Η γυναικοκτονία δεν είναι ένα "κοινό" έγκλημα κατά της ζωής. Και, για να αντιμετωπιστεί θα πρέπει πρώτος ο Νόμος να αναγνωρίσει την σοβαρότητα του φαινομένου...
Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου
Σε προηγούμενο κείμενο είχαμε αναφερθεί στη δυσκολία που συναντά στη χώρα μας η αναγνώριση του κλιμακούμενου φαινομένου της γυναικοκτονίας ως μορφής εγκλήματος που φέρει ειδικό βάρος και θα πρέπει να διαχωρίζεται εννοιολογικά από την εν γένει ανθρωποκτονία. Με λιγότερο εμφατικό, ίσως, τρόπο σχολιάσαμε την άρνηση πολλών (ίσως των περισσότερων) νομικών της χώρας να αναγνωρίσουν την γυναικοκτονία ως ιδιώνυμο αδίκημα, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται (προφανώς αυστηρότερα) από ειδικό ποινικό νόμο και δεν απορροφάται από το γενικότερο κακουργηματικό πλαίσιο της ανθρωποκτονίας. Και είναι αλήθεια ότι η νομική αναβάθμιση της γυναικοκτονίας συνιστά ιδιαίτερα περίπλοκο νομικό ζήτημα το οποίο απαιτεί ακριβή καθορισμό των αναγκαίων προϋποθέσεων.
Το κείμενο που ακολουθεί αντανακλά τις σκέψεις ενός απλού πολίτη, μη-νομικού, και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να "εισέλθει στα χωράφια" της νομικής επιστήμης! Θα επικαλεστώ εδώ προς εκ των προτέρων υπεράσπισή μου την άποψη ενός φίλου δικηγόρου ότι, κατά μία έννοια, η νομική επιστήμη και τα μαθηματικά έχουν ισχυρή συγγένεια μεταξύ τους, καθώς βασίζονται κατά κύριο λόγο στην λογική. Με όπλο την λογική και μόνο, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσον το έγκλημα της γυναικοκτονίας θα μπορούσε να αποκτήσει αυτοδύναμη νομική υπόσταση, πέραν της καθαρά εννοιολογικής (που ούτε κι αυτή, σημειώνω, είναι καθολικά αποδεκτή).
Παραθέτω μερικά βασικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν, χωρίς φυσικά η λίστα να είναι πλήρης (κάτι τέτοιο θα απαιτούσε νομικό σύγγραμμα πολλών δεκάδων σελίδων!):
1. Γιατί απαιτείται ειδικό νομικό πλαίσιο για την γυναικοκτονία; Δεν αρκεί το γενικότερο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας; Και γιατί, με την ίδια λογική, να μην δεχθούμε ως ιδιώνυμο αδίκημα και την ανδροκτονία; (Προς αποφυγή ενστάσεων, δεν τοποθέτησα εισαγωγικά στην τελευταία λέξη.)
Η απάντηση είναι ότι οι νόμοι δεν θεσπίζονται αυθαίρετα αλλά υπαγορεύονται από τις κοινωνικές ιδιαιτερότητες και συγκυρίες της κάθε εποχής. Οι γυναικοκτονίες τείνουν να λάβουν μορφή επιδημίας τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και η μόνη άμυνα της κοινωνίας απέναντι στο επικίνδυνα κλιμακούμενο φαινόμενο είναι ο Νόμος. Φυσικά καταγράφονται και δολοφονίες ανδρών από γυναίκες, αλλά σε πολύ μικρότερο αριθμό και, κυρίως, με διαφορετικά κίνητρα από εκείνο των γυναικοκτονιών. Το οποίο κίνητρο θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να περιγράψουμε.
