον για του οποίου την προσοχή πιστεύουμε κατά βάθος πως δεν είμαστε άξιοι, επειδή και μόνο «καταδέχεται» να μας επιτρέπει να τον αγαπάμε!

2. Το αίσθημα της αγάπης αποτελεί υπαρξιακή ανάγκη, ακόμα κι αν δεν βρίσκει ανταπόκριση. Έτσι, ένας άνθρωπος «ανακαλύπτει» λόγους για να αγαπά κάποιον άλλον, στον οποίο επενδύει μονομερώς τα συναισθήματά του επειδή η βίωσή τους καθαυτή συνιστά γι' αυτόν βασικό (αν όχι μοναδικό) λόγο ύπαρξης.

Είναι προβληματική η μονόπλευρη αγάπη; Όχι απαραίτητα, στον βαθμό που εκείνος που αγαπά είναι διατεθειμένος να ενστερνιστεί – για τους όποιους δικούς του λόγους – το «δόγμα Pessoa». Το πρόβλημα αρχίζει τη στιγμή που κάποιος συνειδητοποιεί πως δεν αντέχει να αγαπά μόνος του. Και, επειδή το αίσθημα της αγάπης είναι κάτι που δεν διεκδικείται και δεν επιβάλλεται, δύο μόνο επιλογές ανοίγονται μπροστά του:

* Να υποταχθεί στο πεπρωμένο του και να ζήσει ψυχικά και αυτοσυνειδησιακά συρρικνωμένος, με ένα μόνιμο αίσθημα αδικίας να βαραίνει την ύπαρξή του.

* Να βρει τη δύναμη να αλλάξει κατεύθυνση ζωής, ό,τι κι αν αυτό σημαίνει...

Η αγάπη είναι ένα υπέροχο συναίσθημα. Θα πρέπει όμως να μπορεί να ζει ακόμα και σε έναν κόσμο χωρίς καθρέφτες. Κι ας διαφωνεί μετά όσο θέλει ο Pessoa!

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Από το μνημόνιο στο εμβόλιο και τον Πούτιν: ένα χρονικό ελληνικού αντιδυτικισμού


Τις αντι-δυτικές δυνάμεις του τόπου συνδέει μία κοινή στάση απέναντι σε τρία ζητήματα εθνικής σημασίας: την αποφυγή της χρεοκοπίας, την αντιμετώπιση της πανδημίας και τη θέση της χώρας στην ουκρανική κρίση.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Προβληματισμό έχει προκαλέσει η παρουσία στη Βουλή ενός σημαντικού αριθμού εκπροσώπων του λεγόμενου αντι-δυτικού χώρου. Ενός χώρου που υπερβαίνει τις κομματικές γραμμές αφού, μέσα σε αυτόν, εκείνα που χωρίζουν «δεξιές» και «αριστερές» ιδεολογικές θέσεις παύουν να έχουν σημασία. Αυτό που ενοποιεί τον χώρο είναι πιο ισχυρό από εκείνα που τον διχάζουν...

Μία περιδιάβαση στα social media τα τελευταία 13 χρόνια αποκαλύπτει την εκτός πραγματικότητας και λογικής στάση ενός όχι ευκαταφρόνητου ποσοστού νεοελλήνων σε τρεις πρόσφατες κρίσεις με εθνική σημασία. Τα μέλη της σημαντικής αυτής κοινωνικής ομάδας δείχνει να συνδέει η αντιπάθεια, ή μάλλον το μίσος, για έναν κοινό εχθρό. Ένα μίσος τόσο μεγάλο που καταργεί ακόμα και τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε εμφατικά αντίθετες πολιτικές ιδεολογίες. Αποδέκτης του μίσους είναι μία ιδέα που, μετά από δύο αιματηρούς παγκόσμιους πολέμους, κατόρθωσε να μετουσιωθεί σε πολιτική πραγματικότητα: η φιλελεύθερη, δημοκρατική Δύση.

