Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Γράμμα στην Έλεν...

Μία μικρή ιστορία για ένα γράμμα ξεχασμένο σε κάποιο παλιό συρτάρι. Ενθύμιο μιας εποχής όπου η θέση της γυναίκας στην ανώτατη εκπαίδευση δεν ήταν δεδομένη κι αυτονόητη...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το σπίτι ήταν παλιό, όμως διατηρούσε κάτι από την περασμένη του αρχοντιά. Το τρίξιμο της σιδερένιας αυλόπορτας έκανε την Έλεν ν’ ανατριχιάσει κάπως (η γιαγιά είχε πάψει προ πολλού να ασχολείται με τέτοια μικρο-ζητήματα). Ανέβηκε με κάποιο δισταγμό τα πέντε-έξι σκαλιά της εισόδου και έβαλε, τελικά, το κλειδί στην πόρτα...

Ο χώρος έμοιαζε από καιρό αφρόντιστος κι η μυρωδιά της κλεισούρας δέσποζε παντού. Είχε καιρό, είναι αλήθεια, να επισκεφθεί τη γιαγιά και σκόπευε να το κάνει κάποια στιγμή το καλοκαίρι. Δικαιολογούσε τον εαυτό της λέγοντας μέσα της πως οι δυο τους ζούσαν τώρα σε διαφορετικές πολιτείες που βρίσκονταν σε απόσταση η μία από την άλλη. Η αλήθεια είναι πως δεν άντεχε να βλέπει τη διαπρεπή νομικό και άλλοτε «σιδηρά κυρία» του Κοινοβουλίου, που κατατρόπωνε με τους πύρινους λόγους της κάθε πολιτικό αντίπαλο, να παρακμάζει ολοένα και πιο πολύ από μια αρρώστια που, εκτός των άλλων, ρουφούσε άπληστα ό,τι είχε απομείνει από τη δύναμη του μυαλού της.

Και να που, μετά από χρόνια, βρισκόταν πάλι στο σπίτι της γιαγιάς. Αυτό που της άφησε κληρονομιά φεύγοντας για άλλες, συμπαντικές πολιτείες...

Σκέφτηκε με απόγνωση το χρόνο που θα της έπαιρνε να ξεδιαλέξει τα πράγματα που θα ‘πρεπε να πεταχτούν πριν αρχίσει η ανακαίνιση του παλιού αρχοντικού. Καθώς ψαχούλευε μηχανικά διάφορα μικροαντικείμενα, το μάτι της έπεσε σε ένα παλιό συρτάρι. Έκανε να το ανοίξει μα αυτό είχε σχεδόν κολλήσει από τη σκόνη και την πολυκαιρία. Στο τέλος τα κατάφερε. Ήταν το μέρος που η γιαγιά φύλαγε παλιές επιστολές. Οι περισσότερες ήταν γράμματα από φίλους και ευχετήριες κάρτες, μία όμως της τράβηξε την προσοχή.

Στο πάνω μέρος του κιτρινισμένου χαρτιού υπήρχε ευδιάκριτος ο λογότυπος του Τμήματος Νομικής ενός μεγάλου πανεπιστημίου που βρισκόταν σε κάποια πολιτεία στα βορειοανατολικά. Κάτω από την ιδιόχειρη υπογραφή, στο τέλος της επιστολής, ήταν τυπωμένο το όνομα ενός γνωστού καθηγητή της γιαγιάς από την εποχή που εκείνη σπούδαζε ακόμα νομικά στο πανεπιστήμιο.

Η περιέργεια νίκησε το άγχος για τον λιγοστό διαθέσιμο χρόνο, και η Έλεν ξεκίνησε να διαβάζει τα λόγια που απευθύνονταν κάποτε σε κάποια άλλη Έλεν, πάνω-κάτω στη δική της νεαρή ηλικία...

----------------------------------------

Αγαπημένη μου Έλεν,

Θα αφήσω αυτή την επιστολή στη γραμματεία του πανεπιστημίου, αφού δεν γνωρίζω πού αλλού να τη στείλω ώστε να σε βρει. Ελπίζω τούτη τη στιγμή να τη διαβάζεις ήδη.

Μη φανταστείς πως σου γράφω για να σε νουθετήσω ή να σε μαλώσω. Όχι, δεν έχω τέτοιες προθέσεις. Άλλωστε, σ’ εσάς τους μαθητές μου λέω πάντα πως πριν από κάθε άλλον οφείλει κανείς να κρίνει τον εαυτό του τον ίδιο!

Θέλω λοιπόν απλά να σου ζητήσω συγνώμη. Γιατί, φάνηκα λίγος για το καθήκον που μου ανατέθηκε όταν πήρα στα χέρια μου μια νεαρή, φιλόδοξη και άκρως ευφυή πρωτοετή φοιτήτρια με αποστολή να την καθοδηγήσω ως δάσκαλος μέχρι το τέλος της διαδρομής. Κι αυτό που αποδίδω πίσω στην κοινωνία είναι όχι μία νέα επιστήμων αλλά ένα άτομο απογοητευμένο, διαψευσμένο, παραιτημένο...

Αποδείχθηκα ανάξιος να σε πείσω για την ίδια σου την αξία, να σε θωρακίσω απέναντι σε κάθε κακόβουλη και άδικη κριτική, να σε δυναμώσω όσο χρειαζόταν για να αγνοήσεις τους μικρούς και τους δόλιους και να προχωρήσεις δίχως φόβο κι αμφιβολία στο σκοπό σου.

Φάνηκα μικρός, ελάχιστος, μπροστά στην πρόκληση που μου παρουσιάστηκε, που ήταν τύχη μαζί και ευλογία: Λίγο πριν το ξημέρωμα του εικοστού αιώνα, να είναι μια δική μου μαθήτρια η πρώτη γυναίκα που θα αποφοιτούσε ως νομικός από τούτο εδώ το παραδοσιακά ανδροκρατούμενο πανεπιστήμιο. Και – ποιος ξέρει; – ίσως κάποια μέρα ακόμα και η πρώτη γυναίκα πολιτικός σ’ αυτή την πολιτεία!

Πρέπει, εν τούτοις, να παραδεχθώ ότι πρόσφερες ανείπωτη χαρά στους συμφοιτητές σου. Έβλεπα χθες πόσο έλαμπαν τα πρόσωπά τους μόλις μαθεύτηκε η πρόθεσή σου να παραιτηθείς από τις σπουδές σου και να φύγεις από το πανεπιστήμιο. Τελικά, οφείλω να υποκλιθώ στη μεθοδικότητα και την αποτελεσματικότητά τους! Πέτυχαν να απαλλαγούν από μια ενοχλητική παρουσία και, ταυτόχρονα, να δικαιώσουν τη διάχυτη αμφισβήτηση που υπάρχει για την ικανότητα της γυναίκας να στέκει ορθή μπρος στις προκλήσεις και να φτάνει στην εκπλήρωση των στόχων της.

Ένα είναι βέβαιο: Θα σε καταγράψει η ιστορία σαν τη μοναδική περίπτωση γυναίκας που τόλμησε να χτυπήσει την πόρτα αυτού του πανεπιστημίου. Γιατί, σίγουρα δεν θα υπάρξει άλλη μετά τη φυγή σου. Και δεν λέω «μετά την αποτυχία σου», αφού ο αληθινά αποτυχημένος θα είμαι εγώ, ο δάσκαλός σου!

Να είσαι πάντα ευτυχισμένη όπου κι αν βρεθείς. Αν και στο βάθος ελπίζω ακόμα πως αύριο, μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, θα σε βρω στη γνώριμη θέση σου, έτοιμη να μου δυσκολέψεις όπως πάντα τη ζωή με τις διαπεραστικές απορίες κι ερωτήσεις σου...

Ο δάσκαλός σου,

Καθηγητής C.J.P.

--------------------------------

Η Έλεν θυμήθηκε τότε τα αινιγματικά λόγια που της είχε πει κάποτε η γιαγιά της δίχως να δώσει άλλη εξήγηση:

«Αν ποτέ νιώσεις την ανάγκη να το βάλεις κάτω, θυμήσου τούτο: Όση αλήθεια κι αν βρίσκεται στο φως των αστεριών, υπάρχει πάντα μια μεγαλύτερη Αλήθεια που κρύβεται μέσα σου. Κι αν δεν μπορείς να τη δεις, αφέσου στα χέρια εκείνων που θα σου φωτίσουν το δρόμο!»

Δίπλωσε προσεχτικά το γράμμα και το έβαλε με μια αργή, σχεδόν τελετουργική κίνηση στην τσάντα της...

    (Σε όλους τους Δασκάλους, ακόμα κι αν διαψεύστηκαν...)