2. Τι ακριβώς συνιστά γυναικοκτονία, και με βάση ποιο κριτήριο διακρίνεται από τα γενικά εγκλήματα κατά της ζωής;
Σύμφωνα με τον ορισμό που έχουμε δώσει, ο οποίος εμπνέεται από το γενικό πλαίσιο κινήτρων που φαίνεται να υπαγορεύουν τα σχετικά εγκλήματα, ως γυναικοκτονία χαρακτηρίζουμε τον φόνο μίας γυναίκας από έναν άντρα με βάση την πεποίθηση του δολοφόνου ότι η γυναίκα αυτή αποτελεί ιδιοκτησία του, άρα έχει πάνω της δικαίωμα ζωής και θανάτου. Ο ορισμός αυτός δεν περιλαμβάνει δολοφονίες γυναικών με διαφορετικά κίνητρα, όπως π.χ. η ληστεία (και, γενικότερα, η οικονομική εκμετάλλευση), η ακραία ασυμβατότητα χαρακτήρων που οδηγεί σε εκρηκτικές διενέξεις, κλπ. Θα εξαιρέσουμε, επίσης, το έγκλημα της ακούσιας ευθανασίας για λόγους ελέους, έτσι όπως το "δόξασε" το άθλιο "Amour" (sic) του Μίκαελ Χάνεκε. Τέλος, δεν θα περιλάβουμε στις γυναικοκτονίες εγκλήματα λόγω μίσους για το γυναικείο φύλο, γενικά (φόνος μίας γυναίκας "επειδή ακριβώς είναι γυναίκα"), δοθέντος ότι αυτά υπάγονται στα εγκλήματα σεξισμού και δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι σε αυτή την κατηγορία πλειοδοτεί το ένα φύλο έναντι του άλλου.
Η βασική γενεσιουργός αιτία της γυναικοκτονίας συνίσταται στην πεποίθηση του δράστη ότι αμφισβητείται στην πράξη - άρα απειλείται - η εξουσία του απέναντι στο θύμα. Ο άντρας, δηλαδή, δεν αισθάνεται πλέον ότι διατηρεί τον απόλυτο έλεγχο πάνω στη γυναίκα που θεωρεί κτήμα του. Και, για κάποιους εγωκεντρικούς άντρες, εκείνο που δεν τους ανήκει πια δεν έχει καν δικαίωμα ύπαρξης...
Ως παραδείγματα αυθεντικών γυναικοκτονιών μπορούμε να αναφέρουμε, ενδεικτικά, κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις (ο κατάλογος, φυσικά, δεν είναι εξαντλητικός):
* Δολοφονία μίας γυναίκας από σύζυγο ή ερωτικό σύντροφο, όταν το θύμα εκδηλώσει πρόθεση διακοπής της σχέσης με τον θύτη (συχνά, μάλιστα, λόγω συστηματικής κακοποιητικής συμπεριφοράς του τελευταίου).
* Δολοφονία για λόγους ερωτικής αντιζηλίας, όταν η σύντροφος (ή πρώην σύντροφος) συνάψει σχέση με άλλο άτομο. Συχνά πρόκειται για έγκλημα που συντελείται μετά τον χωρισμό του θύτη από το θύμα.
* Σπανιότερα: Δολοφονίες γυναικών για λόγους "τιμής" σε οπισθοδρομικές και ανεξέλικτες κλειστές κοινωνίες. Δράστης θα μπορούσε να είναι ακόμα και ο ίδιος ο πατέρας - "ιδιοκτήτης" ex officio - του θύματος...
* Στα εγκλήματα γυναικοκτονίας θα μπορούσαμε να εντάξουμε και εκείνα που διαπράττονται στο πλαίσιο ενός βιασμού. Ο βιασμός ισοδυναμεί με "αντικειμενοποίηση" της γυναίκας και συνιστά de facto κατάργηση της ερωτικής αυτονομίας της. Ο βιαστής, σε ρόλο προσωρινού "ιδιοκτήτη" του "αντικειμένου", είναι δυνατό να φτάσει ακόμα και στο έγκλημα προκειμένου να ικανοποιήσει την νοσηρή ανάγκη επικυριαρχίας του.