Αν επιχειρούσαμε να καταγράψουμε τα κοινά χαρακτηριστικά των μελών της παραπάνω ομάδας νεοελλήνων, θα ξεχωρίζαμε ιδιαίτερα τα ακόλουθα:

1. Όπως ήδη αναφέραμε, απεχθάνονται την φιλελεύθερη Δυτική δημοκρατία (την οποία συχνά περιγράφουν ως «παρηκμασμένη» και «διεφθαρμένη»), ακόμα και αν αυτή είναι το σύστημα που αναγνωρίζει και προστατεύει στον μέγιστο βαθμό τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως αιτιολογία επικαλούνται τον «μπαμπούλα» της παγκοσμιοποίησης και των αγορών, που καθιστούν την ελευθερία αποκλειστικό – υποτίθεται – όπλο στα χέρια των ισχυρών. Ειδικότερα, εμφανίζουν «αλλεργική» αντίδραση στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης και υποστηρίζουν θερμά κάθε προσπάθεια υπονόμευσής της (οι ιαχές θριάμβου για το “Brexit” αντηχούν ακόμα...).

2. Θαυμάζουν αυταρχικές (και κατά βάση αντιδημοκρατικές) ηγετικές προσωπικότητες της εποχής, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Το ότι οι τελευταίοι δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για μία σειρά από θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα στις χώρες τους, δεν φαίνεται να μειώνει τις συμπάθειες που απολαμβάνουν. Θα μπορούσα να πω, μάλιστα, ότι τις ενισχύει!

3. Οραματίζονται μία Ελλάδα περίκλειστη, εσωστρεφή και απομονωμένη (από τη Δύση, φυσικά) ως το μόνο μοντέλο που οδηγεί σε εθνική ανεξαρτησία.

Στις τρεις μεγάλες εθνικές κρίσεις των τελευταίων χρόνων, οι πολίτες αυτοί εναντιώθηκαν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο στις επιλογές της εκάστοτε εξουσίας, στον βαθμό που αυτές ήταν σύμφωνες με τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών. Ας δούμε κάθε περίπτωση ξεχωριστά:

Την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης (εθνικής χρεοκοπίας, για να μην κρυβόμαστε) συγκρότησαν συμπαγές «αντιμνημονιακό» μέτωπο, αξιώνοντας από την «κακή» Ευρώπη, που έσπευσε να μας γλιτώσει από την καταστροφή με λεφτά των φορολογουμένων της, να παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης εποπτείας στον τρόπο με τον οποίο θα αξιοποιούσαμε τη βοήθειά της. Επιστέγασμα της μαζικής παράνοιας ήταν το «επικό» 62% στο δημοψήφισμα του 2015, το οποίο απεικόνισε την αφελή πίστη στην τότε διακινούμενη ιδέα ότι η βούληση του ελληνικού λαού ήταν αρκετή για να αλλάξει τους θεσμικούς κανόνες στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Κάποια στιγμιότυπα της εθνικής μας αφέλειας περιέγραψα χρόνια αργότερα σε ένα κείμενο στο «Βήμα».

Η επόμενη εθνική κρίση ήταν μέρος μίας παγκόσμιας: η πανδημία Covid-19. Σύμφωνα με το νέο αντι-δυτικό αφήγημα, επρόκειτο για ένα «αθώο είδος γρίπης» που το παγκοσμιοποιημένο κερδοσκοπικό σύστημα παρουσίαζε ως (δήθεν) σοβαρή απειλή, με σκοπό τον περαιτέρω πλουτισμό των φαρμακοβιομηχάνων και των μεγαλο-γιατρών. Κάθε επιστημονικά συνιστώμενο και θεσμικά επιβαλλόμενο μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας συνάντησε λυσσώδεις αντιδράσεις. Αρχικά, οι μάσκες ποδοπατήθηκαν επιδεικτικά ή πυρπολήθηκαν σε δημόσιες τελετές άρνησης, ενώ γονείς βιαιοπράγησαν ενάντια σε δασκάλους και διευθυντές σχολείων που, τηρώντας τον νόμο, ζήτησαν από τους μαθητές να τις φορούν πριν μπουν στην τάξη. Στα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, πολλοί (κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς) απάντησαν με μαζικές συγκεντρώσεις «διαμαρτυρίας». Όμως, κορύφωση της ομαδικής παράνοιας αποτέλεσε το αντι-εμβολιαστικό «κίνημα», τούτη τη φορά με συγκριτικά μεγαλύτερη εκπροσώπηση από κύκλους της «αντισυστημικής» άκρας Δεξιάς (ο Ντόναλντ Τραμπ είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο). Και τι δεν ακούστηκε στα social media στο πλαίσιο μίας εμμονικής προσπάθειας κατασυκοφάντησης του εμβολίου! Θα έλεγε κάποιος ότι η άρνηση στο εμβόλιο έγινε σύμβολο αντίστασης ενάντια στην ίδια την επιστήμη.

Κι ερχόμαστε στην πιο πρόσφατη διεθνή κρίση με σημαντικές ελληνικές προεκτάσεις: την ρωσική πολεμική επιχείρηση στην Ουκρανία. Ένας κατ’ ουσίαν δικτάτορας, ηγέτης μίας κατ’ επίφασιν «δημοκρατίας», εισβάλλει σε γειτονική χώρα επικαλούμενος ζητήματα «ασφάλειας» της χώρας του. Η μέθοδός του θυμίζει έντονα τις πρώτες πολεμικές επιχειρήσεις του Χίτλερ το 1939. Αυτό, όμως, που γεννά εφιαλτικά σενάρια για την Ελλάδα είναι οι εμφανείς αναλογίες του ουκρανικού ζητήματος με το καθεστώς των απειλών που δέχεται η χώρα μας στα ανατολικά της. Οι αναλογίες αυτές δεν αφορούν μόνο το προφίλ προσωπικότητας δύο αμφίβολης δημοκρατικότητας ηγετών, αλλά και τα παρεμφερή επιχειρήματα που αυτοί χρησιμοποιούν για να αιτιολογήσουν την επιθετικότητά τους. Έτσι, αν κάποιος θεωρούσε ως «δικαιολογημένη» την εισβολή του «τσάρου» στην Ουκρανία, εξ ίσου «δικαιολογημένη» θα έπρεπε να θεωρεί και μία ενδεχόμενη επίθεση του «σουλτάνου» στα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου!

Εν τούτοις, ο «τσάρος» έχει έναν συμπαγή πυρήνα φανατικών υποστηρικτών στην Ελλάδα, οι περισσότεροι εκ των οποίων διέπρεψαν προηγουμένως στον αντιεμβολιαστικό αγώνα. Αν και γνωρίζουν καλά ότι, στην παρούσα συγκυρία, κάθε υποστήριξη στην φιλοπόλεμη πολιτική της Ρωσίας κλείνει ευνοϊκά το μάτι στα σχέδια της Τουρκίας ενάντια στη χώρα μας, υπάρχει κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ το αίσθημα της φιλοπατρίας τους (αν υποτεθεί ότι υφίσταται): το μίσος τους για τη Δύση. Και, η Ρωσία του προέδρου Πούτιν είναι η μόνη ελπίδα που τους απομένει ώστε να δουν την μισητή Δύση να ηττάται, να καταστρέφεται και να ταπεινώνεται. Ακόμα και αν η ίδια η Ελλάδα – μέρος, εξ ορισμού, της Δύσης – αφανιστεί μαζί της.

Παρακολουθώντας τους στα social media στις αρχικές φάσεις του πολέμου, μπορούσε κάποιος να τους δει να αναπαράγουν καθημερινά κάθε λέξη από την επίσημη ρωσική προπαγάνδα. Τους είδαμε ακόμα και να υπερθεματίζουν στις ανακοινώσεις της ρωσικής πρεσβείας που, σε διάλεκτο καφενείου, καταφέρονταν κατά της χώρας μας και της πολιτικής της ηγεσίας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ επαναστατούσαν για την απαγόρευση πρόσβασης των ανεμβολίαστων στα δημόσια θεάματα και τις καφετέριες, δεν εξέφρασαν ποτέ ίχνος συμπάθειας για τους άμαχους – και μάλιστα, τα παιδιά – που σκοτώνονταν στους βομβαρδισμούς των ουκρανικών πόλεων, για τους έγκλειστους στα καταφύγια εν μέσω ερειπίων, που ζούσαν για μέρες μες στο κρύο χωρίς τροφή και νερό, ή για τα κύματα των ξεσπιτωμένων (αφού σπίτι δεν υπήρχε πια) που αναζητούσαν υποψία ζωής κάπου στο άγνωστο. Στην ανθρώπινη τραγωδία απαντούσαν με σπουδαιοφανείς γεωπολιτικές αναλύσεις, με πομπώδεις ρητορείες για τα «ιστορικά δίκαια» της Ρωσίας, και με γελοίους συμψηφισμούς του τύπου «ναι, αλλά και το NATO τα ίδια δεν έκανε στη Σερβία;».

Συνοψίζοντας: Μετά το ξέσπασμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης στη χώρα, το αντι-δυτικό μέτωπο ενίσχυσε τις δυνάμεις του στη Βουλή (τόσο στα «δεξιά» όσο και στα «αριστερά») κεφαλαιοποιώντας πολιτικά το έντονα αντι-δυτικό αίσθημα ενός όχι ευκαταφρόνητου μέρους της ελληνικής κοινωνίας. Το μέτωπο ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο ως αντίδραση στα μέτρα κατά της πανδημίας και στην φιλο-δυτική στάση της χώρας μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Αυτό που προκαλεί κάποια ανησυχία είναι ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ένα αθώο φαινόμενο γραφικού αντιδυτικισμού, αλλά με κάτι πιο σοβαρό και εν δυνάμει επικίνδυνο: έναν νεοελληνικό παραλογισμό με σημαντική, μάλιστα, κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Και, δυστυχώς, στον πόλεμο κατά του παραλογισμού η φυγομαχία φαίνεται να είναι η μόνη λογική επιλογή. Ο αντίπαλος είναι ανίκητος...

Τρίτη 4 Ιουλίου 2023

ΤΟ ΒΗΜΑ - Η «πρόοδος» κι ο κύριος Παντελής


Ο φιλήσυχος και μη-επαναστατημένος άνθρωπος της μεσαίας τάξης έχει στηθεί στο απόσπασμα από δυνάμεις της «προόδου». Τον χλεύασαν ως «νοικοκυραίο» και «κυρ-Παντελή». Τον αποκάλεσαν ακόμα και δολοφόνο. Όμως, το θύμα της δολοφονίας χαρακτήρα είναι ο ίδιος ο κυρ-Παντελής.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Όσο και αν ηχούν ως καταρχήν θετικές αξίες, η κανονικότητα και η σταθερότητα αποτελούν δύο από τις πλέον συκοφαντημένες έννοιες στη χώρα μας, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες. Ανάλογα συκοφαντημένοι είναι, φυσικά, και όσοι πιστεύουν στις πιο πάνω αξίες και επιθυμούν να εναρμονίσουν τη ζωή τους με αυτές.

Τον καιρό της οικονομικής κρίσης και των αλήστου μνήμης μνημονίων, εκείνοι που δεν φάνηκαν πρόθυμοι να αποδεχθούν ανατρεπτικές πολιτικές και εθνικούς τυχοδιωκτισμούς που θα απειλούσαν ό,τι είχε απομείνει από την κανονικότητα της ζωής τους, αποκλήθηκαν με κακεντρέχεια «ευρωλιγούρηδες», «μενουμευρώπηδες», «γερμανοτσολιάδες» και «Τσολάκογλου» (πέραν της προφανούς προσβολής, οι ιστορικοί συνειρμοί καθιστούν τους δύο τελευταίους όρους ξεκάθαρα υβριστικούς).

Μετά τις πρόσφατες εθνικές εκλογές, εκείνοι που έδειξαν να μην επιθυμούν να επιστρέψει η χώρα σε ανέμελους λαϊκισμούς, πολιτικές ανοιχτών συνόρων και κουλτούρα πλατείας Εξαρχείων, άκουσαν να τους χαρακτηρίζουν μικρο-συμφεροντολόγους και ξεπουλημένους που «εξαγοράζονται με επιδόματα», θεσμικά παχύδερμους (αφού δεν βάρυνε όσο «έπρεπε» στην επιλογή τους η υπόθεση των υποκλοπών), ηθικά ανάλγητους μπροστά σε μία εθνική τραγωδία (το πολύνεκρο δυστύχημα στα Τέμπη), ακόμα και ψυχικά διαταραγμένους («θυρωροί της νύχτας, υποκείμενοι στο σύνδρομο της Στοκχόλμης»). Και, φυσικά, «κυρ-Παντελήδες» (περί αυτού θα μιλήσουμε πιο κάτω).

Αλλά, σε κάποιες περιπτώσεις, η προσήλωση σε κατεστημένες αξίες δεν αντιμετωπίζεται απλά ως αξιοχλεύαστη «αστική» συνήθεια. Βάσει μίας ακραίας λογικής, είναι δυνατό να υποκρύπτει ακόμα και εγκληματικές διαθέσεις! Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή...

Αν κάτι πρέπει να αναγνωρίσουμε στην ελληνική Αριστερά, είναι ότι δεν της έλειψε ποτέ η ευρηματικότητα στο να παράγει «ετικέτες» για όσους δεν δηλώνουν υποταγή στις ιδέες της. Το δόγμα «πας μη αριστερός, φασίστας» κυριάρχησε στις αρχές της Μεταπολίτευσης. Όταν, αργότερα, κλιμακώθηκε το φαινόμενο της (παράτυπης, κυρίως) μετανάστευσης, η έννοια του «ρατσιστή» μπήκε δυναμικά στο καθημερινό μας λεξιλόγιο από την λεγόμενη «ανανεωτική» Αριστερά, για να στιγματίσει όσους τολμούσαν να μιλήσουν για επικίνδυνες πολιτισμικές αλλοιώσεις αλλά και για το χαμένο αίσθημα ασφάλειας λόγω της κατακόρυφης αύξησης της εγκληματικότητας.

Πριν μερικά χρόνια, με αφορμή ένα αποτρόπαιο έγκλημα στο κέντρο της Αθήνας που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο ενός ΛΟΑΤΚΙ ακτιβιστή, μία ακόμα ετικέτα ανασύρθηκε από το (ανανεωτικό) «προοδευτικό» λεξικό για να δαιμονοποιήσει συλλήβδην το συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας, στο οποίο περίπου καταλογίστηκε ομαδική ευθύνη για τον φόνο. Η λογική απλή: «Είσαι συντηρητικός, άρα είσαι φασίστας, ρατσιστής και δολοφόνος!» Και, οι (κατά μεταφυσικό τρόπο) «συνεργοί» του εγκλήματος – όλοι εκείνοι, δηλαδή, που τολμούν να δηλώνουν φιλήσυχοι και πολιτικά μη-επαναστατημένοι – εισέπραξαν τον σαρκαστικό χαρακτηρισμό «νοικοκυραίοι». Ή, κατ' απόλυτη εννοιολογική ισοδυναμία, «κυρ-Παντελήδες», σύμφωνα με τον στερεοτυπικό όρο που είχε εισαγάγει ένα άκρως τοξικό κοινωνικοπολιτικό άσμα της πρώιμης μεταπολιτευτικής περιόδου. Το οποίο άσμα αποκαλεί τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους της μεσαίας τάξης «άχρηστα σκουλήκια» και προτρέπει τη νέα γενιά να τους «θάψει μες στα σπαρτά»!

Ο τραγουδοποιός Πάνος Τζαβέλλας (στον οποίο οφείλεται ο όρος «κυρ-Παντελής»)

Έχω κρατήσει μερικά ξεσπάσματα οργής που αλίευσα στο Διαδίκτυο αμέσως μετά το τραγικό εκείνο συμβάν στην Ομόνοια:

«Το άγριο λιντσάρισμα αποδεικνύει γι’ άλλη μια φορά τα ακραία και φασιστικά ένστικτα της βαθιά συντηρητικής κοινωνίας μας.»

«Ο θάνατος του Ζακ αποκάλυψε τον κρυφοφασισμό μέρους της ελληνικής κοινωνίας.»

«Νοικοκυραίος είναι ο μικροαστός φασίστας. Είναι φασίστας γιατί είναι απολίτικος στην ουσία του.»

«Τον Ζακ τον δολοφόνησαν οι ‘νοικοκυραίοι’, αυτός ο ανθρωπότυπος που αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του φασισμού, που δεν τα βάζει ποτέ με την εξουσία. Κι ύστερα σκούπισαν τα αίματα, έκαναν το σταυρό τους μόλις πέρασαν από την Εκκλησία και γύρισαν στα σπίτια τους για να παίξουν στην κακοσκηνοθετημένη παράσταση του καλού οικογενειάρχη.»

«Οι λεγόμενοι ‘νοικοκυραίοι’ εκπροσωπούν τον βαθύ κοινωνικό συντηρητισμό. Είναι αυτοί που είναι αντίθετοι στον πολιτικό γάμο ομοφυλοφίλων, στην τεκνοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια, στη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου, αυτοί που θέλουν να υπάρχει η εικόνα του Χριστού στις αίθουσες των σχολείων. Θεμέλια της κοινωνίας τους η πατρίδα, η θρησκεία και το Δίκαιο.»

Συλλογική ευθύνη για εκείνο τον φόνο, λοιπόν, επιρρίπτεται σε όσους έχουν άλλη άποψη για τις οικογενειακές δομές (επιμένοντας στην παραδοσιακή εκδοχή τους), επιλέγουν να θρησκεύονται, αγαπούν την πατρίδα τους και δεν περιφρονούν το Δίκαιο. Και, ακόμα κι ένα κοινό έγκλημα εργαλειοποιείται προκειμένου να συκοφαντηθεί συλλήβδην μία ολόκληρη κοινωνική ομάδα που απλά δεν ακολουθεί τα κελεύσματα της «προόδου».

Όμως, γιατί η «ανανεωτική» Αριστερά βάζει στο στόχαστρο τον κυρ-Παντελή, φτάνοντας μάλιστα στο έσχατο όριο της συκοφαντίας να του καταλογίσει ακόμα και δολοφονικά ένστικτα; Μια πρόχειρη ερμηνεία θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη:

Ο κυρ-Παντελής, που εκπροσωπεί την κοινωνική ομάδα των «νοικοκυραίων», ανήκει κατά κύριο λόγο στη μεσαία τάξη. Έτσι, στοχοποιώντας τον κυρ-Παντελή, η Αριστερά (τονίζω ότι αναφέρομαι αποκλειστικά στην «ανανεωτική») κατ’ ουσίαν επιτίθεται επιλεκτικά στο μέρος εκείνο της μεσαίας τάξης που δεν ανήκει στην εκλογική πελατεία της. Δείχνει να επιδεικνύει, εν τούτοις, μεγαλύτερη ελαστικότητα απέναντι σε δύο άλλες κοινωνικές τάξεις. Αφενός, στο «προλεταριάτο» των εξ επιλογής περιθωριακών, και αρνούμενων να ενταχθούν στην δημοκρατική κανονικότητα, κοινωνικών ομάδων. Αφετέρου, στην «ανώτερη» τάξη των κοινωνικών «ελίτ» (με τον όποιο τρόπο αντιλαμβάνεται ο καθένας τους όρους αυτούς). Η πρώτη τάξη είναι δεξαμενή πιθανών ψηφοφόρων, αλλά και χρήσιμη «μαγιά» για μια φανταστική μελλοντική επανάσταση (προς το παρόν, η επανάσταση περιορίζεται σε ασκήσεις χυδαιολογίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης). Η δεύτερη τάξη αποτελεί το «αναγκαίο κακό» που νοηματοδοτεί την ίδια την ύπαρξη της Αριστεράς (τι ρόλο θα είχε να παίξει η Αριστερά σε έναν κόσμο χωρίς προνομιούχους;).

Η ειρωνεία είναι ότι η ανανεωτική Αριστερά, που σήμερα κατηγορεί τους «νοικοκυραίους» πως εξαγοράστηκαν με επιδόματα για να ψηφίσουν την κεντροδεξιά παράταξη, είναι η ίδια που τους εξαγόρασε πριν μερικά χρόνια για να ανέβει στην εξουσία, υποσχόμενη την κατάργηση ενός απεχθούς φόρου ιδιοκτησίας (υπόσχεση που, τελικά, δεν κράτησε). Και είναι η ίδια που τους χρησιμοποίησε – και τους εξαπάτησε – για να επιτύχει την πύρρεια νίκη του 62% στο παρανοϊκό δημοψήφισμα του 2015.

Τελικά, στην πολιτική οι ηθικές αξίες είναι αλά-καρτ. Κι ο κύριος Παντελής ακόμα ψάχνει να βρει αν ανήκει στους «καλούς» ή τους «κακούς»...