KLIK

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

Πόσο εκτιμά η γυναίκα την ευγένεια στον ανδρικό χαρακτήρα;


Πίσω από το αποκρουστικό μοντέλο του σκληρού και βίαιου άντρα, θα πρέπει να αναζητήσει η γυναίκα και το (όποιο) δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κυρίαρχου αρσενικού προτύπου...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Την ιστορία την άκουσα πριν πολλά χρόνια στο σαλόνι ενός κομμωτηρίου. Μια νέα κοπέλα είχε μπλέξει με έναν πολύ «μάτσο» τύπο, από εκείνους που θεωρούν την ευγένεια του χαρακτήρα σαν «φλωρίστικη» αδυναμία και την αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι. Ήταν συχνά βίαιος μαζί της και, γενικά, της κακοφερόταν. Κάποια στιγμή, εκείνη δεν άντεξε άλλο και τον παράτησε. Λίγο αργότερα γνώρισε ένα ευγενικό παιδί που της φέρθηκε άψογα. Ήταν και «συμπαθέστατος», κατά δήλωσή της.

Δεν πέρασε πολύς καιρός ώσπου να καταλάβει πως δεν μπορούσε να νιώσει γι’ αυτόν καμία ουσιαστική έλξη. Η πολλή του ευγένεια την «ξενέρωνε», και άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η απουσία της βίας από τη σχέση λειτουργούσε σαν κατασταλτικό του πάθους. Όπως ομολόγησε, της έλειψε εκείνος «ο αληθινός άντρας» που «την πλάκωνε στα χαστούκια» και μετά την τραβούσε με σιγουριά κοντά του για τη συμφιλίωση – προεόρτιο ερωτικής πανδαισίας! Ήταν ο μόνος που την έκανε να νιώθει «ασφαλής». Και, δίχως να το πολυ-σκεφτεί, γύρισε πίσω στους γνώριμους πόνους...

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιλογή της νεαρής κομμώτριας είχε χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να παραπέμπουν σε ψυχική παθογένεια. Ποια φυσιολογική κοπέλα θα εύρισκε περισσότερο ελκυστικό έναν βίαιο και συναισθηματικά άνυδρο άντρα, σε σύγκριση με κάποιον που θα της φερόταν με ευγένεια, ευαισθησία και, πάνω απ' όλα, αγάπη;

Όμως, το πιο πάνω ερώτημα ίσως δεν είναι τόσο ρητορικό όσο φαίνεται. Η στείρα, η δίχως «πλεονάζουσα» ευγένεια κι ευαισθησία αρρενωπότητα δείχνει να γοητεύει ακόμα και κάποιες «φυσιολογικές», στην ψυχοσύνθεσή τους, γυναίκες. Τις βλέπουμε, για παράδειγμα, να καμαρώνουν απροκάλυπτα στο κάθισμα του συνοδηγού, δίπλα στον «νταή» που, για μία απλή προτεραιότητα στη διασταύρωση, βγαίνει έξω με πρόθεση να ξυλοκοπήσει τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου. Ή, αισθάνονται «θεές» όταν ο συνοδός τους επιδεικνύει απειλητικά την σχολαστικά κι επίπονα επεξεργασμένη σωματοδομή του σε όποιον τολμήσει να τις κοιτάξει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω...

Αντίστροφα, όπως στο παράδειγμα με το οποίο ξεκινήσαμε τη συζήτηση, το πλεόνασμα θετικών ψυχικών χαρισμάτων και συμπεριφορών στον άντρα μπορεί να επιδράσει κατασταλτικά στην ερωτική διάθεση κάποιων γυναικών. Το στιγμιότυπο που παραθέτω πιο κάτω είναι ενδεικτικό.

Την πρώτη περίοδο της πανδημίας (τότε που στέλναμε sms στις κρατικές αρχές για να πάρουμε την άδεια να πάμε στο φαρμακείο ή το σούπερ-μάρκετ) με είχε εντυπωσιάσει, θυμάμαι, ένας διάλογος σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης, ανάμεσα σε κυρίες της υψηλής κοινωνίας που δήλωναν φανατικές θαυμάστριες ενός γνωστού, τότε, από τις καθημερινές ενημερωτικές τηλεοπτικές εμφανίσεις του, και φημισμένου για το μπρουτάλ στυλ του, υφυπουργού της κυβέρνησης. Όπως ομολογούσαν η μία στην άλλη, αυτός ήταν «ο πραγματικός άντρας», ο άξιος να τον ποθήσει μία γυναίκα, και όχι «κάτι ευαισθητούληδες» που κυκλοφορούν εκεί έξω! Θυμάμαι, παρεμπιπτόντως, ότι τις μέρες εκείνες τα σούπερ-μάρκετ ήταν σχεδόν άδεια στις έξι το απόγευμα, ώρα που άρχιζε το ενημερωτικό πρόγραμμα για τον Covid στην TV...

Αυτό, όμως, που άκουσα πρόσφατα από αξιόπιστη αυτήκοο μάρτυρα ξεπερνά κάθε όριο, αφού φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται «εξ απαλών ονύχων» το αρσενικό πρότυπο στη συνείδηση του θηλυκού. Μία μητέρα, λοιπόν, δασκάλευε την τετράχρονη(!) κόρη της για το κριτήριο βάσει του οποίου θα πρέπει να επιλέξει τον κατάλληλο σύζυγο όταν έρθει η ώρα. Και το παιδί είχε μάθει «παπαγαλία» το μάθημά του, χωρίς καλά-καλά να αντιλαμβάνεται τη σημασία των λέξεων: «Έναν άντρα που να μην είναι ντροπαλός και να μη φοβάται κανέναν, αλλά να τον φοβούνται όλοι. Όχι κανέναν φλώρο!» Αμφιβάλλει κανείς για τις επιλογές αυτού του κοριτσιού όταν θα γίνει γυναίκα; Για να μην πω, κι από τα χρόνια ακόμα της πρώιμης εφηβείας...

Σε παλιότερο κείμενο είχαμε αναφερθεί σε ένα από τα τραγικότερα και πιο ανησυχητικά κοινωνικά φαινόμενα της εποχής, τη σπουδαιότητα του οποίου η πολιτεία δεν φαίνεται να εκτιμά όσο θα 'πρεπε. Αναφέρομαι στην υπό μορφή χιονοστιβάδας συσσώρευση περιστατικών γυναικοκτονίας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια. Φρικιαστικές δολοφονίες γυναικών από τερατόμορφα «αρσενικά» (με την ληξιαρχική και μόνο σημασία της λέξης!) που δεν δέχονται αμφισβήτηση της ιδιοκτησιακής – όπως πιστεύουν – σχέσης τους με τη γυναίκα που έκανε το λάθος να σχετιστεί (θεσμικά ή όχι) μαζί τους. Και προτιμούν να την δουν νεκρή, παρά απεξαρτημένη από την τυραννική εξουσία τους.

Όμως, όσο σκληρό κι αν ακουστεί αυτό για τα θύματα ανδρικής βίας, υπάρχει ενίοτε και ένα μερίδιο ευθύνης της γυναίκας απέναντι στο ίδιο της το πεπρωμένο. Κάποιες γυναίκες, οι οποίες αδυνατούν να διαχωρίσουν τον γνήσιο ανδρισμό από την «μάτσο» διαστροφή, επιλέγουν το δυνητικά βίαιο αρσενικό αφού, μέσα από μία σχεδόν πρωτόγονη, «αταβιστική» λογική, πιστεύουν ότι είναι αυτό που θα τους εξασφαλίσει την καλύτερη «προστασία». Και, φυσικά, θα τους ικανοποιήσει τη ματαιόδοξη επιθυμία να εμφανίζονται στο πλάι του «πιο δυνατού»!

Το τραγικό της υπόθεσης, βέβαια, κι αυτό που, όπως είχαμε σημειώσει παλιότερα, πολλές γυναίκες δεν αντιλαμβάνονται παρά όταν ήδη είναι αργά, έγκειται στο ότι ο «πιο δυνατός» προστατεύει αποκλειστικά και μόνο (αν υποτεθεί ότι προστατεύει καν) εκείνο που θεωρεί ιδιοκτησία του και μπορεί να του ασκεί απόλυτη εξουσία. Συχνά μάλιστα, αν όχι πάντα, εκχωρεί στον εαυτό του το δικαίωμα ακόμα και να κακοποιεί αυτό που του «ανήκει». Η ψευδαίσθηση της προστασίας, έτσι, χάνεται μαζί με το προσδόκιμο ζωής της γυναίκας που έχει παγιδευτεί στη σπηλιά του τέρατος...

Γενικότερα μιλώντας, η αξιολόγηση του αντρικού χαρακτήρα από το άλλο φύλο είναι ως ένα βαθμό αντιφατική, και δικαιολογημένα προκαλεί σύγχυση. Από τη μία, η γυναίκα μπορεί να εκφράζει αποστροφή για το δίχως λεπτότητα, ευαισθησία και ενσυναίσθηση αρσενικό. Από την άλλη – ακόμα κι αν δεν το ομολογεί ανοιχτά – απαξιώνει (ως και χλευάζει) τον άντρα που διαθέτει σε «υπερβολικό» βαθμό αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά, ενώ συχνά δείχνει να θαυμάζει το αντίθετό του.

Μπορεί έτσι (όπως συνέβη πριν μερικά χρόνια) να αποθεώνει έναν ακατέργαστο νάρκισσο ηθοποιό που δηλώνει ανερυθρίαστα ότι, αν ρίξεις και λίγο ξύλο σε μία γυναίκα λόγω... «πάθους», δεν τρέχει τίποτα(!), και να τον στέλνει με την ψήφο της να κάνει ντόλτσε βίτα στο εξωτερικό ως οιονεί ευρωβουλευτής. Μα, όταν μαθευτεί ότι ο εν λόγω «σκληρός άντρας» διώκεται για βιασμό και κακοποίηση (σε απόλυτη δικαίωση της λαϊκής έκφρασης «**** και δέρνει»), η γυναίκα θυμάται τότε ότι στον έρωτα δεν αρκούν οι τέλειοι γραμμωτοί και το θεληματικό πηγούνι, αλλά είναι απαραίτητη και η συναισθηματική κατάθεση. Βέβαια, κι αυτή με μέτρο, αφού το πολύ το συναίσθημα είναι για τους «ευαισθητούληδες»!

Εν κατακλείδι: Πίσω από το αποκρουστικό μοντέλο του σκληρού και βίαιου άντρα, θα πρέπει να αναζητήσει η γυναίκα και το (όποιο) δικό της μερίδιο ευθύνης στη διαμόρφωση του κυρίαρχου αρσενικού προτύπου. Αν, τελικά, η γυναίκα εκτιμά την ανδρική ευγένεια, ας την ενθαρρύνει να συνεχίσει να υπάρχει όταν την συναντά. Ακόμα περισσότερο, ας μην την υποτιμά ποτέ επειδή την βρίσκει «υπερβολική»!

Προς αποφυγή παρερμηνείας των προθέσεων του γράφοντος, θα πρέπει να τονίσω κλείνοντας το παρόν σημείωμα ότι αυτό δεν αναφέρεται στο σύνολο των γυναικών, αλλά σε μία (όχι ευκαταφρόνητη, δυστυχώς) μειοψηφία τους. Δεν αφορά, έτσι, τη γυναίκα που πραγματικά σέβεται τον εαυτό της και θέλει δίπλα της έναν άντρα με ισχυρή προσωπικότητα, αυτοπεποίθηση, ευφυΐα και ευθύτητα χαρακτήρα. Εκείνη, δηλαδή, που δεν θα μπορούσε ποτέ να αισθάνεται εκπληρωμένη δίπλα σε έναν κατά βάση ανεξέλικτο απόγονο του Νεάντερταλ!

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, έχει νόημα να τα συζητούμε υπό την προϋπόθεση ότι έννοιες όπως «άνδρας» και «γυναίκα» εξακολουθούν να θεωρούνται δόκιμες και να είναι αποδεκτές σήμερα ως «πολιτικά ορθές». Αλλά, δεν έχουμε την πρόθεση να ξεκινήσουμε εδώ ντιμπέιτ για την Woke ατζέντα...

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Όταν ο Τσαϊκόφσκι «πέθανε» στη Μαριούπολη όπως ο Βάγκνερ στο Ισραήλ...

                          

Η ναζιστικού τύπου επίθεση της Ρωσίας ενάντια στην Ουκρανία και οι φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν στη χώρα εκείνη από τα ρωσικά στρατεύματα, μας ώθησαν να δούμε με διαφορετικό «μάτι» ακόμα και τη μουσική του Τσαϊκόφσκι. Κατανοούμε, έτσι, πόσο δύσκολο είναι να ακούγεται ο Βάγκνερ στο Ισραήλ...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ο Τσαϊκόφσκι υπήρξε πάντα ένας από τους πιο αγαπημένους μου συνθέτες, μαζί με τον Βάγκνερ, τον Μπραμς και τον Μάλερ. Ένα έργο τού Πιότρ Ίλιτς που ξεχωρίζω είναι η όπερα «Ντάμα Πίκα». Όχι μόνο για την ωραιότητα της μουσικής της αλλά και για την ιδιοφυή ανάπτυξη των μουσικών θεμάτων της – των λάιτμοτιφ, στην οπερατική γλώσσα.

Εδώ και μερικά χρόνια, όμως, νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι κάθε φορά που βλέπω στο video τη θεατρική παράσταση της Ντάμα Πίκα, καθώς φέρνω στο μυαλό τα όσα ζοφερά έχουν στο μεταξύ συμβεί στην Ουκρανία, τη χώρα που βιώνει και στον 21ο αιώνα την εμπειρία μίας ναζιστικού τύπου εισβολής. Αυτή τη φορά όχι από Γερμανούς αλλά από Ρώσους επιδρομείς...

Μετά τη σύντομη – αλλά μουσικά περιεκτική – ορχηστρική εισαγωγή της όπερας, στη σκηνή του θεάτρου Μαρίνσκι εμφανίζονται νταντάδες, γκουβερνάντες και παιδιά να απολαμβάνουν τη λιακάδα και το παιχνίδι σε ένα πάρκο της Αγίας Πετρούπολης, την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης. Ξάφνου, υπό τον ήχο ενός ταμπούρλου, κάνουν την εμφάνισή τους τα αγόρια που παίζουν τους στρατιώτες:

Ένα - δύο, εν - δυο,

αριστερό - δεξί, αριστερό - δεξί.

Μη χαλάτε τις γραμμές!

Ήρθαμε να πολεμήσουμε

τους εχθρούς της Ρωσίας. Ουρά (ζήτω)!

Θα πιάσουμε αμέτρητους αιχμαλώτους. Ουρά! 

Να ζήσει η βασίλισσά μας. Μαρς!

Ομολογώ ότι θεωρούσα πάντα τη χορωδία των αγοριών «στρατιωτών» σαν την λιγότερο ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια σε αυτή την όπερα (ο Τσαϊκόφσκι εδώ είχε μάλλον στο νου του την «Κάρμεν» του Ζωρζ Μπιζέ). Ανυπομονούσα να δω να μπαίνει, επιτέλους, στη σκηνή ο τραγικός Χέρμαν υπό τους ήχους των Leitmotiv που προφητεύουν την αναπόδραστη μοίρα του.

Μα τώρα στέκομαι όπως ποτέ άλλοτε στα στρατιωτάκια. Μέσα από την αθώα, παιδιάστικη περηφάνια τους βλέπω να αναδύεται προφητικά η νεο-αυτοκρατορική αλαζονεία της σημερινής Ρωσίας. Μιας Ρωσίας που ενώ, θεωρητικά, πολεμά τον ναζισμό, στην πράξη υιοθετεί τον κυνικό αμοραλισμό του και επιδεικνύει την ρατσιστική υπεροψία του. Και, μιας Ρωσίας που ο στρατός της έφτασε να βομβαρδίσει μαιευτήρια, σκοτώνοντας ακόμα και μωρά που ήταν έτοιμα – μα δεν πρόλαβαν – να γεννηθούν. Όπως εκείνο το τραγικό μωρό που σκοτώθηκε στη Μαριούπολη μαζί με την ετοιμόγεννη μάνα του, στις αρχικές φάσεις του πολέμου.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου έφτασα κάποια στιγμή να βιώσω ένα αίσθημα αποστροφής για τη μουσική του Τσαϊκόφσκι. Και μάλιστα, για το έργο του που θαύμαζα περισσότερο! Και κατανόησα τότε εκείνο που ως χθες μου φαινόταν παράλογο: την άρνηση των ανθρώπων στο Ισραήλ να αποδεχθούν τις δημόσιες εκτελέσεις των έργων του Βάγκνερ. Αυτό δεν έχει να κάνει με τον ίδιο τον Βάγκνερ, η ευθύνη δεν τον βαρύνει προσωπικά. Τα έργα του είναι βαθιά ανθρώπινα και, πριν την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, τύγχαναν μεγάλης αποδοχής τόσο από τους Εβραίους μουσικούς, όσο και από το μουσικόφιλο εβραϊκό κοινό. Όσο για τον περιβόητο «αντισημιτισμό» του Βάγκνερ, εκφρασμένο κυρίως σε ένα γελοίο δοκίμιο («Το Ιουδαϊκό στοιχείο στη Μουσική») που ελάχιστη επίδραση είχε στην εποχή του, δεν ήταν παρά μία συμπλεγματική αντίδραση του συνθέτη στην «εύκολη» – όπως πίστευε ο Βάγκνερ – επιτυχία Εβραίων συνθετών όπως ο Μέντελσον και ο Μάιερμπεερ.

Αυτό που καταδίκασε, ηθικά, τον Βάγκνερ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η ατυχία του να αποτελέσει, ως μουσικοσυνθέτης, το αντικείμενο λατρείας ενός παρανοϊκού δικτάτορα, ο οποίος είδε στον Βάγκνερ τον ιδανικό εκφραστή της «γερμανικότητας» στην Τέχνη. (Ο Χίτλερ προφανώς αγνοούσε ότι οι στενότεροι συνεργάτες του Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ κατά το ανέβασμα του «Πάρσιφαλ» – αγαπημένης όπερας του Φύρερ – ήταν εβραϊκής καταγωγής! Σημαντικότερος όλων ο μαέστρος Χέρμαν Λεβί, γιος ενός ραβίνου.)

Στη συνείδηση, όμως, ενός ανθρώπου που γνώρισε τη φρίκη του Ολοκαυτώματος ή άκουσε κάποιους προγόνους του να μιλούν γι' αυτό, η μουσική του Βάγκνερ είναι συνυφασμένη με τη μορφή του Χίτλερ και, με κάποιον μεταφυσικό τρόπο, της «αναλογεί» ένα μερίδιο ευθύνης και μία δόση ενοχής για τα εγκλήματα του δικτάτορα! Η ίδια μοίρα θα επιφυλασσόταν, λ.χ., στον Μότσαρτ αν εκείνου η μουσική τύχαινε να είχε γοητεύσει στον ίδιο βαθμό το ναζιστικό τέρας.

Κατανοώ, λοιπόν, τους καθαρά ψυχολογικούς λόγους για τους οποίους η μουσική του Βάγκνερ δεν παίζεται δημόσια στο Ισραήλ, έστω και αν ο ίδιος ο Βάγκνερ ελάχιστα έως καθόλου ευθύνεται γι' αυτό τον αποκλεισμό του. Μπήκα στη θέση των Ισραηλινών όταν για πρώτη φορά κινήθηκα αυθόρμητα να σταματήσω το DVD που έπαιζε την Ντάμα Πίκα του αγαπημένου μου Τσαϊκόφσκι (λίγο προτού ο μοιραίος Χέρμαν εκμυστηρευτεί στον Τόμσκι τον απελπισμένο έρωτά του για τη Λίζα), τη στιγμή που οι ρωσικές βόμβες έσπερναν τον θάνατο σε αμάχους στην Ουκρανία.

Το τραγικό της υπόθεσης είναι πως στην πραγματική ζωή, αντίθετα με την όπερα, δεν υπάρχουν παιδιά που παίζουν τους στρατιώτες αλλά στρατιώτες που σκοτώνουν ακόμα και παιδιά. Και είναι σκληρή μα αυτονόητη αλήθεια ότι ο πόλεμος δεν σταματά με το απλό πάτημα ενός κουμπιού σε μία συσκευή DVD...

Καλή τύχη στην Ουκρανία. Και αν ακόμα – πράγμα που απευχόμαστε – ο επιχειρούμενος αφανισμός της επιτευχθεί, θα είναι μόνο μία παράπλευρη απώλεια σε έναν πόλεμο με μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο στόχο: την καταστροφή της Δύσης και, μαζί, τη διάλυση της Ενωμένης Ευρώπης από ένα αναδυόμενο νέο «Ράιχ». Μιας Ευρώπης όπου μπορούν να συνηχούν αρμονικά ο Βάγκνερ με τον Τσαϊκόφσκι, και κανένας δίσκος δεν αισθάνεται την ανάγκη να σταματά να παίζει προτού τελειώσει η μουσική...

          Ιστορική σημείωση:

Δεν ξεχνούμε και το προμελετημένο σταλινικό έγκλημα του λιμού του 1932-33, όπου περί τα 4 εκατομμύρια κατοίκων της Σοβιετικής Ουκρανίας πέθαναν κυριολεκτικά από την πείνα. Και είναι ιστορικά αληθές ότι οι Ουκρανοί υποδέχθηκαν αρχικά τους Ναζί σαν "ελευθερωτές" από την τυραννία και την δολοφονική μανία του Στάλιν. Σύντομα όμως συνειδητοποίησαν ότι το μόνο που είχε αλλάξει ήταν το όνομα του δολοφόνου... (Διαβάστε σχετικά)

KLIK

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Το «όραμα» της ευρωπαϊκής αποσύνθεσης: Τι (δεν) μας δίδαξε η Ιστορία...


Κάποιοι οραματίζονται το «τέλος της Δύσης» και, ειδικότερα, το τέλος της Ενωμένης Ευρώπης. Όμως λησμονούν ότι αυτή η Ευρώπη, της οποίας σήμερα ονειρεύονται τη διάλυση, γεννήθηκε από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών. Και η Ιστορία εκδικείται όσους την αγνοούν...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Όλο και συχνότερα ακούγονται δυσοίωνες εκτιμήσεις για το «τέλος της Δύσης». Ενός συμπαγούς δημοκρατικού κόσμου που χτίστηκε βήμα-βήμα, με κόπο και αναγκαίους συμβιβασμούς, πάνω στα ερείπια που άφησαν πίσω τους δύο παγκόσμιοι πόλεμοι του περασμένου αιώνα.

Όμως, αν το «τέλος» της Δύσης αποδίδεται σήμερα σε παρανοϊκές υπερατλαντικές πολιτικές συμπεριφορές, το «ξήλωμα του πουλόβερ» είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, με την υποχθόνια ναρκοθέτηση της πίστης των δημοκρατικών κοινωνιών της Ευρώπης στις αξίες και τις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, ο κύριος ενορχηστρωτής τής ύπουλα και μεθοδικά διακινούμενης αντι-ευρωπαϊκής προπαγάνδας δεν βρισκόταν (και δεν βρίσκεται) στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, αλλά πολύ πιο κοντά μας. Αρκεί να κοιτάξουμε ανατολικά στον χάρτη...

Το 2016, με αφορμή τους πανηγυρισμούς κάποιων αντι-ευρωπαϊκών (και, μετέπειτα, αναφανδόν φιλο-ρωσικών) κύκλων μετά το βρετανικό δημοψήφισμα για αποχώρηση της χώρας από την Ε.Ε., είχαμε επιχειρήσει να δώσουμε την εικόνα μίας πολιτικά διαιρεμένης Ευρώπης αντλώντας διδακτικό παράδειγμα από την ίδια την Ιστορία, λίγο πριν το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Το κείμενο παραμένει επίκαιρο, και θεωρώ χρήσιμο να το παραθέσω εδώ στο σύνολό του. Αν μη τι άλλο, ως ιστορικό ανάγνωσμα. Ή, ακόμα περισσότερο, σαν προϊόν ανήσυχης σκέψης ότι η Ιστορία είναι δυνατό να επαναλαμβάνεται. Όχι απαραίτητα ως ανώδυνη φάρσα...

--------------------------------

Από μια πρόσφατη (σ.σ.: 2016) ανάρτηση ενός φίλου στο Facebook έτυχε να διαβάσω ένα άρθρο, πρωτότυπα δημοσιευμένο σε πολιτική εφημερίδα, το οποίο χαιρέτιζε σε τόνους πανηγυρικούς το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος που οδηγεί στην αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το έντονα φορτισμένο – στα όρια του εμπαθούς – ύφος του κειμένου δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας: κάποιοι κυριολεκτικά μισούν την ιδέα της ενωμένης Ευρώπης. Ή, για να γίνω ακριβέστερος, μισούν αυτή την Ευρώπη που γνωρίζουμε σήμερα.

Σταχυολογώ ενδεικτικά μερικές χαρακτηριστικές εκφράσεις από το κείμενο: «Φρένο στο 4ο Ράιχ», «νταβατζήδες των αγορών και του Βερολίνου», «αποκρουστικά μαντρόσκυλα της Καγκελαρίας», «ντόπια ζόμπι της ευρωλιγουριάς», «ξεχασμένοι βρυκόλακες της πολιτικής»...

Αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, υπάρχουν πράγματι λόγοι για να μην τρέφει κάποιος ιδιαίτερα θετικά αισθήματα για τη σημερινή Ε.Ε. Ο σημαντικότερος αφορά την οικονομική ηγεμονία του Βερολίνου και τις εμμονικές αγκυλώσεις της Γερμανίας στις πολιτικές λιτότητας που έχουν «γονατίσει» μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στις πιο αδύναμες, κυρίως, χώρες (μία από αυτές τη γνωρίζουμε από πρώτο χέρι!).

Ένας δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μεταναστευτική φιλοσοφία της Ε.Ε., που ενθαρρύνει τον μετασχηματισμό των ευρωπαϊκών κοινωνιών σε πολυπολιτισμικές, τη στιγμή που οι κοινωνίες αυτές αισθάνονται να απειλούνται από τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης (και συχνά παράνομης) μετανάστευσης. Οι φόβοι μάλιστα αυξάνουν δραματικά μετά τα φαινόμενα έξαρσης του θρησκευτικού φανατισμού που έχουν προκαλέσει αμέτρητα θύματα ως τώρα και έχουν θέσει σε συναγερμό όλες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ο πολίτης μπορεί ίσως να μοιραστεί το λιγοστό ψωμί του, σε καμία περίπτωση όμως δεν διαπραγματεύεται το αίσθημα της ασφάλειάς του!

Οι αντι - ευρωπαϊκοί κύκλοι, λοιπόν, υποδέχθηκαν ως πράξη εθνικής αντίστασης την απόφαση του βρετανικού λαού ενάντια, υποτίθεται, σε ένα «αναδυόμενο 4ο Ράιχ» που θέλει να του αμφισβητήσει την εθνική κυριαρχία. Η ιδέα ότι η σημερινή Γερμανία αποτελεί πολιτική και ιστορική συνέχεια της ναζιστικής, δεν μπορεί ασφαλώς να σταθεί ως θέμα σοβαρής συζήτησης. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι, για κάποιους, η ιστορική περίοδος που διανύουμε παραπέμπει σε εκείνη του μεσοπολέμου (1919 - 1939), όταν η δημοκρατική Ευρώπη (και, ευρύτερα, ο δημοκρατικός κόσμος) ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του ναζισμού και του φασισμού. Με τη Γερμανία να παίζει και πάλι το ρόλο του απόλυτου κακού – τούτη τη φορά όχι με τα όπλα, αλλά με το χρήμα.

Φοβάμαι ότι αυτοί που οραματίζονται και με τόση θέρμη προπαγανδίζουν τη διάλυση «αυτής» της Ευρώπης, συγκρίνοντας ταυτόχρονα το «σήμερα» με τη μεσοπολεμική περίοδο της ανόδου του ναζισμού, εστιάζουν την προσοχή τους σε λάθος μεσοπόλεμο! Ο κατακερματισμός της Ευρώπης, με την πιθανή αναβίωση του ακραίου εθνικισμού και την επανεμφάνιση εθνικών περιχαρακώσεων, ανταγωνισμών και γενικής καχυποψίας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, παραπέμπει σε μια άλλη ιστορική περίοδο: εκείνη που μεσολάβησε ανάμεσα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο (1870 - 71) και την έναρξη του εφιαλτικού «Μεγάλου Πολέμου» (1914).

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος φαντάζει σήμερα τόσο μακρινός που, για πολλούς μη-ιστορικούς δεν είναι παρά ένα αξιοσέβαστο θέμα ακαδημαϊκής μελέτης το οποίο ελάχιστα πλέον επηρεάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ακόμα και έτσι να ‘ναι, αποτελεί ένα ωφέλιμο δίδαγμα γι’ αυτούς που καλοδέχονται την προοπτική ενός εθνικού απομονωτισμού, θεωρώντας τον συνώνυμο της εθνικής ανεξαρτησίας και αφετηριακή προϋπόθεση εθνικών θριάμβων. Και προσφέρει ένα μάθημα για το πώς μια αλυσίδα λανθασμένων υπολογισμών κι επιλογών μπορεί να οδηγήσει σε μαζική καταστροφή. Πολύ χειρότερη από αυτή που «απεργάζονται» σήμερα – σύμφωνα, τουλάχιστον, με το σχετικό αφήγημα – το Βερολίνο και τα «μαντρόσκυλά του»!

Έστω και για λόγους ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, λοιπόν, αξίζει να κοιτάξουμε πάνω από έναν αιώνα πίσω, λίγο πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Σε μια περίοδο που η Ευρώπη ήταν ένα συνονθύλευμα εθνικών εγωκεντρισμών και ad hoc συμμαχιών, και ένα πεδίο οικονομικών και στρατιωτικών ανταγωνισμών που υπαγορεύονταν από το αίσθημα εθνικού μεγαλείου και ιστορικής μοναδικότητας της κάθε πλευράς.

Παραθέτουμε, όσο πιο συνοπτικά μπορούμε, το πλέγμα σκοπιμοτήτων κι επιδιώξεων των ευρωπαϊκών χωρών που κατά κύριο λόγο ενεπλάκησαν στον πόλεμο, η έναρξη του οποίου ήταν το αποκορύφωμα ενός μοναδικού στην Ιστορία ντόμινο γεγονότων που άνοιξε τις πύλες της κολάσεως μετά το Σαράγεβο.

Για τη Γαλλία, έναν από τους κύριους πρωταγωνιστές του δράματος, πρωταρχικός στόχος ήταν να ξεπλύνει τη ντροπιαστική ήττα του 1871 από τους Γερμανούς και να ανακτήσει τις οικονομικά σημαντικές επαρχίες της Αλσατίας και της Λωρραίνης. Η συμμαχία της με τη Ρωσία (1894) πρόσφερε στη Γαλλία ένα σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα αφού, σε περίπτωση πολέμου με τη Γερμανία, η τελευταία θα έπρεπε να διεξαγάγει πόλεμο σε δύο μέτωπα.

Η Ρωσία, από την άλλη μεριά, πίστευε πως η συμμαχία της με τη Γαλλία θα απέτρεπε μια επιθετική ενέργεια των Γερμανών εναντίον της. Αυτό θα της έλυνε τα χέρια στην επιδίωξη των δικών της επεκτατικών σχεδίων προς τον νότο, που περιλάμβαναν την αύξηση της επιρροής της στα Βαλκάνια και την Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, το ενδιαφέρον της για τις περιοχές αυτές έθετε τη Ρωσία σε τροχιά σύγκρουσης με τη βασική σύμμαχο της Γερμανίας, την Αυστροουγγαρία, της οποίας τα εσωτερικά προβλήματα την ενέπλεκαν άμεσα με τα τεκταινόμενα στα Βαλκάνια. Τα προβλήματα αυτά σχετίζονταν κατά κύριο λόγο με την πολυεθνική σύνθεση της αυτοκρατορίας. Ειδικότερα, στη Βοσνία το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Σλάβοι. Και, στην άλλη πλευρά των συνόρων με τη Σερβία, η εκεί στρατιωτική κλίκα που έλεγχε την κυβέρνηση θεωρούσε ότι η Βοσνία «αυτοδίκαια» θα έπρεπε να ανήκει στη Σερβία.

Για τη Ρωσία, η προσάρτηση της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης από την Αυστροουγγαρία (1908), με τον τρόπο που μεθοδεύτηκε από τους Αυστριακούς, είχε αποτελέσει μεγάλη διπλωματική ταπείνωση και ήταν η αφετηρία εντάσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο πόλεμος τότε είχε αποφευχθεί λόγω της δυναμικής παρέμβασης της Γερμανίας και της στρατιωτικής ανετοιμότητας της Ρωσίας. Η βοσνιακή κρίση έφερε, όμως, κοντύτερα τη Ρωσία με τη Σερβία, με την πρώτη να αναλαμβάνει ρόλο αυτόκλητου προστάτη όλων των σλαβικών πληθυσμών της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η στάση της Βρετανίας ήταν αβέβαιη ως τη στιγμή που ξέσπασε ο πόλεμος. Τυπικά, η Entente Cordiale με τη Γαλλία (1904) ήταν απλά μια «συμφωνία κυρίων» που αντιμετώπιζε ζητήματα αποικιακών διαφορών και δεν υποχρέωνε τη χώρα να προστρέξει σε βοήθεια της Γαλλίας σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η πολιτική ηγεσία γνώριζε καλά, εν τούτοις, ότι η Βρετανία δύσκολα θα μπορούσε να μείνει ουδέτερη σε περίπτωση γαλλογερμανικού πολέμου.

Η Γερμανία πρόσφερε, τελικά, το αναγκαίο διπλωματικό άλλοθι στη Βρετανία, παραβιάζοντας την ουδετερότητα του Βελγίου με τη διέλευση γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα (της ουδετερότητας αυτής, η Βρετανία – όπως άλλωστε και η ίδια η Γερμανία! – ήταν εγγυήτρια). Στην πραγματικότητα, την εμπλοκή της Βρετανίας στον πόλεμο υπαγόρευε το αμυντικό δόγμα της χώρας αυτής, σύμφωνα με το οποίο σε καμία εχθρική δύναμη δεν θα επιτρεπόταν να κατέχει στρατηγικές θέσεις στην απέναντι ακτή της Μάγχης (πράγμα που πέτυχαν, τελικά, οι στρατιές του Χίτλερ αρκετά χρόνια αργότερα).

Πάμε τώρα στην ίδια τη Γερμανία. Ένας παράγοντας που καθόρισε τους στόχους της εξωτερικής της πολιτικής στις αρχές του εικοστού αιώνα είχε οικονομικά κίνητρα. Αναζητούσε κι αυτή μια θέση στις παγκόσμιες αγορές, όπου είχαν ήδη διεισδύσει και κυριαρχούσαν η Μεγάλη Βρετανία (στην ανατολική και νότια Αφρική και στη νότια Ασία), η Γαλλία (στη δυτική Αφρική, στα Βαλκάνια και στη Ρωσία) και οι Ηνωμένες Πολιτείες (στη Λατινική Αμερική, κυρίως). Σύντομα, η Ρωσία και η Ιαπωνία θα έμπαιναν κι αυτές στον οικονομικό ανταγωνισμό στην Άπω Ανατολή. Γερμανικά οικονομικά ανοίγματα στη βόρεια Αφρική, στα Βαλκάνια και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνάντησαν σκληρό ανταγωνισμό από βρετανικά και γαλλικά συμφέροντα που ήδη κατείχαν στρατηγικές θέσεις εκεί.

Παράλληλα, η στρατιωτική ελίτ της Γερμανία είχε κι αυτή τα δικά της προβλήματα να επιλύσει, καθώς έβλεπε τη χώρα να χάνει τη στρατιωτική της υπεροχή στην Ευρώπη. Η γαλλο-ρωσική συμμαχία σήμαινε για τη Γερμανία έναν πόλεμο σε δύο μέτωπα. Η ανάγκη, τότε, να μοιράσει τις δυνάμεις της μεταξύ ανατολής και δύσης θα απέκλειε μια γρήγορη νίκη, ανάλογη με αυτή του 1870 κατά των Γάλλων.

Ο συνδυασμός οικονομικής περικύκλωσης και στρατιωτικής ευαλωτότητας έκανε τη Γερμανία να σκέφτεται σοβαρά έναν πόλεμο κατά των Γάλλων και των Ρώσων. Κι αυτό θα έπρεπε να συμβεί όσο το δυνατόν πιο σύντομα, πριν η ολοένα αυξανόμενη αριθμητική δύναμη του γαλλικού στρατού ξεπεράσει αυτήν του γερμανικού, και προτού οι Ρώσοι ολοκληρώσουν τον εκσυγχρονισμό του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας τους.

Η ευκαιρία για τους Γερμανούς παρουσιάστηκε, τελικά, στις 28 Ιουνίου του 1914, όταν ένας νεαρός Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε στο Σαράγεβο, πρωτεύουσα της αυστριακής επαρχίας της Βοσνίας, τον διάδοχο του θρόνου της Αυστροουγγαρίας και τη σύζυγό του. Για να ακολουθήσει το περίπλοκο ντόμινο των γεγονότων που οδήγησε στην κήρυξη του πολέμου και, στη συνέχεια, στην τετράχρονη εφιαλτική εμπειρία του ανθρωποσφαγείου των χαρακωμάτων σε ανατολή και δύση...

Ο λόγος για τον οποίο γυρίσαμε τόσο πίσω το ρολόι της Ιστορίας ήταν να ξαναδούμε μια διαιρεμένη Ευρώπη στις πιο σκοτεινές μέρες του εικοστού αιώνα (λαμβάνοντας επιπρόσθετα υπόψη, ασφαλώς, και τη μεταγενέστερη εμπειρία της ναζιστικής βαρβαρότητας). Ήταν αυτά ακριβώς τα διδάγματα, μαζί με την επιθυμία των ευρωπαϊκών λαών να μη διαπράξουν ξανά τα ίδια λάθη, που οδήγησαν στην ιδέα της Ενωμένης Ευρώπης. Ένα οικοδόμημα που χτίστηκε βήμα - βήμα πάνω στην πεποίθηση ότι η γενική ευημερία θα έρθει ως αποτέλεσμα συνεργασίας και ειρηνικής συνύπαρξης, όχι εθνικών περιχαρακώσεων και ανταγωνισμών.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, που αρκετοί σήμερα ονειρεύονται τη διάλυσή της, γεννήθηκε από τις στάχτες δύο πολέμων που κόστισαν στην ήπειρο την απώλεια ισάριθμων γενεών. Κάποιοι ίσως αντιτείνουν ότι και σήμερα υπάρχει ένας άνισος οικονομικός πόλεμος ανάμεσα στους ισχυρούς και τους αδύναμους, με θύματα κυρίως τους νέους. Αν αυτή είναι (και πράγματι είναι!) μία παθογένεια του οικοδομήματος, θα πρέπει μέσα στο πλαίσιο του εφικτού να αναζητήσουμε τρόπους να τη θεραπεύσουμε.

Υπάρχει πάντα, βέβαια, και ένας εναλλακτικός δρόμος: να αποφασίσουμε ελαφρά τη καρδία πως το μόνο που αξίζει στον συγκεκριμένο «ασθενή» είναι η ευθανασία! Η Ιστορία μάς χαμογελά ειρωνικά...

(ΤΟ ΒΗΜΑ, Ιούνιος 2016)

Υ.Γ.: Αναλυτικότερες μελέτες για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μπορείτε να δείτε στα παρακάτω άρθρα:



Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων: Αναζητώντας λίγη αξιοπρέπεια στην τελική ευθεία...

 Συχνά είναι η μόνη λύση που απομένει. Όμως δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι είναι επιχειρήσεις, όχι φιλανθρωπικά ιδρύματα...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Στην υπέροχη ταινία τού Σοχέι Ιμαμούρα«Η μπαλάντα του Ναραγιάμα» (1983), οι ηλικιωμένοι κάτοικοι ενός φτωχού ιαπωνικού χωριού τον προ-περασμένο αιώνα οδηγούνται κατά παράδοση σε ένα κοντινό βουνό (Ναραγιάμα) για να περάσουν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους, έτσι ώστε να μην επιβαρύνουν, λόγω της ανημπόριας τους, τα παιδιά τους που αγωνίζονται να επιβιώσουν.

Η ιδέα ακούγεται τρομαχτική στα αυτιά μίας σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας. Ακόμα και σε αυτή την «πολιτισμικά καθυστερημένη» Ελλάδα, τέτοιο βουνό σίγουρα δεν υπάρχει – και μακριά από εμάς τέτοιες απάνθρωπες καταστάσεις! Ή μήπως υπάρχει;

Το κείμενο που ακολουθεί μεταφέρει αυτούσια την εμπειρία αναγνώστριας, της οποίας εμπειρίας υπήρξα και προσωπικός μάρτυς έτσι ώστε να ομιλώ «μετά λόγου γνώσεως». Δεν επιχειρεί (το κείμενο) ηθική αξιολόγηση της καταφυγής στον «Ναραγιάμα» – ιδιαίτερα αν αυτή είναι η μόνη, δυστυχώς, λύση που απομένει – αλλά ζητά να φέρει στο φως κάποιες όχι και τόσο φανερές πτυχές της λειτουργίας ενός συστήματος που διαφημιστικά προβάλλεται με συγκινητικές εικόνες αγάπης και φροντίδας, συνοδευόμενες από λόγια γεμάτα συμπόνια και ανθρωπιά...

Η μητέρα της αναγνώστριας πλησίαζε τα ενενήντα. Ήταν σχετικά καλά στην υγεία της για την ηλικία της, και διατηρούσε απόλυτη πνευματική διαύγεια. Είχε όμως αρχίσει να εμφανίζει σοβαρά κινητικά προβλήματα λόγω μυϊκής αδυναμίας στα κάτω άκρα, σε βαθμό που να μη μπορεί πλέον να περπατά και, γενικά, να αυτο-εξυπηρετείται χωρίς υποβοήθηση.

Αρχικά, η αναγνώστρια κατέφυγε στη λύση αλλοδαπών οικιακών βοηθών. Και, επί τέσσερα χρόνια «παρέλασαν» από το σπίτι της μητέρας της άτομα κάθε είδους και κάθε ηθικού αναστήματος (μεταξύ αυτών, μία εκδιδόμενη που ασκούσε το «επάγγελμα» κατά τις πολύωρες απουσίες της «για τα ψώνια του σπιτιού», ενώ τις νύχτες έμπαζε στο σπίτι τον προαγωγό της!). Μία τελευταία περίπτωση φάνηκε «λαχείο», αφού επρόκειτο για κάποια γυναίκα που έδειχνε ζήλο για τη δουλειά της και φερόταν σχετικά ανθρώπινα στην ηλικιωμένη. Όταν, όμως, συγκέντρωσε το ποσό που της χρειαζόταν, δήλωσε ξαφνικά ότι θα έπρεπε να γυρίσει στην πατρίδα της «για οικογενειακούς λόγους» (η συνήθης δικαιολογία σε αυτές τις περιπτώσεις).

Μη έχοντας πλέον άλλη λύση, και με βαριά καρδιά και αίσθημα υπέρμετρης ενοχής, η αναγνώστρια αποφάσισε να στραφεί στη λύση μίας κοντινής μονάδας φροντίδας ηλικιωμένων (ΜΦΗ, για συντομία). Είχε καλό όνομα στην περιοχή, και κάποιες προγενέστερες εμπειρίες της αναγνώστριας συνηγορούσαν σε αυτό. Η μητέρα της – μία αξιοπρεπέστατη αρχοντογυναίκα – συνεργάστηκε απόλυτα καθώς δεν ήθελε να επιβαρύνει άλλο το παιδί της. Εξ άλλου, είχε και μία καλή σύνταξη που θα της επέτρεπε να πληρώνει στο ακέραιο το όχι ευκαταφρόνητο κόστος της διαμονής στη μονάδα.

Στην αρχή όλα φαίνονταν ιδανικά, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την εικόνα: υψηλής αισθητικής χώρος υποδοχής και, γενικά, ευχάριστη διάθεση και φιλικό περιβάλλον στα μάτια του επισκέπτη. Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν παραπονιόταν παρά μόνο για την ποιότητα του φαγητού. Σε ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του νοσηλευτικού προσωπικού, απαντούσε πως ήταν όλες «πολύ καλές κοπέλες».

Ώσπου ένα απρόσμενο γεγονός ήρθε να ταράξει το αίσθημα σιγουριάς της αναγνώστριας και να την ωθήσει στο να παρακολουθεί στενότερα τα τεκταινόμενα στην ΜΦΗ. Ήταν ο αιφνίδιος θάνατος μίας άλλης ηλικιωμένης που νοσηλευόταν σε γειτονικό θάλαμο. Η γυναίκα αυτή ήταν πρώην γειτόνισσα της αναγνώστριας και την εμπιστευόταν αρκετά ώστε να της μιλά «εκ βαθέων». Της εκμυστηρεύτηκε, λοιπόν, ότι, έχοντας ζήσει μία ολόκληρη ζωή με αξιοπρέπεια στο σπίτι της, είχε τώρα να αντιμετωπίσει την σκαιή συμπεριφορά κάποιων μελών του νοσηλευτικού προσωπικού. Μάλιστα, έκανε την δυσοίωνη πρόβλεψη ότι δεν επρόκειτο να μακροημερεύσει στο μέρος εκείνο. Πρόβλεψη που, δυστυχώς, σύντομα επαληθεύτηκε. Σημειώνω ότι η γυναίκα αυτή δεν υπέφερε από κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Έσβησε» απλά από ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης που της ήταν αδύνατο να αντέξει. Επισήμως, από ανακοπή...

Δεν πήρε καιρό στην αναγνώστρια να διαπιστώσει ότι αποδέκτης παρόμοιων συμπεριφορών ήταν και η ίδια η μητέρα της, από ορισμένες νοσηλεύτριες που δεν έμπαιναν καν στον κόπο να τηρήσουν τα προσχήματα ακόμα και υπό την παρουσία της. Αν ήθελα να δώσω μία μεταφορική περιγραφή του φαινομένου, θα έλεγα ότι φέρονταν στη γυναίκα σαν λοχίες απέναντι σε νεοσύλλεκτο φαντάρο!

Όσοι έχουν σκύλο γνωρίζουν ότι πρέπει να τον βγάζουν βόλτα κάποιες φορές την ημέρα για τις «ανάγκες» του. Και ο σκύλος μαθαίνει πρόθυμα να προσαρμόζεται στο πρόγραμμα αυτό που του επιβάλλει το αφεντικό του. Με τον άνθρωπο, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ή έτσι, τουλάχιστον, πίστευε η αναγνώστρια ως τη στιγμή που κατάφερε να εκμαιεύσει από την τρομαγμένη μητέρα της την πληροφορία ότι μία νοσηλεύτρια, σε ρόλο αφεντικού ενός «σκύλου», της επέβαλλε πότε θα πήγαινε στο ειδικό μέρος και για πόσο διάστημα (κατά κανόνα ελάχιστο) θα παρέμενε σε αυτό. Σε κάποια περίπτωση, μάλιστα, στην ηλικιωμένη ασκήθηκε βία για να συντομεύσει...

Και, μια και βρίσκω το (αντι-)παράδειγμα του σκύλου εξόχως βολικό για τη συζήτηση, θα συμπληρώσω ότι ο τρόπος με τον οποίο η εν λόγω νοσηλεύτρια σέρβιρε τον δίσκο με το φαγητό στην ηλικιωμένη ήταν πολύ λιγότερο ανθρώπινος από εκείνον με τον οποίο σέρβιρα κάποτε εγώ το αντίστοιχο πιάτο στον σκύλο μου!

Σε αντιστάθμισμα, πάντως, όσων προανέφερα, οφείλω να σημειώσω ότι η πλειοψηφία του νοσηλευτικού προσωπικού στην ΜΦΗ κατέβαλλε προσπάθειες να επιδείξει ανθρώπινη συμπεριφορά και μια κάποια υποψία ζεστασιάς στους ηλικιωμένους. Άρκεσαν, όμως, ένα-δύο κακά πρόσωπα για να διαλύσουν την όποια καλή εικόνα. Πρόσωπα, εν τούτοις, στα οποία έμοιαζε να έχει εκχωρηθεί απεριόριστη εξουσία που έφτανε – θα μπορούσε κάποιος να πει με μια δόση υπερβολής – ως το δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους ηλικιωμένους! Κι αυτό επαληθεύτηκε με τον πλέον τραγικό τρόπο στην περίπτωση της αναγνώστριας. Σεβόμενος, όμως, την επιθυμία της δεν θα περιγράψω τα γεγονότα που οδήγησαν στον θάνατο της μητέρας της μέσα στην ΜΦΗ...

Έγραψα το σημείωμα όχι τόσο για να καταγγείλω κάποιες από τις συνθήκες λειτουργίας ενός καθαρά κερδοσκοπικού συστήματος που διαχειρίζεται ανθρώπινες ζωές στον δύσκολο δρόμο προς τον τελικό τους σταθμό, όσο για να ενημερώσω και να αφυπνίσω τους συμπολίτες μας που αντιμετωπίζουν προβλήματα όμοια με αυτό της αναγνώστριας. Αν κάποιος αναγκαστεί, ως τελική και αναπόφευκτη λύση, να απευθυνθεί σε κάποια ΜΦΗ, ας θυμηθεί ότι η μονάδα αυτή δεν είναι παρά μία επιχείρηση που προσφέρει έναν τύπο υπηρεσιών έναντι αδρής αμοιβής.

Το τραγικό της υπόθεσης έγκειται σε ένα ζήτημα ηθικής φύσης που αφορά την λειτουργική φιλοσοφία ορισμένων ΜΦΗ και, σε μεγάλο βαθμό, διαμορφώνει την συμπεριφορά τους απέναντι στους ηλικιωμένους που φιλοξενούνται εκεί. Θα το διατυπώσω συνοπτικά και με ωμό ρεαλισμό: Κάποιες από τις επιχειρήσεις αυτές (ευτυχώς όχι οι περισσότερες) θεωρούν a priori ότι ο πελάτης εναποθέτει εκεί τον ηλικιωμένο άνθρωπό του για να απαλλαγεί από το βάρος του ώσπου να έρθει το αναμενόμενο τέλος. Ή, για να το κάνω να ακουστεί ακόμα πιο ανατριχιαστικό: Θεωρούν ως δεδομένο ότι κάποιος αφήνει εκεί τον ηλικιωμένο απλά «για να πεθάνει»!

Είναι στην ευθύνη, λοιπόν, των συγγενών να καταστήσουν εξαρχής απόλυτα σαφές στις επιχειρήσεις ότι τέτοιες λογικές πόρρω απέχουν από τις προθέσεις τους, και ότι αυτό που ζητούν είναι ακριβώς να προσφέρουν στους αγαπημένους τους την δυνατότητα να ζήσουν το υπόλοιπο της ζωής τους – πολύ ή λίγο – με ποιότητα και αξιοπρέπεια. Κυρίως, οι συγγενείς πρέπει να αναπτύξουν την ικανότητα να «ακούν» ακόμα και αυτά που οι ηλικιωμένοι, είτε από φόβο είτε από αίσθημα συμβιβασμού, αποφεύγουν να εκφράσουν άμεσα. Και, όταν διαπιστώνουν παραλείψεις ή ανάρμοστες συμπεριφορές, να μη διστάζουν να υπερασπίζονται δυναμικά τους ανθρώπους τους!

Οι ΜΦΗ δεν θα έπρεπε να είναι το ελληνικό «Ναραγιάμα» αλλά η ελληνική απάντηση στο πνεύμα τού Ναραγιάμα! Αν, βέβαια, υπάρχουν ακόμα ελληνικές απαντήσεις σε έναν κόσμο όπου οι ιδιαίτερες πολιτισμικές αξίες ολοένα χάνονται μέσα στην παγκόσμια κρεατομηχανή της ομογενοποίησης. Και έναν κόσμο όπου όλα, πλέον, πουλιούνται κι αγοράζονται. Ακόμα και το δικαίωμα σε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής...

* Στην Ι.Χ. που, όποτε κι αν έφευγε, πάλι νωρίς θα ήταν...

KLIK

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ναζισμός: Μια ηθικο-φιλοσοφική προσέγγιση στο Απόλυτο Κακό


Όσο κι αν ψάξει κάποιος στις σελίδες της Ιστορίας, δύσκολα θα συναντήσει μαζικά εγκλήματα τόσο διαστροφικά όσο εκείνα που διέπραξε το καθεστώς του Άντολφ Χίτλερ στο διάστημα (1933-1945) που κατείχε την εξουσία στη Γερμανία. Αυτό που προσδίδει στο ναζιστικό καθεστώς τον χαρακτήρα της διαστροφής δεν είναι απλά και μόνο η ρατσιστική του φύση (ρατσιστικά καθεστώτα υπήρξαν, δυστυχώς, και αλλού) αλλά το γεγονός ότι ο ρατσισμός δεν αρκέστηκε σε κοινωνικούς διαχωρισμούς και «ειδικές μεταχειρίσεις» αλλά προχώρησε σε μαζική δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων, με πράξεις που χαρακτηρίστηκαν από απίστευτη κτηνωδία.

Αν και τα εγκλήματα του ναζισμού όλο και λιγότερο αποτελούν θέμα ακαδημαϊκής συζήτησης στην εποχή μας (ας μην ξύνουμε πληγές τώρα!), επιχειρήσαμε με μία σειρά κειμένων να προσεγγίσουμε το φαινόμενο μέσα από καθαρά ηθικο-φιλοσοφική σκοπιά. Η προσέγγιση αυτή εστιάζει σε τρία βασικά ζητήματα:

1. Το ηθικό ζήτημα: Γιατί στην κοινή συνείδηση το χιτλερικό καθεστώς είναι ταυτισμένο με το Απόλυτο Κακό;

2. Το γνωσιολογικό ζήτημα: Είναι καταρχήν εφικτή η ερμηνεία του μαζικού εγκλήματος στο πλαίσιο της ιστορικής αιτιότητας;

3. Το εθνο-φυλετικό ζήτημα: Είναι ο «γερμανικός χαρακτήρας» ή οι ιστορικές συγκυρίες ο παράγοντας εκείνος που επέτρεψε στον Χίτλερ να διαπράξει με τόση ευκολία ένα έγκλημα τέτοιων διαστάσεων;

Παραθέτω μία σειρά δημοσιευμένων κειμένων που πραγματεύονται τα πιο πάνω ζητήματα (μαζί με σχετικό video), τονίζοντας εμφατικά ότι δεν αποτελούν ιστορικές μελέτες (δεν θεωρώ τον εαυτό μου επιστημονικά επαρκή για ένα τέτοιο εγχείρημα!) αλλά εκφράζουν, απλά, μερικές προσωπικές σκέψεις πάνω σε ένα ιστορικό θέμα που τείνει σήμερα να μας ευαισθητοποιεί λιγότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε. Ας μην ξεχνούμε, εν τούτοις, ότι η Ιστορία έχει κάποιες φορές την τάση να επαναλαμβάνεται. Είτε ως τραγωδία, είτε ως φάρσα...


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ο πρώτος νευτώνειος νόμος δεν είναι πόρισμα αλλά προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου!


Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Διαβάζω σε σημαντικό εκπαιδευτικό σύγγραμμα Θεωρίας της Σχετικότητας:

Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα (νόμος της αδράνειας) είναι στ' αλήθεια μία ειδική περίπτωση του δεύτερου νευτώνειου νόμου.

Ας εξηγήσουμε το σκεπτικό του συγγραφέα: Έστω F η ολική δύναμη πάνω σε ένα σωματίδιο μάζας m, και έστω a η (διανυσματική) επιτάχυνση του σωματιδίου. Σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα,

F = m a        (1)

Τώρα, αν F=0, τότε και a=0. Δηλαδή, αν το σωματίδιο είναι ελεύθερο (δεν του ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός), τότε κινείται με σταθερή ταχύτητα (αφού έχει μηδενική επιτάχυνση). Το ίδιο όμως λέει κι ο νόμος της αδράνειας. Έτσι, φαίνεται να "αποδείξαμε" τον πρώτο νόμο του Νεύτωνα με απλή χρήση του δεύτερου νόμου! Ή μήπως όχι ακριβώς;

Καταρχάς, η "απόδειξη" εμφανίζει ένα σημαντικό κενό: δεν προσδιορίζει ως προς τι μένει σταθερή η ταχύτητα του σωματιδίου όταν δεν του ασκούνται δυνάμεις. Και, όπως γνωρίζουμε, η ταχύτητα δεν είναι απόλυτο μέγεθος αλλά εξαρτάται από την κίνηση του ίδιου του παρατηρητή που την μετράει. Ποιον παρατηρητή αφορά η "απλή απόδειξη" που παραθέσαμε πιο πάνω; Αυτό το ζήτημα δεν μας το διευκρινίζει από μόνη της η σχέση (1). Σίγουρα κάτι λείπει εδώ...

Σκεφτείτε το ως εξής: Θα μπορούσαν δύο ποδοσφαιρικές ομάδες να παίξουν ποδόσφαιρο χωρίς να διαθέτουν γήπεδο ποδοσφαίρου; Προφανώς όχι! Έτσι, για να αποκτήσει νόημα ο δεύτερος νόμος (1) θα πρέπει πρώτα να καθορίσουμε το "γήπεδο" μέσα στο οποίο θα τον εφαρμόσουμε. Κι αυτό το "γήπεδο" μας το παρέχει ο νόμος της αδράνειας, ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα.

Ο νόμος αυτός ορίζει ποιοι παρατηρητές έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη σχέση (1) για να εξηγούν τα φυσικά φαινόμενα. Και μάλιστα, ο νόμος εξασφαλίζει ότι τέτοιοι παρατηρητές υπάρχουν στη Φύση. (Βέβαια, ο Αϊνστάιν κατάργησε, τελικά, αυτή τη βεβαιότητα με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας.)

Ο νόμος της αδράνειας εισάγει την έννοια του αδρανειακού παρατηρητή και, συνακόλουθα, του αδρανειακού συστήματος αναφοράς, που είναι το σύστημα συντεταγμένων (x,y,z) που χρησιμοποιεί ένας αδρανειακός παρατηρητής. Ως προς ένα τέτοιο σύστημα αναφοράς, κάθε ελεύθερο σωματίδιο m (το οποίο δέχεται μηδενική ολική δύναμη F=0) κινείται με σταθερή ταχύτητα, δηλαδή με μηδενική επιτάχυνση a=0. Αν όμως το σωματίδιο έχει μη-μηδενική επιτάχυνση a, τότε η ολική δύναμη F πάνω του ορίζεται από τη σχέση (1) που, όπως είπαμε, εκφράζει τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα. Αλλά, προσοχή: ο ορισμός αυτός είναι έγκυρος μόνο ως προς έναν αδρανειακό παρατηρητή, άρα ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς!

Σημειώνουμε ότι ένας αδρανειακός παρατηρητής μπορεί να θεωρείται ισοδύναμος με ελεύθερο "σωμάτιο". Επίσης, δύο ελεύθερα σωμάτια (όπως, αντίστοιχα, δύο αδρανειακοί παρατηρητές) κινούνται με σταθερές ταχύτητες (χωρίς, δηλαδή, να επιταχύνονται) το ένα ως προς το άλλο.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Ένας πεζός που στέκει ακίνητος στο πεζοδρόμιο, και ένας επιβάτης μέσα σε ένα λεωφορείο που κινείται στον δρόμο με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά), είναι και οι δύο (κατά προσέγγιση) αδρανειακοί παρατηρητές. Αντίθετα, δεν είναι αδρανειακός παρατηρητής ένας επιβάτης μέσα σε ένα τρόλεϊ που επιταχύνεται. Ας δούμε, τώρα, πώς ερμηνεύει την δυναμική κατάσταση του ακίνητου πεζού ο κάθε επιβάτης, με βάση τη σχέση (1):

(α) Ως προς τον επιβάτη του ομαλά κινούμενου λεωφορείου (το οποίο ορίζει ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς), ο πεζός κινείται με σταθερή ταχύτητα (άσχετα αν είναι ακίνητος ως προς το πεζοδρόμιο!), άρα έχει μηδενική επιτάχυνση. Έτσι, ο επιβάτης του λεωφορείου θα συμπεράνει ότι, με βάση την (1), η ολική δύναμη πάνω στον πεζό είναι ίση με μηδέν. Σωστό: το βάρος του πεζού εξουδετερώνεται με την κάθετη αντίδραση από το πεζοδρόμιο!

(β) Ως προς τον επιβάτη του επιταχυνόμενου τρόλεϊ (που είναι μη-αδρανειακό σύστημα αναφοράς), ο πεζός φαίνεται να επιταχύνεται. Άρα, με βάση την (1), ο επιβάτης "συμπεραίνει" ότι στον πεζό θα πρέπει να ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός, πράγμα που είναι λάθος. Για ποιον λόγο ο επιβάτης κατέληξε σε λανθασμένο συμπέρασμα; Επειδή έκανε χρήση της σχέσης (1) χωρίς να έχει το δικαίωμα να την χρησιμοποιήσει, αφού δεν είναι αδρανειακός παρατηρητής!

    Συμπέρασμα: 

Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα δεν είναι απλό πόρισμα αλλά προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου νόμου. Για να αποκτήσει νόημα ο δεύτερος νόμος θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε κατάλληλα συστήματα αναφοράς, ως προς τα οποία και μόνο ο νόμος αυτός ισχύει. Τα συστήματα αυτά ορίζονται με βάση τον πρώτο νόμο (νόμο της αδράνειας) και καλούνται αδρανειακά συστήματα αναφοράς.

Άρα, χωρίς τον πρώτο νόμο, η διατύπωση του δεύτερου νόμου είναι ατελής και η χρήση του νόμου αυτού είναι δυνατό να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα!

    Δείτε σχετικό άρθρο:  https://arxiv.org/abs/1205.2326