3. Φαίνεται ότι ο χαρακτηρισμός ενός εγκλήματος ως γυναικοκτονίας βασίζεται στην απόδοση πολύ συγκεκριμένου "ιδιοκτησιακού" κινήτρου στον δράστη. Έτσι, η δίκη για μία ενδεχόμενη γυναικοκτονία ανάγεται κατ' ουσίαν σε δίκη προθέσεων. Πώς είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί νομικά το ειδικό αυτό κίνητρο του εγκλήματος;
Πρόκειται για το δυσκολότερο ζήτημα στη νομική θέσπιση της γυναικοκτονίας, και το μόνο που θα μπορούσα να κάνω ως μη-ειδικός είναι να περιγράψω ένα γενικό πλαίσιο ιδεών. Το ερώτημα είναι: Πώς πιστοποιείται το αίσθημα "ιδιοκτησίας" που φέρει ένα άτομο απέναντι σε ένα άλλο;
Ιδιοκτησία σημαίνει απόλυτο έλεγχο πάνω στο (θεωρούμενο ως) "αντικείμενο", στο οποίο αμφισβητείται το δικαίωμα ελεύθερης επιλογής με στόχο, τελικά, την κατάργηση του αυτεξούσιου και την υποκατάστασή του από τη βούληση του "ιδιοκτήτη". Κριτήριο ιδιοκτησιακής αντίληψης, λοιπόν, είναι κάθε απόπειρα παράνομης στέρησης της ελευθερίας ενός άλλου ατόμου - εν προκειμένω, μίας γυναίκας, ανεξάρτητα από το αν στο πλαίσιο της ελευθερίας αυτής παραβιάζονται ή όχι καθιερωμένοι ηθικοί κανόνες. Ένας άντρας διατηρεί πάντα το δικαίωμα αξιοπρεπούς αποχώρησης από μία σχέση που έχει πάψει να ανταποκρίνεται στα προσωπικά του ιδεώδη. Αυτό που δεν του αναγνωρίζεται ως δικαίωμα είναι η αφαίρεση της ζωής της γυναίκας που τα διέψευσε!
4. Πέρα από την ως τώρα άρνηση του Νόμου να αναγνωρίσει την γυναικοκτονία ως τέτοια, έχει τουλάχιστον αυτός συμβάλει στην πρόληψη του φαινομένου;
Δυστυχώς, ο Νόμος έχει αποδειχθεί παντελώς ανεπαρκής σε ό,τι αφορά την προστασία της γυναίκας. Ενώ η γυναίκα ενθαρρύνεται να καταγγέλλει κακοποιητικές συμπεριφορές και, κυρίως, να αναφέρει στις Αρχές κάθε ένδειξη απειλής εναντίον της, δεν έχει βρεθεί αποτελεσματικός τρόπος περιορισμού των κινήσεων ενός αποφασισμένου δολοφόνου, ο οποίος κατά κανόνα βρίσκει το θύμα του μόνο και απροστάτευτο. Για τις Αρχές υπάρχει πάντα εκ των υστέρων δικαιολογία: δεν μπορούν να υπερβούν τα όρια που τους επιτρέπει ο Νόμος ώστε να εφαρμόσουν αυστηρότερα μέτρα περιορισμού και ελέγχου. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι σχεδόν ρητορικό: Αντιλαμβάνεται, τελικά, ο νομοθέτης την ευθύνη του απέναντι στις γυναίκες που δεν μπόρεσαν (ίσως και κάποιες που αύριο δεν θα μπορέσουν) να δουν το φως της επόμενης μέρας; Ας μην αισιοδοξούμε υπερβολικά...
Γενικό συμπέρασμα: Η γυναικοκτονία μπορεί να αναβαθμιστεί σε ιδιώνυμο αδίκημα, εφόσον καθοριστούν επακριβώς από τους νομικούς τα πιστοποιητικά χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου αυτού κακουργήματος που το διαχωρίζουν από κάθε άλλον τύπο εγκλήματος κατά της ζωής. Με την προϋπόθεση, βέβαια, ότι θα πάψουμε κάποτε να κλείνουμε με προσποιητή αφέλεια τα μάτια μπροστά στην επικίνδυνη κλιμάκωση ενός φρικτού φαινομένου που ουδόλως κολακεύει μία σύγχρονη πολιτισμένη κοινωνία!
(Ευχαριστώ την Λίλα Χρόνη για εύστοχες παρατηρήσεις που συνέβαλαν στην αρτιότερη παρουσίαση του θέματος.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου