Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Ο πρώτος νευτώνειος νόμος δεν είναι πόρισμα αλλά προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου!


Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Διαβάζω σε σημαντικό εκπαιδευτικό σύγγραμμα Θεωρίας της Σχετικότητας:

Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα (νόμος της αδράνειας) είναι στ' αλήθεια μία ειδική περίπτωση του δεύτερου νευτώνειου νόμου.

Ας εξηγήσουμε το σκεπτικό του συγγραφέα: Έστω F η ολική δύναμη πάνω σε ένα σωματίδιο μάζας m, και έστω a η (διανυσματική) επιτάχυνση του σωματιδίου. Σύμφωνα με τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα,

F = m a        (1)

Τώρα, αν F=0, τότε και a=0. Δηλαδή, αν το σωματίδιο είναι ελεύθερο (δεν του ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός), τότε κινείται με σταθερή ταχύτητα (αφού έχει μηδενική επιτάχυνση). Το ίδιο όμως λέει κι ο νόμος της αδράνειας. Έτσι, φαίνεται να "αποδείξαμε" τον πρώτο νόμο του Νεύτωνα με απλή χρήση του δεύτερου νόμου! Ή μήπως όχι ακριβώς;

Καταρχάς, η "απόδειξη" εμφανίζει ένα σημαντικό κενό: δεν προσδιορίζει ως προς τι μένει σταθερή η ταχύτητα του σωματιδίου όταν δεν του ασκούνται δυνάμεις. Και, όπως γνωρίζουμε, η ταχύτητα δεν είναι απόλυτο μέγεθος αλλά εξαρτάται από την κίνηση του ίδιου του παρατηρητή που την μετράει. Ποιον παρατηρητή αφορά η "απλή απόδειξη" που παραθέσαμε πιο πάνω; Αυτό το ζήτημα δεν μας το διευκρινίζει από μόνη της η σχέση (1). Σίγουρα κάτι λείπει εδώ...

Σκεφτείτε το ως εξής: Θα μπορούσαν δύο ποδοσφαιρικές ομάδες να παίξουν ποδόσφαιρο χωρίς να διαθέτουν γήπεδο ποδοσφαίρου; Προφανώς όχι! Έτσι, για να αποκτήσει νόημα ο δεύτερος νόμος (1) θα πρέπει πρώτα να καθορίσουμε το "γήπεδο" μέσα στο οποίο θα τον εφαρμόσουμε. Κι αυτό το "γήπεδο" μας το παρέχει ο νόμος της αδράνειας, ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα.

Ο νόμος αυτός ορίζει ποιοι παρατηρητές έχουν δικαίωμα να χρησιμοποιούν τη σχέση (1) για να εξηγούν τα φυσικά φαινόμενα. Και μάλιστα, ο νόμος εξασφαλίζει ότι τέτοιοι παρατηρητές υπάρχουν στη Φύση. (Βέβαια, ο Αϊνστάιν κατάργησε, τελικά, αυτή τη βεβαιότητα με την Γενική Θεωρία της Σχετικότητας.)

Ο νόμος της αδράνειας εισάγει την έννοια του αδρανειακού παρατηρητή και, συνακόλουθα, του αδρανειακού συστήματος αναφοράς, που είναι το σύστημα συντεταγμένων (x,y,z) που χρησιμοποιεί ένας αδρανειακός παρατηρητής. Ως προς ένα τέτοιο σύστημα αναφοράς, κάθε ελεύθερο σωματίδιο m (το οποίο δέχεται μηδενική ολική δύναμη F=0) κινείται με σταθερή ταχύτητα, δηλαδή με μηδενική επιτάχυνση a=0. Αν όμως το σωματίδιο έχει μη-μηδενική επιτάχυνση a, τότε η ολική δύναμη F πάνω του ορίζεται από τη σχέση (1) που, όπως είπαμε, εκφράζει τον δεύτερο νόμο του Νεύτωνα. Αλλά, προσοχή: ο ορισμός αυτός είναι έγκυρος μόνο ως προς έναν αδρανειακό παρατηρητή, άρα ως προς ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς!

Σημειώνουμε ότι ένας αδρανειακός παρατηρητής μπορεί να θεωρείται ισοδύναμος με ελεύθερο "σωμάτιο". Επίσης, δύο ελεύθερα σωμάτια (όπως, αντίστοιχα, δύο αδρανειακοί παρατηρητές) κινούνται με σταθερές ταχύτητες (χωρίς, δηλαδή, να επιταχύνονται) το ένα ως προς το άλλο.

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Ένας πεζός που στέκει ακίνητος στο πεζοδρόμιο, και ένας επιβάτης μέσα σε ένα λεωφορείο που κινείται στον δρόμο με σταθερή ταχύτητα (ευθύγραμμα και ομαλά), είναι και οι δύο (κατά προσέγγιση) αδρανειακοί παρατηρητές. Αντίθετα, δεν είναι αδρανειακός παρατηρητής ένας επιβάτης μέσα σε ένα τρόλεϊ που επιταχύνεται. Ας δούμε, τώρα, πώς ερμηνεύει την δυναμική κατάσταση του ακίνητου πεζού ο κάθε επιβάτης, με βάση τη σχέση (1):

(α) Ως προς τον επιβάτη του ομαλά κινούμενου λεωφορείου (το οποίο ορίζει ένα αδρανειακό σύστημα αναφοράς), ο πεζός κινείται με σταθερή ταχύτητα (άσχετα αν είναι ακίνητος ως προς το πεζοδρόμιο!), άρα έχει μηδενική επιτάχυνση. Έτσι, ο επιβάτης του λεωφορείου θα συμπεράνει ότι, με βάση την (1), η ολική δύναμη πάνω στον πεζό είναι ίση με μηδέν. Σωστό: το βάρος του πεζού εξουδετερώνεται με την κάθετη αντίδραση από το πεζοδρόμιο!

(β) Ως προς τον επιβάτη του επιταχυνόμενου τρόλεϊ (που είναι μη-αδρανειακό σύστημα αναφοράς), ο πεζός φαίνεται να επιταχύνεται. Άρα, με βάση την (1), ο επιβάτης "συμπεραίνει" ότι στον πεζό θα πρέπει να ασκείται ολική δύναμη διάφορη του μηδενός, πράγμα που είναι λάθος. Για ποιον λόγο ο επιβάτης κατέληξε σε λανθασμένο συμπέρασμα; Επειδή έκανε χρήση της σχέσης (1) χωρίς να έχει το δικαίωμα να την χρησιμοποιήσει, αφού δεν είναι αδρανειακός παρατηρητής!

    Συμπέρασμα: 

Ο πρώτος νόμος του Νεύτωνα δεν είναι απλό πόρισμα αλλά προϋπόθεση ισχύος του δεύτερου νόμου. Για να αποκτήσει νόημα ο δεύτερος νόμος θα πρέπει πρώτα να ορίσουμε κατάλληλα συστήματα αναφοράς, ως προς τα οποία και μόνο ο νόμος αυτός ισχύει. Τα συστήματα αυτά ορίζονται με βάση τον πρώτο νόμο (νόμο της αδράνειας) και καλούνται αδρανειακά συστήματα αναφοράς.

Άρα, χωρίς τον πρώτο νόμο, η διατύπωση του δεύτερου νόμου είναι ατελής και η χρήση του νόμου αυτού είναι δυνατό να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα!

    Δείτε σχετικό άρθρο:  https://arxiv.org/abs/1205.2326

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Περί «δικαίων» αιτημάτων...


Πόσο «δίκαια» μπορεί να χαρακτηρίζονται τα αιτήματα μίας κοινωνικής ομάδας που εκβιάζει την πολιτεία κρατώντας ως όμηρο την υπόλοιπη κοινωνία;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Διαβάζω και ακούω ξανά και ξανά ότι οι αγροτικές «κινητοποιήσεις» (sic), στις οποίες απροσπέλαστα μπλόκα από θηριώδη τρακτέρ/οιονεί τανκς στερούν από την υπόλοιπη κοινωνία το αυτονόητο δικαίωμα στην ελεύθερη μετακίνηση, είναι «δικαιολογημένες», αφού το μόνο που ζητούν οι αγρότες (εντός ή εκτός εισαγωγικών) είναι να ικανοποιηθούν τα «δίκαια» αιτήματά τους.

Αν όλα τα αιτήματα των αγροτών είναι εξ ορισμού πάντοτε δίκαια - επιχείρημα που οι ίδιοι οι αγρότες διαχρονικά προβάλλουν - θα πρέπει αυτονόητα να ικανοποιούνται στο σύνολό τους από ένα κράτος δικαίου. Όμως, τι σημαίνει «δίκαια»; Για παράδειγμα, δεν θα πρέπει να κρίνονται ως δίκαια, παρόμοια ή ανάλογα αιτήματα άλλων κοινωνικών κλάδων, όταν αυτοί πλήττονται έντονα ή καταστρέφονται από μία οικονομική κρίση; Τα αιτήματα των ηρωικών και κακοπληρωμένων γιατρών και εκπαιδευτικών σε ακριτικές περιοχές και νησιά που δεν προσφέρουν καν σταθερή και οικονομικά προσιτή στέγη; Των εξίσου κακοπληρωμένων αστυνομικών και πυροσβεστών που θεωρούνται αναλώσιμα του κράτους; Των νέων αξιωματικών των Ε.Δ. που φτάνουν να αντιμετωπίζουν ακόμα και δυσκολίες επιβίωσης (γνώρισα από κοντά τέτοιες περιπτώσεις);

Τα βασικά ερωτήματα είναι κατ' ουσίαν ρητορικά: Έχει η πολιτεία τη δυνατότητα να ικανοποιεί όλα τα αιτήματα που μεμονωμένες κοινωνικές ομάδες αντιλαμβάνονται, επιλεκτικά, ως «δίκαια»; Και επίσης: Γιατί αυτό που θεωρούν οι αγρότες ως «δίκιο» τους υπερισχύει του δημοκρατικά εγγυημένου δικαιώματος των πολιτών στην ελεύθερη χρήση των δημόσιων δρόμων;

Όπως είχαμε σημειώσει παλιότερα [1], η ίδια η έννοια της δικαιοσύνης είναι από τη φύση της ασαφής, επιδεχόμενη πολλαπλές ερμηνείες. Έτσι, για τη θεμελίωση ενός κράτους δικαίου, η κάθε κοινωνία είναι αναγκασμένη να αποδεχθεί ένα σύνολο κοινωνικών συμβάσεων, τους νόμους της πολιτείας, οι οποίοι καθορίζουν τα όρια των δικαιωμάτων των πολιτών, και τους οποίους όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να σέβονται. Και ο σεβασμός στους νόμους υπερβαίνει το υποκειμενικό περί δικαίου αίσθημα, το οποίο βασίζεται κατά κύριο λόγο σε επί μέρους ηθικές αντιλήψεις.

Εν τούτοις, με επίκληση ενός υποτιθέμενου ηθικού δικαίου τους, οι αγρότες παραβιάζουν διαχρονικά, συστηματικά και κατά το δοκούν τον νόμο, υποκαθιστώντας τον αυθαίρετα με έναν «νόμο» δικής τους επινόησης με σκοπό τον εκβιασμό της πολιτείας μέσω ομηρίας της υπόλοιπης κοινωνίας. Για της οποίας κοινωνίας το δίκιο (άνευ εισαγωγικών) οι εκβιαστές προκλητικά αδιαφορούν.

Έχει αυτή η πολιτεία τη βούληση να επιβάλει την εφαρμογή των νόμων και να προασπίσει, ως οφείλει, το κράτος δικαίου; Ή μήπως υπερισχύει το γνωστό «δίκιο» του πολιτικού κόστους και πολιτικού οφέλους;

Αυταποδείκτως ρητορικά τα ερωτήματα...

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Όταν «νόμος» γίνεται το «δίκιο» μιας μειοψηφίας


Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό μας σύστημα είναι εξ ορισμού πλειοψηφικό. Τούτο σημαίνει ότι, μέσα από κοινά αποδεκτή εκλογική διαδικασία, συγκροτείται σώμα αντιπροσώπων (η Βουλή) με λαϊκή εξουσιοδότηση τόσο να εκλέγει, πλειοψηφικά, τους προκείμενους να ασκήσουν την εξουσία (να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας), όσο και να νομοθετεί σύμφωνα με το ισχύον σύνταγμα.

Το αδύνατο σημείο, από ηθική άποψη, του δημοκρατικού πολιτεύματος είναι, φυσικά, η αναγκαστική (αλλά σε κάθε περίπτωση συμφωνημένη εκ των προτέρων) υποταγή της μειοψηφίας στη βούληση της "πλειοψηφίας" (ο εντός εισαγωγικών όρος αφορά, κυριολεκτικά, τους αντιπροσώπους του λαού και όχι το σύνολο των ψηφοφόρων, ως συνέπεια του εκλογικού συστήματος της ενισχυμένης αναλογικής που επιβάλλει η αναγκαιότητα της κυβερνησιμότητας).

Αυτονόητα, η παραβίαση των νόμων επισύρει ποινικές συνέπειες για τους παραβαίνοντες. Εν τούτοις, με στόχο την ικανοποίηση συντεχνιακών διεκδικήσεων ή την προβολή (συχνά περιθωριακών) ιδεολογικών θέσεων, δυναμικές μειοψηφίες πολιτών συγκροτούν συμπαγείς πυρήνες που αποκτούν τη δυνατότητα να παραβιάζουν μαζικά τους νόμους, ασκώντας κάποιας μορφής βία την οποία αδυνατεί - ή, για πολιτικούς λόγους, διστάζει - να αντιμετωπίσει η εκλεγμένη εξουσία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για μία de facto μετατροπή του πολιτεύματος σε δικτατορία των μειοψηφιών, οι οποίες επιβάλλουν δικούς τους "νόμους" προκειμένου να εξυπηρετήσουν το δικό τους "δίκιο", όπως οι ίδιες αντιλαμβάνονται το συλλογικό συμφέρον τους.

Η αναλογία γίνεται ακόμα πιο δραματική όταν η βία ασκείται όχι κατά της εξουσίας καθαυτής αλλά ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία, η οποία καθίσταται όμηρος εκβιαστικών διεκδικήσεων ή θύμα καταστροφικών συμπεριφορών. Ηθικός αυτουργός, όμως, στην de facto κατάλυση του πολιτεύματος είναι και η ίδια η εξουσία, η οποία τοποθετεί το πολιτικό κόστος υπεράνω της υπεράσπισης του κράτους δικαίου. Και επιλέγει την εύκολη λύση του "Πόντιου Πιλάτου", αφήνοντας την κοινωνία να γίνει έρμαιο της αυθαιρεσίας κοινωνικών μειοψηφιών.

Φυσικά, ο διαχρονικός φόβος της (εκάστοτε) εξουσίας είναι η στάμπα της "αντιλαϊκότητας" και του "αυταρχισμού", την οποία πρόθυμα θα σπεύσει να τοποθετήσει η (όποια) αντιπολίτευση σε μία κυβέρνηση που, πράττοντας το αυτονόητο - δηλαδή, εφαρμόζοντας τους νόμους της πολιτείας - στέκεται ανάχωμα σε "δίκαιους λαϊκούς αγώνες" και "ελεύθερη έκφραση των πολιτών". Ακόμα και αν οι "αγώνες" συνεπάγονται παραβίαση κοινωνικών δικαιωμάτων ή καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας.

Κι εδώ εγείρεται ένα κρίσιμο ζήτημα για το ίδιο το πολίτευμα: Η αδυναμία της Δημοκρατίας να προασπίσει τον εαυτό της απέναντι στην αυθαιρεσία των λίγων, ισοδυναμεί με αυτο-κατάργηση του πολιτεύματος. Αυτό είναι, βέβαια, κάτι που ελάχιστα δυσαρεστεί διάφορες αντι-κοινοβουλευτικές δυνάμεις, κάποιες μάλιστα φιλοξενούμενες εντός Κοινοβουλίου...

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2025

Απαξίωση των δημόσιων λειτουργών: μία συνήθεια που έγινε λατρεία!

Οι διαχρονικές παθογένειες του δημόσιου τομέα είναι γνωστές (η τραγωδία στα Τέμπη είναι μια σχετικά πρόσφατη συνέπειά τους). Δεν δικαιολογούν, όμως, την συλλήβδην δαιμονοποίηση των δημόσιων λειτουργών της χώρας!

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Σε πρωινή εκπομπή στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, ο γνωστός παρουσιαστής Άρης Πορτοσάλτε αναφέρθηκε στους «αληθινούς μαχητές» και τους «ήρωες της καθημερινότητας», σπεύδοντας να διευκρινίσει εμφατικά ότι οι χαρακτηρισμοί αφορούσαν τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα (και όχι τους δημόσιους λειτουργούς, συμπληρώνω εγώ). Ήταν, οφείλω να ομολογήσω, η πιο ήπια εκδήλωση ενός κάθετου - σχεδόν μανιχαϊκού - διαχωρισμού των εργαζομένων, ο οποίος ευδοκιμεί διαχρονικά σε αυτή τη χώρα. Ένας διαχωρισμός που κορυφώθηκε στον κοινωνικό και πολιτικό λόγο τα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης και ως σήμερα καλά κρατεί...

Σύμφωνα με δημοφιλές αφήγημα θιασωτών του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού, ο δημόσιος τομέας είναι στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του επιζήμιος για τη χώρα, ενώ ο μόνος τομέας που αληθινά προάγει τα εθνικά συμφέροντα και στον οποίο απασχολείται το σύνολο, σχεδόν, των «αληθινά εργαζόμενων», είναι ο ιδιωτικός. («Αν ήταν στο χέρι μου, τα πάντα θα ήταν ιδιωτικά», έχει πει ο έγκριτος δημοσιογράφος στον οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω.) Όσο για τους δημόσιους λειτουργούς, αυτοί, κατά το αφήγημα, είναι στο σύνολό τους «τεμπέληδες»«άχρηστοι»«κηφήνες» και «διεφθαρμένοι»!

Την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι δημόσιοι λειτουργοί αποτέλεσαν ιδανικούς αποδιοπομπαίους τράγους στο πλαίσιο της απόδοσης ευθυνών για τη χρεοκοπία. Το σχετικό επιχείρημα ήταν τόσο σαθρό όσο το να κατηγορεί κάποιος τους ναύτες του Τιτανικού για το ναυάγιο που προκάλεσε η στραβοτιμονιά του πρώτου αξιωματικού Μέρντοκ και ο υπέρμετρος εφησυχασμός του πλοιάρχου Σμιθ! Όμως, στη χώρα που βασιλεύει ο ανορθολογισμός, τα πιο σαθρά επιχειρήματα είναι συνήθως και τα πιο πειστικά...

Τον Ιούλιο του 2012, μεσούσης της κρίσης και με αφορμή ένα άρθρο υποψήφιας διδάκτορος πολιτικών επιστημών, το οποίο δαιμονοποιούσε οριζόντια τον δημόσιο τομέα (τι πρωτότυπη ιδέα!), είχα δημοσιεύσει ως απάντηση ένα κείμενο στη στήλη μου στο «ΒΗΜΑ». Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω, αφού δεν είναι πλέον ευρέσιμο στο αρχείο της εφημερίδας.

--------------------------------

Αν ήθελα να δώσω έναν σκοτεινό (και, σε κάθε περίπτωση, όχι καλοπροαίρετο) ορισμό της πολιτικής, θα έλεγα πως είναι η τέχνη της διαχείρισης του δημόσιου ψεύδους. Συν τοις άλλοις, ένας τέτοιος ορισμός διαχωρίζει την πολιτική από την επιστήμη, η οποία εξ ορισμού αναζητά την αλήθεια μέσα από τους αυστηρούς κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας. Το πρόβλημα για την επιστήμη αρχίζει τη στιγμή που αυτή διολισθαίνει - έστω ασυνείδητα - στις λογικές και τις πρακτικές της πολιτικής...

Στις 7-9-2011, μία αμετροεπής και αψυχολόγητη δήλωση του τότε Υπουργού Υγείας Α. Λοβέρδου στην Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, σηματοδότησε μια ολομέτωπη επίθεση κατά του συνόλου των δημόσιων λειτουργών της χώρας:

«Το 1 εκατομμύριο υπάλληλοι που ταλαιπωρούν τα 10 εκατομμύρια με την βεβαιότητα ότι ο δημόσιος τομέας είναι ισόβιος, μας έφτασαν εδώ που μας έφτασαν. Τα 10 εκατομμύρια πληρώνουν το 1 εκατομμύριο.»

Όσο και αν θα ήθελα να αποφύγω την δίκη προθέσεων, δεν μπορώ να μην διακρίνω πολιτικό δόλο στη δήλωση του υπουργού. Ήταν η εποχή που η τότε κυβέρνηση θα έπρεπε να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για επερχόμενες δραματικές αλλαγές στον δημόσιο τομέα, που μόνο αναίμακτες δεν επρόκειτο να είναι. Και, ο αποτελεσματικότερος τρόπος για να θυσιάσεις κάποιους χωρίς να συναντήσεις κοινωνικές αντιδράσεις, είναι να φροντίσεις πρώτα με κάποιον τρόπο να τους δαιμονοποιήσεις. Η μέθοδος είναι παλιά και αποτελεσματική: την είχαν ήδη δοκιμάσει οι Ναζί πριν ξεκινήσουν το Ολοκαύτωμα!

Αυτό που επακολούθησε μετά την άστοχη πολιτική δήλωση ήταν ένας ανηλεής κοινωνικός κανιβαλισμός εις βάρος όλων ανεξαιρέτως των εργαζομένων στο Δημόσιο. Οχετοί ύβρεων εναντίον τους κατέκλυσαν το Διαδίκτυο, ενώ ένα ρεύμα χαιρεκακίας άρχισε να απλώνεται μόλις έγινε γνωστή η επικείμενη κατάργηση κρατικών θέσεων εργασίας και η διαφαινόμενη εξώθηση πολλών ανθρώπων στην ανεργία. Το «κόλπο γκρόσο» της εξουσίας πέτυχε απόλυτα: πατώντας στις αδιαμφισβήτητες παθογένειες του δημόσιου τομέα (για τις οποίες, εν τούτοις, κυρίως υπεύθυνη ήταν η ίδια η εποπτεύουσα εξουσία) κατάφερε να στρέψει την οργή και το ανάθεμα της κοινωνίας στην κατεύθυνση μιας ολόκληρης κοινωνικής ομάδας, στην οποία αποδόθηκε η αποκλειστική ευθύνη για την οικονομική (αν όχι και την εν γένει αξιακή) κατάρρευση της χώρας...

Όσο και αν για κάποιους η δήλωση του κ. Λοβέρδου υπήρξε εξοργιστική, ήταν απόλυτα μέσα στο πλαίσιο του αναμενομένου σε ό,τι αφορά την ηθική και τις πρακτικές της πολιτικής. Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν ότι την ίδια εμπαθή, μονόπλευρη, ισοπεδωτική, καθολικά και αδιάκριτα αφοριστική λογική θα συναντούσαμε σε ένα επιστημονικό κείμενο! Αναφέρομαι στο άρθρο «Δημόσιο και έλλειμμα δημοκρατίας» της Ελένης Τ., υποψήφιας διδάκτορος Πολιτικών Επιστημών, το οποίο διαβάσαμε πρόσφατα (σ.σ: Ιούλιος 2012) στο «ΒΗΜΑ».

Κεντρική ιδέα του άρθρου ήταν ότι ο δυσλειτουργικός χαρακτήρας του ελληνικού Δημοσίου δεν είναι πρωτίστως ζήτημα οικονομίας για τη χώρα, αλλά πρόβλημα που αφορά την ακεραιότητα αυτού τούτου του δημοκρατικού πολιτεύματός της. Με απλά λόγια, ο δημόσιος τομέας προκαλεί «ελλείμματα δημοκρατίας» που είναι πολύ σημαντικότερα από τα δημοσιονομικά ελλείμματα που επιφέρει στην οικονομία!

Δεν έχω χώρο να αναλύσω λέξη προς λέξη το άρθρο, έτσι θα περιοριστώ σε λίγες μόνο επιμέρους παρατηρήσεις:

1. Το «δια ταύτα» του άρθρου δεν είναι ξεκάθαρο. Τι ακριβώς προτείνεται; Η ολική κατάργηση του «διεφθαρμένου» (κατά την αρθρογράφο) δημόσιου τομέα; Ή (πράγμα λογικότερο) η θεραπεία των χρονιζουσών παθογενειών του; Και, πώς θα επιτευχθεί αυτή η θεραπεία; Με άρση, π.χ., της μονιμότητας; Αυτό δεν θα έχει, άραγε, ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της σχέσης υποτέλειας εκλογέων - κυβερνήσεων (αφού κάθε νέα κυβέρνηση θα μπορεί να απολύει και να επαναδιορίζει), άρα και τη διεύρυνση του «ελλείμματος δημοκρατίας»;

2. Από ποια στοιχεία προσωπικής έρευνας της αρθρογράφου προκύπτει ότι ο δημόσιος τομέας (μη αμφισβητουμένων, ασφαλώς, των παθογενειών του) είναι στο σύνολό του «διεφθαρμένος», όπως η πολιτική επιστήμων παρεμφαίνει σε όλη την έκταση του άρθρου της; Επίσης, από πού προκύπτει ότι η «βαρβαρότητα» (όπως αναφέρει) αποτελεί ιδιότητα της πλειοψηφίας των δημοσίων υπαλλήλων; Θεωρεί η υποψήφια διδάκτωρ ότι τέτοιες αναπόδεικτες απλουστευτικές γενικεύσεις, ποτισμένες με φανερή δόση εμπάθειας και προκατάληψης, αποτελούν δείγμα σοβαρής επιστημονικής προσέγγισης σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα;

3. Αυτό που ίσως δεν κατανοεί η αρθρογράφος είναι ότι ο δημόσιος τομέας δεν είναι ένα απομονωμένο στεγανό της Δημοκρατίας, της οποίας την «ποιότητα» απειλεί, αλλά ισχύει μάλλον το αντίστροφο: οι αδυναμίες στη διαχείριση του πολιτεύματος από τους εκάστοτε φορείς εξουσίας βλάπτουν το Δημόσιο, όπως εξίσου βλάπτουν και κάθε άλλη πτυχή της κοινωνικής ζωής του τόπου (ρίξτε μια ματιά, π.χ., στην παραοικονομία - εκλεκτό τέκνο του ιδιωτικού, κυρίως, τομέα - την οποία καμία κυβέρνηση ως τώρα δεν τόλμησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά).

Σε ένα πράγμα θα συμφωνήσω απόλυτα με το άρθρο: Οι δικτατορικές μέθοδοι των πανίσχυρων συνδικάτων του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνιστούν πράγματι απειλή για την εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Γιατί, θύμα των πρακτικών τους καθίσταται το σύνολο της κοινωνίας - «καλοί» και «κακοί», ανεξάρτητα από το αν ανήκουν σε αυτούς που συμπαθεί ή σε εκείνους που μέμφεται η αρθρογράφος!

(ΤΟ ΒΗΜΑ, Ιούλιος 2012)

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2025

Αντιμετωπίζοντας την απόρριψη


Θα πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα της αυτοαξιολόγησης με κριτήριο την αποδοχή ή την απόρριψη από τους άλλους. Κάτι που μπορεί να συμβεί σε κάθε είδους επαφή, από τα social media ως τις ερωτικές σχέσεις...

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Το πρωί, από συνήθεια ή από ένστικτο, ρίχνουμε μια ματιά στον καθρέφτη. Ίσως ελπίζοντας ότι θα αρέσουμε στον εαυτό μας λίγο περισσότερο από ό,τι την προηγούμενη μέρα, ή ίσως από φόβο ότι θα του αρέσουμε λιγότερο. Σε κάθε περίπτωση - και με την προϋπόθεση ότι ο καθρέφτης δεν είναι παραμορφωτικός - το γεωμετρικό είδωλο του εαυτού μας που βλέπουμε, αρεστό ή όχι, αντανακλά πιστά μια πραγματικότητα. Είναι μία εικόνα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Κι εδώ εξαντλείται ο κατάλογος των αντικειμενικών κατόπτρων της καθημερινότητάς μας. Γιατί, όλοι οι υπόλοιποι "καθρέφτες" της ζωής μας είναι παραμορφωτικοί. Αφού, το είδωλο του εαυτού μας που μας επιστρέφουν περνά μέσα από υποκειμενικά ανθρώπινα φίλτρα. Είτε πρόκειται για τους λίγους ανθρώπους που έχουμε επιλέξει να βρίσκονται κοντά μας, είτε, ευρύτερα, για το υποσύνολο της κοινωνίας με το οποίο συσχετιζόμαστε.

Είχαμε γράψει παλιότερα [1] για τον κίνδυνο ψυχολογικής εξάρτησης από τις "επιδοκιμασίες" (τα περίφημα "Like") στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης:

Το σύστημα των "επιδοκιμασιών" στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ανθρώπινη ψυχολογία, αν κάποιος κάνει το λάθος να συνδέσει το αίσθημα της αυταξίας με τις ανταποκρίσεις των χρηστών στις αναρτήσεις του. Πολλοί χρήστες του Facebook βιώνουν αισθήματα αυτοαμφισβήτησης ή και απόρριψης από τον διαδικτυακό κοινωνικό τους χώρο, όταν μειώνεται (για τους όποιους λόγους) η συχνότητα των εισπραττόμενων τεκμηρίων επιδοκιμασίας. Συχνά, μάλιστα, διαδικτυακές "φιλίες" χαλούν εξαιτίας της συστηματικής αμέλειας στην παροχή των απεγνωσμένα επιζητούμενων ψυχολογικών επιβεβαιώσεων μέσω του παντοδύναμου κουμπιού! Ο μηχανισμός των “Like” μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αρνητικής ψυχολογίας σε περίπτωση εθισμού και, τελικά, αποστέρησης της επιδοκιμασίας. Ας αποφύγουμε την παγίδα να διαμορφώσουμε αίσθημα αυταξίας με βάση τον αριθμό των επιδοκιμασιών που εισπράττουμε στα social media. Η αξία των λόγων και των σκέψεών μας δεν κρίνεται από τη δημοφιλία τους σε κάποιο υποσύνολο της κοινωνίας, αλλά από το βάθος της συνειδητότητας που αντιπροσωπεύουν και το μέγεθος της αλήθειας που εκφράζουν...

Οι προσωπικές σχέσεις αποτελούν ξεχωριστή και πολύ περισσότερο ευαίσθητη περίπτωση. Γιατί, αν ένα ηλεκτρονικό προφίλ μπορούμε εύκολα να το διαγράψουμε από τη λίστα των διαδικτυακών "φίλων", δεν είναι το ίδιο εύκολο να διαγράψουμε από τη συνείδησή μας πρόσωπα στα οποία έχουμε καταθέσει ένα (συχνά μεγάλο) μέρος από το συναισθηματικό δυναμικό μας. Κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις ερωτικές σχέσεις.

Κάποια στιγμή, η άλλη πλευρά αποφασίζει - για τους δικούς της λόγους - να φύγει από τη σχέση. Κι αυτό είναι δυνατό να το εισπράξουμε ως απόρριψη ή ως προδοσία, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε δυσάρεστες ψυχικές καταστάσεις που κυμαίνονται από αυτο-αμφισβήτηση και αυτο-οίκτο μέχρι έντονο αίσθημα θυμού, ακόμα και μίσους. Το διακύβευμα είναι διπλό: εκτός από το ότι χάνουμε μία ερωτική σχέση, κινδυνεύουμε να χάσουμε και τον ίδιο τον εαυτό μας!

Το αίσθημα της απόρριψης μπορεί να μας παρασύρει σε λανθασμένες θεωρήσεις, τόσο για τον εαυτό μας όσο και για τον άλλον:

1. Συναρτούμε το αίσθημα της αυταξίας μας με τις διακυμάνσεις της βούλησης ενός άλλου ανθρώπου. Έτσι, βιώνουμε αισθήματα αυτοεκτίμησης ή αυτοαπόρριψης, ανάλογα με το αν αυτός ο άλλος επιθυμεί να βρίσκεται με εμάς ή χωρίς εμάς. Με τον τρόπο αυτό γινόμαστε έρμαια των επιλογών ενός ξένου παράγοντα και, κυριολεκτικά, παύουμε να ανήκουμε στον εαυτό μας!

2. Στο αντίθετο άκρο, μετρούμε την αξία κάποιου με κριτήριο το αν μας επιθυμεί ή μας απορρίπτει: "Αφού έφυγε, αποδείχθηκε ότι δεν άξιζε να βρίσκεται στη ζωή μου!" Η θεώρηση αυτή κατά βάση ανάγει την άσκηση ελεύθερης βούλησης σε ηθικό ζήτημα, ενώ αξιολογεί τη φυγή ως παράπτωμα: "Οφείλεις να συνεχίσεις να θέλεις να βρίσκεσαι μαζί μου, αλλιώς είσαι ηθικά κατώτερος από εμένα που εξακολουθώ να σε θέλω!"

Όμως, τι αξία έχει να παραμένει κοντά μας, επειδή "έτσι πρέπει", κάποιος που δεν θα ήθελε να βρίσκεται εκεί; Μία έντιμη φυγή δεν είναι, άραγε, πιο αξιοπρεπής στάση απέναντί μας, σε σύγκριση με μία συμβατική και υποκριτική παραμονή;

Κλείνουμε το σημείωμα με ένα κριτικό (και, κατά μία έννοια, αναθεωρητικό) σχόλιο που αφορά τις λέξεις που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή μας επικοινωνία, οι οποίες, αν επιλεγούν με λάθος τρόπο, είναι δυνατό να δημιουργήσουν ή να ενισχύσουν αρνητικά συναισθήματα. Επανεξετάζοντας τις λέξεις που έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει σε αυτό το κείμενο, διαπιστώνουμε ότι κάποια από αυτές θα μπορούσε να έχει αυτό ακριβώς το μη-επιθυμητό αποτέλεσμα...

Ερώτηση: Θα πρέπει να μιλάμε για "απόρριψη" όταν αναφερόμαστε σε πρόσωπα και όχι σε αντικείμενα ή ιδέες;

Καταρχάς, απορρίπτουμε (δηλαδή, πετάμε) ένα αντικείμενο όταν δεν το χρειαζόμαστε άλλο. Επίσης, απορρίπτουμε μία ιδέα με την οποία διαφωνούμε, ή μια πρόταση που μας γίνεται αλλά δεν μας ικανοποιεί.

Στην περίπτωση προσώπου, όμως, η χρήση της λέξης "απόρριψη" αντικειμενοποιεί το άτομο με τρόπο υποτιμητικό. Όταν ισχυριζόμαστε ότι κάποιος μας "απορρίπτει", είναι σαν να του αναγνωρίζουμε το δικαίωμα ή το προνόμιο να μας υποβιβάζει στην κατηγορία ενός αχρείαστου πράγματος. Και είμαστε εμείς οι ίδιοι, τελικά, που αδικούμε τον εαυτό μας περισσότερο απ' όσο μας "αδίκησε" κάποιος άλλος με τη φυγή του! (Βέβαια, πραγματική αδικία δεν υφίσταται εκ μέρους του, αφού αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα κάθε ανθρώπου η επιλογή προσανατολισμού της βούλησής του.)

Εν κατακλείδι, κανείς δεν απορρίπτει κανέναν σε μία ερωτική σχέση. Οι άνθρωποι κυβερνώνται από τις βουλήσεις τους, κι αυτές είναι δυνατό να τους πηγαίνουν σε άλλες κατευθύνσεις όταν αλλάζει η φορά του ανέμου των επιθυμιών τους. Όταν, δηλαδή, ο ερωτικός προσανατολισμός έχει κάνει πια τον κύκλο του και, ενδεχομένως, ζητά να επενδύσει σε νέες εμπειρίες. Είναι (δυστυχώς, αν θέλετε) κανόνας της ζωής που θα πρέπει να τον αποδεχθούμε με πραγματισμό και δίχως αισθήματα θυμού, ηττοπάθειας ή αυτο-οίκτου.

Γιατί - κι αυτό είναι το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε - η φυγή ενός ερωτικού εταίρου αφορά τον ίδιο και μόνο, χωρίς να λέει κάτι για τη δική μας αξία. Και, αν το καλοεξετάσουμε, ούτε για τη δική του!

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2025

Μία προσωπική κατάθεση για το «ΕΣΥ»

Ένα πρόσφατο ατύχημα μου έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω "από μέσα" ένα κομμάτι του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Αυτή είναι μία σύντομη καταγραφή της εμπειρίας μου.

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Εκείνο το μεσημέρι της Πέμπτης, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2024, βγήκα να κάνω κάποια ψώνια στη γειτονιά. Τη στιγμή που κλείδωνα την πόρτα του σπιτιού δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα το ξανάβλεπα μετά από μερικούς μήνες!

Ούτε που κατάλαβα πώς έγινε... Σε μία διάβαση που την περνώ σχεδόν καθημερινά, χωρίς καν να βαδίζω βιαστικά ή απρόσεκτα, οι δυνάμεις του Σύμπαντος συνωμότησαν ώστε με κάποιον "μεταφυσικό" τρόπο να βρεθώ πεσμένος στην άσφαλτο, έχοντας εισπράξει όχι ένα απλό διάστρεμμα αλλά ένα σωστό κάταγμα στην ποδοκνημική.

Δύο καλά παιδιά (έμαθα μετά πως ήταν κι αυτοί οπαδοί της ΑΕΚ) με μετέφεραν στο πεζοδρόμιο και με έβαλαν να καθίσω κάπου, ενώ κάλεσαν αμέσως το "166". Η τηλεφωνήτρια στο Κέντρο του ΕΚΑΒ ρώτησε αν υπήρχε χτύπημα στο κεφάλι, έτσι ώστε να αξιολογηθεί κατά πόσον το περιστατικό είχε τον χαρακτήρα του επείγοντος. Αν και τέτοιο ζήτημα δεν υφίστατο, το ασθενοφόρο έφτασε σχετικά γρήγορα. Με έβαλαν μέσα και με πήγαν στο νοσοκομείο που εφημέρευε τη μέρα εκείνη. Ήταν το "Λαϊκό".

Ο ορθοπεδικός (με "έψιλον", sorry κ. Μπαμπινιώτη!) στα επείγοντα διέγνωσε κάταγμα και, μαζί με δύο βοηθούς του, ξεκίνησε την προσπάθεια ανάταξης του ποδιού και τοποθέτησής του σε νάρθηκα. Για την ιστορία, έγιναν - αν θυμάμαι καλά - τέσσερις τέτοιες προσπάθειες ώσπου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, και στο τέλος κάθε μίας γινόταν έλεγχος με ακτινογραφία ή/και αξονική. Αφού έγιναν κάποιες απαραίτητες αιματολογικές εξετάσεις, δόθηκε η εντολή να μεταφερθώ σε θάλαμο εν αναμονή χειρουργείου.

Τις μέρες που μεσολάβησαν ως την εγχείριση, μου δόθηκε η ευκαιρία να διαπιστώσω τον εξαιρετικό επαγγελματισμό του νοσηλευτικού προσωπικού. Και όχι μόνο στα καθαρά ιατρικά τους καθήκοντα αλλά και σε ό,τι αφορά την ψυχολογική υποστήριξη των ασθενών. Εξίσου υποδειγματική ήταν η τήρηση της καθαριότητας των χώρων, ενώ το φαγητό δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από αυτό ενός καλού εστιατορίου.

Θα αναφέρω ενδεικτικά ένα περιστατικό: Κάποια στιγμή εμφάνισα έντονη ξηροδερμία και ρώτησα μία νοσηλεύτρια αν υπήρχε κάπου λίγη, έστω, ενυδατική κρέμα. Μετά από μερικά λεπτά επέστρεψε κρατώντας ένα σωληνάριο επώνυμης κρέμας μέσα σε συσκευασία που δεν είχε ακόμα ανοιχτεί. "Σας την προσφέρει η προϊσταμένη", μου είπε!

Με τους χειρουργούς δεν είχα ιδιαίτερη προσωπική επαφή. Περνούσε όμως περιοδικά από τον θάλαμο ολόκληρη η ομάδα για να ελέγξει την κατάσταση των ασθενών και να δει αν τυχόν υπήρχαν προβλήματα που απαιτούσαν ιατρική προσοχή. Ευγενής και πάντα προσηνής η κυρία Νίνα Δράκου, Διευθύντρια της Ορθοπεδικής Κλινικής του "Λαϊκού", φαίνεται ότι κάνει εξαιρετική δουλειά στη Μονάδα. Περιττό να αναφέρω - αλλά το κάνω για να είμαι ξεκάθαρος - ότι η νοσηλεία δεν μου κόστισε ούτε ένα ευρώ.

Το χειρουργείο πήγε πολύ καλά, πράγμα που επιβεβαίωσε και η ακτινογραφία που έβγαλα μετά από 1 μήνα σε ιδιωτική μονάδα αποκατάστασης όπου νοσηλεύτηκα στη συνέχεια. Βέβαια, η αποκατάσταση είναι μία αργή και βασανιστική διαδικασία που μπορεί να κρατήσει μήνες. Σε αυτές τις περιπτώσεις καταγμάτων ο ασθενής δεν επιστρέφει στην κανονικότητά του μέσα σε λίγες μέρες...

Αυτή ήταν η προσωπική μου εμπειρία από το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ). Καθώς δεν ζω (πλέον) σε άλλη χώρα, δεν αγνοώ τα προβλήματα του ΕΣΥ όπως αυτά αναφέρονται σχεδόν καθημερινά από τα μέσα ενημέρωσης. Έτσι, θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που ευτύχησα να δω την φωτεινή όψη του συστήματος.

Όμως ίσως - λέω, ίσως - αυτή η καλή εμπειρία μου να μην αποτελεί, τελικά, εξαίρεση αλλά να αντανακλά, ως έναν βαθμό τουλάχιστον, μία γενικότερη προσπάθεια αναβάθμισης του δημόσιου συστήματος Υγείας. Αντιλαμβάνομαι, βέβαια, ότι μια τέτοια σκέψη δεν συνάδει με κυρίαρχα πολιτικά αφηγήματα και δεν υπηρετεί αντίστοιχους πολιτικούς στόχους.

Αν, εν τούτοις, υπάρχει κάποια πολιτική που όχι μόνο δεν βλάπτει αλλά, αντίθετα, προάγει την Υγεία, τόσο το καλύτερο για την Υγεία. Όπως και για την ίδια την πολιτική!

KLIK

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

Στοχασμοί πάνω σε μία προφητική διάλεξη του Δημήτρη Λιαντίνη

                       

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ένα παλιό κείμενο, που είδα σε κάποιο site, μου θύμισε τη μέρα (1/6/1998) που ένας μεγάλος στοχαστής πέρασε από την γήινη ύπαρξη στην (ενδοκοσμική, όπως ο ίδιος την όρισε) αθανασία. Ήταν μία επιμελώς προετοιμασμένη «απόδραση». Το κυριότερο: ήταν μια φυγή που είχε προαναγγελθεί. Μεταξύ άλλων, σε μία διάλεξη που θα την χαρακτήριζα προφητική. Έστω και με την έννοια της αυτο-εκπληρούμενης προφητείας...

Ως αντικείμενο ακαδημαϊκής συζήτησης, ο Δημήτρης Λιαντίνης είναι πάντα επίκαιρος. Έτσι, πιστεύω πως δεν είναι ποτέ «πολύ αργά» για να μιλήσει κάποιος γι’ αυτόν. Το παρόν κείμενο επιχειρεί μία κριτική προσέγγιση στην ιστορική διάλεξή του με θέμα: «Η Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου» (δείτε το video που παρατίθεται στο τέλος). Ο Λιαντίνης παρομοίασε τη διάλεξη με επιστημονικό «συμπόσιο», κάτι που ασφαλώς δεν ήταν. (Σημειώνω, για την ιστορία, ότι το κοινό αποτελείτο από στρατιωτικούς γιατρούς.)

Βλέποντας κάποιος τη διάλεξη, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την ευρυμάθεια αλλά και την δύναμη του λόγου του καθηγητή. Ταυτόχρονα, όμως, μένει με κάποια ερωτήματα που, δυστυχώς, ο άνθρωπος που κατήγγειλε τον θάνατο του δασκάλου («πέθανε ο δάσκαλος») φρόντισε με την πρόωρη αποχώρησή του να μείνουν αναπάντητα. Πάνω σ’ αυτά τα ερωτήματα θα ήθελα να μιλήσω, τονίζοντας εξαρχής ότι τοποθετούμαι από τη σκοπιά ενός απλού ακροατή και μόνο. Κάποιου που ίσως θα ήθελε να βρισκόταν στο αμφιθέατρο για να διατυπώσει τις συνηθισμένες απορίες που ακούγονται στο τέλος μίας ακαδημαϊκής ομιλίας.

Σταχυολογώ, καταρχάς, μερικά σημεία της ομιλίας που θεωρώ σημαντικά, διατηρώντας κατά το δυνατόν τα αυθεντικά εκφραστικά μέσα του ίδιου του Λιαντίνη (δικές μου επισημάνσεις εμφανίζονται μέσα σε αγκύλες). Σημειώνω ότι ο Λιαντίνης (προς απογοήτευσή μου, ομολογώ) αποφεύγει να δώσει τον ορισμό του θανάτου («τι είναι θάνατος, όλοι ξέρουμε»«ο ορισμός είναι φοβερά δύσκολο πράγμα»), αναπτύσσοντας έτσι ένα θέμα του οποίου το βασικό αντικείμενο δεν καθορίζεται απόλυτα.

1. Την Αττική Τραγωδία τη γέννησε η διαλεκτική σχέση των Ελλήνων με τον θάνατο. Είναι ένα γέννημα από αυτό το «πνευματικό αντιμέτρημα» που είχαν οι Έλληνες με το φαινόμενο του θανάτου. Για να υποστηρίξει την άποψή του αυτή, ο Λιαντίνης παραθέτει ως «γεωμετρική απόδειξη» το γεγονός ότι όλοι οι τραγικοί ήρωες πεθαίνουν στο τέλος του δράματος.

2. Ο θάνατος είναι ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν. Από την Αστροφυσική και την Κοσμολογία είναι γνωστό ότι ακόμα και οι αστέρες πεθαίνουν (π.χ., οι μελανές οπές είναι «αστρικά πτώματα»). Και, κάθε στιγμή, ολόκληρος ο πλανήτης μας είναι «ένα σφαγείο» όπου άνθρωποι, ζώα, φυτά, πεθαίνουν, συχνά με φριχτό τρόπο. Η ζωή είναι ένας απέραντος στίβος πιθανοτήτων και δυνατοτήτων. Ένα μόνο είναι βέβαιο, ασφαλές κι απόλυτο (όχι απλά πιθανό ή δυνατό): ο θάνατος!

3. Ο θάνατος είναι το σημαντικότερο πρόβλημα της Φιλοσοφίας. Για την ακρίβεια, η ίδια η Φιλοσοφία δεν είναι παρά ο στοχασμός του ανθρώπου πάνω στο φαινόμενο του θανάτου: «Φιλοσοφία εστί μελέτη θανάτου» (Πλάτωνος «Φαίδων»).

4. Η λέξη «τέλος» έχει διττή σημασία. Σημαίνει το τέρμα αλλά και τον σκοπό. Όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας αποβλέπουν σε ένα πράγμα: στο τέλος, στον θάνατό μας. Ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας. Ό,τι κάνουμε είναι μια ανοιχτή δυνατότητα που θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από τη στιγμή του θανάτου μας, από το πώς θα πεθάνουμε. Τίποτα δεν μπορούμε να πούμε για τη ζωή μας αν δεν δούμε το τέλος μας (αναφέρεται στο παράδειγμα Σόλωνος και Κροίσου).

[Μου δίνεται η εντύπωση ότι, σύμφωνα με αυτή την άποψη, δεν βιώνουμε ποτέ το παρόν για το ίδιο το παρόν αλλά για μια απροσδιόριστη, οριακή στιγμή του μέλλοντός μας. Με άλλα λόγια, είμαστε «νεκροί σε σειρά αναμονής»!]

5. Το «φάρμακο» που θα μας απαλλάξει από τον φόβο του θανάτου είναι η απαλλαγή από τον εγωισμό μας («ορμή προς διατήρηση του είδους» τον ονομάζει). Αγαπάμε τόσο πολύ τον εαυτό μας που δεν μπορούμε να τον σκεφτούμε αποκομμένο από τη Φύση. Θα πρέπει να λέμε: «Είμαι κι εγώ όπως όλα τα άλλα στοιχεία της Φύσης, όπως ένα κυπαρίσσι, όπως μια πέτρα, μια κρήνη, ένα όρος...» Να αποστασιοποιηθούμε, δηλαδή, από τον εαυτό μας και να τον δούμε σαν ένα κομμάτι της Φύσης. Έτσι θα απαλλαγούμε από τον φόβο του θανάτου.

[Προβληματίζει η φαινομενική αντίφαση ανάμεσα στο «αποκομμένο από τη Φύση» και το «σαν ένα κομμάτι της Φύσης», με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται πιο πάνω στις αντίστοιχες φράσεις.]

6. Επικαλούμενος τον Freud, ο Λιαντίνης ισχυρίζεται πως, όταν βρισκόμαστε μπροστά στον θάνατο ενός συνανθρώπου, ακόμα κι αν νομίζουμε ότι λυπόμαστε, κατά βάθος βιώνουμε ένα αίσθημα χαράς που εμείς είμαστε ζωντανοί!

[Το πώς θα ηχούσε αυτό το επιχείρημα σε εκείνους που δεν καταφέρνουν να επιβιώσουν μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου, είναι ασφαλώς ζήτημα της Ψυχολογίας, όχι της Φιλοσοφίας...]

7. Ο έρωτας είναι συνάρτηση του θανάτου. Μια έντονα ερωτική κατάσταση, μια βαθιά ερωτική βίωση, ποτέ δεν θα τη ζήσουμε στη φυσική της διάσταση και δεν θα είναι αληθινή αν δεν συνοδεύεται από το φαινόμενο του θανάτου. Γι’ αυτό όλοι οι μεγάλοι ποιητές που μας περιέγραψαν μεγάλους έρωτες, τους οδηγούν στην καταστροφή (π.χ., Ρωμαίος και Ιουλιέτα).

[Στην «Γκέμμα» (σελ. 14) ο Λιαντίνης γράφει ότι «ο έρωτας που δε φέρνει μέσα του σπόρο τη συφορά και το θάνατο είναι θέμα της κωμωδίας». Αναρωτιέμαι, εν τούτοις, αν η δραματική ποίηση, για να θεωρηθεί σημαντική, πρέπει εξ ορισμού να αδυνατεί να περιγράψει τον έρωτα σαν πηγή ζωής και σαν λόγο ύπαρξης κι αιτία αναγέννησης του ανθρώπου. Σε επίπεδο μουσικής, θα πρέπει μήπως να καταδικάσουμε τον Parsifal του Wagner ως στερούμενο δραματικής αξίας, με το αιτιολογικό ότι ο έρωτας λειτουργεί ως μέσο αυτογνωσίας αντί ως μέσο καταστροφής;]

Μετά το πέρας της κύριας ομιλίας, και σε ερώτηση ακροατή πάνω στο θέμα «έρωτας και θάνατος», ο Λιαντίνης απαντά λέγοντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«Η ερωτική μας ένταση, όταν της αφαιρέσεις το στοιχείο του κινδύνου, της απειλής, της καταστροφής, με ακραία μορφή το θάνατο, είναι μισή, είναι (πράγμα) αφύσικο, είναι ένα φαινόμενο που κάπου καταντάει πια πλαδαρό!»

Και συνεχίζει κάνοντας μία περίεργη, για παιδαγωγό, τοποθέτηση που δείχνει (το λέω με επιφύλαξη, γιατί ο λόγος του είναι κάπως συγκεχυμένος) να κατακρίνει την αυτοπροστατευτική στάση των σημερινών νέων στον έρωτα:

«Γι’ αυτό ακριβώς και σήμερα με την ερωτική ελευθεριότητα, με το ότι ξεφεύγουμε τους κινδύνους, βρίσκουμε λύσεις εναλλακτικές, κλπ., έχουμε καταντήσει και λέμε τα κορίτσια μας (...) ‘φλωρίνες’ και τα αγόρια τα λέμε ‘φλώρους’: δεν ξέρουν να ερωτευτούν.»

Τέλος, σε ερώτηση άλλου ακροατή για την ύπαρξη ζωής μετά τον θάνατο, ο Λιαντίνης έδωσε μία μάλλον αναμενόμενη, για έναν εκ πεποιθήσεως άθεο, απάντηση:

«Υπάρχει μία ‘ζωή’ μετά θάνατον, η ακόλουθη: Εκείνο που μένει όταν θα πεθάνουμε είναι η καλή μνήμη που αφήνουμε στους ανθρώπους. Είναι αυτό που λέμε στη Φιλοσοφία, ‘ενδοκοσμική αθανασία’.»

Όπως γρήγορα γίνεται φανερό στη συνέχεια, αυτή η οιονεί «αθανασία» στην οποία αναφέρεται δεν είναι άλλη από το ματαιόδοξο κυνήγι της υστεροφημίας. Ανθρώπινη αδυναμία από την οποία δεν ξέφυγε ούτε ο μυθικός Οδυσσέας, όπως πολύ εύστοχα, ομολογώ, καταδεικνύει ο ομιλητής χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από την «Οδύσσεια».

Παρακολουθώντας την ομιλία, εντόπισα κάτι που, σ’ εμένα τουλάχιστον τον μη-ειδικό στη Φιλοσοφία, φαντάζει σαν εσωτερική αντινομία του λιαντινικού συστήματος θεώρησης του θανάτου. Συγκεκριμένα, ο Λιαντίνης μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα σε μια αιτιοκρατική και μια τελεολογική ερμηνεία του φαινομένου. Ας εξηγήσω τι εννοώ, ξεκινώντας από μερικούς απαραίτητους ορισμούς.

Ως αιτιοκρατία χαρακτηρίζουμε τη φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία το κάθε τι που συμβαίνει καθορίζεται απόλυτα από προηγούμενες αιτίες και δεν γίνεται κατά τρόπο τυχαίο. Αν ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε μπορούμε να πούμε ότι το Β συνέβη επειδή προηγήθηκε το Α. Δηλαδή, το αίτιο καθορίζει το αποτέλεσμα.

Σύμφωνα με την τελεολογία, από την άλλη μεριά, τα πάντα στον κόσμο διέπονται από έναν σκοπό, προς εκπλήρωση του οποίου τείνουν. Δηλαδή, όλα τα φαινόμενα υπηρετούν μια προκαθορισμένη σκοπιμότητα. Έτσι, αν πάλι ονομάσουμε Α το αίτιο και Β το αποτέλεσμα, τότε λέμε ότι το Α συνέβη ώστε να επακολουθήσει το Β. Με άλλα λόγια, το αίτιο δικαιώνεται από το αποτέλεσμα.

Στην αρχή της ομιλίας, ο θάνατος παρουσιάζεται ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ζωής, με το οποίο ο άνθρωπος οφείλει να συμφιλιωθεί. Είναι «ο κυρίαρχος νόμος που κρατεί στο Σύμπαν» και αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα για τον άνθρωπο. Είναι σαφές εδώ ότι ο θάνατος (ως αποτέλεσμα) υπάρχει λόγω του ότι προϋπήρξε η ζωή, και θα έχανε κάθε νόημα χωρίς αυτήν. Βλέπουμε έτσι μία αιτιοκρατική αντίληψη της ιδέας του θανάτου.

Στη συνέχεια, όμως, ακούμε ότι «ο θάνατός μας είναι και ο σκοπός της ζωής μας» και πως «ό,τι κάνουμε θα προσδιοριστεί, θα αξιολογηθεί, θα δικαιωθεί ή θα αποκατασταθεί από το πώς θα πεθάνουμε». Με άλλα λόγια, κύριος (αν όχι μοναδικός) σκοπός της ζωής μας είναι η προετοιμασία του θανάτου μας. Η ζωή (ως προϋπάρχον αίτιο) αποτιμάται από το αποτέλεσμά της, τον θάνατο, και θα πρέπει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως πεδίο προετοιμασίας του θανάτου, χωρίς τον οποίο η ζωή θα έχανε το νόημά της. Μία εμφανώς τελεολογική αντίληψη του νοήματος της ζωής.

Θα τολμούσα να υποθέσω ότι, κατά τον Λιαντίνη, δεν έχει τόση σημασία το πώς έζησε κάποιος, όση το πώς πέθανε. Κι αν θέλει να πεθάνει με τον «σωστό τρόπο», θα πρέπει να φροντίζει γι’ αυτό καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Ως παιδαγωγός, εν τούτοις, πιστεύω πως κάθε διδασκαλία θα πρέπει να στοχεύει στην ψυχική και πνευματική ανύψωση του ανθρώπου και στην ανάδειξη της αξίας της ζωής. Στους μαθητές μας – μα και στην κοινωνία, ευρύτερα – θα πρέπει να διδάσκουμε τον θάνατο όχι ως υπέρτατη αξία, στην προοπτική της οποίας ο άνθρωπος οφείλει να αφιερώσει την κάθε στιγμή της ζωής του, αλλά σαν ένα οριακό γεγονός σε μία πορεία συνειδητότητας κι αυτογνωσίας (για να θυμηθούμε και τον, αγαπημένο στον Δ. Λιαντίνη, Σωκράτη). Πορεία που πρέπει να διανύσουμε όχι μόνο για το τέλος της (που δεν ταυτίζεται με τον σκοπό της) μα κυρίως για το ίδιο το ταξίδι, όπως θα ‘λεγε κι ο Αλεξανδρινός ποιητής, επίσης αγαπημένος στον Λάκωνα ομιλητή!

Video:  https://youtu.be/FtOdw4oDhTA

Τετάρτη 30 Ιουλίου 2025

Να καταργήσουμε, λοιπόν, σύνορα και ιδιοκτησία;

       

Ένα από τα πάγια αιτήματα «προοδευτικών» συλλογικοτήτων (αλλά και ενός μικρού τμήματος της κοινοβουλευτικής Αριστεράς) είναι η εφαρμογή του δόγματος των ανοιχτών συνόρων (κατά μία έννοια, η de facto κατάργηση των συνόρων). Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει, θεωρητικά, η αυτοσυνέπεια ενός τέτοιου δόγματος;

 Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Ενδιαφέρουσες απόψεις διαβάζει κανείς στα social media, τόσο από εκπροσώπους "συλλογικοτήτων" με κοινωνικές ευαισθησίες (ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την μετανάστευση), όσο και από μεμονωμένους ιδεολόγους που αμφισβητούν τις αξίες της αστικής δημοκρατίας. Μία από τις πλέον δημοφιλείς ιδέες είναι η κατάργηση των κρατικών συνόρων και της ιδιοκτησίας. Για να το πω απλοϊκά, θα πρέπει να καταργηθούν όλα τα σύνορα, κι ολόκληρη η Γη να γίνει μία ενιαία "χώρα" όπου όλοι θα κινούνται ελεύθερα και όλα θα ανήκουν σε όλους. Έτσι, οι άνθρωποι θα είναι ευτυχισμένοι, αφού, ως γνωστόν, αποκλειστικές πηγές δυστυχίας είναι το αίσθημα της ιδιοκτησίας και η ιδέα της αυτόνομης κρατικής υπόστασης!

Βέβαια, εδώ εγείρονται κάποια ερωτήματα:

– Αν ένα σύνορο είναι "κακό" πράγμα όταν διαχωρίζει κράτη, γιατί να υποθέσουμε ότι γίνεται αυτόματα "καλό" (ή έστω ανεκτό) όταν διαχωρίζει άλλου είδους υποστάσεις μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία; (Θα εξηγήσω παρακάτω.)

– Πόσο μακριά φτάνει η απαίτηση να ανήκουν τα πάντα σε όλους; Ας πούμε, ανήκει ή όχι αποκλειστικά σε εμένα το ηλεκτρονικό μέσο με το οποίο γράφω τούτες τις γραμμές; Μου ανήκουν τα βιβλία και τα μουσικά CD μου; Η συλλογή των στυλογράφων μου; (Ξέρω, ο μαρξισμός έχει απαντήσει στην πράξη σε τέτοια "γελοία" ερωτήματα περί των ορίων της ιδιοκτησίας. Όμως, η παρούσα ανάλυση αφορά πρωτογενείς έννοιες, όχι την ad hoc οριοθέτησή τους στο πλαίσιο μιας οποιασδήποτε πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας.)

Ένας ακαδημαϊκός δάσκαλος που σέβεται τον εαυτό του, προκειμένου να αναδείξει το ανέφικτο των ιδεαλιστικών οραμάτων που προκάλεσαν τούτη τη συζήτηση, θα προσπαθούσε να αντλήσει επιχειρήματα ανοίγοντας τόμους φιλοσοφίας ή πολιτικής επιστήμης και ξεσηκώνοντας σοφές ρήσεις μεγάλων στοχαστών της Ιστορίας. Προτιμώ να ακολουθήσω μία δική μου συλλογιστική μέθοδο που δεν καταρρίπτει εξαρχής, αλλά μάλλον προεκτείνει τη γραμμή σκέψης των (νεαρών, στην πλειοψηφία τους) ιδεολόγων.

Ας συμφωνήσουμε, καταρχήν, ότι ιδεολογίες αλά καρτ δεν υπάρχουν! Όταν πιστεύω σε κάτι, το δέχομαι σε όλες του τις εκφάνσεις και το υποστηρίζω ακόμα και όταν η εφαρμογή του δεν με συμφέρει προσωπικά. Ας αποδυθούμε, λοιπόν, σε ένα διανοητικό παιχνίδι που θα μας δείξει πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η ιδέα της κατάργησης συνόρων και ιδιοκτησίας...

Ως γενική έννοια, το σύνορο οριοθετεί δύο ξεχωριστές υποστάσεις (π.χ., δύο κρατικές οντότητες) που δεν τέμνονται παρά μόνο στα σημεία του. Έτσι, θα θεωρήσουμε εδώ ως ισοδύναμους τους όρους "σύνορο" και "όριο".

Κατάργηση των συνόρων ανάμεσα σε δύο κράτη συνεπάγεται ελεύθερη διέλευση ανθρώπων από μία περιοχή Α σε μία περιοχή Β (και αντίστροφα). Αυτό εγείρει διάφορα ζητήματα. Για παράδειγμα:

 Πόσων ανθρώπων τις ανάγκες επιβίωσης μπορεί να εξυπηρετήσει η περιοχή Β; Ποιος θα είναι υπεύθυνος για την δίκαιη κατανομή των αγαθών, ελλείψει κρατικής εξουσίας;

 Είναι εξασφαλισμένη η αρμονική συνύπαρξη των ανθρώπων στην περιοχή Β υπό συνθήκες πιθανού υπερπληθυσμού; Ποιος θα εγγυηθεί την προστασία των πιο αδύναμων σε περίπτωση εισβολής βίαιων και πολεμοχαρών πληθυσμών;

 Ποιος θα τηρεί την τάξη σε μία περιοχή δίχως στρατό ή αστυνομία (δύο έννοιες που προκαλούν αλλεργικές αντιδράσεις σε εκείνους που ζητούν κατάργηση των συνόρων και της ιδιοκτησίας);

Αλλά, ακόμα κι αν δύσκολα καταργούνται τα σύνορα μεταξύ κρατών, υπάρχουν άλλα όρια που είναι στην διακριτική ευχέρεια του κάθε ανθρώπου να καταργήσει. Για παράδειγμα, ο αυλόγυρος περιβάλλει μία ιδιοκτησία  το σπίτι σου  και αποτελεί το σύνορό της. Αν στ' αλήθεια πιστεύεις ότι κάθε σύνορο που οριοθετεί μία ιδιόκτητη υπόσταση είναι "κακό" πράγμα και πρέπει να εκλείψει, ξεκίνα γκρεμίζοντας τον φράχτη του δικού σου σπιτιού και δώρησε σε όλη την κοινότητα τους καρπούς των δέντρων που με κόπο και φροντίδα έχεις καλλιεργήσει στον κήπο σου. Μπορείς, αν το επιθυμείς, να επιδιαιτητεύσεις για την ειρηνική και δίκαιη μοιρασιά των αγαθών στο πλήθος που ήδη θα πολιορκεί το σπίτι σου...

Όμως, ο αυλόγυρος δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Το ίδιο το σπίτι σου αποτελεί το σύνορο ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή σου. Μπορείς, αν θέλεις, να παραιτηθείς από το δικαίωμα ιδιοκτησίας που έχεις πάνω του και να ανοίξεις τις πόρτες σε όσους έχουν τη διάθεση να εισέλθουν. Φυσικά, καταργείται απόλυτα η ιδιωτική ζωή σου καθώς και η περιορισμένη, έστω, ελευθερία που σου πρόσφερε ένας οριοθετημένος δικός σου χώρος. Μικρές απώλειες, εν τούτοις, μπροστά στην αδιαπραγμάτευτη συνέπεια στην εφαρμογή των ιδεών σου...

Αλλά, ο αληθινός ιδεολόγος, εκείνος που θα ήταν πρόθυμος ακόμα και να θυσιαστεί για τις αξίες του, δεν σταματά στους μίζερους τοίχους ενός σπιτιού. Ποιο είναι, άραγε, το επόμενο στάδιο στην εξελικτική πορεία της ολικής κατάργησης των συνόρων; Μα  τι άλλο;  το ίδιο το ανθρώπινο σώμα! Το σώμα αποτελεί το όριο μέσα στο οποίο αυτονομείται η αντίληψη του "υπάρχω" ως μέρος του φυσικού κόσμου. Το σύνορο, δηλαδή, που χωρίζει το "εγώ" από το "όχι εγώ" σε επίπεδο υλικής υπόστασης. Κατάργηση της ιδιοκτησίας του σώματος σημαίνει γενική εκχώρηση δικαιώματος χρήσης του, ή ακόμα και παραβίασής του. Στην απόλυτα ιδανική κοινωνία που οραματιζόμαστε, ο βιασμός δεν υφίσταται ως ηθικό παράπτωμα! (Ας μην ξεχνούμε την κατ' ουσίαν "άφεση αμαρτιών" που παρέχουν οι ιδεολόγοι για εγκλήματα βίας – των βιασμών περιλαμβανομένων  που διαπράττονται από "παράτυπα" εισερχόμενους στη χώρα...)

Το μόνο που απομένει μετά την συνειδητή κι εκούσια κατάργηση του σώματος ως φυσικού ορίου, είναι η ατομική συνειδητότητα. Η αυτονομία, δηλαδή, της ατομικής συνείδησης. Η κατάργησή της θα οδηγήσει στην απορρόφηση και τελική συγχώνευση της αυτοσυνειδησίας μέσα σε μία ευρύτερη "μαζική συνείδηση". Η κοινωνία των ατόμων θα μετατραπεί έτσι σε πολτοποιημένη και ομοιογενή μάζα (μήπως δεν το έχουμε δει να συμβαίνει σε κάποια αυταρχικά καθεστώτα;) και ο δεύτερος θερμοδυναμικός νόμος – το λέω συμβολικά – θα οδηγήσει νομοτελειακά στο τέλος της ανθρωπότητας όπως την έχουμε γνωρίσει!

Και λοιπόν, τι θέλει να μας πει ο "ποιητής"; Από φόβο μήπως τεντώσουμε στο όριο της θραύσης την ιδέα της κοινοκτημοσύνης, θα πρέπει άραγε να καταφύγουμε στον εγωκεντρικό – συχνά απάνθρωπο – ατομικισμό του κοινωνικού δαρβινισμού; Να χτίσουμε τείχη για ανθρώπους που ζητούν να επιλέγουν ελεύθερα το γεωγραφικό τους στίγμα; Να επιτρέψουμε τη συσσώρευση των αγαθών από λίγους, ενώ τα στερούνται οι πολλοί;

Μονοσήμαντες απαντήσεις δεν υπάρχουν, αφού κάθε ιδεολογικό σύστημα θα δώσει τις δικές του σε συνάρτηση με τις θεμελιώδεις αρχές και την κοινωνική του στόχευση. Το ερώτημα είναι καθαρά πρακτικό: Είναι εφικτός και βιώσιμος ένας κόσμος δίχως σύνορα; (Εννοώ, φυσικά, τα κρατικά σύνορα, αφού τα υπόλοιπα που αναφέρθηκαν ήταν προϊόντα της αχαλίνωτα επαγωγικής σκέψης μας. Ένα παιχνίδι και μόνο του μυαλού μας!)

Για κάποιους "αντιδραστικούς", σαν αυτόν που γράφει τώρα, η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι προφανής. Αλλά, μπορεί και να πέφτω έξω...

KLIK

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Διαπράττει γενοκτονία το Ισραήλ στη Γάζα;


Διαπράττει το Ισραήλ έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα; Ή μήπως, αντίθετα, διατηρείται η ιστορική παράδοση να αποτελεί στόχο του εγκλήματος;

Γράφει ο Κώστας Παπαχρήστου

Πριν μπω στο κυρίως θέμα, θα χρειαστεί να κάνω έναν ασύμμετρα μακροσκελή πρόλογο. Ζητώ την ευγενική υπομονή του αναγνώστη...

Σε παλιότερο κείμενο [1] είχαμε επιχειρήσει να απαντήσουμε στο φαινομενικά απλοϊκό ερώτημα, κατά πόσον ο Ναζισμός θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «κακός». Παραθέτω εκτενές απόσπασμα εκείνου του άρθρου:

--------------------------------

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι, στη συνείδηση του δημοκρατικού ανθρώπου, ο Ναζισμός διατηρεί προεξάρχουσα θέση στην κλίμακα του ανθρώπινου Κακού. Για κάποιους μελετητές του Ολοκαυτώματος, μάλιστα, δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με το συμβατικό «ανθρώπινο» Κακό αλλά με κάτι που ξεπερνά κι αυτά ακόμα τα ανθρώπινα μέτρα. Σε ένα παλιό κείμενο [2] είχαμε επιχειρήσει να εξετάσουμε το ζήτημα αυτό από φιλοσοφική άποψη.

Για το συντριπτικά μεγάλο ποσοστό των ανθρώπων, εκείνων δηλαδή που δεν έχουν «μολυνθεί» από ναζιστικές ιδέες, η ηθική αξιολόγηση του Ναζισμού είναι δεδομένη και αυτονόητη: Οι Ναζί ήταν εκπρόσωποι του ακραίου, του απόλυτου Κακού. Μία βαθύτερη εξέταση του θέματος, εν τούτοις, επιβάλλει ιδιαίτερη προσοχή σε ό,τι αφορά τη χρήση του όρου «κακό». Το παρακάτω απλοϊκό ερώτημα μοιάζει σχεδόν ρητορικό:

    – Ήταν ο Ναζισμός κακός;

Αν απαντήσουμε καταφατικά, έχουμε πέσει σε μία φοβερή παγίδα που άθελά μας στήσαμε μόνοι μας: Δώσαμε στον Ναζισμό ανθρώπινο πρόσωπο! Ας μου επιτραπεί να εξηγήσω:

Το κακό – ακόμα και στην ακραία εκδοχή του – σχετίζεται με την ηθική διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Έξω από τον άνθρωπο δεν υπάρχει «καλό» ή «κακό». Έτσι, αν χαρακτηρίσουμε τον Χίτλερ ως «κακό», του έχουμε αυτομάτως αναγνωρίσει την ανθρώπινη ιδιότητα. Την οποία αμφίβολο είναι ότι εκείνος και το καθεστώς του έφεραν.

Τι είναι, όμως, αυτό που καθορίζει και οριοθετεί την ανθρώπινη ιδιότητα; Απόλυτη απάντηση δεν υπάρχει έξω από το σαφές πλαίσιο που ορίζει η βιολογία. Αν, εν τούτοις, δεχθούμε τον άνθρωπο κατά κύριο λόγο ως ηθικό μέγεθος, τότε μπορούμε να πούμε ότι το κριτήριο που επιβεβαιώνει ή απορρίπτει, ανάλογα, την πιο πάνω ιδιότητα, είναι η αυτοσυνειδησία. Συγκεκριμένα, πώς τοποθετεί το άτομο τον εαυτό του μέσα στο πλέγμα της αιτιότητας.

Ο άνθρωπος παράγει αιτιότητα αλλά και υπόκειται σε αυτήν. Δηλαδή, συμμετέχει στην αιτιακή αλυσίδα τόσο ως γενεσιουργό αίτιο, όσο και ως υποκείμενο αποτέλεσμα. Ειδική σημασία για την παρούσα συζήτηση έχει το κομμάτι της αιτιότητας που αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις. Ένα άτομο, λοιπόν, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή ενός άλλου ατόμου, το οποίο, με τη σειρά του, μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του πρώτου. Σε ακραία περίπτωση, ένας άνθρωπος μπορεί να σκοτώσει κάποιον άλλον αλλά και να σκοτωθεί από εκείνον. Αυτή η αμφίδρομη σχέση με την αιτιότητα αποτελεί, εξ ορισμού, μέρος της αυτοσυνειδησίας κάθε ατόμου ή, συλλογικά, κάθε κοινωνικής ομάδας.

Υπάρχει, εν τούτοις, μία ακραία παρέκκλιση από τον τελευταίο αυτό κανόνα. Πρόκειται για τον συνειδησιακό τύπο που πιστεύει – και δεν διστάζει να επιβάλει ακόμα και με τη βία την πίστη του αυτή – ότι δικαιούται να επηρεάζει την αιτιότητα χωρίς να υπόκειται σε αυτήν. Ο τύπος αυτός, δηλαδή, έχει συνειδητά απαρνηθεί την ανθρώπινη ιδιότητά του, απονέμοντας αυθαίρετα στον εαυτό του έναν ανώτερο ρόλο: αυτόν ενός οιονεί «θεού»!

Στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι Ναζί. Όπως έχουμε σημειώσει [2] θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως εκπρόσωπους μίας φυσικής Αρχής που είχε το απόλυτο δικαίωμα να αποφασίζει για την ύπαρξη ή τον αφανισμό οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας, οσοδήποτε μεγάλης, χωρίς η ίδια αυτή «Αρχή» να υπόκειται σε άνωθεν έλεγχο ή έξωθεν αμφισβήτηση της παντοδυναμίας της.

Αυτό που καθιστά το ναζιστικό καθεστώς μοναδικό ανάμεσα σε άλλα ρατσιστικά καθεστώτα είναι το γεγονός ότι, υπερβαίνοντας τα όρια του «απλού» κοινωνικού διαχωρισμού, επιδόθηκε σε φυλετική εξόντωση. Στο πλαίσιο της μαζικής αυτής δολοφονίας, οι Ναζί λειτούργησαν σαν «θεοί» που μπορούσαν να επιλέξουν αυθαίρετα σε ποιο ανθρώπινο είδος θα εκχωρούσαν το δικαίωμα στη ζωή, και σε ποιο είδος θα το αρνούνταν και θα το καταργούσαν.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί εδώ ότι η εξόντωση δεν ήταν πράξη αυτοσυντήρησης του χιτλερικού καθεστώτος απέναντι σε μία ανθρώπινη ομάδα που το απειλούσε, αλλά αποτέλεσμα και μόνο της διαστροφικής ιδεολογίας του Ναζισμού. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει το ναζιστικό καθεστώς να ξεχωρίζει από άλλα εγκληματικά καθεστώτα, όπως εκείνο του Στάλιν. (Σε ένα παλιότερο κείμενο [3] είχαμε αναφερθεί αναλυτικά στα εγκλήματα των δύο αιμοσταγών δικτατόρων του εικοστού αιώνα.)

Συμπερασματικά, η παρέκκλιση από την ανθρώπινη αυτοσυνειδησία, κι ακόμα περισσότερο η διάπραξη μαζικού εγκλήματος στη βάση της παρέκκλισης αυτής, αυτοδικαίως αφαιρεί από τους δολοφόνους το προνόμιο να θεωρούνται άνθρωποι. Συνεπώς, το να χαρακτηρίζουμε απλοϊκά τους Ναζί ως «κακούς» συνιστά τιμή για εκείνους, αφού το κακό αποτελεί διαβάθμιση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή, τους προβιβάζουμε άθελά μας σε ανθρώπους, κάτι που οι Ναζί είναι αμφίβολο πως ήταν. Ο Ναζισμός δεν δικαιούται το «εύσημο» του Κακού!

--------------------------------

Οι πράξεις γενοκτονίας, λοιπόν, στις οποίες επιδόθηκαν οι Ναζί στο Ολοκαύτωμα, δεν εντάσσονται στη λογική μιας εθνικής - ή, έστω, καθεστωτικής (à la Στάλιν) - αυτοσυντήρησης. Αποτελούν εμπράγματη έκφραση υποτιθέμενου «δικαιώματος» μίας ομάδας  «ανθρώπων» εμφορούμενων από ρατσιστικά αισθήματα, να παρέμβουν στο κοσμικό σχέδιο του Θεού και να το «διορθώσουν» κατά το δοκούν, εξαλείφοντας ένα κομμάτι της ανθρωπότητας που, κατά τη γνώμη τους, δεν θα έπρεπε να είχε υπάρξει ποτέ.

Τονίζουμε ότι δεν πρέπει να συγχέεται η γενοκτονική πολιτική των Ναζί με τα εγκλήματα πολέμου, ακόμα και όταν πρόκειται για μαζική εξόντωση άμαχου πληθυσμού. Τέτοια εγκλήματα ήταν, π.χ., οι βομβαρδισμοί της χιτλερικής αεροπορίας στη Βαρσοβία (1939), στο Ρότερνταμ και το Κόβεντρι (1940), καθώς και οι μαζικές εκτελέσεις απλών πολιτών ως αντίποινα ή ως μέτρα συμμόρφωσης. Τα εγκλήματα αυτά εντάσσονται στην κυνική (και, ασφαλώς, ανήθικη) λογική του πολέμου, και έχουν σαν κύριο στόχο την κάμψη του ηθικού του αντιπάλου και την εξώθησή του σε συνθηκολόγηση. Στα εγκλήματα γενοκτονίας, αντίθετα, ο στόχος δεν είναι η πολεμική επικράτηση αλλά ο μαζικός αφανισμός ενός ανθρώπινου συνόλου, στη βάση της διαστροφικής πεποίθησης ότι μία κοινή ιδιότητα των θυμάτων, όπως η φυλή ή η θρησκευτική παράδοση (στον βαθμό που η τελευταία δεν συνιστά απειλή για την ανθρωπότητα) αφαιρεί εξ ορισμού το δικαίωμά τους να απολαμβάνουν το προνόμιο της ζωής.

Τούτων λεχθέντων, αφήνουμε πίσω τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ερχόμαστε σε έναν σημερινό, αυτόν που διεξάγει το Ισραήλ στη Γάζα. Λόγω της μονόπλευρης ενημέρωσης που επιβάλλει το αριστερο-ακροδεξιό κατεστημένο στη χώρα μας, δεν θεωρώ αξιόπιστες τις όποιες πληροφορίες για «εγκλήματα πολέμου» του Ισραήλ. Ούτε όμως είμαι και σε θέση να επιχειρηματολογήσω υπέρ του αντιθέτου. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ είναι η απάντηση στο (μη-ρητορικό) ερώτημα:

    – Διαπράττει το Ισραήλ έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα;

Σε κάποιες περιπτώσεις, οι καλύτερες απαντήσεις σε ένα ερώτημα δίνονται μέσα από άλλα ερωτήματα (μας το δίδαξε, άλλωστε, ο Σωκράτης). Ας δούμε, λοιπόν, μερικά ερωτήματα, όχι καταρχήν ρητορικά:

1. Υπάρχει διακηρυγμένη ή, έστω, διαφαινόμενη πρόθεση του Ισραήλ να αφανίσει από προσώπου Γης τον Παλαιστινιακό λαό; Δηλαδή, δολοφονεί το Ισραήλ κάθε Παλαιστίνιο, είτε στη Γάζα είτε, γενικότερα, σε όποιο μέρος της Γης τον συναντήσει, επειδή και μόνο είναι Παλαιστίνιος; Θυμίζω: Τα εγκλήματα γενοκτονίας διαπράττονται κυρίως για λόγους ιδεολογίας (εθνικιστικής ή θρησκευτικής) και όχι στο πλαίσιο αμυντικής πολιτικής! Υπήρχε καταρχήν πρόθεση του Ισραήλ να επέμβει στη Γάζα με μοναδικό σκοπό την εξόντωση «αλλόπιστων», αν οι τελευταίοι δεν απειλούσαν την ύπαρξή του;

2. Πάμε τώρα στην απέναντι πλευρά: Η απερίγραπτα κτηνώδης (δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες) δολοφονική επίθεση της Χαμάς σε ένα ειρηνικό νεανικό μουσικό φεστιβάλ στο Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, ήταν πράξη που υπαγορεύτηκε από κάποιο είδος αμυντικής πολεμικής λογικής; Γιατί δολοφονήθηκαν μαζικά και βιάστηκαν φρικτά τόσα νέα παιδιά, αν όχι για τον λόγο και μόνο ότι ήταν Εβραίοι; Και, πώς διαφέρουν τα κίνητρα των δολοφόνων από εκείνα των εξίσου τυφλά φανατισμένων Ναζί στο Ολοκαύτωμα; (Το επιχείρημα περί «αντίδρασης απελπισμένων ανθρώπων στην καταπίεση που υφίστανται από το Ισραήλ» είναι τόσο αφελές που δεν χρήζει σχολιασμού, πόσο μάλλον σοβαρής ανάλυσης!)

3. Υπεμφαίνει ή όχι όραμα (ακόμα και προτροπή) γενοκτονίας το αγαπημένο σε «προοδευτικές συλλογικότητες» σύνθημα “from the River to the Sea”; (Με απλά λόγια, να αφανιστεί το κράτος του Ισραήλ και μαζί του όλοι οι Εβραίοι, από τον Ιορδάνη ως τη Μεσόγειο!)

4. Κι ακόμα: Είναι ή όχι ευθείες πράξεις ρατσισμού στη χώρα μας οι εκδηλώσεις ενάντια σε επισκέπτες από το Ισραήλ, αποκλειστικά και μόνο λόγω της εβραϊκής τους καταγωγής, ανεξάρτητα από το αν υποστηρίζουν ή όχι την πολιτική του Νετανιάχου;



Και, μια και αναφέρθηκα στον παραδοσιακό ρατσιστικό αντισημιτισμό των Ελλήνων, να σημειώσω ότι το μόνο συστημικό ειδησεογραφικό site που είχε το θάρρος να δημοσιεύσει ένα κείμενο γνώμης βασισμένο σε πανεπιστημιακή έρευνα πάνω στο ζήτημα αυτό, ήταν το Klik [4].

Τώρα, σε ό,τι αφορά το βασικό ερώτημα αυτού του κειμένου - κατά πόσον, δηλαδή, το Ισραήλ διαπράττει έγκλημα γενοκτονίας στη Γάζα, παραχωρώ το προνόμιο της τελικής απάντησης στον νοήμονα αναγνώστη...

    Αναφορές:





Τρίτη 1 Ιουλίου 2025

Τα capital controls και τα κορόιδα...


Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο Aixmi.gr τον Ιούλιο του 2016

Ανοίγω το ραδιόφωνο τις προάλλες, να ακούσω τις ειδήσεις της ημέρας. Μία από αυτές ελάχιστα με εντυπωσίασε: Σε δηλώσεις του στην κρατική τηλεόραση, ο υπουργός Οικονομικών εκτίμησε ότι η οριστική άρση των capital controls θα γίνει «μετά το τέλος της δεύτερης αξιολόγησης» (το πόσο μετά, δεν το προσδιόρισε), προβλέποντας μάλιστα ότι η διαπραγμάτευση αναμένεται να περάσει μέσα από συγκρούσεις και έντονες διαφορές με τους θεσμούς!

Την ίδια στιγμή, όλοι οι αναλυτές – κυβερνητικοί και μη – λένε σε όλους τους τόνους ότι δεν θα αρθούν οι περιορισμοί αν πρώτα δεν επιστρέψει το αίσθημα εμπιστοσύνης στους καταθέτες, έτσι ώστε να «πάρουν τα λεφτά απ’ το στρώμα» και να τα ξαναβάλουν στις τράπεζες. Όμως, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να υπάρχει σε ένα σύστημα που ανά πάσα στιγμή, ξαφνικά και απροειδοποίητα, έχει τη δυνατότητα να δεσμεύει τα χρήματα των ανθρώπων; Πρώτα άρση των περιορισμών, λοιπόν, και μετά επιστροφή των κεφαλαίων στη βάση τους. Φαύλος κύκλος, δηλαδή. Κάτι σαν την κότα και το αυγό!

Βέβαια, αυτοί που έμειναν να ταλανίζονται με τα capital controls είναι κάτι κορόιδα σαν και του λόγου μου, που έδινα πίστη στον ταμία της τράπεζας όταν τον άκουγα πέρυσι, μέσα Ιουνίου, να μιλά κοροϊδευτικά για τους «υστερικούς πελάτες» που έρχονταν κάθε τόσο να αποσύρουν τεράστια ποσά από τις καταθέσεις τους, πέφτοντας θύματα, υποτίθεται, της περιρρέουσας κινδυνολογίας.

Εκείνη τη μοιραία Παρασκευή, λοιπόν, δεν πήγα να πάρω χρήματα, αν και χρειαζόμουν. «Άσε, από Δευτέρα», σκέφτηκα! Εξ άλλου, ο δίτροχος ροκ-σταρ – και, αν του περίσσευε χρόνος, υπουργός των Οικονομικών – με το κακόγουστα ανορθόγραφο όνομα, μας διαβεβαίωνε αφενός ότι η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν υπόθεση ωρών για να ολοκληρωθεί, αφετέρου δε ότι, σε κάθε περίπτωση, το κλείσιμο των τραπεζών δεν ήταν μια θεσμικά προβλεπόμενη διαδικασία.

Τελικά, ξυπνήσαμε Σάββατο πρωί με την αναγγελία του παρανοϊκού δημοψηφίσματος, για να ακολουθήσουν σύντομα οι εξ ανέμελης μοτοσικλέτας προερχόμενοι αυτάρεσκοι κομπασμοί, «Αγάπη μου, έκλεισα τις τράπεζες» (“Honey, I just shut the banks”)!

Κάρτες δεν είχα ποτέ, το ίδιο κι η γυναίκα μου. Εκείνη την εποχή προέκυψαν μάλιστα και κάποια ιατρικά έξοδα που άμεσα απαιτούσαν μετρητά. Έφτασα να μετρώ τα ψιλά στο πορτοφόλι μου για μια τυρόπιτα, μοναδικό γεύμα της ημέρας. Δεν θα ντραπώ να ομολογήσω ότι κάποιες μέρες πείνασα...

Σε κάθε περίπτωση, εμείς οι αφελείς πιαστήκαμε στον ύπνο. Γιατί, ως την Παρασκευή το μεσημέρι, ώρα που οι τράπεζες κατέβαζαν ρολά, όλα πήγαιναν – υποτίθεται – ιδανικά. Η συμφωνία με τους θεσμούς ήταν «σχεδόν κλεισμένη», και από Δευτέρα όλα θα ήταν “business as usual”. Βέβαια, ως γνωστόν, το κλείσιμο των τραπεζών ποτέ δεν προαναγγέλλεται επισήμως. Πόσο μάλλον όταν ακόμα και μια απλή φήμη που διαδίδεται ανεύθυνα από στόμα σε στόμα, είναι ικανή να ενσπείρει τον πανικό στους καταθέτες, οδηγώντας σε χαοτικές καταστάσεις μέσα και έξω από τις τράπεζες.

Θυμάμαι ένα τηλεφώνημα που είχα δεχθεί από συγγενικό μου πρόσωπο, κάπου πέντε χρόνια πριν. Μου έδινε την «υπεύθυνη και άκρως εμπιστευτική» πληροφορία (την οποία απαγορευόταν να μοιραστώ με οποιονδήποτε άλλον) ότι «την Κυριακή αναγγέλλεται η χρεοκοπία και από Δευτέρα πρωί θα κλείσουν επ’ αόριστον οι τράπεζες». Γι’ αυτό, θα έπρεπε να σπεύσω να αποσύρω όλες τις καταθέσεις μου!

Για κάποιο λόγο, δεν μου φάνηκε τότε σοβαρή η πληροφορία. Σκέφτηκα όμως τι θα γινόταν έτσι και άνοιγα το στόμα μου «ενημερώνοντας» κάποιους άλλους, καθένας εκ των οποίων θα μιλούσε με τη σειρά του σε άλλους τόσους. Να πώς δημιουργείται από το τίποτα η χιονοστιβάδα του πανικού κι ανοίγουν οι πύλες του χάους!

Θα μου πείτε, τα λεφτά έφυγαν ούτως ή άλλως «εν ψυχρώ» από τις τράπεζες. Ωστόσο, κάτι έμεινε πίσω να τις κρατάει όρθιες. Μέσα σ’ αυτό το «κάτι» είναι τα χρήματα των «κορόιδων». Εκείνων, δηλαδή, που δεν πήραν στα σοβαρά έναν επικίνδυνο ταχυδακτυλουργό της οικονομικής επιστήμης, που είχε στην άκρη του μυαλού του ένα σχέδιο υφαρπαγής των μόχθων τους για να χρηματοδοτήσει το ουτοπικό κοινωνικό του όραμα με τον παραπλανητικό κωδικό “Plan B”. Που στην πραγματικότητα ήταν “Plan A”...

Κάποιοι που βρεθήκαμε τότε στον αέρα, δίχως ευρώ στο στρώμα και πλαστικές κάρτες στο πορτοφόλι, πήραμε για λίγο μια γεύση από την καθολικά φτωχοποιημένη κοινωνία που μας ετοίμαζαν από καιρό ένας υπερφίαλος ακαδημαϊκός, ένας δογματικός νεο-σταλινικός και μια υστερικά στριγκλίζουσα κόρη. Με στοιχειώνει ακόμα η θύμηση από το βουβό κλάμα ενός ανθρώπου προχωρημένης ηλικίας, που μάταια εκλιπαρούσε στην τράπεζα για λίγα μετρητά. «Πώς θα ζήσουμε;», ρωτούσε μάλλον ρητορικά τον ατσαλάκωτο με τη γραβάτα...

Θυμάμαι επίσης τον ναρκισσευόμενο μπον βιβέρ υπουργό σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του το απόγευμα της μέρας του δημοψηφίσματος, να απαντά σε ερώτηση δημοσιογράφου σχετικά με τους ηλικιωμένους που, μες στη ζέστη του καλοκαιριού, ξεροστάλιαζαν με τις ώρες έξω απ’ τις τράπεζες. Με υπεροψία και κυνισμό που θα έκαναν οποιονδήποτε (πλην θαυμαστών) να ανατριχιάσει, τους περιέγραψε περίπου ως αναλώσιμο είδος, κάτι σαν αναγκαίες παράπλευρες απώλειες στον αγώνα για «εθνική ανεξαρτησία»! Έτσι όπως εκείνος, τουλάχιστον, αντιλαμβανόταν τις έννοιες...

Όσο για το πνευματικό παιδί του, τα capital controls, δηλαδή, που μας άφησε ως παρακαταθήκη πηγαίνοντας να πουλήσει και σ’ άλλες πολιτείες το σταριλίκι και τις επιστημονικές ιδέες του («Πώς να οδηγήσετε μια χώρα σε ολική χρεοκοπία μέσα σε πέντε μήνες!»), αυτά μάλλον ήρθαν για να μείνουν. Ας μην παραμυθιαζόμαστε, λοιπόν, με τη δήθεν επικείμενη άρση τους. Στο κάτω-κάτω, όλα συνηθίζονται με τον καιρό. Ακόμα και το αίσθημα του κορόιδου...

Κώστας Παπαχρήστου στο Aixmi.gr